Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δειλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δειλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Σήμερα σ' αγαπώ!



Σήμερα σ' αγαπώ, όχι αύριο! 
Πες τα «σ'αγαπώ» σου σήμερα, μην αφήνεις για αύριο, 
μην αναβάλλεις, μην δειλιάζεις! 
Γίνε θαρραλέος, γίνε άξιος του ήλιου που φωτίζει μέσα σου! 
Το σήμερα ανήκει στην Αγάπη, όχι το αύριο! 
Το αύριο δεν υπάρχει, είναι ακαθόριστο, είναι άμορφο, δεν έχει τίποτε να σου δώσει παρά μονάχα ελπίδα, ελπίδα που μπορεί να διαψευστεί... 
Το σήμερα, κι όχι το αύριο, ανήκει στην Αγάπη! 
Σήμερα σε αγαπώ. 
Σήμερα σε συγχωρώ. 
Σήμερα σε κλείνω νοερά μέσα στην αγκαλιά μου, χαϊδεύω τα μαλλιά σου με τη σκέψη και σου ψιθυρίζω «σ'αγαπώ»! 
Και ξέρω, πως κάπου μέσα στην καρδιά σου κρύβεις και για μένα ένα σ' αγαπώ, 
 μα το κρατάς πάντοτε για το αν, για το μπορεί, για το αύριο το ακαθόριστο, το άμορφο, 
για ένα αύριο που μπορεί να μην έρθει ποτέ.  
Μα της Αγάπης  της πρέπει το σήμερα, πάντοτε το σήμερα, 
που αν της το δώσεις, μπορεί να το κάνει για πάντα... 
Σήμερα, όπως και κάθε μέρα απο τότε που ανέτειλαν τα μάτια σου στην καρδιά μου,  σ'αγαπώ! 

Ας το πούμε όλοι σε αυτούς που αγαπάμε... Σήμερα! 


Σ. 

Υ/γ. Κι αν πάλι κάτι σ' εμποδίζει σήμερα να το πεις το σ' αγαπώ, μην απελπιστείς... Νιώσε το τουλάχιστον ως τα κατάβαθα της ψυχής σου, πες το με τον τρόπο της σιωπής σου και προσευχήσου. Ίσως μια ευλογημένη μέρα αξιωθείς να το πεις και να τ' ακούσεις! Σου το εύχομαι ολόψυχα.

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Amor omnia


«Το πρόβλημα της αριστεράς είναι ότι οι περισσότεροι που έγιναν κομμουνιστές το διάλεξαν από μίσος για τους πλούσιους και όχι από αγάπη για τους φτωχούς», έλεγε ο Μαρκ Τουέιν.

Ο φίλος μου ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, πριν από λίγα χρόνια, επιστρέφοντας από ταξίδι του στο Άγιον Όρος, μου διηγόταν ότι ο ηγούμενος της Μονής Ιβήρων Βασίλειος Γοντικάκης ισχυρίζεται πως: «Όσοι έρχονται να μονάσουν εδώ πάνω, χωρίς πρώτα να τα έχουν βρει με τον κόσμο, διαλύονται…»

Ας αναλογιστούμε τις συνέπειες που έχουν με τον καιρό τέτοια κριτήρια επιλογής πορείας· συνέπειες στην ιδεολογία, συνέπειες στην Εκκλησία, συνέπειες στη γενική και προσωπική υγεία. Ας αφεθούμε να το επεκτείνουμε σε περισσότερα πρόσωπα αυτό, σε πάρα πολλά πρόσωπα, σε σύνολα, ομάδες, κοινωνίες, όπως όντως συμβαίνει. Τη σκιά της γενικής υποκρισίας και της παράνοιας να αναλογιστούμε. Ας παραδεχτούμε πως ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο αγριότερος, γι’ αυτό τον λένε και αλληλοσπαραγμό. Ας παραδεχθούμε πως καλύτερα να πολεμάς τον Θεό παρά να τον υπερασπίζεσαι. Ο Χριστός υπήρξε πολύ καλός με τον ειδωλολάτρη εκατόνταρχο, τον αμφισβητία Νικόδημο, με τις συναισθηματικές πόρνες, τους θλιμμένους πότες, τους θερμοκέφαλους φυλακισμένους, τους αλλόπιστους Σαμαρείτες. Τους σεβόταν, τους αναζητούσε, τους έκανε παρέα, συνομιλούσε ως ίσος προς ίσον μαζί τους. Την πρώτη Του νύχτα μετά τη Σταύρωση, πήρε ένα ληστή από το χέρι και εισήλθαν μαζί στον Παράδεισο. Ο πρώτος άνθρωπος στον Παράδεισο δεν ήταν αρχιερέας, δεν ήταν νομοθέτης, δεν ήταν δάσκαλος ή φιλόσοφος, ήταν ένας παράνομος, ένας ληστής. Μόνο με τους θρησκευόμενους Φαρισαίους, με το ιερατείο της θρησκείας του γινόταν έξαλλος. Έξαλλος! Τίποτα δεν τον θύμωνε όσο η υποκρισία. Και η ανοησία, η δειλία, η αδράνεια. Οι τρεις μεγάλοι δαίμονες του νου.

Είναι άραγε, όντως ανάγκη αυτό που θεωρούμε ανάγκη και το προσκυνούμε, του παραδιδόμαστε; Πόσοι από μας καταλήγουμε να πιστέψουμε πως η μόνη όντως ανάγκη μας είναι η αγάπη; Κι ας ακούγεται αντιφατικό. Η αγάπη, η ελεύθερη, που δεν μπορεί να είναι ανάγκη, είναι η μόνη ανάγκη μας. Η αγάπη και ό,τι είναι αγάπη. Όποιος είναι αγάπη…

Η αγάπη ας είναι το μοναδικό κριτήριο. Εκεί ξεχωρίζει η ανδρεία, ξεχωρίζει και η εξυπνάδα. Δεν είναι ηθικολογικό ζήτημα η προτροπή πως μόνο ό,τι επιλέγουμε από αγάπη, καθαρή αγάπη και κλίση, έχει προοπτική. Προοπτική στην προκοπή, στην πληρότητα, στη δημιουργία που αγνίζει και χαροποιεί, στη νιότη του πνεύματος όσο το σώμα γερνάει. Είναι γεγονός πως, όταν ηλικιώνεται και γερνάει κανείς φυσιολογικά, το μεν σώμα εξασθενεί, το δε πνεύμα φρεσκάρεται και δυναμώνει, κερδίζει δηλαδή, από την πείρα και την ταπείνωση, διάκριση. Είναι ζήτημα υπαρξιακό, απτό. Ζήτημα συμφέροντος! Για όσους θέλουν τη ζωή τους να είναι ζωή και όχι σούρσιμο σε εξορία. Σε γη έρημη, ξένη από τη μέσα ποθεινή πατρίδα, που όλο καλεί, όλο αιμορραγεί από νοσταλγία κάποιου Παραδείσου, όταν αχνά θυμάται, αιμορραγεί και στάζει και ποτίζει το σκουρόχρωμο ρόδο της ξενιτιάς, το γεμάτο αγκάθια. Δεν υπάρχει χαμένος Παράδεισος, όπως αρέσκονται να θρηνούν οι ευαίσθητοι ποιητές. Ο Παράδεισος είναι πάντα στο μέλλον.

Θυμάμαι καλά, όταν πήγαινα στο δημοτικό και ζούσαμε στα Χανία, ένα βραδάκι τη μητέρα μου να επιστρέφει στο σπίτι. Σπάνια, σπανιότατα, έβγαινε έξω, όμως τότε πήγε κάπου κοντά να αναζητήσει κάποια γυναίκα που θα βοηθούσε στη λάτρα. Ήρθε μέσα κατάπληκτη. Είπε σε όσους ήμασταν παρόντες πως, όταν πλησίασε στο χαμόσπιτο της καθαρίστριας με τα πολλά παιδιά, άκουσε γέλια. Κάθονταν, λέει, όλοι γύρω από ένα μικρό τραπέζι σ’ ένα γυμνό άθλιο δωμάτιο με πατημένο χώμα για πάτωμα, και έδειχναν να χαίρονται με την καρδιά τους. Της έκανε μεγάλη εντύπωση τόση χαρά μέσα σε τόση φτώχεια. Το δικό μας το σπίτι κατά κανόνα ήταν μελαγχολικό.

Από εκείνα τα χρόνια, αλλά και από όσα γενικά έμαθα, αν έμαθα, έφτασα να μη λυπάμαι αυτόματα και απερίσκεπτα τους φτωχούς ανθρώπους. Τα φτωχά παιδιά δεν με κάνουν λιώμα με την πρώτη όταν τα προβάλλουν οι φιλάνθρωπες εκπομπές στην τηλεόραση, και μάλιστα όταν πλησιάζουν Χριστούγεννα κι άλλες γιορτές που μας απαιτούν «εποχιακά καλούς». Όχι πως η φτώχεια δεν είναι φρικτό βάσανο, όμως κάτι μέσα μου ρίζωσε από νωρίς έτσι ώστε να μην τη θεωρεί το πρώτο και το χειρότερο βάσανο. Η έλλειψη αγάπης με κάνει κομμάτια. Αυτού του είδους την πενία, αυτού του είδους τη ζητιανιά, όταν τη βλέπω σε μάτια και μάλιστα σε παιδικά μάτια, με κάνει κομμάτια. Για να επιλέξει να γεννηθεί σε πάμφτωχη φάτνη αλόγων, στο άχυρο, ένας βασιλιάς, σημαίνει πως κι εκείνος κάτι τέτοιο θέλει να πει. Για τις προτεραιότητες να πει.

Όταν πήγαινα στο δημοτικό, κυκλοφορούσαν κάτι μαντιλάκια για τη μύτη που τα έστελναν με τα άλλα δώρα συγγενείς από την Αμερική. Πάνω τους ήταν τυπωμένα στα αγγλικά κάποια λόγια, που τα θαυμάζαμε σαν πολύ έξυπνα και τα μεταφέραμε κι εμείς σε λευκώματα, όταν προσπαθούσαμε να εντυπωσιάσουμε τον κτήτορα και τους άλλους: Το να αγαπάς είναι τίποτα. Το να σ’ αγαπούν είναι λίγο. Το ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν είναι το παν!
Φαίνεται απλοϊκό, φαίνεται λαϊκίστικο, φαίνεται τετριμμένο και κοινότοπο, εγώ όμως όσο μεγαλώνω και μαζεύω τέλος πάντων απ’ τις εικόνες και τους ήχους της ζωής, τείνω να καταλήξω πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι ανάποδα. Μόνο όποιος μπορεί να αγαπά είναι καλά. Έχει το παν. Δεν λέω πως δεν θέλει κι αυτός την ανταπόκριση της αγάπης του, όμως όποιος αγαπά, και με το ελάχιστο που του επιστρέφεται, χαίρεται, ενώ εκείνος που δεν μπορεί ν’ αγαπά είναι πίθος των Δαναΐδων. Όση αγάπη κι αν του προσφέρουν, κλαίγεται και τρώγεται. Τίποτα δεν τον γεμίζει.

Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα: 2008, σ. 226, 244-248

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Αγώνας μετανοίας



Κάθε αγώνας πνευματικός έχει ανάγκη της παρουσίας της Θείας Χάριτος, διότι δεν είναι ένας αγώνας ανθρώπινος. Ο αγώνας των αγίων νηστειών δεν είναι μια σωματική δίαιτα, την οποία κάνουμε για να αδυνατίσουμε. Η αγία Τεσσαρακοστή έχει ένα άλλο νόημα, το νόημα της ελεύσεως της Χάριτος στην καρδιά του ανθρώπου, της αποφυγής της αμαρτίας, το να σκοτώσει ο άνθρωπος την αμαρτία και τα πάθη τα οποία σκοτώνουν την ψυχή του και να βρει τον φωτισμό του Θεού και να οδηγηθεί έτσι στη Βασιλεία του Θεού. Γι' αυτό λοιπόν, μαζί με τους σωματικούς αγώνες, μαζί με τον κόπο της νηστείας χρειάζεται να έχει την ενίσχυση και την παρουσία του Θεού. Λαμβάνουμε έτσι μεταξύ μας συγχώρηση, ώστε διά της συγχωρήσεως και διά της μετάνοιας το Πνεύμα το Άγιο του Θεού να έρθει στις καρδιές μας, να μείνει μαζί μας και να ανοίξει τα μάτια μας οδηγώντας μας σε επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας και να στραφούμε εις τον Θεό, να ζητήσουμε την άφεση των δικών μας αμαρτιών. Εάν όλος αυτός ο αγώνας δεν καταλήξει στην εκζήτηση της αφέσεως των αμαρτιών, εάν δεν καταλήξει εις την ευλογημένη κατάσταση της μετανοίας, τότε δυστυχώς ο αγώνας μας παρέμεινε άκαρπος, αφού αυτό το οποίο καθαρίζει την ψυχή του ανθρώπου, εκείνο το οποίο πραγματικά μας καλλιεργεί, είναι η μετάνοια.

Αυτός είναι ο αγώνας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής: αγώνας μετανοίας. Η νηστεία, οι αγρυπνίες, οι πολλές ακολουθίες, οι γονυκλισίες, οι ορθοστασίες, οι αναγνώσεις, όλα όσα επιτελούμε κατά αυτήν την περίοδο, σκοπό έχουν να κατανύξουν την καρδιά μας. Γι 'αυτό ας αγωνιζόμαστε σε αυτό το στάδιο με πολλή προθυμία, όχι με δειλία. Αυτός που φοβάται δεν πρόκειται να καταφέρει τίποτα, γιατί ο δειλός δεν έχει μέρος στη Βασιλεία του Θεού, αυτός που φοβάται νομίζει ότι εξαρτάται η πορεία του μέσα από τις δικές του δυνάμεις, ξεχνά τη δύναμη του Θεού, ξεχνά αυτό που ο Απόστολος Παύλος λέγει: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ». Με αυτό το πνεύμα πρέπει να αγωνιζόμαστε τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, «ως λέοντες πυρ πνέοντες», όπως αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Σαν λιοντάρια τα οποία αποπνέουν φλόγα και καπνό, γεμάτα δύναμη και ορμή, με αυτήν τη δύναμη να αγωνιζόμαστε στο ευλογημένο στάδιο των αγίων νηστειών. Να μη φοβηθούμε, να μη δειλιάσουμε, να μην έχουμε σκέψεις ότι δεν θα τα καταφέρουμε. Ο Θεός είναι μαζί μας και δεν θα μας αφήσει. Ο Θεός θα μας ενδυναμώσει. Δώσε στον Θεό την πρόθεσή σου και θα λάβεις από Αυτόν τη δύναμη, να επιτελέσεις το έργο της σωτηρίας σου. Και δεν είναι μόνο έργο νηστείας. Αν δεν τα καταφέρουμε να νηστέψουμε όπως η Εκκλησία μας ορίζει, αλλά κάνουμε, κατόπιν ευλογίας του πνευματικού μας πατέρα, οικονομία για τη σωματική ασθένεια και αδυναμία, αυτό δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Ποιος είναι αυτός που μας εμποδίζει να ταπεινωθούμε και να μετανοήσουμε; Δεν χρειάζονται σωματικές δυνάμεις, δεν χρειάζεται να είσαι νέος, γερός, δυνατός και ακμαίος για να έχεις ταπεινό φρόνημα, για να μην κατακρίνεις, για να μην αμαρτάνεις, για να έχεις την καρδιά σου συντετριμμένη και μέσα στη χάρη της ταπεινώσεως. Οι πάντες, νέοι και γέροι, ασθενείς και υγιείς, δυνατοί και αδύνατοι, μπορούμε αυτήν τη χάρη της μετανοίας, που γεννάται μέσα από την ταπείνωση, να την έχουμε μέσα στην καρδιά μας και αυτό είναι το ζητούμενο.

Αυτό είναι που θέλει ο Θεός από εμάς, τη δική μας καρδιά. Θα το καταφέρουμε αυτό αν ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από τα δεσμά των παθών, της αμαρτίας. Η νηστεία είναι το πρώτο σκαλοπάτι που μας οδηγεί σε αυτήν την ανδρεία κατάσταση, σε αυτήν τη γενναιότητα, που κόβει τα δεσμά της αμαρτίας και στη συνέχεια να προχωρούμε με περισσότερη ζέση και με περισσότερο θάρρος στον αγώνα τον πνευματικό. Να αποβάλουμε την κακία, την πονηρία και όλα όσα αμαυρώνουν την εικόνα του Θεού και προπάντων, ας εγκολπωθούμε την αγία ταπείνωση. Ο ταπεινός άνθρωπος μπορεί να μετανοήσει, μπορεί να προσευχηθεί, να αποκτήσει υγεία ψυχής και σώματος, ενώ ο υπερήφανος δεν μπορεί να μετανοήσει. Ο υπερήφανος δεν μπορεί να καταλάβει την πραγματικότητά του, αλλά αισθάνεται ότι δεν έχει ανάγκη από τον Θεό και από κανένα. Δεν αισθάνεται ποτέ ένοχος, δεν αισθάνεται ποτέ πταίστης ή ότι έχει ανάγκη να ζητήσει από τον αδελφό του συγγνώμη. Πιστεύει ότι πάντοτε έχει δίκαιο και ότι πάντοτε ευρίσκεται μέσα στη δικαίωση του εαυτού του. Αλλά δυστυχώς, πάντοτε βρίσκεται μέσα στο σκότος της απουσίας του Θεού. Γιατί ο Θεός κατοικεί σε καρδιές αμαρτωλές αλλά ταυτόχρονα ταπεινές, που μετανοούν. Σε υπερήφανο άνθρωπο όμως ο Θεός ουδέποτε κατοικεί και ουδέποτε του δίνει χάρη. Σε αυτούς τους υπερήφανους ανθρώπους ο Θεός αντιτάσσεται. Είναι αντίπαλος στην υπερηφάνεια και στον εγωισμό. Έτσι, αυτήν την ευλογημένη περίοδο, ας λάβουμε την απόφαση, μαζί με τη σωματική άσκηση των αγίων νηστειών, να αγωνιστούμε περισσότερο στη μετάνοια.

Να βρούμε αυτήν την ευλογημένη και χαριτωμένη κατάσταση της μετανοίας, να κλάψουμε μπροστά στον Θεό. Να είμαστε τότε βέβαιοι ότι ο Θεός θα έρθει στην καρδιά μας, να μας παρηγορήσει και να μας πληροφορήσει για τη δική Του αγάπη και για τη δική μας σωτηρία. Μέσα στην Εκκλησία δεν ζούμε με ψέματα και ουτοπίες, δεν ζούμε με φαντασίες και ηθικιστικές ευσέβειες. Μέσα στην Εκκλησία ζούμε την εμπειρία του Θεού. Ο Θεός είναι παρών και ο άνθρωπος καλείται να ζήσει τον Θεό ως τη μεγαλύτερη εμπειρία της ζωής του. Απόδειξη είναι όλοι αυτοί οι άγιοι, οι οποίοι βίωσαν την παρουσία του Θεού. Έτσι θα είμαστε πραγματικά τέκνα του Θεού, τέκνα της Εκκλησίας, θα είμαστε πραγματικά χριστιανοί, όπου το Ευαγγέλιο δούλεψε μέσα μας, όπου το Ευαγγέλιο έδωσε καρπούς και μεταμόρφωσε την ύπαρξή μας και την έκανε πραγματικά ναό του Αγίου Πνεύματος και σκεύος εκλογής του Θεού. Αυτή η Χάρη της μετανοίας να μας συνοδεύει πάντοτε, ιδιαίτερα σε αυτήν την ευλογημένη περίοδο της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Λαμβάνοντες συγχώρηση ο εις εκ του άλλου και εξ αλλήλων να παρακαλέσουμε τον Θεό με τη Χάρη και δύναμη του Τιμίου Σταυρού, να μας ευλογήσει, να μας σκεπάσει, να μας ενδυναμώσει έτσι ώστε με χαρά, προθυμία και ανδρεία πολλή, να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε σαν αθλητές εις τον στίβο των αγίων νηστειών και να απολαύσουμε τη γλυκύτητα της παρουσίας του Θεού στην καρδιά μας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε πάντοτε ως πρώτο έργο τη λατρεία του Θεού. Λατρεία σημαίνει προσωπική σχέση, προσωπική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Γι' αυτό τον λόγο έχουμε τις ακολουθίες, τις αγρυπνίες, την προσευχή, τις γονυκλισίες, τη νοερά προσευχή, το κομποσχοίνι. Η διδασκαλία και το Ευαγγέλιο του Χριστού είναι τα εργαλεία και το μέσο που μας οδηγούν στον Ίδιο τον Χριστό. Η Εκκλησία ομιλεί περί ενός προσώπου, περί του Χριστού και όχι περί των ιδανικών. Όταν καταλάβουμε ότι Αυτό το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι το κέντρο της Εκκλησίας, το κέντρο της αγάπης και της υπάρξεώς μας, τότε θα καταλάβουμε πάρα πολλά πράγματα μέσα στην Εκκλησία. Η Εκκλησία επιτελεί ένα γάμο μεταξύ του ανθρώπου με τον Χριστό. Ακριβώς οι ύμνοι, τα αναγνώσματα και όλο αυτό το ήθος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδας χτυπούν την καρδιά του ανθρώπου, για να την κάνουν να σπάσει από τη σκληρότητά της και από την αναισθησία της και να κινηθεί προς αυτήν την αναζήτηση της αγάπης του Χριστού.


Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας: Ν.Κ.
Πηγή: περιοδικό Καθ' οδόν, τεύχ. 30, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, σ. 2-3

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Να ομιλείς μόνο όταν πρόκειται να πεις κάτι ανώτερο της σιωπής!


Σιώπα και ειρήνευε.
Ο πολύλογος, έστω κι αν είναι ρήτορας, πνευματικά δεν ευδοκιμεί. Η αργολογία εκδιώκει από την καρδιά το χαροποιόν πένθος. Να ομιλείς μόνο όταν πρόκειται να πεις κάτι ανώτερο της σιωπής.

Αυτός, που θέλει να μιμηθεί τον πράο και ησύχιο Κύριο, πρέπει να αγαπήσει την ευλογημένη σιωπή. Τότε μόνο θα μπορεί να προφέρει αδιαλείπτως το πανάγιο Του όνομα και να εργάζεται διαρκώς το θέλημα Του "εξ όλης της ψυχής" του και με πόθο άγιο. Για να αποκτήσεις τη σιωπή και την ησυχία στην καρδιά σου, απόφευγε τις περιττές βιοτικές σκέψεις. Έτσι θα σωθείς και θα συγχορεύεις με Αγγέλους. Να γνωρίζεις για ποιο σκοπο σιωπάς. Αν π.χ. με τη γλώσσα σιωπάς και με τον λογισμό σου κατακρίνεις, δεν σε ωφελεί μια τέτοια σιωπή. Ούτε πάλιν ωφελεί να σιωπάς και στην καρδιά σου να βασιλεύει μελαγχολία και απόγνωση.

Ένας Γέροντας, πολύ μεγάλος νηστευτής, είπε: "Εκείνη την ημέρα, που θα παραβιάσω ασκόπως την ευλογημένη σιωπή, δεν μπορώ ούτε κι αυτό τον κανόνα της νηστείας μου να τηρήσω, καθώς πρέπει".

Για τη σιωπή, που μ’ ερωτάς, πρέπει να ξέρεις ότι αυτή δεν έγκειται μόνο στη σιωπή της γλώσσας, αλλά προπαντός στη σιωπή των λογισμών. Αν δηλαδή σιωπά η γλώσσα σου, οι λογισμοί σου όμως κρίνουν και καταδικάζουν τους άλλους, ε! Τότε αυτό δεν είναι σιωπή! Είναι γραμμένο κάπου: "Μπορεί να ομιλείς όλη την ημέρα, και όμως εσωτερικά να έχεις ευλογημένη σιωπή, επειδή δηλαδή δεν θα λέγεις εκείνα, που δεν αρμόζουν. Και μπορεί να σιωπάς όλη την ημέρα, και όμως να μην τηρείς θεάρεστα τη σιωπή, διότι ο λογισμός σου φλυαρεί και κατακρίνει".

Έλεγε κάποιος: "Αν και πολλές φορές μετάνιωσα, επειδή μίλησα, όμως ποτέ μου δεν μετάνιωσα, επειδή σιώπησα." Και εγώ σε συμβουλεύω να ομιλείς μόνο, όταν πρόκειται να ’πεις κάτι, που είναι καλύτερο της σιωπής!

Όπως υπάρχει η καλή σιωπή, υπάρχει και η κακή. Όπως υπάρχει η καλή ομιλία, υπάρχει και η κακή. Καλή σιωπή είναι η ταπεινή, η εσωτερική, αυτή, που συνοδεύεται με προσευχή, και γεμίζει την ψυχή με χαρά. Κακή σιωπή είναι εκείνη, που την συνοδεύει η δειλία, η εσωτερική κατάκριση, η ολιγοπιστία, η θλίψη, η απόγνωση. Καλή ομιλία είναι εκείνη, που λέγει τα σωστά και αναγκαία. Κακή ομιλία είναι η αργολογία, η ευτραπελία, η κολακεία, η υποκρισία, ο θυμός, η οργή, η αισχρολογία, η κατάκριση, η συκοφαντία και όλα τα παρόμοια. Πρέπει λοιπόν να αποκτήσουμε "νουν Χριστού" (Α’ Κορ. β’ 16), ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε πότε θα πρέπει να μιλήσουμε και πότε θα πρέπει να σιωπήσουμε.

Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτη
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...