Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Η προσευχή και η αγάπη ζουν σε συνεργασία μεταξύ τους


«Ἰδοὺ δέδωκα πρὸ προσώπου σου σήμερον τὴν ζωήν καὶ τὸν θάνατον, 
τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν... τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν· 
ἔκλεξαι τὴν ζωὴν...» (Δευτ. λ' 15, 19)

Στην προσευχή «Κύριε, ελέησον» απλώνεσαι προς την ελευθερία γιατί ο Κύριος είναι ελεύθερος από το παροδικό, είναι απεριόριστος. Το απλωμένο σου χέρι δεν σταματάει σ' ένα φευγαλέο φαινόμενο. Πιάνει αυτό που υπάρχει πάντοτε και παντού, το αιώνιο. Έτσι απελευθερώνεται η ελπίδα σου από την ύλη τη δεμένη με τον χώρο και τον χρόνο. Χωνεύεις στην παροδική σου αναπνοή το αιώνιο και το μόνιμο. Όταν όμως λες «ελέησόν με», θέτεις τον εαυτό σου σε εξάρτηση. Τον εξαρτάς όχι από γήινες, αλλά από ουράνιες σχέσεις.

Παρακαλείς για έλεος γιατί συνεχώς παρεκκλίνεις ξανά και ξανά από τα ουράνια, από τον Κύριο, για να υποκύψεις στην υπακοή των γήινων, στην παροδική ηδονή, μια ηδονή που σου δίνει μια τυχαία ευχαρίστηση, που όμως τη διαδέχεται η ανοστιά, η πίκρα και η αηδία. Και όσο περισσότερο ασχολείσαι μ' αυτήν, τόσο πιο πολύ ανακαλύπτεις στο βάθος την αναξιοπιστία της. Θέλεις να απελευθερωθείς απ' αυτήν, θέλεις να αποδεσμευθείς από το δέσιμό σου με την αναξιοπιστία της. Γι' αυτό και παρακαλείς: «Ελέησόν με». Γρήγορα παρατηρείς, ότι αυτή η προσευχή σε βοηθάει στην προσπάθειά σου. Τότε ξυπνάει μέσα σου η αγάπη στον Κύριο που σου δίνει τη βοήθεια. Κι η αγάπη αυτή, αυξάνει σιγά-σιγά.

Τώρα η προσευχή σου και η αγάπη σου ζουν σε συνεργασία μεταξύ τους. Όσο πιο πολύ προσεύχεσαι, τόσο πιο πολύ αγαπάς. Και όσο πιο πολύ αγαπάς, τόσο πιο πολύ προσεύχεσαι. Τι αγαπάς; Ποιον; Αγαπάς Αυτόν που σου δίνει την προσευχή, αφού η προσευχή σε οδηγεί κοντά Του.


πηγή: Τίτο Κολλιάντερ (2006), Κουβεντιάζοντας με τον πόνο, εκδ. «Ακρίτας», 36-37.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Σταυροβούνι


Το 'χουμε ανάγκη ν' ακούμε
αυτούς τους μηδαμινούς 
σχεδόν ανύπαρκτους ήχους Σου.

Στο αεράκι, 
στο φύλλο,
στο θρόισμα,
στους μακρινούς απόηχους της πόλης,
στα πετεινά Σου,
στην τροχιά ενός αεροπλάνου
που σχίζει το στερέωμα του σύμπαντος.

Εκεί Σε βρίσκουμε
εκεί Σε γνωρίζουμε καθαρότερα.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Ἀράτω τὸν σταυρὸν...


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ (Γ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ)


Εἶπεν ὁ Κύριος· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.    (Μάρκ. η' 34 - θ' 1)

«Ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι»

Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως σήμερα καὶ καθὼς βρισκόμαστε ἤδη στὸ μέσο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει τὸ πολυτιμότερο κόσμημά της, τὸ ἀκαταμάχητο ὅπλο της, τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς ὁ Τίμιος Σταυρὸς προβάλλεται ἐνώπιόν μας ὄχι μόνο γιὰ νὰ Τὸν προσκυνήσουμε ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀναλογιστοῦμε τὸ δικό μας χρέος· τὴν κλήση ποὺ κάνει ὁ Θεὸς σὲ κάθε πιστὸ μαθητή του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει ὡς μαθητής μου, ἂς διακόψει κάθε σχέση μὲ τὸν κακὸ καὶ διεφθαρμένο ἑαυτό του, μὲ σταθερὴ τὴν ἀπόφαση νὰ σηκώσει σταυρό, νὰ ὑποστεῖ κάθε δοκιμασία, ἀκόμη καὶ θάνατο, καὶ τότε νὰ μὲ ἀκολουθήσει.

«Ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ»: Ὁ Κύριος ζητᾶ ἀπὸ τοὺς μαθητές του τὴν τέλεια αὐταπάρνηση· νὰ σηκώσουν τὸν σταυρό τους μὲ ἀπόφαση θανάτου. Ποιὸς ὅμως εἶναι αὐτὸς ὁ σταυρὸς ποὺ καλεῖται νὰ ἀναλάβει κάθε πιστὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ;


1. Νέκρωση παθών
Ὁ σταυρὸς ποὺ καλεῖται νὰ ἀναλάβει κάθε πιστὸς εἶναι ἡ νέκρωση τῶν παθῶν καὶ τῶν σαρκικῶν φρονημάτων. «Οἱ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλ. ε΄ 24), σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὅσοι ἀνήκουν πραγματικὰ στὸν Χριστό, νέκρωσαν τὸ σαρκικὸ φρόνημα, τὰ πάθη καὶ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες τους.

Τί σημαίνει ὅμως πρακτικὰ τὸ νὰ σταυρώνει κανεὶς τὸν ἑαυτό του μὲ ἀπόφαση νὰ πεθάνει; Σημαίνει ὅτι ἀγωνίζεται νὰ ἀποκόψει ὁριστικὰ τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειες, τὰ πάθη καὶ τὰ ἐλαττώματα ποὺ ἔχουν ριζώσει βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή του. Ἀγώνας σκληρὸς καὶ ὀδυνηρός, ἀλλὰ καὶ σωτήριος! Πόσα πάθη μᾶς ταλαιπωροῦν καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ξεριζώσουμε; Ἡ ζήλεια, ὁ φθόνος, τὸ ψέμα, ἡ ἀπάτη, ἡ κατάκριση, ἡ πλεονεξία, ἡ φιλαργυρία διατηροῦν μέσα μας ζωντανὸ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο καὶ ἀφήνουν νὰ κυριαρχεῖ τὸ δικό μας ἐγώ.

Ὁ ἀγωνιζόμενος πιστός, ποὺ παίρνει ἀπόφαση νὰ νεκρωθεῖ ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, στέκεται ἀπέναντι στὸ κακὸ σὰν νεκρός: Πῶς εἶναι ἕνα νεκρὸ καὶ ἄψυχο σῶμα; Ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς ποὺ νέκρωσε τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό του. Δὲν βλέπει, δὲν ἀκούει, δὲν λέγει ὁτιδήποτε ἁμαρτωλὸ κι ἀνήθικο. Δὲν ἀντιδρᾶ ὅταν θίγουν τὸν ἐγωισμό του. Δὲν ἐπιδιώκει νὰ ἐξυπηρετεῖ ἀποκλειστικὰ τὸ συμφέρον του, ἀλλὰ διακονεῖ μὲ ἀγάπη τὶς ἀνάγκες τοῦ πλησίον. Γενικὰ δὲν ἀκολουθεῖ τὰ ἐγωιστικὰ θελήματά του, ἀλλὰ ὑποτάσσεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὸν ἑλκύει ἡ ματαιότητα τοῦ κόσμου, οὔτε τὸν συγκινεῖ ὁ πλοῦτος καὶ ἡ ἐφήμερη δόξα. Ἐκεῖνο ποὺ θέλγει τὴν ψυχή του εἶναι ἡ αἰώνια δόξα καὶ ζωή, τὸ ἄφθαστο κάλλος τοῦ οὐρανοῦ.

2. Ο Σταυρός των θλίψεων
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ σταύρωση τῶν παθῶν, ποὺ εἶναι ἑκούσιος σταυρὸς γιὰ τὸν πιστό, ὑπάρχει καὶ ὁ ἀκούσιος σταυρός, ποὺ καλεῖται νὰ σηκώσει μὲ τὴν ἴδια ἀφοσίωση καὶ αὐταπάρνηση. Πρόκειται γιὰ τὶς θλίψεις καὶ τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς. Μιὰ ξαφνικὴ ἀποτυχία, ἕνα ἀξεπέραστο πρόβλημα, μία ὁλοφάνερη ἀδικία, μία ἀνίατη ἀσθένεια, ἕνα ἀβάσταχτο πένθος... Πῶς νὰ ἀντιμετωπίσει κανεὶς τέτοιες ὀδυνηρὲς καταστάσεις; Καὶ ὅμως... Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέχεται νὰ σηκώσει τὸν σταυρὸ αὐτὸ ὄχι μὲ ἀντίδραση ἐσωτερικὴ οὔτε μὲ μία παθητικὴ ἀποδοχή, ἀλλὰ πρόθυμα καὶ καρτερικά, μὲ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Ἄλλωστε γνωρίζει ὅτι Αὐτὸς ποὺ τοῦ δίνει τὸν σταυρὸ ποὺ θὰ βαστάσει δὲν εἶναι κάποιος ποὺ ὁρίζει σταυρὸ γιὰ τοὺς ἄλλους μόνο, ἀλλὰ Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρῶτος βάστασε τὸν Σταυρό, καὶ μάλιστα Σταυρὸ τέτοιας ὀδύνης, ποὺ κανεὶς ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἀναλάβει κι οὔτε πρόκειται ποτὲ νὰ ἀναλάβει.

Ἡ ἐποχή μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μάρτυρες! Χριστιανοὺς ἀποφασισμένους νὰ σηκώσουν τὸν σταυρό τους καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστὸ μέχρι θανάτου. Μὲ τέτοιο ἡρωικὸ καὶ μαρτυρικὸ φρόνημα ἂς ἀναλάβουμε κι ἐμεῖς τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Κι ἂς γνωρίζουμε ὅτι στὴ σταυρικὴ αὐτὴ πορεία δὲν εἴμαστε μόνοι. Ἔχουμε βοηθοὺς καὶ ἀντιλήπτορες τοὺς Ἁγίους: Ἀποστόλους, Μάρτυρες, Ὁσίους, Ἀσκητές, Ὁμολογητές, ὅλους ὅσοι ἀγωνίστηκαν νὰ εὐαρεστήσουν στὸν Θεό, αἴροντες τὸν δικό τους σταυρό. Ἔχουμε σύμμαχο καὶ προστάτιδα τὴν ὑπερευλογημένη Θεοτόκο, ἡ ὁποία στεκόταν κοντὰ στὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, στέκεται δὲ καὶ κοντὰ στὸν ἀγώνα, τὸν πόνο καὶ τὴ δοκιμασία κάθε πιστοῦ. Πρωτίστως ὅμως ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ἔχουμε δίπλα μας τὸν ἴδιο τὸν ἐσταυρωμένο Κύριο νὰ μᾶς ἐνισχύει μὲ τὴ χάρη του, νὰ μᾶς ἐμπνέει καὶ νὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία.


Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Υπομονή στις δύσκολες καταστάσεις του γάμου



Κατεβάστε την ομιλία του μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου:
Υπομονή στις δύσκολες καταστάσεις του γάμου (18/12/2008)

  • Η αξία της εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού κατά το παράδειγμα της εκλογής συζύγου για τον Ισαάκ.
  • Όταν ο άνθρωπος προσεύχεται με πίστη, ο Θεός δεν τον εγκαταλείπει.
  • Τις αδυναμίες μας και τις αποτυχίες μας δεν πρέπει να τις φορτώνουμε στον Θεό.
  • Ο παράγοντας άνθρωπος είναι απρόβλεπτος. Σήμερα είναι καλός, αύριο γίνεται ό,τι χειρότερο! Όμως μήπως πρέπει να σκεφτούμε ότι ακόμα και ένας δύσκολος άνθρωπος στον γάμο μας μήπως τελικά αυτό είναι που μας ωφελεί πραγματικά; Και μήπως αυτό είναι που ζητούμε πραγματικά εάν καταλάβουμε ποιος είναι ο σκοπός του γάμου;
  • Ο σκοπός του γάμου ο πρώτος δεν είναι να περάσουμε καλά, ούτε να γίνουμε ευτυχισμένοι, ούτε να κάμουμε μωρά, ούτε να αποκτήσουμε σπίτια και αυτοκίνητα και διάφορα πράματα, αλλά ο σκοπός του γάμου είναι η σωτηρία μας.
  • Παραδείγματα ενάρετων, αγίων έγγαμων ανθρώπων με μαρτυρικό γάμο. Η αξία της υπομονής στην καθημερινότητα του γάμου.
  • Να ξέρουμε πάντοτε ότι ο σκοπός του γάμου μας ο πρώτος είναι η Βασιλεία του Θεού, είναι η σωτηρία μας και μέσα σ' αυτόν τον σκοπό και μέσα σ' αυτήν την πορεία πρέπει να εντάσσουμε όλες τις δυσκολίες του γάμου. Και έτσι κάμνουμε υπομονή, λαμβάνουμε θάρρος, κουράγιο, δύναμη, καρτερία να βαδίσουμε τον δρόμο μας.
  • Αν δεν μπορώ να τον βαστάξω και δεν μπορώ άλλο να συνεχίσω, ταπεινά, μπορώ να ομολογήσω την αδυναμία μου και να πω «συγγνώμη, Θεέ μου, δεν μπορώ άλλο με αυτόν τον άνθρωπο!» Έχω το δικαίωμα να διαζευχθώ αυτόν τον άνθρωπο. 
  • Εάν όμως τον βαστάξω αυτόν τον άνθρωπο, εάν όμως τον κάνω υπομονή και σταθώ δίπλα απ' αυτόν τον άνθρωπο, και πω «όχι, θα βαστάξω αυτόν τον άνθρωπο γιατί τον εδέχθηκα ως εκ χειρός Κυρίου (σαν να μου τον έδωσε ο ίδιος ο Θεός μέσα στο χέρι...)!» και κάνω υπομονή και καρτερία πραγματικά θα γίνω άγιος.
  • Όπως ο Θεός δεν εκδιώκει κανένα άνθρωπο όταν αμαρτήσει, όσες αμαρτίες και να κάνουμε κι όσες μοιχίες και πορνείες και να κάνουμε ο Θεός μάς δέχεται μετανοούντας... Εάν λοιπόν μας δέχεται, εμείς πώς μπορούμε να αποδιώξουμε τον άλλο άνθρωπο; Που για την αδυναμία μας μας έδωσε αυτό το δικαίωμα. Παρά ταύτα, αν υπερβούμε αυτό το δικαίωμα γινόμαστε όμοιοι με τον Θεό και γινόμαστε πραγματικά παιδιά του Θεού.
  • Προχωρούμε στον γάμο μας προσευχόμενοι. Ναι, σίγουρα να μου αρέσει, σίγουρα να με αναπαύσει από πάσα άποψη, σίγουρα αυτό το πρόσωπο που θα παντρευτώ από πάσα άποψη να εκφράζει και να με γεμίζει, αλλά πρέπει αυτήν την πορεία μου να τη συνοδεύει και η προσευχή μου. 
  • Παράδειγμα από το γεροντικό: Προσευχή, υπόσχεση και εμπιστοσύνη χωρίς ερωτηματικά στον Θεό. Η αλλοίωση του άλλου.
  • Ενώπιον του Θεού δέχομαι αυτόν τον άνθρωπο και υπόσχομαι να βαδίσω τη ζωή μου μαζί μ' αυτόν τον άνθρωπο. Μου βγαίνει δύσκολος, στραβός, πολύλογος... Εάν αγωνιστείς για την αγάπη του Θεού και κάνεις υπομονή αυτόν τον άνθρωπο και έχεις πεποίθηση ότι ο Θεός μου έδωσε αυτόν τον άνθρωπο και αν δεν πάμε καλά και δεν τα καταφέρνουμε, δεν είναι επειδή ο Θεός είναι κακός και ήθελε να μου δώσει αυτόν τον άνθρωπο, αλλά γιατί αυτός ο άνθρωπος είναι για τη σωτηρία μου και παύσεις να βλέπεις τον γάμο ευδαιμονιστικά, να πεις «μα γιατί παντρεύτηκα; Δεν παντρεύτηκα για να ζήσω ευτυχισμένα;» Και πεις «όχι! Δεν παντρεύτηκα για να ζήσω ευτυχισμένα! Παντρεύτηκα για να σωθώ, παντρεύτηκα για τη Βασιλεία του Θεού!» τότε ναι αντέχεις και κάμνεις υπομονή. Διαφορετικά ψάχνεις να βρεις την «ευτυχία»...
  • Εάν η βάση του γάμου είναι λανθασμένη και δεν έχει τον σωστό προορισμό της, θα βγουν πολλά παράσιτα στην πορεία αυτή και πολλές δυσκολίες.
  • Ο πατήρ Παΐσιος έλεγε όταν πήγαιναν άνθρωποι και του έλεγαν «κάνε προσευχή να βρούμε καμιά καλή κοπέλα»...: «Ρε παιδιά, άμα εσείς που είστε της Εκκλησίας παιδιά θέλετε καλές κοπέλες, οι κακές κοπέλες τι θα γίνουν βρε ύστερα; Ποιος θα τες πάρει;»
  • Μαρτυρικό φρόνημα να έχεις και να ξέρεις ότι το να ζεις με έναν άνθρωπο άλλο πρέπει να είσαι μάρτυρας, να αγαπάς τον άλλο και για την αγάπη του να θυσιάζεσαι.
  • Οι άνθρωποι είχαν άλλη αντίληψη περί γάμου παλαιότερα και γι' αυτό άντεχαν τον γάμο τους.
  • «Είχε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όχι γιατί πέρασε καλά, αλλά γιατί ακριβώς δεν πέρασε καλά. Αλλά όλη τη δυσκολία της την αξιοποίησε πνευματικά και δεν την απέρριψε, ούτε πέταξε τον σταυρό της. Τον κράτησε, τον έφερε εις πέρας, με υπομονή και προσευχή και καρτερία.»
  • Σήμερα εύκολα πετάγουμε τον σταυρό από πάνω μας!... Σε όλα μας είμαστε εύκολοι, από τα πιο απλά μέχρι τα πιο μεγάλα. Οι παλαιότεροι ήταν άνθρωποι φιλόπονοι... Και τα πιο απλά πράγματα έγιναν εύκολα σε τόσο σημείο που έχασαν και το νόημά τους πλέον, έχασαν και την ομορφιά τους, έχασαν και την ουσία τους. Γι' αυτό καταντήσαμε όλα τα πράγματα να μας είναι ανούσια και άνοστα.
  • Όταν κάτι είναι μέσα από τον κόπο και τον πόνο και τη δυσκολία είναι πιο όμορφο, πιο ωραίο. Ενώ όταν τα έχεις όλα, σε πιάνει ανορεξία!
  • Τα εύκολα, λοιπόν, πράγματα δεν είναι και εύγεστα. Τα δύσκολα πράγματα όμως είναι εύγεστα, έχουν ουσία και γι' αυτό ο άνθρωπος ο οποίος κοπιάζει στη ζωή του, έχει τη φιλοπονία, μέσα από τον πόνο, μέσα από τον κόπο, μέσα από τη δυσκολία αγιάζεται και γίνεται κι ο ίδιος ένας πολύ γλυκύς άνθρωπος, ένας γλυκύτατος άνθρωπος και γίνεται όμορφος άνθρωπος, ωραίος άνθρωπος.
  • Ο αρραβώνας είναι η υπόσχεση που δίνει ο ένας στον άλλο και η εγγύηση του λόγου τους... Επικαλούμαστε τη χάρη του Θεού για να στηριχθεί ο λόγος αυτός, γιατί σίγουρα στην πορεία τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Πολλά περιστατικά θα τύχουν που θα κλονίσουν αυτόν τον λαληθέντα λόγο. Πολλά περιστατικά και πολλοί πειρασμοί και πολλές δυσκολίες.  
  • Στην περίοδο της γνωριμίας είναι καλό ο άνθρωπος να περνά κλυδωνισμούς και σεισμούς στη σχέση του για να εξιχνιάζει τον άλλο άνθρωπο, για να στηρίζεται η σχέση και να βγάζει γερές και βαθιές ρίζες. Να μην είναι επιπόλαια αυτή η σχέση και μετά με την πρώτη δυσκολία να συντριβούν τα πάντα...
  • Είναι σημαντικό να επικαλείται ο άνθρωπος την ευλογία του Θεού και τη δύναμη του Θεού και τη σκέπη του Θεού ώστε να στηριχθεί ο λόγος αυτός. Γιατί να στηριχθεί; Γιατί δεν είναι εύκολο πράγμα να υπόσχεται στον άλλο άνθρωπο και μετά να αίρεις την υπόσχεσή σου! Δεν είναι εύκολο πράγμα να δίδεις στον άλλο άνθρωπο έδαφος να χτίσει πάνω όλο το οικοδόμημά του... Καλύτερα είναι να μη βιαστούμε να βγάλουμε από το στόμα μας λόγους... Ας περιμένει κανείς κι ας έχει κι αυτήν την αγωνία... μέχρι να είμαστε απόλυτα βέβαιοι.  
  • Έφτασες και είπες στον άλλο άνθρωπο ότι «πράγματι εγώ σ' αγαπώ και θα βαδίσω τον δρόμο μου μαζί σου» τότε πρέπει να είσαι πολύ-πολύ σοβαρός, πάρα πολύ σοβαρός γιατί δεν είναι εύκολο πράγμα να καταστρέφεις κάτι που ο άλλος έκτισε πάνω σ' αυτό που εσύ του είπες. Και επειδή η αγάπη είναι πολύ μεγάλη δύναμη της ψυχής του ανθρώπου και επειδή κτίζει ο άνθρωπος όλο το είναι του πάνω σ' αυτά τα πράγματα είναι ολέθριο, είναι καταστροφικό κανείς να βιώσει αυτήν την απώλεια της απόρριψης ή της κατάρριψης της σχέσης του.
  • Πρέπει να είμαστε πάντοτε ισορροπημένοι, να μην ειδωλοποιούμε ποτέ τον γάμο μας!
  • Έναν τέλειο αν τον βλέπεις σαν τέλειο δεν έχει αξία, αλλά έναν ατελή να του συμπεριφέρεσαι και να τον αποδέχεσαι ως τέλειο, αυτό έχει αξία!
  • Ούτε να ειδωλοποιούμε τον άλλο, αλλά ούτε και να υποσχόμαστε μεγάλα πράγματα στον άλλο άνθρωπο, γιατί προϊόντος του χρόνου, θα έρθει η ώρα της κόπωσης, της δυσκολίας, της απομυθοποίησης, του φυσικού μαρασμού των πραγμάτων και τότε θα έχεις πάνω σου το βάρος της κατάρρευσης του άλλου ανθρώπου, γιατί δυστυχώς τον έβαλες να κτίσει πάνω σε ένα ψεύτικο έδαφος.  
  • Εάν από την αρχή προσέξομε και μιλήσομε συγκρατημένα και μιλήσομε σοβαρά και πούμε του άλλου: «Κοίταξε, επειδή ακριβώς σε αγαπώ, γι' αυτό και δεν θα σου πω αυτήν τη λέξη, εάν δεν είμαι απόλυτα βέβαιος. Αλλά κι όταν είμαι απόλυτα βέβαιος θα σου πω ότι ναι σε αγαπώ, αλλά πρόσεξε μη με κάνεις είδωλο, γιατί είμαι άνθρωπος!» 
  • Η λανθασμένη άποψη του κόσμου για όσους είναι μέσα στην Εκκλησία: ή είσαι άγγελος ή είσαι δαίμονας!... Οι βίοι των αγίων δεν αποκρύπτουν το ότι αναφέρονται σε ανθρώπους.
  • Άνθρωπος είναι κι αυτός, θα έχει κάποια ώρα κι αυτός τις δυσκολίες και αδυναμίες του... Δέξου το μέσα στα όρια αυτά του ανθρώπου. Με δεδομένα ισορροπημένα, για να μην απογοητευθείς και να μην απογοητεύσεις.  
  • Ο άνθρωπος όταν είναι ενθουσιασμένος ή απογοητευμένος κάνει λάθη, να το ξέρετε. Και σε ώρα ενθουσιασμού και σε ώρα απογοήτευσης μη βγάζετε αποφάσεις ποτέ, ακόμα και για τον γάμο σας. Κάτσε περίμενε να φύγει ο ενθουσιασμός, να φύγει η απογοήτευση, να βρεις την ισορροπία σου και τότε αποφάσισε που θα δεις τα πράγματα καλύτερα. 

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Συμφιλίωση με τον πόνο



Οι άνθρωποι, παιδί μου, χωρίζονται εις αυτόν τον κόσμον εις καλούς και κακούς, εις πλουσίους και πτωχούς, εις μορφωμένους και αμορφώτους, εις ευγενείς και αγενείς, εις εξύπνους και ανοήτους.

Ενώνονται όμως όλοι εις εν σημείον. Εις τον πόνον.

Διότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως εις την ζωήν των θα πονέσουν. Καθώς λέγει και το ρητόν: «Τέρας, ει τις ηυτύχησεν διά βίου».

Άρα λοιπόν όλοι οι άνθρωποι ζώμεν εις το βασίλειον του πόνου.

Γνωρίζομεν ότι ο πόνος είναι κάτι το προσωπικόν, που θα χρειασθεί κανείς να τον αντιμετωπίσει μόνος του. Είναι ο σταυρός του, που οφείλει να τον σηκώσει, όπως και ο Σωτήρ του κόσμου, ο Ιησούς, εσήκωσε τον Σταυρόν Του χάριν ημών.

Αναπαύου λοιπόν, παιδί μου, εις το πατρικόν χέρι, που αυτόν τον καιρόν σε χειρουργεί με τον πόνον και ηρέμησε. Δέξου ότι ο Θεός σού τον στέλλει, συμφιλιώσου μαζί του, με τον πόνον, διά να δυνηθείς να τον αντιμετωπίσεις.

Γνωρίζω πόσον δύσκολον είναι αυτό, αλλά σωτήριον, οι άγιοι έχαιρον εις την θλίψιν των, ημείς τουλάχιστον να δεχόμεθα ταύτην με υπομονήν, και ο Θεός δεν θα ξεχάσει, έστω και αυτήν την ελαχίστην προαιρετικήν υπομονήν μας εις το θέλημά Του, που εκπροσωπεί ο πόνος.

Συγκέντρωσε, παιδί μου, τας ψυχικάς δυνάμεις, όταν πονάς και προσπάθησε να εννοήσεις τον σκοπόν του πόνου, που δι’ αυτού ο Θεός σου ανοίγει τον ουρανόν. Θαρρείς πως εκείνος που αριθμεί τας τρίχας της κεφαλής δεν γνωρίζει το μέτρον του πόνου σου; Ναι, το γνωρίζει. Λοιπόν αναπαύου εμπιστευτικά εις τον ουράνιον Πατέρα μας. Μην αποκάμεις. Μαζί με τον Χριστόν μας, θα τα περάσεις όλα, καθώς θα γίνεις και κληρονόμος Του, εις την άπειρον περιουσίαν του κοινού Πατρός ημών Θεού. Αμήν.


γέροντας Εφραίμ ο εν Αριζόνα, Πατρικαί νουθεσίαι
Αποδελτίωση: Χαρμολύπη (27/6/2010)

Χαίρε βασιλίς των βασιλίδων


"Χαίροις μετά Θεόν η θεός, τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα", αναφωνεί ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης εγκωμιάζοντας την Θεοτόκο σε μια προσπάθειά του να εκφράσει το κάλλος και το μεγαλείο της, αλλά και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εκστατικός βοά: "Συ μου τον νουν είλες", σκεπτόμενος την ωραιότητα της Παρθενίας της Θεοτόκου.

Και ποιος νους μπορεί να μείνει στατικός απέναντι σ' αυτό το μεγαλείο του Ευαγγελισμού, την αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών; Ψάλλουμε στην Εκκλησία μας, στο απολυτίκιο της ημέρας: "Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ' αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις".

Στις βυζαντινές εικόνες αυτό το μυστήριο της ενανθρωπήσεως απεικονίζεται άριστα. Και στο απολυτίκιο και στην περικοπή του Ευαγγελίου (Λουκ. α', 24-38) ζωντανεύει μπροστά μας η κένωση του Θεού Λόγου.

Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι αυτός με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού, είναι εκείνος που "το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει" και με εκείνο χαιρέτησε την Θεοτόκο.

Παρατηρούμε στην εικόνα του Ευαγγελισμού της Αχρίδος από την Παναγία την Περίβλεπτο, την ορμητική κίνηση του αγγέλου σε αντίθεση με την ηρεμία της Παναγίας. Την αίσθηση αυτή επιτείνουν το απλωμένο δεξί χέρι του αρχαγγέλου Γαβριήλ, το σηκωμένο φτερό και η άκρη του ιματίου, που σχηματίζει μια διαγώνιο παράλληλη με αυτή του δεξιού ποδιού.

Παρ' όλο που ο Αρχάγγελος βρίσκεται στο έδαφος φαίνεται αυτή η ορμή και από το άνοιγμα των ποδιών του, έχει κανείς την αίσθηση ότι ο Γαβριήλ αιωρείται μεταξύ ουρανού και γης. Την ορμητική αυτή κίνηση του αγγέλου δηλώνει ακόμη και η διαγώνια τοποθέτηση των βάσεων πάνω στις οποίες πατούν οι δύο μορφές.

Κρατάει σκήπτρο, δηλώνοντας έτσι την βασιλική προσταγή, και όχι κρίνο, όπως μας έχει συνηθίσει η δυτική ζωγραφική.

Η Μητέρα του Θεού αποκαλείται από τον αρχάγγελο Κεχαριτωμένη, γιατί είχε το πλήρωμα της Χάριτος εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της. Προ της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο και μετά την σύλληψη τελειότατο (Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου: "Δεσποτικές Εορτές").

Την συναντούμε άλλοτε καθισμένη, υπογραμμίζοντας την υπεροχή της απέναντι στον αρχάγγελο, ως τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφίμ, και άλλοτε όρθια μοιάζοντας έτσι να ακούει κατά κάποιον τρόπο καλύτερα το θείο μήνυμα.

Η εμφάνιση του αρχαγγέλου και το μήνυμα τάραξαν την Θεοτόκο που, κατά το πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου, το αδράχτι με το νήμα που κρατούσε στο χέρι της, έπεσε, και αυτό δεν ερμηνεύεται ως δειλία ή φόβος της Παναγίας, αλλά από την άποψη ότι, αν και θαυματουργικές συλλήψεις είχαν γίνει πολλές στην Παλαιά Διαθήκη, καμμία δεν είχε γίνει ασπόρως, γι' αυτό ρωτάει: "πώς έσται μοι τούτο επεί άνδρα ου γινώσκω;", εκφράζοντας έτσι την αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως.

Στην εικόνα που μελετούμε συναντούμε την Παναγία καθιστή, αποφεύγοντας να κοιτάξη τον ουράνιο επισκέπτη της, με το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο και το χέρι μπροστά στο στήθος, δηλώνει την υπακοή της, το φυσικό της θέλημα. Μοιάζει να λέει: "Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου".

Πάνω από το κάθισμά της υψώνεται περίτεχνη κατασκευή με δύο κίονες, οι οποίοι απολήγουν σε καθιστές γυμνές μορφές, που ανακρατούν επιθήματα και μονόχρωμες κεφαλές ζώων. Κόκκινο ύφασμα είναι απλωμένο ανάμεσα σε δύο κιλλίβαντες που εξέχουν από την στέγη. Τα ανοιχτόχρωμα και ψυχρά ρούχα του αγγέλου έρχονται σε αντίθεση με το πορφυρό μαφόριο της Παναγίας.

Εν αντιθέσει προς την άψογη μορφή του Γαβριήλ, ο κορμός της Θεοτόκου σχεδιάστηκε με πολλή επιμέλεια, μεγαλύτερος, και το αριστερό χέρι πολύ μακρύ, θέλοντας έτσι ο αγιογράφος να δείξει το ξένον του μυστηρίου, για την ανθρώπινη φύση. Ο Χριστός ωστόσο δεν προκάλεσε καμμία φθορά στην παρθενία της Θεοτόκου, όπως άλλωστε προφήτεψε και ο Προφητάναξ Δαυίδ: "καταβήσεται ως υετός επί πόκον, ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην".

Εμείς, ατενίζοντας την ωραιότητα της Θεοτόκου, σε κάθε εικόνα της, αλλά ιδιαίτερα σ' αυτήν του Ευαγγελισμού, μπορούμε να κράζουμε νοερά μαζί με τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης, που γράφει: "Χαίρε βασιλίς των βασιλίδων, η βασιλέα γεννήσασα, των βασιλευόντων ... ου η βασιλεία, βασιλεία πέλει, πάντων των αιώνων ... χαίρε του θανάτου, βασίλειον νικήσασα, και ζωής ανοίξασα, βασιλείαν πρόξενον ... βασιλείς ην σέβονται, χαίρε Μαριάμ Παντοβασίλισσα".


Διάκ. Σ. Κ. Π.

«Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε»



Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απηύθυνε στην Πνύκα, τον πιο κάτω λόγο προς τους νέους του Α΄ Γυμνασίου της Αθήνας:

Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.


Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (7 Οκτωβρίου 1838)
πηγή: εφημερίδα Αιών (13/11/1838)
αποδελτίωση: Βικηθήκη

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Πραγματικός σύζυγος: Πολύ ψηλά ο πήχυς!



Θα σας πω για ένα ακόμα χαρακτή­ρα πραγματικού συζύγου, που πάρα πολύ δύσκολα τον συναντούμε στίς μέρες μας. Εμείς γνωρίσαμε όμως έναν.

Κατά πάντα τέλειος χαρακτήρας, χρι­στιανός, πλήρως κοινωνικός. Άργησε να παντρευτεί, σχεδόν στα τριάντα του, όχι γιατί αποστρεφόταν, αλλά νόμιζε ότι έτσι έπρεπε. Και τότε έκανε την προσευχούλα του με πίστη και βρήκε μια κορούλα και παντρεύτηκε. Η κο­ρούλα ήταν μικρή, δέκα χρόνια μικρότερη απ' αυτόν.

Μόλις την παντρεύ­τηκε άρχισε αυτή να κάνει αταξίες. Έ­κανε πως δεν έβλεπε αυτός, νόμιζε πως είναι κορούλα του και αυτός πατέρας της. Είχαν όμως επιχειρήσεις μεγάλες στο εξωτερικό και έπρεπε κατ' ανά­γκην να πάνε εκεί, έστω και προσωρι­νά. Την παίρνει λοιπόν και έφυγαν. Όταν πήγαν εκεί αυτή πείσμωσε.

Λέει: «Για να με χωρίσει από το περιβάλλον μου το 'κανε. Εγώ θα τον αφήσω». Λοιπόν, τον παρατάει και έφυγε. Έρ­χεται στην Ελλάδα και πού πάει; Σ' ένα από αυτά τα «καζίνα» και ζούσε ως ελεύθερη γυναίκα επί αμοιβή.

Αυ­τός, από την ήμερα που έφυγε δεν έ­παυε κάθε μέρα να κάνει προσευχή με δάκρυα και να επιμένει, να εκβιάζει τον Θεό:  

«Πανάγαθε δεν υποχωρώ, δεν θα Σ' αφήσω, Εσύ μου έδωσες τη γυναίκα μου. "Παρά Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή". Θέλω τη σύζυγο μου. Εάν πλανήθηκε η κορούλα πρέπει να χαθεί; Γιατί ήρθες Εσύ στη γη; Δεν ήρθες να ανεύρεις το απολωλός, να θεραπεύσεις τον άρρωστο, να αναστήσεις τον νεκρό; Δεν υποχωρώ, δεν θα Σ' αφήσω ήσυχο. Θέλω τη γυναί­κα μου, να μου τη φέρεις πί­σω!»

Έκλαιε επί δύο χρόνια. Επέδρασε η προσευχή και τε­λικά ήρθε στον εαυτό της. «Πω, πω», ομολογούσε, «πρέπει να κάνει ο Θεός άλλη κόλαση, γιατί αυτή είναι για μένα μι­κρή!». Πιάνει και του γράφει ένα γραμματάκι κα του λέει: «Δεν τολμώ να σε ονομάσω, δεν έχω θέση. Αν επιστρέψω, με δέχεσαι σαν υπηρέτρια;»

Α­παντάει αυτός: «Αγάπη μου, γιατί είπες αύτη τη λέξη καί με πλήγωσες; Δεν σε έστειλα για διακοπές και περιμένω με λα­χτάρα την αγάπη μου να 'ρθει στην αγκαλιά μου;» Πήγε λοι­πόν, την περίμενε στο αεροδρό­μιο, όπως συννενοήθηκαν.

Ό­ταν βγήκε αυτή έξω και τον εί­δε έπεσε κάτω και άρχισε να χτυπιέται με κλάματα. Την πή­ρε στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου, γιατί κάνεις έτσι και με πληγώνεις; Σε περίμενα με λα­χτάρα. Πάμε στο σπίτι μας, δεν χωρίσαμε ποτέ. Πάντοτε μαζί σου ή­μουν.»

Καί απεδείχθη υστέρα ότι έγινε πιστή σύζυγος αυτή ή κορούλα. Αυτή είναι η θέση του άνδρα, του συζύγου. Άμα οι σύζυγοι είναι τέτοιοι, δείξε μου ποια γυναίκα είναι κακή;


γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Πηγή: Ψήγματα Ορθοδοξίας (10/1/2011)

---+---

Δείτε τον γέροντα Ιωσήφ να διηγείται την ιστορία:

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Τρεις ψυχές, τρεις προσευχές...


Α'  Δοξάρι είμαι στα χέρια Σου, Κύριε· 
τέντωσέ με, αλλιώς θα σαπίσω.

Β'  Μη με παρατεντώσεις, Κύριε·
θα σπάσω.

Γ'  Παρατέντωσέ με, Κύριε,
κι ας σπάσω!


Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα, σ. 7.

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Εκείνος ζητά λίγα. Εκείνος δίνει τα πάντα.



Καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη
(Λουκ. κδ' 47)

Αυτή είναι η τελική συμβουλή του Σωτήρα Χριστού προς του αγίους Αποστόλους. Στα λόγια αυτά περικλείεται, όπως μέσα σε ένα καρυδότσουφλο, το Ευαγγέλιο της συμφιλίωσης ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους. Τι ζητά ο Θεός και τους ανθρώπους. Τι ζητά ο Θεός από τους ανθρώπους και τι τους δίνει; Ζητά τη μετάνοιά μας και δίνει την άφεση των αμαρτιών. Εκείνος ζητά λίγα. Εκείνος δίνει τα πάντα. Ας μετανοήσουν μόνον οι άνθρωποι για τις αμαρτίες που διέπραξαν κι ας πάψουν να αμαρτάνουν· και τότε θα λάβουν τα πάντα απ' τον Θεό - όλα, όχι μόνον όσα οι καρδιές τους μπορούν να επιθυμήσουν, αλλά περισσότερα, πολύ περισσότερα. Στ' αλήθεια Εκείνος έχει υποσχεθεί τα πάντα στους δικαίους. Οι δίκαιοι θα είναι κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού, αυτοί θα είναι οι Υιοί του Θεού και τα τέκνα του Φωτός, τα τέκνα της αθανασίας, συνόμιλοι των αγγέλων, αδελφοί του Χριστού. Οι δίκαιοι θα απολαύσουν την πλησμονή της ζωής, της ειρήνης, της σοφίας, της δυνάμεως και της χαράς. Οι δίκαιοι θα έχουν τα πάντα, διότι τα πάντα είναι επηγγελμένα σ' αυτούς. 

Μόνο να μετανοήσουν οι άνθρωποι και τότε θα τα λάβουν όλα! Ο επαίτης ας λουστεί, ας καθαριστεί κι ας ενδυθεί την αγνότητα προ των πυλών την βασιλικής αυλής και αμέσως θα οδηγηθεί εντός της βασιλικής αυλής. Εκεί θα συναντήσει τον Βασιλέα ο οποίος θα τον αγκαλιάσει και τότε θα έχει τα πάντα. Θα ζήσει με τον Βασιλέα, θα συγκαθήσει στο βασιλικό τραπέζι και θα συνδειπνήσει μαζί Του· θα τα έχει όλα, όλα, όλα!

Ω αδελφοί μου, αυτά δεν είναι μόνο λόγια· αυτή είναι η ζωντανή και αγία αλήθεια. Διότι γνωρίζουμε ότι πολλοί μετανοημένοι -άνδρες, όσο και γυναίκες- τα έλαβαν όλα σύμφωνα με την υπόσχεση του Θεού. Πολλοί έχουν παρουσιαστεί από τον άλλο κόσμο κι έχουν αποδείξει την αλήθεια αυτών των λόγων δίνοντας μαρτυρία για το πώς ζουν τώρα ως υιοί και θυγατέρες του Βασιλέως. Αυτοί μετανόησαν εγκαίρως, όσο ζούσαν· υπάρχει χρόνος και για εμάς να μετανοήσουμε, αν επιθυμούμε να είμαστε μαζί τους ως κληρονόμοι της Βασιλείας. 

Πολυεύσπλαχνε Κύριε, βοήθησέ μας να μετανοήσουμε, προτού πεθάνουμε, για να μπορούμε να ζούμε αιώνια!

Ὅτι Σοὶ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Ο πρόλογος της Αχρίδος: πνευματικό ημερολόγιο, Φεβρουάριος, εκδ. Άθως, σ.233-235.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Οι ψυχές που μνημονεύεις!


Ένας απλός ιερεύς σε μια επαρχία τα παλιά χρόνια είχε τη συνήθεια να μνημονεύει χιλιάδες ονόματα. Κάθε φορά που λειτουργούσε, και μάλιστα πολύ τακτικά, σχεδόν κάθε μέρα, μνημόνευε όλα τα ονόματα, που του είχαν δώσει εδώ και είκοσι πέντε – τριάντα χρόνια. Όλα όμως! Επειδή διάβαζε εκκλησιαστική ιστορία τακτικά, έπαιρνε όλα τα ονόματα των ορθοδόξων, από 'κεί, Πατριαρχών, Αρχιερέων, Αυτοκρατόρων, Βασιλισσών, στρατηγών, όλων. Του 'δινες ένα όνομα, το μνημόνευε είκοσι χρόνια. Και έτσι τα κρατούσε όλα… Όσον κόσμο γνώριζε,
όποιο συναντούσε, έπαιρνε το λεωφορείο να πάει από το χωριό στη χώρα, έπαιρνε όλα τα ονόματα που ήσαν μέσα στο λεωφορείο.

Δεν ξέρω τι άλλο έκανε, όπου κι αν περπατούσε, όποιον κι αν συναντούσε, ζητούσε το όνομά του και το κρατούσε και έτσι τον μνημόνευε. Έκανε πάντοτε πρόθεση τρεις-τρεισήμισι ώρες. Η συνήθης έναρξις της ακολουθίας είναι 7, αυτός πήγαινε απ' τις τρεισήμισι-τέσσερεις, κι εκεί στην πρόθεση και διάβαζε και μνημόνευε. Κυριακή, γιορτή, καθημερινή, για πολλά χρόνια, είπαμε 25-30.

Είχε όμως ένα ελάττωμα. Έπινε. Του άρεσε το κρασί. Κάποτε λοιπόν σ' ένα βραδινό γλέντι, σε μια γιορτή, ξημερώθηκε πίνοντας. Και ξεχνώντας ότι την επομένη μέρα είχε Θεία Λειτουργία, και μάλιστα θα ήρχετο ας πούμε και ένα πούλμαν με εκδρομείς, οι οποίοι θα έκαναν δική τους Θεία Λειτουργία, είχαν ειδοποιήσει μια βδομάδα πριν ότι τη συγκεκριμένη εκείνη μέρα θα ήρχοντο να λειτουργηθούν κοντά του, να κοινωνήσουν, να τους πει τον Λόγο του Θεού να προσκυνήσουν και μια εικόνα που είχαν εκεί θαυματουργή.

Τώρα, το θυμήθηκε λοιπόν στις πεντέμισι-έξι το πρωί, αλλά ήτανε τύφλα στο μεθύσι. Τι θα κάνει τώρα! Χωρίς να λέμε πολλά λόγια, ξεκίνησε τρικλίζοντας και πήγε στην εκκλησία, πήρε καιρό, ντύθηκε και σε λίγο ήρθαν οι προσκυνηταί και άρχισε τη Θεία Λειτουργία. Κακήν κακώς, τα κατάφερε να κάνει και τη μεγάλη είσοδο, έτσι ώστε από 'δώ κοντά, έκανε τον καθαγιασμό, τρόμαξε να κοινωνήσει, όλα πήγαν καλά μέχρι τη στιγμή που ήρθε η ώρα και είπε:
- Μετά φόβου Θεου πίστεως και αγάπης προσέλθετε, αλλά πέφτει κάτω, μαζί με το Άγιον Ποτήριον, τα χύνει όλα κάτω. Έτρεξαν οι άνθρωποι, φώναξαν, αυτός λες και ήταν ένας πάγος πάνω στο κεφάλι του, ξεμέθυσε αμέσως, να αρχίζει να κλαίει με λυγμούς, να τα γλύφει, να τα μαζεύει, δεν ξέρομε τι έγινε και πώς εγιναν, δεν περιγράφονται αυτά ούτε λέγονται, τέλος πάντων κάψανε ό,τι κάψανε κι ύστερα από ώρες συντετριμμένος μαζεύτηκε σε μια γωνιά κι εκεί έκλαιγε, ώσπου το έμαθε ο Δεσπότης και τον ειδοποίησε να 'ρθει.

Παρουσιάστηκε μπροστά του τρέμοντας. Τι να πει στον Δεσπότη τώρα! Τι να πει στον Δεσπότη! Του 'πε λοιπόν ο επίσκοπος, «κρέμασε το πετραχείλι σου εδώ και πήγαινε στο χωριό και σε τρεις μέρες θα 'ρθεις. Μέχρι τότε θα κάνω προσευχή και θ' αποφασίσω τι θα σου κάνω.»

Την τρίτη ημέρα, το βράδυ, ο επίσκοπος βλέπει στον ύπνο του ότι καθόταν στον επισκοπικό θρόνο, εδώ, με τα ράσα, αλλά φορούσε το πετραχείλι και το ωμόφορο, τα σύμβολα της Αρχιεροσύνης. Και να μαζεύονται λοιπόν βασιλιάδες, αυτοκράτορες, Πατριάρχες, Δεσποτάδες, παπάδες, πρίγκιπες, πριγκίπισσες, όλος αυτός ο κόσμος. Και να τον τραβάνε απ' το πετραχείλι, απ' το ωμόφορο κι απ' τα ράσα κι απ' τα γένια και φωνάζανε: «Τον παπά μας». Κι έφυγαν αυτοί και ήρθε ένα πλήθος, άνδρες-γυναίκες, άνδρες-γυναίκες, χιλιάδες, χιλιάδες, χιλιάδες, χιλιάδες, κι όλοι τον τραβούσαν κι όλοι του φώναζαν «τον παπά μας», «τι θα γίνουμε εμείς χωρίς κάποιον να μας μνημονεύει τώρα». Ξύπνησε ο Δεσπότης καταϊδρωμένος, μούσκεμα.

Κείνο το πρωί θα ερχόταν ο παπούλης, είχε πάρει ο Δεσπότης την απόφαση όμως να τον καθαιρέσει… Να που ήρθε ο παπούλης,

-Για πες μου ρε παπά μου, τι κάνεις εσύ, άκουσα οτι κάνεις μνημονεύσεις εκεί στη Λειτουργία. Πότε πας στην εκκλησία, τι κάνεις, για πες μου ποια είναι η διαγωγή σου έξω απ' το κρασί;

Και ο παπούλης του είπε την αλήθεια. Τ' άκουσε ο Αρχιερεύς και του είπε:

-Κοίταξε, δώσε παπά μου τώρα όρκο, όχι βέβαια όπως τον τάζουμε εμείς. Υπόσχεση ενώπιον Θεού και του Αρχιερέως ότι δεν θα ξαναπιείς. Αν δώσεις αυτήν την υπόσχεση ότι δεν θα ξαναβάλεις στο στόμα σου θα σε συγχωρέσω. Κι όχι μόνο θα σε συγχωρέσω αλλά θα σε παρακαλέσω, να συνεχίσεις την ίδια τακτική μέχρι που θα βαστούν τα χέρια σου. Μέχρι που θα πεθάνεις. Είχα σκοπό σήμερα να σε καθαιρέσω, αλλά δεν μ' αφήνουν οι ψυχές που μνημονεύεις. Συνέχισε όσο ζεις, έτσι να πορεύεσαι.


Πηγή: Γεροντικό

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Οι «αλήτες»!




«Σκιές της νύχτας κυνηγούν κάθε μου βήμα, κάθε μου κίνηση. Νιώθω τον θάνατο σε κάθε γωνιά. Η φύση νεκρή, ένα θέαμα αποκρουστικό. Σου είναι αδύνατο να πιστέψεις ότι υπάρχει κάτι ζωντανό εδώ μέσα. Μόνο εγώ που προσπαθώ να κρατηθώ. Είμαι ζωντανός-νεκρός, παγιδευμένος σ’ έναν εφιάλτη και μάταια αγωνίζομαι να σωθώ. Και οι σκιές πέφτουν πάνω μου σαν θηρία, έτοιμα να με κατασπαράξουν. Κάπου μακριά διακρίνω το φεγγάρι, τόσο χλομό και λυπημένο, να συμπάσχει μαζί μου. Και εγώ προσπαθώ και απεγνωσμένα ψάχνω να βρω κάτι να με κρατήσει, να μου δώσει ελπίδα και δύναμη να συνεχίσω να αγωνίζομαι μέσα στη θανατική μου καταδίκη. Μάταιη όμως η προσπάθεια, οι αλυσίδες βαριές, και σ’ αυτήν τη σκοτεινή ερημιά που σου γυρίζει τ’ άντερα, δεν βλέπεις παρά μόνο σκιές και πανικό, ενώ κυριαρχεί η μυρωδιά του θανάτου. Δεν υπάρχει πλέον δύναμη, νιώθω πως χάνομαι. Μόνο τα δάκρυα βρίσκουν τη δύναμη να κυλούν... Ξέρω πως όπου να ’ναι θα σε βρουν. Θα μαζέψουν το παγωμένο σου κορμί, ένα κορμί γεμάτο σάπια όνειρα και ελπίδες. Ένα κορμί χλομό και ματωμένο, σαν το φεγγάρι της τελευταίας σου νύχτας. Και όλα οδηγούν σ’ ένα τέλος. Και φυσικά σειρά μετά έχει κάποιος άλλος και άλλος και άλλος και η αλυσίδα συνεχώς μεγαλώνει. Μια αλυσίδα δίχως άκρες, χωρίς αρχή και τέλος. Θεέ μου, αν στ’ αλήθεια όπως λέει η μάνα μου υπάρχεις, σώσε με, είσαι η μόνη μου ελπίδα.»

Λόγια αληθινά, λόγια βγαλμένα με πόνο ψυχής. Μιας ψυχής που από μικρή έζησε τον πόνο, τη μοναξιά, την καταπίεση. Μιας ψυχής που έζησε πολλές απογοητεύσεις στη ζωή της. Έτσι η Σοφία βρήκε καταφύγιο και ανακούφιση στη μάστιγα της εποχής μας, τα ναρκωτικά.

Συνηθίσαμε πάρα πολύ εύκολα να κρίνουμε αυτούς τους ανθρώπους. Οι «αλήτες». Εμμένουμε στο να αποστρεφόμαστε το εξωτερικά «παλιόπαιδο». Θεωρούμε τον ναρκομανή «βδέλυγμα» και το μόνο που κάνουμε είναι να τον απορρίπτουμε, να τον ρίχνουμε στη φυλακή, να τον δικάζουμε, να τον χτυπούμε, να τον χτυπούμε. Το χειρότερο χτύπημα είναι η απόρριψη. Προσωπικά, όταν με απορρίπτουν, πονάω και λυπάμαι. Πόσο μάλλον ένας τέτοιος άνθρωπος που ζει την κόλαση των ναρκωτικών! Που έχει καταλάβει το λάθος του, που θα ήθελε τον χρόνο να γύριζε λίγο πίσω, όμως πλέον είναι αργά. Ψάχνει για στήριξη, για ελπίδα. Πού όμως στήριξη, πού ελπίδα; Λίγη ζεστασιά, λίγη αγάπη, πού χάθηκαν όλα αυτά; Σου τυγχάνει να έχεις ένα πάθος, μια αδυναμία, να προσπαθείς να αλλάξεις μα κάθε φορά να πέφτεις στα ίδια; Να πονάς, να λυπάσαι και όμως να ξαναπέφτεις στο ίδιο πάθος. Θα σου άρεσε να σε κρίνουν, να σε αποστρέφονται; Δεν νομίζω. Ας αγαπήσουμε αυτούς τους τόσο ταλαιπωρημένους και πονεμένους ανθρώπους. Ας αποτοξινωθούμε επιτέλους από το ναρκωτικό του εγωισμού μας, της φιλαυτίας μας και της αποστρέφειας προς τον συνάνθρωπό μας, όποιος και αν είναι αυτός.

Η Σοφία σήμερα, 8 χρόνια καθαρή βροντοφωνάζει: «ΕΙΜΑΙ ΚΑΘΑΡΗ!»

Στις 06/02/2007 γράφει:
«Η ζωή τελικά αξίζει και είναι όμορφη όταν ξέρεις να τη ζεις σωστά. Έχει εμπόδια και δοκιμασίες και απογοητεύσεις, όμως έχει και τις χαρές και τις όμορφες στιγμές της. Η πορεία είναι δύσκολη πολλές φορές, τόσο, που μπορεί να μας λυγίσει, να μας απογοητεύσει και να φωνάξουμε “φτάνει, δεν αντέχω, τα παρατάω”. Και εκεί δυστυχώς βρίσκεται η μεγάλη παγίδα και αν τα παρατήσεις μπορεί να σου κοστίσει ακριβά, να καταστραφείς. Είναι που πρέπει να κρατηθείς και να βάλεις την υπομονή σου να δουλέψει στο έπακρο ώστε να αντέξεις, να δυναμώσεις και με την επιμονή σου να τα καταφέρεις και να βγεις νικητής στο τέλος. Και αν καμιά φορά δεν τα καταφέρεις, μην αφήσεις να σε πάρει από κάτω. Το σημαντικό είναι ότι προσπάθησες, δεν τα παράτησες. Αλήθεια, πόσο όμορφο είναι να αγωνίζεσαι και να προσπαθείς συνεχώς, νιώθεις ότι αξίζεις και ότι μπορείς να βοηθήσεις κάποιον που χρειάζεται ένα χέρι για να κρατηθείς. Μαθαίνεις την αλληλοβοήθεια και τη σημασία της, μαθαίνεις την καλοσύνη και την αγάπη. Και η αγάπη είναι θείο χάρισμα και είναι λίγοι αυτοί που έχουν την ευλογία να τη βιώνουν. Γιατί η αγάπη δεν έχει όρια, είναι απέραντη, σε γεμίζει και σε ολοκληρώνει... Και νιώθεις τον Θεό που σε αγαπά και σε συγχωρεί. Νιώθεις τη μητέρα Παναγία που σε σκεπάζει με την αγάπης της και σε προστατεύει. Κύριε, βοήθα με να είμαι δυνατή και να Σε κρατώ κοντά μου, γιατί Εσύ είσαι η αλήθεια και δίνεις νόημα στη ζωή μου. Και εσύ μητέρα, Παναγία μου, που με πήρες στην αγκαλιά σου, με πήρες νεκρή και αναστήθηκα, βοήθησε και άλλους που έχουν την ανάγκη της προστασίας σου. Εσύ με βοήθησες να βαδίζω να βαδίσω σωστά και να βρω τον χαμένο μου εαυτό. Εσύ με κράτησες και με βοήθησες στον ΑΓΩΝΑ ΖΩΗΣ που έδωσα και τελικά βγήκα ΝΙΚΗΤΗΣ.»


Γιώργος Ινιάτης

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου...


Όταν ξεκινάς ένα ταξίδι, πρέπει να ξέρεις και τον προορισμό του. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τη Σαρακοστή. Αποτελεί ένα πνευματικό ταξίδι, με λιμάνι το Πάσχα, «την εορτήν των εορτών» , την αληθινή Αποκάλυψη. Αν η κάθε μέρα, που προσθέτει στη ζωή μας ο Κύριος, αποτελεί έκφραση της αγάπης και τους ελέους Του, η περίοδος της Μεγάλης Σαρακοστής συνιστά κορυφαία δωρεά, πνευματικό αγώνα κατά των παθών και άσκηση εν Χριστώ, για κατάκτηση των χριστιανικών αρετών.

Η ευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, ονομάστηκε προσευχή της Μεγάλης Σαρακοστής γιατί εκφράζει το βαθύτερο νόημα της περιόδου· το ήθος που εμπνέει και τους σκοπούς που επιδιώκει.

Οι πρώτες λέξεις της ευχής συνιστούν μιαν επίκληση, μια κραυγή του προσευχομένου πιστού: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου…». Η γνήσια προσευχή είναι δίψα ψυχής· πόθος που συγκλονίζει την αδύναμη ύπαρξή μας. Είναι η ολοκάρδια κραυγή που δεν εξέρχεται απλώς από τα χείλη μας, αλλά αναβλύζει μέσα από την καρδιά μας. Και απευθύνεται προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Λυτρωτή και Σωτήρα μας, προς έναν προσωπικό Θεό. Η κυριότητα του Χριστού αποτελεί κυριότητα επί των πάντων· και επί της δημιουργίας και επί της ιστορίας και επί των καρδιών των ανθρώπων. Αυτός είναι ο δημιουργός, ο χορηγός, ο οδηγός, ο υπερασπιστής της ζωής – Αυτός στον οποίο ανήκει η ζωή μας. Ξεκινούμε λοιπόν την προσευχή μας με την ομολογία ότι η ζωή μας δεν μας ανήκει, αλλά ανήκει στο σύνολό της, σε κάθε λεπτομέρεια, σε κάθε φάση της και εξ’ ολοκλήρου στον Θεό. Κι ενώ όμως όλα είναι δικά Του, δεν εκβιάζει την καρδιά του ανθρώπου. Μας αφήνει ελεύθερα ν’ ανταποκριθούμε στο κάλεσμά Του.

Ο Άγιος Εφραίμ ως βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, γνωρίζει με τη Χάρη του Θεού ότι οποιαδήποτε αμέλεια του ανθρώπου σχετικά με την πνευματική ζωή, ανοίγει τον δρόμο για να σκηνώσουν στην ψυχή όλα τα ψεκτά πάθη. Γι’ αυτό παρακαλεί τον Θεό να μην επιτρέψει να εισβάλλει την ψυχή του: «πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως…» Να μην επιτρέψουμε λοιπόν να υπάρξει μέσα μας το πάθος της αργίας, η απραξία, η έλλειψη διαθέσεως για εργασία, η ακηδία, η κατάσταση ραθυμίας και τεμπελιάς. Αυτό θα πει αργία: να είμαστε μουδιασμένοι, μαραμένοι, χωρίς εσωτερικούς παλμούς, χωρίς δυναμικό μέσα στην ψυχή μας, χωρίς ενδιαφέρον για πνευματικά. Αυτό θέλει βέβαια βία και πίεση για να καταπολεμηθεί. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ.11,12) Αυτοί που ξέρουν να ζορίζονται, να ασκούνται, να επιμένουν, να αγωνίζονται, αυτοί αρπάζουν τη Βασιλεία του Θεού.

Στενά συνδεδεμένο με το πάθος της αργίας, είναι και αυτό της περιεργείας. Να μας αρέσει να ψάχνουμε τη ζωή του διπλανού μας. Να περιεργαζόμαστε τους άλλους· τα λόγια, τα έργα, τη συμπεριφορά τους. Ν’ ανακαλύπτουμε χωρίς λόγο τα μυστικά τους. Κι αυτό κατά κανόνα το κάνουμε όχι για να ωφεληθούμε από το παράδειγμα των άλλων, αλλά για να τους επικρίνουμε. Υπό το πρίσμα αυτό η περιέργεια πάντοτε φανερώνει την παρουσία δαιμονικών ενεργειών και την απουσία του Πνεύματος του Θεού.

Τρίτο πάθος είναι αυτό της φιλαρχίας. Είναι η αγάπη για αρχή, η δίψα για εξουσία, επιβολή επί των άλλων. Η φιλοδοξία κατά τον Άγιο Διάδοχο και η αγάπη των επαίνων είναι αποτέλεσμα της κενότητας της ψυχής. Και η κενότητα αυτή οφείλεται στην απουσία της Χάρης και της ενέργειας του Θεού. Συνεπώς και η φιλαρχία, ως καρπός κενοδοξίας, αποκαλύπτει την εσωτερική στέρηση του ανθρώπου, την κατάσταση του σκοτασμού της ψυχής του και άρα την τραγικότητα της υπάρξεως του.

Τελευταίος κρίκος του πλέγματος των παθών που αναφέρει ο Άγιος Εφραίμ είναι η αργολογία, το κουτσομπολιό, τα άχρηστα κι ανούσια λόγια. Για την αργολογία μίλησε ο ίδιος ο Κύριος, και μάλιστα πολύ επικριτικά: «Παν ρήμα αργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσι περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως. Εκ γαρ των λόγων σου διακαιωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση». (Ματθ. 12, 36-37) Είναι ευνόητο γιατί καταδικάζεται η αργολογία. Διότι είναι κάθε λόγος που δεν σχετίζεται με τα ουσιώδη και τίμια της ζωής του ανθρώπου.

Καθώς λοιπόν ζητούμε από τον Θεό να μην επιτρέψει την παρουσία των πιο πάνω παθών, αιτούμαστε και την απόκτηση τεσσάρων μεγάλων αρετών. «Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω…» Το πρώτο χάρισμα που ζητούμε από τον Θεό είναι η σωφροσύνη. Να έχει δηλ. ο άνθρωπος σώας τας φρένας, ακέραιο τον νου και κατ’ επέκταση να είναι νηφάλιος, σεμνός, εγκρατής και αγνός. Σώφρων είναι αυτός που κυριαρχεί επί των επιθυμιών του, ο εγκρατής, ο ελεύθερος των παθών. Με άλλα λόγια η σωφροσύνη κάνει τον άνθρωπο κύριο και αυτοκράτορα των παθών και έτσι δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από τη νηστεία.

Δεύτερη αρετή είναι η ταπεινοφροσύνη. Δεν νοείται καμιά αρετή χωρίς την ταπεινοφροσύνη γιατί αυτή θεωρείται η βάση και το θεμέλιο όλων των αρετών. Είναι η νίκη της αλήθειας μέσα μας, η απομάκρυνση του ψεύδους μέσα στο οποίο συνηθίσαμε να ζούμε. Μόνο μ’ αυτήν μπορεί κανείς να δει και να δεχτεί τα πράγματα όπως είναι και έτσι να δει τον Θεό και το μεγαλείο Του στο καθετί. Η ταπεινοφροσύνη γίνεται το υψοποιό όχημα που μας ανεβάζει από τη γη στον ουρανό, που μας εισάγει στη Βασιλεία του Θεού, η οποία είναι κοινωνία ταπεινών και όχι υπερηφάνων.

Τρίτη αρετή που ζητά από τον Κύριο ο όσιος Εφραίμ είναι η υπομονή. «Ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. 10, 22) Η υπομονή, όπως λέει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός, είναι η συγκρότηση όλων των αρετών. Γιατί καμιά αρετή δεν στέκεται χωρίς την υπομονή. Καθένας που θα στραφεί πίσω δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία των ουρανών. Αλλά κι αν νομίζει κανείς ότι έχει όλες τις αρετές, πάλι δεν είναι κατάλληλος αν δεν υπομένει μέχρι το τέλος, ώστε αφού σωθεί από τις παγίδες του εχθρού, να φτάσει στη Βασιλεία των ουρανών. Η υπομονή ως μεγάλο χάρισμα του Θεού και ιδιαίτερη ευλογία Του, στηρίζεται στην πίστη σ’ Αυτόν και τρέφεται από την ελπίδα Εκείνου. Εκείνος που δεν υπομένει δεν είναι πιστός.

Τέλος ζητούμε το χάρισμα της αγάπης. Δεν είναι τυχαία η θέση της αρετής αυτής στο τέλος, γιατί η αγάπη θεωρείται ως το επιστέγασμα και η ολοκλήρωση κάθε αρετής. Καμιά αρετή του χριστιανικού βίου δεν έχει αξία, όταν απουσιάζει η αγάπη. Ο αγιασμός μας περνά υποχρεωτικά από τη θύρα της αγάπης. Σωζόμαστε αγαπώντας· αγαπώντας όχι μόνο τον Θεό αλλά και τους αδελφούς μας. Και η αγάπη με την οποία μας καλεί ο Κύριος να αγαπούμε τους αδελφούς μας είναι η αγάπη του σταυρού, η αγάπη της θυσίας. Αγαπούμε τον άλλον, όχι όταν απλώς του δίνουμε κάτι, αλλά όταν του δίνουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Όταν θυσιαζόμαστε για τον άλλο, όταν συμμεριζόμαστε τον άλλον.

«Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου…». Η ασκητική μας παράδοση αναφέρει πως όταν ο Άγιος Αντώνιος ρωτήθηκε για το πιο είναι το μεγαλύτερο έργο που έχει να κάνει ο άνθρωπος απάντησε: «Αυτή είναι η πιο μεγάλη εργασία του ανθρώπου: να παίρνει επάνω του το σφάλμα του και να περιμένει πειρασμό μέχρι την τελευταία του πνοή». Η στροφή εις εαυτόν ως όραση και άρση των σφαλμάτων αποτελεί την οδό της αγιότητας. Δεν υπάρχει δηλ. άλλος δρόμος για να βρει κανείς τον Θεό, από το να δει τον εαυτό του όπως είναι στην πραγματικότητα: ως αμαρτωλό, που χρήζει άρα του ελέους του Θεού και κατά συνέπεια δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει άλλο συνάνθρωπο. Αυτό ακριβώς τονίζει το πιο πάνω αίτημα της ευχής του Αγ. Εφραίμ το οποίο θέλει να συνοψίσει όλα όσα έχουν προηγηθεί. Ο αγώνας να φτάσουμε στην αυτομεμψία συνδέεται στενά και με την προσπάθεια αποφυγής της κατακρίσεως. Κι όπως η αυτομεμψία εμπνέεται και ενισχύεται από την ταπεινοφροσύνη, έτσι και η άρνηση του να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τους αδελφούς μας εκπορεύεται από την αγάπη. Κι η αγάπη μας όταν είναι γνήσια, όταν μιμείται την αγάπη του Θεού, δεν κάνει διακρίσεις. Προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και στους πλέον αμαρτωλούς.

«Ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν»

Περιοδ. Καθ’οδόν, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, τευχ. 30, Μάρτης-Απρίλης, 2011

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Ένας ύμνος στη γυναίκα


Ωσάν το κρίνο ανάμεσα στ’ αγκάθια
η αγαπημένη μου μες τις κοπέλες.

Ωσάν την κόκκινη κλωστή τα χείλια σου
κι είναι γλυκιά η λιαλιά σου·
σαν την σκελίδα του ροδιού το μάγουλό σου
μεσ’ απ’ το πέπλο σου.

Eίσαι πανέμορφη αγαπημένη μου
χωρίς ψεγάδι.

...H αγκάλη σου είναι πιο καλή από το κρασί
κι η ευωδιά των μύρων σου απ’ όλα τα αρώματα
μέλι σταλάζει απ’ τα χείλια σου νύφη·
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου
κι η ευωδιά της φορεσιάς σου σαν την ευωδιά του λιβάνου.

Ποια είναι τούτη που προβαίνει σαν αυγή
ωραία σαν φεγγάρι, λαμπερή ωσάν ήλιος.

...Kι ο ανασασμός σου σαν του μήλου·
τα λόγια σου σαν το καλό κρασί
που δίκαια χύνεται για τον αγαπημένο
και που γλιστρά στα ναρκωμένα χείλη.

Kάτω απ’ τη μηλιά σε ξύπνησα
εκεί που η μάνα σου σε γέννησε
εκεί που πόνεσε και σε γέννησε.


Γιώργος Σεφέρης, Άσμα Ασμάτων, 1963

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Ο κίνδυνος υποτροπής


Στην προσπάθειά σου να υπερνικήσεις τον εαυτό σου, να έχεις ένα σύνθημα: Είμαι «εν πορεία»! Μη δίνεις όμως θάρρος στον εαυτό σου. Ευχαρίστησε μόνο τον Θεό, γιατί αυτός σου δίνει δύναμη. Μη χαίρεσαι υπέρμετρα για τις επιτυχίες σου, αλλά κοίταξε να προχωρείς γοργά, διαρκώς προς τα εμπρός. Αλλιώς είναι δυνατό το κακό πού νικήθηκε να ξαναποκτήσει δύναμη και να σε προσβάλει αιφνιδιαστικά. Θυμήσου τι διέταξε ό Θεός τους Ισραηλίτες: «Καὶ ἀπολεῖτε πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ γῇ (της επαγγελίας) πρὸ προσώπου ὑμῶν καὶ ἐξαρεῖτε τὰς σκοπιὰς αὐτῶν καὶ πάντα τὰ εἴδωλα τὰ χωνευτὰ αὐτῶν ἀπολεῖτε αὐτὰ καὶ πάσας τὰς στήλας αὐτῶν ἐξαρεῖτε» (Αριθ. λγ' 52 εξ.), όταν κατακτήσετε τη γη Χαναάν. Όλα αυτά αποτελούν διδάγματα για τη δική μας πνευματική ζωή.

Έχει πολύ λίγη σημασία σε πιο βαθμό έχουμε νικήσει τον εαυτό μας. Μπορεί να ξεπεράσαμε μικρές κακές συνήθειες ή να κάναμε φαινομενικά ασήμαντα πράγματα π.χ. να μη κοιτάξαμε κάτι πού δεν έπρεπε ή κάτι σχετικό. Το γεγονός πού φαίνεται σπουδαίο μπορεί να μην είναι και αποφασιστικό για την περαιτέρω πορεία μας. Το φαινομενικά μικρό δυνατό να είναι ουσιαστικά μεγάλο και το φαινομενικά μεγάλο ουσιαστικά μικρό. Πάντως ένα ας έχουμε υπόψη μας. Μας περιμένει ή επόμενη φάση του αγώνα μας. Πρέπει να είμαστε αδιάκοπα έτοιμοι. Δεν υπάρχει καιρός για ανάπαυση.

Θα το ξαναπώ για άλλη μια φορά. Μάθε να σιωπάς. Μην αφήνεις να βλέπουν οι άλλοι τι κρατάς στα χέρια σου. Δουλεύεις για τον Αόρατο. Ας είναι και το έργο σου αόρατο. Όταν σκορπίζει κανείς γύρω του ψίχουλα, μαζεύονται τα πουλιά πού στέλνει ό διάβολος, λένε οι άγιοι. Πρόσεξε την αυτοϊκανοποίηση. Καρποί πού τους πέτυχε κανείς με πολύ κόπο μπορεί να γίνουν μονάχα μια μπουκιά για το διάβολο. Γι' αυτό οι πατέρες δίνουν τη συμβουλή: Να ενεργείς με διάκριση. Από δυο κακά διάλεγε το μικρότερο. Βρίσκεσαι κάπου και σου προσφέ­ρουν κάτι. Διάλεξε το μικρότερο κομμάτι, αν τίθεται ζήτημα εκλογής. Αν όμως κάποιος ή κάποιοι βλέπουν τι θα κάνεις τότε προτίμησε να ακολουθήσεις τη μέση οδό, που θα προκαλούσε την πιο μικρή αίσθηση στους άλ­λους. Προσπάθησε δηλαδή, με κάθε τρόπο να μένεις αφανής και να περνάς όσο πιο πολύ μπορείς απαρατήρητος. Να το έχεις αυτό σαν ένα κανόνα πάντοτε. Μη μιλάς για τον εαυτό σου, πώς κοιμήθηκες, τι ονειρεύτη­κες, τι σου συνέβηκε. Μη λες τη γνώμη σου ευκαίρως - ακαίρως και μάλιστα χωρίς να ερωτηθείς. Μην κάνεις λόγο για τις ανάγκες σου και τις υποθέσεις σου. Όταν διαρκώς γι' αυτά μιλάς τρέφεις απλούστατα τον ναρκισ­σισμό σου με την αυτοαπασχόλησή σου.

Μη ζητάς να αλλάζεις διαρκώς δουλειά, τόπο κατοι­κίας και τα παρόμοια. Να έχεις πάντα υπόψη σου πώς δεν υπάρχει κανένας τόπος, καμιά κοινωνική θέση, καμιά εξωτερική κατάσταση που να μην εξυπηρετεί τον αγώνα πού διάλεξες. Εξαιρούνται μονάχα οι δουλειές πού εξυπηρετούν τα πάθη και τις κακίες μας.

Μη ζητάς γι' αυτό ψηλότερες θέσεις και μεγαλύτε­ρους τίτλους με τη σκέψη πώς έτσι θα επιτύχεις πιο καλά στον αγώνα σου. Όσο πιο ταπεινή είναι η θέση πού έχεις, τόσο πιο ελεύθερος είσαι. Μη βιάζεσαι να επιδείξεις τις γνώσεις σου και τις ικανότητες σου. Μην αντιλές με πείσμα και μην ανακατεύεσαι σε φιλονικίες και μαλώματα. Αναγνώριζε το δίκαιο των άλλων. Με τον τρόπο αυτό θα μάθεις τη δύσκολη τέχνη της υποταγής και της ανοχής και μαζί μ' αυτή και την ταπεινοφροσύνη.

Δέξου τις παρατηρήσεις που σου κάνουν χωρίς μουρμούρα. Να αισθάνεσαι ευγνωμοσύνη, όταν σε υπο­δέχονται με σκαιότητα, χωρίς εκτίμηση ή και χωρίς να σου δώσουν προσοχή. Αλλά μη δημιουργείς ό ίδιος ταπεινωτικές καταστάσεις. Παρουσιάζονται κατά την διάρκεια της ημέρας τόσο άφθονα όσα έχεις ανάγκη! Παρατηρούμε εκείνον που διαρκώς υποκλίνεται και επι­δεικτικά εξυπηρετεί τους άλλους και ίσως να πούμε πόσο ταπεινός είναι! «Αλλά ο πραγματικός ταπεινός διαφεύγει την προσοχή του περιβάλλοντός του· ο κόσμος δεν τον παρατηρεί.» (Α' Ιω. γ' 1) Για τον κόσμο συνήθως είναι ένα μηδενικό.

Όταν ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης «αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν» τον Κύριο (Ματθ. δ' 18-22), τι να είπαν οι συνάδελφοι τους που έμειναν στην ακτή; Γι' αυτούς τα δυο ζεύγη των αδελφών εξαφανίστηκαν, χάθηκαν. Μην είσαι αναποφάσιστος. Μη φοβάσαι να εξαφανιστείς όπως οι άγιοι απόστολοι, και να απομακρυνθείς από την αμαρτωλή και διεστραμμένη γενιά που μας περιτριγυρίζει. Τι θέλεις να κερδίσεις; Τον κόσμο ή την ψυχή σου; (Μαρκ. η' 35-38) «Οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι.» (Λουκ. στ' 26).


Πηγή: Τίτο Κολλιάντερ, Ο δρόμος των ασκητών, εκδ. «Ακρίτας», σ. 51-54.

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Μεγάλη Τεσσαρακοστή: πορεία χαρμολύπης


 
Κυριακή της Τυροφάγου

Η περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ξεκινά από αύριο, αδελφοί μου, συνιστά την πνευματικότερη λατρευτική διαδρομή του Εκκλησιαστικού έτους, κατά την οποία η Εκκλησία μάς καλεί σε μία πορεία εσωστρέφειας και διαρκούς και ειλικρινούς ενδοσκόπησης. Δικαίως ο υμνωδός την ονομάζει «Στάδιον των αρετών» (Στιχηρό των Αίνων Κυριακής της Τυρινής), αφού στο στίβο της καλούμαστε ν’ αναμετρηθούμε με τον κακό μας εαυτό, να νικήσουμε την παθογόνο ανθρώπινη φύση μας και να καλλιεργήσουμε τα πνευματικά χαρίσματα που o Θεός μάς χάρισε. Πρόκειται, λοιπόν, για έναν αγώνα, επίπονο και διαρκή, κοπιώδη μα και συναρπαστικό, στόχος του οποίου είναι η ίδια η θνητότητά μας.

Η Σαρακοστιανή αυτή πορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν ένα προσκύνημα στα ιερά της πίστεως και της πνευματικής ζωής, σαν ένα ταξίδι με προορισμό την αυτογνωσία που οδηγεί στην Θεογνωσία. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να το πραγματώσουμε στηριζόμενοι μόνο στις δικές μας δυνάμεις. Το προσκύνημα αυτό διεξάγεται με τη συνάντηση δύο θελήσεων, της Θείας και της ανθρώπινης, γι’ αυτό και, στη διάρκειά του, η Εκκλησία μάς εφοδιάζει με πλείστα όσα πνευματικά εφόδια, που δίνουν το αληθινό νόημα και αποκαλύπτουν τον πραγματικό σκοπό της υπάρξεώς μας. Και αυτά τα εφόδια είναι οι υψίστου πνευματικού περιεχομένου Ιερές Ακολουθίες, η προσευχή, η νηστεία, η ελεημοσύνη, η πορεία της μετανοίας, η συχνή Θεία Κοινωνία. Όλα αυτά συντελούν στο να μαλακώσει η καρδιά μας «τόσο ώστε να μπορεί να ανοιχτεί στις πραγματικότητες του πνεύματος, να αποκτήσει την εμπειρία της κρυμμένης "δίψας και πείνας" για επικοινωνία με το Θεό» (π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή, σ. 36).

Η πλημμυρίδα των Ιερών ακολουθιών αυτής της περιόδου δίνει στην προσωπική μας προσευχή, αλλά και στην προσευχή της εκκλησιαστικής κοινότητας, τη μορφή μιας αγωνιώδους ικεσίας, προϊόν της αποκάλυψης που εξελίσσεται μέσα μας. Φανερώνει την πραγματική μας κατάσταση, του κενού, της ανεπάρκειας, της πνευματικής ένδειας, αλλά και της απογοήτευσης που προκαλεί η απομάκρυνση από τη ζωή της Εκκλησίας και το θέλημα του Θεού. Όταν αποφασίσουμε να δούμε κατάματα και χωρίς υποκρισία τον εαυτό μας, όταν αποβάλουμε την εγωπάθεια και τον ναρκισσισμό μας, δεν μπορούμε παρά να ψελλίσουμε αυτομεμφόμενοι «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου… δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα…» (Ευχή Οσίου Εφραίμ του Σύρου) τραγικά να αναρωτηθούμε «πόθεν άρξομαι θρηνείν τας του αθλίου μου βίου πράξεις!» (Μέγας Κανών) και να ικετεύσουμε προσευχόμενοι «Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι…» (Μέγα Προκείμενον Κατανυκτικού Εσπερινού).

Αυτή η τελευταία υμνολογική ικεσία, αποκαλύπτει ένα γεγονός που, όσο κι αν θέλουμε να το αγνοήσουμε ή να το αποφύγουμε, απασχολεί και επηρεάζει τη ζωή και τα έργα μας, τόσο ώστε να ζητούμε από το Θεό να εγκύψει πάνω μας για να σωθούμε. Το συναίσθημα της θλίψεως, προϊόν πολλών και ποικίλων παραγόντων, επισκέπτεται συχνά τη ζωή μας και αναστατώνει τον εσωτερικό μας κόσμο. Ένα πελώριο «γιατί» ορθώνεται τότε μπροστά μας, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο την προσπάθειά μας να ξεπεράσουμε και να νικήσουμε τις θλίψεις. Ένα «γιατί» ικανό να μάς εξεγείρει ακόμα και κατά του Θεού, στον οποίο συχνά επιρρίπτουμε τις ευθύνες των προβλημάτων μας αρνούμενοι να κοιτάξουμε, με ειλικρίνεια, πίσω από τα πράγματα για να δούμε την αλήθεια. Μια αλήθεια που διδάσκει, τελικά, ότι «η ζωή δεν αποτελεί αυτοσκοπό για τον άνθρωπο. Από εκείνον εξαρτάται προς ποίους στόχους θα τη στρέψει για να την αιτιολογήσει, να τη δικαιώσει, να την εκμεταλλευτεί, αλλά και να την εξευτελίσει ακόμα» (Μενέλαος Παλάντιος, «Όσα χρείη ποιείν», σελ. 12)

Ποιος είναι αυτός που μπορεί να σταθεί στήριγμα στις δοκιμασίες και στις αγωνίες της ζωής; Ποιος μπορεί να σπογγίσει τα δάκρυα του πόνου, να θεραπεύσει την οδύνη του θανάτου, να άρει τον ζυγό της αμαρτίας, παρέχοντας την άφεση, εκτός από τον Θεάνθρωπο Ιησού; Εκτός από Εκείνον που προειδοποίησε τους δικούς του ανθρώπους ότι εν τω κόσμω τούτω θλίψιν έξετε. Αλλά θαρσείτε, εγώ γαρ νενίκηκα τον κόσμον (Ιωάν. ιστ' 33). Γι’ αυτό και ο υμνωδός συνεχίζει προσευχόμενος ταχύ επάκουσόν μου. Πρόσχες τη ψυχή μου και λύτρωσε αυτήν.

Ο Κύριος περιμένει να ερεθίσουμε την σταυρωμένη αγάπη Του, με τους χτύπους και τους παλμούς της πίστεώς μας, για να σπεύσει να σηκώσει τον δικό μας σταυρό των θλίψεων, σαν άλλος Κυρηναίος. Και αυτή είναι η ελπίδα μας, τελικά, η ελπίδα που μπορεί να μάς κάνει να ξεπεράσουμε τα ανθρώπινα για να νικήσουμε και να καταξιώσουμε την ύπαρξή μας. Ας μην αφήσουμε να χαθεί η ελπίδα. Και αυτήν τη Σαρακοστή ας την καλλιεργήσουμε όντας βέβαιοι ότι όλα τα προβλήματα έχουν τη λύση τους, ότι την παγωνιά του χειμώνα διαδέχεται η άνοιξη, τη Μεγάλη Παρασκευή η Κυριακή του Πάσχα, το Πάθος ακολουθεί η Ανάσταση. Καλή Σαρακοστή!



Αρχιμ. Ε.Ο. (Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος)
Αναδημοσίευση: kantonopou's blog (5/3/2011)

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Μα εγώ έχω Εσένα!


Ήμασταν μόνοι στο παρεκκλήσι , Εσύ κι εγώ.
Έξω ο κόσμος διαβαίνει βιαστικός , και σε τούτες τις στιγμές δεν έχω τίποτα και κανέναν.
Είμαι ολότελα εκδιωγμένος και μόνος μέσα στον κόσμο. Όμως έχω τα πάντα, δεν μου λείπει τίποτα, δεν θέλω τίποτα.
Ό,τι οι άλλοι αναζητούν σε μια γυναίκα, σε μια οικογένεια, στους φίλους, στους χορούς, και στις γιορτές, εγώ τα έχω εδώ.
Ό,τι αναζητά ο ποιητής στην ποίηση και ο ζωγράφος στην ζωγραφική , εγώ τα έχω όλα εδώ.
Ό,τι αναζητά ο δικτάτορας στην ισχύ και ο πλούσιος στα χρήματα του και ο πότης στο ποτό, και ό,τι αναζητούσα μάταια παλιά, τα έχω τώρα εδώ.

Όλη η ζωή μου είναι εδώ, και όλος μου ο κόσμος και όλες μου οι αγάπες
.
Έχω αυτά τα τεράστια πλούτη, κι όμως δεν μού ανήκει τίποτα. Έχω κάθε χαρά , κάθε γαλήνη, κάθε ομορφιά και κάθε αγάπη. Είμαι ικανοποιημένος και δεν θέλω τίποτα.
Έχω Εσένα και έτσι έχω τα πάντα, αφού Εσύ είσαι ο Κύριος των πάντων και όλων των υπάρξεων πάνω στη γη
.


Ερνέστο Καρντενάλ, Αγάπη, η χαραμάδα της αιωνιότητας, εκδ. Εν Πλω, μτφ. Β. Αργυριάδης

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Κάθε θλίψη είναι θεία επίσκεψη



Η θλίψις είναι όργανον, εργαλείον, το οποίον κρατεί ο Θεός εις το χέρι Του, και Αυτός μόνος το εργάζεται, καθώς Του υπαγορεύει η άπειρος σοφία Του. Εις τον κάθε άνθρωπον διαφοροτρόπως
το εργάζεται, αναλόγως της ανάγκης που έχει έκαστος. Η θλίψις με την ποικιλομορφία της εξαγνίζει και αγιάζει τον άνθρωπον εκείνον, που με σοφίαν και γνώσιν την δέχεται. Δηλαδή κάθε θλίψις του χριστιανού είναι θεία επίσκεψις έχουσα σκοπόν την σωτηρίαν αυτού και την αποστέλλει η γλυκυτάτη δεξιά του ουρανίου μας Πατρός, αν και απαρέσκεται η φύσις μας εις την τοιαύτην, καθώς και τα πικρά φάρμακα απαρέσκουν εις τον ασθενούντα. Εάν η θλίψις δεν έχει καμμίαν σχέσιν με ημάς, πάντως θα είχαμε την μοίραν του εωσφόρου, διότι και εκείνος ευρισκόμενος εις το ύψος της δόξης και της αναπαύσεως, ελησμόνησε την μεγαλειότητα του Θεού και την εαυτού σμικρότητα και αδυναμίαν, «στήσω τον θρόνον μου επί των νεφελών και έσομαι όμοιος τω Υψίστω».

Και ταύτα διανοηθέντα, κάτω τον έρριψεν ο Θεός, και ο πρώτος ανατέλλων φωτεινότατος άγγελος, γέγονε δαίμων, Σατανάς, διάβολος, το βρομερώτερον εκ των δημιουργημάτων του Θεού, ουχί τη φύσει, διότι ο Θεός όλα λίαν καλά τα εποίησεν, αλλά τη προαιρέσει πονηρός και αντάρτης! Ο διάβολος διασπείρει μέσα εις τας οικογενείας την μεμψιμοιρίαν, την απαρέσκειαν, την ζήλειαν, την ισχυρογνωμοσύνην, κ.λ.π. και ούτω υπάρχει εις πολλάς οικογενείας ένα πρόσωπον, που θα διαταράσση την ειρήνην, την γαλήνην και την χαράν της οικογενείας.

Αυτή η κακή σπορά δεν έλειψε και μέσα εις την του Κυρίου ιεράν οικογένειαν, όπου είχε δημιουργήσει επί της γης δια την μέλλουσαν σωτηρίαν, δηλαδή εν μέσω των ιερών μαθητών Του, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, σπόρος θεοκτόνος!

Ο διάβολος σπείρει τον σπόρον εν μέσω του σίτου, και εις τας συνοδείας των μοναχών το τοιούτον υπάρχει, όχι ότι το πρόσωπον αυτό είναι κακόν, αλλά έχοντας τας αδυναμίας αυτάς, μεμψιμοιρίαν, ζήλειαν κ.λ.π., γίνεται ένα όργανον, διά να διαταράσση την ειρήνην και ησυχίαν των άλλων.

Όλα αυτά μαρτυρούν ότι είμεθα εξόριστοι της αληθινής πατρίδος μας, ευρισκόμενοι εις τα σωφρονιστήρια, ένθα εξασκείται η παιδεία Κυρίου, και όσοι ευρεθούν διά της παιδείας ευδόκιμοι, εισάγονται πάλιν εις την ουράνιον κληρονομίαν λαμβάνοντες και πάλιν την χαθείσαν υιοθεσίαν των, άξιοι να κληρονομήσουν τον Θεόν. Όσοι μείνουν απαίδευτοι, ως εγώ, και δεν αναγνωρίζουν την παιδείαν, αλλά διά των έργων των αναδειχθούν νόθοι, αποδιώκονται ως ανάξιοι της υιοθεσίας, εις ην απέβλεπεν η παιδεία Κυρίου και καταδικάζονται. Ο αγαθός Θεός και Πατήρ ημών να μας αξιώση μετά των ευδοκίμων, των λαβόντων την υιοθεσίαν, εις αιώνας αιώνων. Αμήν.



γέροντας Εφραίμ ο εν Αριζόνα, Πατρικαί νουθεσίαι
Αποδελτίωση: Χαρμολύπη (27/6/2010)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...