Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελπίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελπίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Η εμπιστοσύνη στον Θεό



Η εμπιστοσύνη στον Θεό προϋποθέτει βαθιά πίστη και μεγάλη αγάπη προς Εκείνον που θυσίασε τη ζωή Του για χάρη της δικής μας σωτηρίας. Ο άνθρωπος όταν αφήσει τον εαυτό του στα χέρια του στοργικού πατέρα του, του Θεού, τότε αναπαύεται γιατί γνωρίζει ότι ο Θεός θα διαχειριστεί την ψυχή του με τον καταλληλότερο τρόπο για την πνευματική πρόοδο και προκοπή του. Ακόμα και αν περνά δυσκολίες, χαίρεται γιατί γνωρίζει ότι τίποτα δεν είναι ικανό να τον βλάψει και να τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Για να επιτρέψει ο Θεός να συμβεί κάτι, σημαίνει ότι έχει το σχέδιό Του για τον κάθε ένα, γι' αυτό και ελπίζει σ' Αυτόν και νιώθει ασφαλισμένος στο λιμάνι της ελπίδας Του. Όταν ο άνθρωπος έχει σύμμαχο τον Θεό και αφήνεται στη θεία πρόνοια, ξεπερνάει τους κινδύνους και οποιαδήποτε μορφή απελπισίας και δεν τα βάζει με τον Θεό. Τα προβλήματα γίνονται αφορμή ο άνθρωπος να απιστεί περισσότερο προς τον εαυτό του και με περισσότερη ταπείνωση να ελπίζει στον Θεό.

πηγή: περιοδικό Καθ' οδόν, τεύχ. 41, έτος 2013, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, σ. 1.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα



ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

[...] «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»: Είναι αυτή η ευχή που λέμε συχνά στην Εκκλησία, η διακονική προτροπή που αναφέρεται εις τον λαό του Θεού και μας προσκαλεί να αφήσομε στα χέρια του Χριστού όλη τη ζωή μας!

Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα. Τους εαυτούς μας και τους άλλους ανθρώπους, τα παιδιά μας, τους φίλους μας, τους συγγενείς μας, τους οικείους μας, τους συναδέλφους μας, τους συμπολίτες μας, τον κόσμο όλο να τον αφήσουμε στα χέρια του Θεού! Και όσο κι αν φαίνεται απλή αυτή η προτροπή του διακόνου της Εκκλησίας, στις μέρες μας ιδιαίτερα έχει τεράστια σημασία και μεγάλη δύναμη. Γιατί νομίζω ότι στις πολύπλοκες μέρες που ζούμε που φορτωνόμαστε όλοι πάρα πολλά πράγματα, έχουμε καταντήσει να είμαστε πάρα πολύ κουρασμένοι. Και συναντάει κανείς ανθρώπους πονεμένους και κουρασμένους, ακόμα και στη νεανική ηλικία. Συναντά κανείς νέους οι οποίοι έχουν γηράσει από τον κόπο και τον μόχθο της καθημερινότητας, οι οποίοι έχουν τραυματιστεί κι έχουν πληγωθεί απ' όλ' αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Υπάρχουν νέοι άνθρωποι οι οποίοι έχουν τόση ευαισθησία που είναι αρκετό γι' αυτούς ν' ακούσουν ένα δελτίο ειδήσεων για να βυθιστεί η ψυχή τους μέσα σε μια μεγάλη απορία και για το τι γίνεται μέσα στον κόσμο και για το πού πηγαίνει ο κόσμος και για το τι θα γίνει ακόμα συν τω χρόνω. Και μπαίνει η ψυχή του ανθρώπου μέσα σ' αυτή την αγωνία... Και αυτή η αγωνία και αυτός ο κόπος και αυτή η δυσκολία είναι ένα σημείο των εσχάτων ημερών, ένα σημείο που ο Κύριος μάς το έδωσε ως γνώρισμα των εσχάτων χρόνων· που οι έσχατοι χρόνοι, βέβαια, είναι διαρκώς παρόντες μέσα στην Εκκλησία. Ζούμε όλοι μας αυτή τη δυσκολία, αυτό το βάρος που βλέπουμε καθημερινά μπροστά μας.

Έρχεται ο Χριστός και μας λέγει να έρθουμε κοντά Του όλοι εμείς οι κουρασμένοι, οι πεφορτισμένοι και θα μας αναπαύσει. Και έρχεται η Εκκλησία και μας προτρέπει τους εαυτούς μας και τους γύρω μας και τα πάντα να τα αφήνουμε στα χέρια του Θεού. Και πολλές φορές ακούμε από πνευματικούς ανθρώπους όταν τους εκθέτουμε τα προβλήματά μας και τες δυσκολίες μας «άφησ' το στον Θεό». Και βλέπουμε ότι αυτή η απάντηση δεν μας πολυαναπαύει πάντοτε. Γιατί θεωρούμε «πώς να τ' αφήσω στον Θεό; Εγώ τι πρέπει να κάμω; Εγώ τι μπορώ να κάμω; Εγώ δεν πρέπει να κάμω τίποτε; Να τ' αφήσω όλα στον Θεό και να μείνω με χέρια σταυρωμένα;» Και νομίζομε ότι αυτό το πράγμα είναι ολιγωρία, ότι είναι αδιαφορία, ότι είναι δειλία, ενώ τελικά είναι μεγάλη ανδρεία! Θέλει να είσαι πολύ ανδρείος άνθρωπος, πολύ γενναίος άνθρωπος για να τ' αφήσεις όλα στα χέρια του Θεού! Πρέπει να είσαι πολύ γενναίος άνθρωπος για να τ' αφήσεις όλα στα χέρια του Θεού και πρέπει να έχεις την ψυχή σου γεμάτη μ' εμπιστοσύνη εις την πρόνοια και εις την αγάπη του Θεού Πατέρα μας.

H εποχή μας χαρακτηρίζεται από το άγχος, από την κούραση, από την αγωνία των ημερών, από τις πολλές θλίψεις που συμβαίνουν γύρω μας, από τη μοναξία... Ζούμε μέσα σε πόλεις μεγάλες κι όμως πάσχουμε από μοναξιά! Μπορεί να ζούμε μέσα στην οικογένειά μας, μέσα σ' ένα σπίτι και να αισθανόμαστε ότι κανείς δεν μας καταλαβαίνει, κανείς δεν επικοινωνεί μαζί μας, ότι είμαστε μόνοι μας, εγκαταλελειμμένοι, πεταμένοι, ότι δεν έχουμε ένα άνθρωπο ν' ακουμπήσουμε, ότι δεν έχουμε κάποιο που να μας αγαπά πραγματικά ή και που να τον αγαπούμε πραγματικά κι αυτά τα πράγματα όλα μας διαλύουν και μας κάνουν να μην ξέρουμε πού να στραφούμε. Μπαίνει η ψυχή μας πραγματικά μέσα σ' ένα υπαρξιακό σκοτάδι, σ' ένα μεγάλο σκοτάδι για το πού θα πάμε και πώς θα βγούμε απ' όλη αυτή την περιπέτεια!

Παρά ταύτα όμως, η Εκκλησία μας εδώ και αιώνες επαναλαμβάνει συνεχώς αυτή την προτροπή που όντως φαίνεται πάρα πολύ σπουδαία. Σκεφθήκατε ένα άνθρωπο ο οποίος είναι φορτωμένος ένα βαρύ φορτίο, ένα μεγάλο φορτίο κι έρχεται κάποιος και του λέει «άφησέ με να το πάρω το φορτίο εγώ» και μας ξεφορτώνει και μας βγάζει το φορτίο από πάνω μας και το παίρνει εκείνος! Κι αισθανόμαστε εμείς μεγάλη άνεση, μεγάλη ξεκούραση, γιατί μας πήρε το φορτίο. Και δεν το πήρε για να το πετάξει κάπου αλλού, αλλά για να το οδηγήσει με τον καλύτερο τρόπο εκεί που θα θέλαμε εμείς να οδηγηθεί. Φτάνει να του δώσουμε εμπιστοσύνη! Φτάνει να τον αφήσομε να πάρει αυτό το φορτίο από πάνω μας! Αυτό σημαίνει το «παραθώμεθα»: να τα δώσουμε στα χέρια του Θεού όλα.

Αλλά είναι αυτό άραγε ένα πράγμα εύκολο; Δεν είναι εύκολο όπως είπα προηγουμένως. Είναι πολύ δύσκολο γιατί μας εμποδίζει ο εαυτός μας· μας εμποδίζει ο εαυτός μας, η φιλαυτία μας. Φοβούμαστε να τα δώσουμε στα χέρια του Θεού! Φοβόμαστε ν' αφήσουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού! Δεν είναι εύκολο πράγμα να πεις στον Θεό «γενηθήτω το θέλημά Σου»!

Να σας πω κάτι που το λέω συχνά. Είναι μια δική μου αδυναμία που την εβίωνα για αρκετά χρόνια. Όταν ήμουν νέος και σκεφτόμουν να γίνω μοναχός -από μέσα μου έβγαινε αυτή η επιθυμία του μοναχισμού- σκεφτόμουν να μείνω στο Άγιον Όρος αλλά και από την άλλη φοβόμουν να το αποδεχτώ αυτό το πράγμα: Πώς θ' αφήσω τους γονείς μου, ν' αφήσω την πατρίδα μου και να πάω σ' ένα τόπο άγνωστο, μακριά, που δεν θα με ξαναδεί κανένας, ούτε θα ξανάβλεπα εγώ κανένα! Και ρώτησα ένα γέροντα: Γέροντα άραγε να γίνω μοναχός; Μου λέει: να παρακαλείς τον Θεό να κάνει το θέλημά Του! Κι εγώ ετρόμαξα! Και λέω: έχει γούστο να θέλει ο Θεός να γίνω μοναχός! Εσκέφτηκα ότι αν ο Θεός θέλει κάτι που εγώ δεν το θέλω, τι θα κάνουμε τώρα; Κάποιος από τους δύο πρέπει να κόψει το θέλημά του! Ή ο Θεός να κόψει το θέλημά Του -θα με βόλευε βέβαια αυτό το πράγμα-, ή εγώ να έκοβα το θέλημά μου και ν' ακολουθούσα το θέλημα του Θεού που μου φαινόταν ένα μεγάλο βουνό.    

Δεν μπορούσα να εννοήσω τότε, ότι το θέλημα του Θεού είναι η πιο μεγάλη ανάπαυση στον άνθρωπο! Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να θέλει κάτι, το οποίο να σε φέρει σε δύσκολη θέση. Αντίθετα! Ο Θεός σε εξάγει από τη φυλακή που βρίσκεσαι και σε οδηγεί σε τόπο αναπαύσεως. Το θέλημα του Θεού είναι ειρήνη στην ψυχή του ανθρώπου, είναι χαρά στον άνθρωπο, είναι ανάπαυση στον άνθρωπο! Αυτό που λέει ο Χριστός «δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» δεν το ήξερα, δεν μπορούσα να το καταλάβω ότι εάν αφεθώ στο θέλημα του Θεού, αυτό θα 'ταν η πιο μεγάλη ανάπαυσις. Αυτό δεν το καταλάβαινα, δεν μπορούσα να το εννοήσω! Φοβόμουν το θέλημα του Θεού. Φοβόμουν τον Θεό! Όπως ένα μωρό που πηγαίνει στον γιατρό και δεν θέλει ν' αφήσει τον γιατρό να το θεραπεύσει: κλωστά τον γιατρό, αντιδρά, κάμνει φασαρίες, τρέχει μέσα στους διαδρόμους· δεν θέλει ν' αφήσει τον γιατρό ν' αγγίξει πάνω του! Μέχρι που να βάλει μυαλό βέβαια και να καταλάβει ότι δεν πρέπει να κάνει έτσι...

Χρειάζεται να υπερβεί κανείς τον εαυτό του και χρειάζεται να γνωρίσει την αγάπη του Θεού· ότι ο Θεός, όπως έλεγε και ο αείμνηστος γέροντας Παΐσιος, είναι οξυγόνο στον άνθρωπο. Δεν μπορεί να γίνεται διοξίδιο του άνθρακος. Δεν μπορεί ο Θεός να σου δημιουργήσει μια αποπνικτική ατμόσφαιρα που να σε πνίξει μέσα. Όταν ο Θεός ενεργεί στον άνθρωπο και ομιλεί στον άνθρωπο και αποκαλύπτει εις τον άνθρωπο τον εαυτό Του και την αγάπη Του, τότε μια απέραντη ειρήνη, μια απέραντη γαλήνη βασιλεύει στην ψυχή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος καταλαβαίνει αυτό που είπε ο Χριστός «κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς», εγώ θα σας αναπαύσω. Και μετά καταλαβαίνει εκ πείρας ότι δεν υπάρχει άλλη ανάπαυσις, δεν υπάρχει πουθενά ανάπαυσις, μόνο ο Χριστός είναι ανάπαυσις της ψυχής μας. Μακριά από τον Χριστό υπάρχει κόπος, υπάρχει δυσκολία, υπάρχει μεγάλη δυσφορία της ψυχής μας. Όταν είναι κάτι μέσα στην ευλογία του Θεού τότε όλα είναι πανέμορφα!

Έτσι, ενθυμούμαι, όταν ήμουν στο Άγιον Όρος ζούσα εκείνη την όμορφη, την πανέμορφη και την αγγελική, όντως, ζωή των μοναχών. Κι όταν έβγαινα έξω, απεσταλμένος σε εργασίες, στη Θεσσαλονίκη βέβαια που ήτανε κοντά μας, αισθανόμουν μια μεγάλη δυσκολία αντιμετωπίζοντας και βλέποντας την πόλη και όλη εκείνη την κίνηση. Πραγματικά μ' έπιανε κατάθλιψη, δεν μπορούσα! Έκανα γρήγορα-γρήγορα τις δουλειές μου κι έφευγα πίσω! Όταν ήρθε η ώρα που έπρεπε να πάω στην Κύπρο, γιατί έτσι ήρθαν τα πράγματα μέσα στην πρόνοια του Θεού κι ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ζήτησε από τον γέροντά μας μια ομάδα μοναχών να πάει στην Κύπρο [1], αφού καταγόμαστε από 'κεί, εγώ δεν είχα πάει ποτέ μου στην Κύπρο στα χρόνια μου στο Άγιον Όρος και δεν θυμόμουν τίποτα, είχα ξεχάσει τα πάντα! Όταν με κάλεσε ο γέροντας και μου είπε: «Κοίταξε, η Εκκλησία ζητά να πάμε κάτω.» «Κι εγώ», λέει ο γέροντας, «αισθάνομαι ότι κάναμε μια αδικία στην Εκκλησία της Κύπρου, γιατί μαζευτήκατε όλοι οι Κύπριοι εδώ και αφαιμάξαμε την Εκκλησία. Και να στείλουμε κάποιους αδελφούς να πάνε κάτω.» Λέω, «είναι καλή η σκέψη· να στείλετε κάποιους να παν κάτω.» Μου λέει, «μα δεν σε κάλεσα για να μου πεις τη γνώμη σου.» Λέω, «γιατί με καλέσατε;» «Για να φτειάξεις τα πράγματά σου και να πας από βδομάδας κάτω!»

Εγύρισα όλους τους γέροντες του Αγίου Όρους, ελπίζοντας ότι κάποιος θα μου πει «μην πάεις»! Λέω, έστω κι ένας να βρεθεί να μου πει να μην πάω, θα τσακωθώ με τον γέροντα κανένα-δυο μήνες αφού θα κάνω παρακοή, μετά ελπίζω να μην πεθάνει στο διάστημα(!)· θα πάω να πω ένα συγγνώμη, ένα ευλόγησον γέροντα έκανα λάθος, έκανα ανυπακοή, θα αποκατασταθούν οι σχέσεις μας και θα γλιτώσω και την Κύπρο!

Πήγα σε όλους. Δεν είχα πολλές ελπίδες στον γέρο-Παΐσιο και στους υπόλοιπους γιατί ήταν πιο ανοικτού πνεύματος, αλλά είχα μεγάλη ελπίδα ότι ο παπα-Εφραίμ στα Κατουνάκια δεν θα με άφηνε να πάω κάτω· γιατί τον άκουσα μια φορά που έλεγε ότι «η υπακοή είναι μέχρι τη Δάφνη [2]. Από τη Δάφνη και πέρα να μην πηγαίνετε!» Λέω, αυτός θα με σώσει! Επήγα, λοιπόν, του λέω «ξέρεις, γέροντα, έτσι έχουν τα πράγματα μου είπαν να πάω στην Κύπρο κι εγώ δεν θέλω να πάω». Λέει, «ο γέροντας τι σου είπε;» «Μου είπε να πάω. Αλλά δεν θέλω να πάω, έχει τόσα χρόνια να πάω κάτω, ξέχασα, αποσυνδέθηκα, δεν ξέρω κανένα, δεν νομίζω ότι είμαι ικανός γι' αυτό το πράγμα.» «Καλά», λέει, «αύριο να τα πούμε μετά τη λειτουργία».

Το πρωί λειτούργησα εκεί στο εκκλησάκι και με φώναξε και μου λέει «άκουσε... Προσευχόμενος για το θέμα που μου είπες είδα δύο δρόμους. Ο ένας είναι: Ή κάνεις υπακοή και πάεις στην Κύπρο... Κι ο άλλος: Ή κάνεις παρακοή και μένεις στο Άγιον Όρος! Κρίνε μόνος σου ποιος είναι ο κατά Θεόν δρόμος...» Και κατάλαβα ότι αυτό ήταν τελικά...

Όταν πήγα, οι πρώτες μέρες ήταν πολύ οδυνηρές βέβαια, αλλά μέσα μου παραδόξως αισθανόμουν -παρ' όλο που δεν ήθελα να το αποδεχθώ, δεν ήθελα να το δεχθώ αυτό το πράγμα!- αισθανόμουν ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού, κι αυτό είναι ανάπαυσις. Κι έμεινα εκεί... και τα 'φερε ο Θεός έτσι, κάναμε ένα μοναστήρι, πήγαμε σ' ένα μοναστήρι, έγινε μια αδελφότητα εκεί κι έλεγα «δόξα τω Θεώ, είμαι καλά, ας είμαι και εδώ». Θυμάμαι όταν έβγαινα προς την πόλιν για εργασίες και επέστρεφα πίσω, έβλεπα το μοναστήρι από ψηλά κι αμέσως επανερχόταν μέσα μου αυτή η ανάπαυσις, η ειρήνη στην ψυχή μου. Κι έλεγα, «δόξα τω Θεώ, μεγάλο πράγμα είναι να αναπαύεται ο άνθρωπος και σ' ένα τόπο ακόμα». Κι έτσι ήμουν ειρηνικός...

Στην Κύπρο, ξέρετε, είχαμε -ή έχουμε ακόμα, δεν ξέρω- ένα σύστημα που εκλέγονται οι επίσκοποι με ψήφο κλήρου και λαού. Έγινε μια κένωσις μιας επισκοπικής θέσεως, της Μητροπόλεως Λεμεσού, που είναι η πόλις που εγεννήθηκα και εμεγάλωσα, και δυστυχώς οι άνθρωποι εκεί με ψήφισαν εμένα, κλήρος και λαός κι η Σύνοδος και μ' έπιασε πάλι απελπισία! Λέω, πώς θα πάω εγώ τώρα σ' αυτή την πόλη που ήταν η πόλις της ασωτίας, η πόλις της αμαρτίας! Και δεν μ' έφταναν όλα τ' άλλα όταν πήγα στον Αρχιεπίσκοπο να μου αναγγείλει το αποτέλεσμα, μου λέει «πάτερ Αθανάσιε, σε λυπάμαι!» Του λέω, «γιατί Μακαριότατε;» Μου λέει, «πας στη χειρότερη πόλη της Κύπρου!» Λέω, «ευχαριστώ πάρα πολύ!» Δεν μ' έφταναν τ' άλλα όλα έχω και την επιβεβαίωση από πάνω την αρχιεπισκοπική!

Τέλος πάντων, έγινε τι έγινε... δεν μπορούσα ν' αντιδράσω... Αντέδρασα, αλλά ποιος με άκουσε! Έγινε η χειροτονία εις επίσκοπον και το απόγευμα, την ίδια μέρα, αυθημερόν, γίνεται η ενθρόνισις του επισκόπου. Πήγαμε με τους άλλους επισκόπους να πάμε στην πόλη, στη Μητρόπολη. Όπως βγήκαμε στο κέντρο, ήταν όλη πόλις μπροστά μας, ενώ άλλες φορές μ' έπιανε κατάθλιψις όταν έβλεπα την πόλη, απ' εκείνη την ώρα αισθάνθηκα μιαν ανάπαυση, γιατί λέω «αυτό είναι το θέλημα του Θεού». Και πολλές φορές με ρωτούν διάφοροι άνθρωποι «πώς αισθάνεσαι, πάτερ μου, που ήσουν στο Άγιο Όρος, στο μοναστήρι μέχρι τα σαράντα σου χρόνια και βρέθηκες εις την πιο πολύπλοκη και κοσμική πόλη της Κύπρου;» Και η Μητρόπολίς μας είναι σ' ένα κέντρο, που όλα τα κέντρα τα νυκτερινά είναι γύρω μας! Και να σας πω ότι έχω μάθει όλα τα τραγούδια της εποχής, τι να σας πω δηλαδή! Αρχίζει η «αγρυπνία» μετά τις μία τα μεσάνυκτα! Τελειώνουμε εμείς η ώρα μία την Παρασκευή το βράδυ και εκείνη την ώρα εξέρχονται οι πιστοί στην... Ανάσταση, πάνε στα διάφορα άλλα πόστα γύρω μας! Λέω, δεν έχει καμιά διαφορά, σαν να είμαι στο Άγιον Όρος, παράξενο πράγμα! Εγώ τρελάθηκα; Είναι η ηλικία μου, άραγε, κι έπαθα έτσι; Ποιος ξέρει!

Αλλά νομίζω ότι τελικά εκείνο που ζητά η ψυχή μας είναι να αναπαυθεί. Κι αυτό που λέμε μέσα στην Εκκλησία και το χρησιμοποιούμε μέσα στους μοναχικούς κύκλους «αναπαύομαι· εδώ αναπαύομαι, εδώ δεν αναπαύομαι» που δεν ερμηνεύεται, δεν έχει γιατί δεν αναπαύομαι! Αναπαύομαι... Ούτε έχει γιατί αναπαύομαι! Ετέλειωσε! Αναπαύομαι - αναπαύομαι! Δεν αναπαύομαι - δεν αναπαύομαι! Δεν σημαίνει ότι αν δεν αναπαύομαι δεν είναι καλά όσα δεν είναι γύρω μου! Όχι, απλώς δεν αναπαύομαι. Δεν ερμηνεύεται, δεν έχει παρεπόμενα!

Αυτή, λοιπόν, η λέξις «ανάπαυσις» είναι αυτό το οποίο ψάχνει η ψυχή μας, ψάχνει ο εαυτός μας, κι είναι εδώ που είναι το σημείο, το κομβικό σημείο το οποίο ο Χριστός μάς έδωσε ως ένα σωσίβιο μέσα σ' αυτόν τον κυκεώνα των καθημερινών μέσα στον οποίο βρισκόμαστε. Όπως είπε κι ένας άγιος της Εκκλησίας μας [...] «Πάθαμε ναυτία από τα κύματα και τις τρικυμίες των βιωτικών πραγμάτων.» Έρχεται ο Χριστός και μας ρίχνει αυτό το σωσίβιο, μας δίνει το χέρι Του και μας πιάνει και λέει «ελάτε κοντά μου κι εγώ θα σας αναπαύσω.» Αλλά παρακάτω λέει και το μυστικό. Πώς θα μας αναπαύσει;

«Μάθετε από μένα», λέει ο Χριστός, «ότι είμαι πράος και ταπεινός τη καρδία. Κι έτσι ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών». «Θα μάθετε από Μένα», λέγει ο Χριστός, «εγώ θα σας το διδάξω, δεν θα σας το διδάξουν άλλοι άνθρωποι· Εγώ ο ίδιος θα σας διδάξω, όταν θα σας εμφανίσω τον εαυτό μου, όταν θα σας αποκαλύψω τον εαυτό μου, ότι είμαι πράος και ταπεινός τη καρδία. Κι έτσι θα βρείτε ανάπαυσιν μέσα σας.»

Και πράγματι ποιος αναπαύεται τελικά; Ο ταπεινός άνθρωπος! Μόνο ο ταπεινός άνθρωπος αναπαύεται εν Χριστώ! Εμείς, οι υπερήφανοι άνθρωποι, οι εγωιστές άνθρωποι, οι φίλαυτοι άνθρωποι δεν μπορούμε να αναπαυθούμε, γιατί εμποδίζομε τον Χριστό να μας πάρει στην αγκαλιά Του. Δεν δεχόμαστε, δεν θέλουμε ν' αφεθούμε στον Θεό! Φοβούμαστε τον Θεό! Ή δεν Του έχουμε εμπιστοσύνη. Λέμε, «όχι, εγώ θα τα χειριστώ τα πράγματα. Εγώ θα αναλάβω τις υποθέσεις της ζωής μου. Εγώ θα τα τακτοποιήσω όλα· δεν θα τ' αφήσω έτσι να πάνε όπου θέλουν τα πράγματα. Εγώ πρέπει να έχω τον έλεγχο. Αν δεν έχω τον έλεγχο, δεν μπορώ να αισθανθώ σιγουριά. Χάνομαι αν δεν έχω τον έλεγχο!»

Βέβαια ο Χριστός δεν μας είπε να τ' αφήσουμε ανεξέλεγκτα. Ούτε μας είπε να γίνουμε αδιάφοροι και οκνηροί και τεμπέληδες. Αντίθετα μας είπε ν' αγωνιζόμαστε και να κοπιάζουμε. Και να μεριμνούμε, αλλά όχι τη ψυχή ημών· μη μεριμνάτε τη ψυχή ημών, λέγει ο Χριστός. Να κάνετε τα πάντα, αλλά την ψυχή σας αφήστε την ανεπηρέαστη. Μην την υποτάξετε μέσα σ' αυτήν την καθημερινή πάλη των πραγμάτων. Κι αφού κάμεις ό,τι εξαρτάται από σένα κι αφού εξαντλήσεις όλα τα δικά σου περιθώρια, τότε παραδίδεις τη σκυτάλη στα χέρια του Θεού.

Να σας πω ένα-δυο περιστατικά για να μη σας πολυκουράζω κιόλας με θεωρίες· για να δείτε πώς οι απλοί άνθρωποι βιώνουν στην καθημερινότητά τους αυτή την εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού. Όταν ήμουν στο Άγιον Όρος κάναμε ένα διάστημα στην Καψάλα, στην έρημο της Καψάλας -είναι περιοχή μεταξύ Καρυών [3], Παντοκράτορος και Σταυρονικήτα· μια αγιασμένη περιοχή, έρημος, πανέμορφη, τότε στην εποχή μου ακόμα πιο γραφική, χωρίς δρόμους, χωρίς τίποτα. Γεμάτη γεροντάκια, ερημίτες. Ήμασταν εκεί πάμφτωχοι, δεν μας ήξερε κανένας, ούτε κι εμείς ξέραμε κανένα. Αφού να σκεφτείτε μια φορά πήγα στη Δάφνη να πάρω κάποια γράμματα κι ήρθε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Ελλάδος, κι είδαμε αστυνομίες, στρατό και μου λέει ένα γεροντάκι «πήγαινε, διάκο, ρώτα γιατί είναι αυτή όλη η αστυνομία εδώ». Λέω, «να πάω». Πάω και λέω «γιατί είναι η αστυνομία εδώ;» Λέει «θα 'ρθει ο Σαρτζετάκης [4]». Λέω, «ποιος είν' αυτός;»! Λέω, «παππού, παππούλη, θα 'ρθει ο Σαρτζετάκης!». «Ποιος είν' αυτός;» μου λέει. Λέω, «πού ξέρω κι εγώ;». Μου λέει, «πήγαινε ξαναρώτα». Πάω να ξαναρωτήσω τον αστυνομικό, μόνο που δεν με συνέλαβε! Λέω, «συγγνώμη, ποιος είναι ο Σαρτζετάκης;». Μου λέει, «τρελός είσαι;» [...] Τίποτα, ιδέα δεν είχαμε!

Τέλος πάντων, κατά διαστήματα, όταν είχαμε κάποια πράγματα στον κήπο μας, λαχανικά ή κάποια άλλα τρόφιμα, ο γέροντας ετοίμαζε κάποιες σακουλίτσες με διάφορα πράγματα και τα παίρναμε στα γεροντάκια. Ένα γεροντάκι απέναντί μου, μέσα σε μια χαράδρα, μέσα σε μια καλύβα, μόνος του, ο Σέργιος, τον έβλεπα κάθε βράδυ από το κελί μου που άναβε το καντηλάκι του με το καντηλοκέρι τη νύχτα, θεοσκότεινα, αλλά φαινόταν το κερί του, πήγα να του πάρω τρόφιμα. Μόνος του, γεροντάκι, πανέρημος ο τόπος, το καλύβι του μισογκρεμισμένο, πήγα να του πάρω τρόφιμα. Του λέω, «γέροντα, μ' έστειλε ο γέροντας ο δικός μου να σου φέρω αυτά τα πράγματα». Ήταν μια σακούλα με πολλά πράγματα. «Αχ, ευχαριστώ πάρα πολύ»! Λέει, «να πάρω ό,τι μου χρειάζεται...». Επήρε λίγο ψωμί, ένα μαρούλι, δυο-τρία πράματα, μου λέει, «φτάνουν αυτά για σήμερα»! Του λέω, «πάρε και τα υπόλοιπα. Για σένα τα 'φερα!». «Όχι, δεν τα θέλω, δεν μου χρειάζονται! Φτάνουν αυτά για σήμερα!» Του λέω, «πάρε να 'χεις και για αύριο»! Μου λέει, «αύριο έχει ο Θεός!» Λέω, «πάρε γέροντα, έχει ο Θεός, αλλά αφού ο Θεός σού τα 'στειλε!» «Ναι», λέει, «αλλά ο Θεός είπε τον άρτον ημών τον επιούσιον· δεν είπε και τον αυριανόν! Μου φτάνει ο σημερινός άρτος. Αύριο έχει ο Θεός.» Του λέω, «πόσα χρόνια έχεις εδώ;» Μου λέει, «πενήντα έξι». Πενήντα έξι χρόνια ζούσε σ' αυτό το καλυβάκι, έχοντας μόνο τον άρτον τον επιούσιον. Κι ο Θεός είχε γι' αυτόν πάντοτε τον αυριανόν άρτον! Ουδέποτε αισθάνθηκε ο άνθρωπος αυτός αυτή την αγωνία. Μα τι μου λες τώρα, μέσα σ' αυτή την έρημο, πώς θα βρεθεί ο αυριανός άρτος; Καμιά μέριμνα περί τούτου!

Μια άλλη φορά στα Καρούλια [5], πήγα να επισκεφθώ εκεί τους πατέρες, όταν ήμασταν στη Νέα Σκήτη, είχε ένα Σέρβο, παπα-Στέφανο, ο οποίος έμενε στα Καρούλια. Του λέω, «γέροντα, δεν φοβήθηκες να 'ρθεις εδώ, μέσα σ' αυτά τα σπήλαια που κατεβαίνεις με αλυσίδες;» Μου λέει, «φοβήθηκα πάρα πολύ! Και την πρώτη μέρα που ήρθα είπα "τι έκανα κι ήρθα εδώ! Όταν κατέβηκα εκείνο τον κατήφορο όλο κι εκείνους τους γκρεμούς όλους κι είχα μαζί μου ένα ψωμί και μια σακουλίτσα με ελιές, είπα "εντάξει, θα φάω το ψωμί σήμερα κι αύριο και μεθαύριο. Μετά;" Και μ' έπιασε μεγάλη δειλία όταν είδα ότι δεν είχα τίποτε γύρω μου! Κατακόρυφα κάτω η θάλασσα κι εγώ μόνος μου εδώ!» «Κι έχω, μου λέει, εικοσιπέντε χρόνια που 'μαι 'δώ στην έρημο κι ο Θεός δεν με άφησε ποτέ! Και έχω ακόμα από το ψωμί εκείνο! Το φυλάω! Όχι μόνο δεν πρόλαβα να το φάω, έμεινε εκεί και δεν χάλασε κιόλας.»

Βλέπει κανείς πώς ο Θεός προνοεί τον ταπεινό άνθρωπο, ο οποίος έμαθε αυτό το μεγάλο πράγμα, να τ' αφήνει στα χέρια του Θεού· όλα! Αλλά έμαθε ότι όποιος τ' αφήνει στα χέρια του Θεού, ο Θεός δεν μένει αδρανής, ο Θεός αναλαμβάνει την ευθύνη πλέον. Και τα έργα του Θεού είναι πολύ σημαντικότερα και πολύ σπουδαιότερα από τα δικά μας έργα. 

Εσύ κάμε αυτό που μπορείς· κάμε ό,τι μπορείς, χωρίς ν' αγχώνεσαι, χωρίς ν' αγωνιάς, χωρίς να ταλαιπωρείσαι. Αφού κάνεις αυτό που μπορείς και η συνείδησή σου σου καταμαρτυρεί ότι «έκανα ότι μπορούσα, μέχρις εδώ! Από 'δώ και κάτω δεν μπορώ να κάνω τίποτα!» Τότε παραδίδεις το θέμα, το πρόβλημα, το παιδί σου, την υγεία σου, τα οικονομικά σου, ό,τι έχεις που σε βαραίνει το παραδίδεις στα χέρια του Θεού. Και τότε πράγματι, εκεί ο Θεός εμφανίζεται! 

Κι αν ακόμα αργήσουν να γίνουν τα πράγματα, όπως πιθανόν πρέπει να γίνουν, κι αν ακόμα φανεί ότι ο Θεός σιωπά και δεν ενεργεί και παραμείνει ο άνθρωπος μέσα στην εμπιστοσύνη του Θεού, τότε ο Θεός αποκαλύπτει πράγματι με θαυμαστό τρόπο τον εαυτό Του. Κανένας, λέγει η Γραφή, κανένας δεν ήλπισε επί Κύριον και καταισχύνθηκε. Λέει ο Δαβίδ ένα ωραίο λόγο: «Εμβλέψετε, κοιτάξετε στις αρχαίες γενεές, βρέστε μου ένα άνθρωπο ο οποίος ήλπισε επί Κύριον και εντράπηκε. Ένας άνθρωπος να βρεθεί που να πει ότι εγώ, είχα την ελπίδα μου στον Χριστό κι ο Χριστός δεν ανταποκρίθηκε. Δεν με βοήθησε. Μ' εγκατέλειψε!» Κανένας!

Βέβαια θα μου πεις ότι μπορεί να μην έγινε αυτό που ήθελα, μπορεί να μην έγινε αυτό που εγώ ζητούσα... Εάν όμως έχεις εμπιστοσύνη στον Θεό, θα δεις πως τελικά αυτό που έγινε, αυτό ήταν το καλύτερο. Εσύ μπορεί να μην ήξερες ποια ήταν η πραγματικότητα...

Επανέρχομαι σ' ένα δικό μου πάθημα! Όταν σπούδαζα θεολογία, επέρασα στη Θεσσαλονίκη κι ήθελα να 'ρθω στην Αθήνα να σπουδάσω γιατί είναι πιο κοντά στην Κύπρο· και πήγα στη γραμματεία της Σχολής και μου είπαν ότι πρέπει να περάσω τα μαθήματα όλα τον Ιούνιο και «να 'ρθεις να πάρεις μια αίτηση να τη συμπληρώσεις, να την υποβάλεις και να πας δεύτερο έτος θεολογική στην Αθήνα». Κι ήθελα πάρα πολύ να 'ρθω στην Αθήνα για πολλούς και διάφορους λόγους· κι ένας λόγος ήταν για να μην πάω στο Άγιον Όρος! Φοβόμουν το Άγιον Όρος! Ε... κατασκοτώθηκα διαβάζοντας! Διέβαζα, διέβαζα, διέβαζα όλη μέρα κι όλη νύχτα για να περάσω όλα τα μαθήματα -κι ήταν και πολλά τότε. Βοήθησε κι ο Θεός και τα πέρασα· όλα τα μαθήματα. Φόρτωσα τα πράγματά μου, κατέβηκα στον Πειραιά -τα 'βαλα στο πλοίο την εποχή εκείνη, 1976 να σκεφθείτε- κι έφυγα.

Όταν έφευγα από τη Ρόδο κι ήμουν στα μέσα του πελάγους θυμήθηκα ότι ξέχασα να πάω να πάρω την αίτηση! Μου 'ρθε να πέσω στη θάλασσα! Δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι ένα χρόνο κατασκοτώθηκα να διαβάζω και ξέχασα να πάρω την αίτηση! Τι να σας πω τι έπαθα δηλαδή! Δεν ήξερα τι να κάνω με τον εαυτό μου· δεν μπορούσα νά 'βρω άκρη! Θύμωσα, στεναχωρέθηκα, λυπήθηκα, έγινα χάλια μαύρα! Τελικά, όμως, αυτό ήταν που έπρεπε να γίνει.

Λέω ότι μπορεί να 'ρχονται πράγματα πολλές φορές που εμείς δεν τα θέλουμε, που νομίζουμε ότι είναι αντίθετα με τα δικά μας, που νομίζουμε ότι δεν είν' αυτό που επιθυμούσαμε... Αλλά ο Θεός ο οποίος βλέπει την καρδιά μας -κι όχι το τρελό το μυαλό μας!- ακούει την καρδιά ο Θεός και ξέρει τι έχουμε πράγματι ανάγκη.

Όπως μας είπε εκεί: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού.» Και οίδε ο Πατήρ ημών ο ουράνιος τι έχετε ανάγκη και θα σας δώσει αυτό που έχετε πράγματι ανάγκη. Έστω κι αν εσείς ακόμα δεν το ξέρετε! Γιατί, στ' αλήθεια, πόσοι από μας ξέρομε τι έχομε πραγματικά ανάγκη; Νομίζομε ότι έχομε ανάγκη αυτό το πράγμα. Νομίζομε ότι έχουμε ανάγκη την υγεία... Αλλά, πράγματι την έχουμε ανάγκη; Μήπως έχουμε ανάγκη την αρρώστια! Μήπως έχουμε ανάγκη τον πόνο! Μήπως έχουμε ανάγκη την καταστροφή ακόμα! Γιατί ο Θεός δεν βλέπει μέσα στα 60-80-90 χρόνια που ζει ένας άνθρωπος. Γιατί ο Θεός βλέπει ότι θέλομε να ζήσουμε μαζί Του αιώνια. Ότι ζητούμε τη σωτηρία μας! Ζητούμε την αιωνιότητα! Αλλά, ζητούμε και πράγματα τα οποία δεν θα μας ωφελήσουν. Και ο Θεός βλέπει και δίδει αυτό που πράγματι εμείς έχομε ανάγκη!

Κι όταν ο άνθρωπος πράγματι το γευθεί αυτό και το καταλάβει και περάσει στη ζωή του πολλές δοκιμασίες και πολλές περιπέτειες και διά πολλών θλίψεων διέλθει τον δρόμο της ζωής του, τότε απομένει σαν λάφυρο πείρας αυτή η μεγάλη εμπειρία «άφησ' τα στα χέρια του Θεού και μη φοβάσαι· μη φοβάσαι». Ο Θεός θα κάνει το καλύτερο, το άριστο, το θεοπρεπές. Εσύ ό,τι και να κάμεις, όσο καλό και να το κάμεις, θα 'χει και την ανθρώπινη λειψάδα πάνω, θα 'χει και την ανθρώπινη ατέλεια! Ενώ ό,τι κάμει ο Θεός είναι τέλειο. Κι είναι αδύνατο ο Θεός να κάνει λάθος! Ο Θεός δεν κάμνει λάθη κι ούτε αφήνει τα έργα του ατέλειωτα. Ούτε αρχίζει κάτι και το μετανιώνει μετά! Ούτε απογοητεύει ποτέ τον άνθρωπο. Ούτε σε αφήνει μόνο σου. Ούτε σε ντροπιάζει ο Θεός. Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να σε καταισχύνει, όταν εσύ ελπίζεις εις Αυτόν.

Ο ταπεινός, λοιπόν, άνθρωπος είναι αυτός που αφήνει τη ζωή του στα χέρια του Θεού· γι' αυτό εκείνο που μας χρειάζεται, αδελφοί μου, είναι να αγωνιζόμαστε καθημερινά, να κάνομε άσκηση από τα πιο απλά πράγματα, για να μάθομε τον εαυτό μας να τ' αφήνει στα χέρια του Θεού.

Λέγει στο Γεροντικό, σ' ένα περίφημο και ωραιότατο βιβλίο: Είπε ο Αββάς Αγάθων ότι σήμερα θα κάνω το θέλημα του Θεού. Και σηκώθηκε και παρεκάλεσε τον Θεό: «Κύριε, αξίωσέ με σήμερα να κάνω το θέλημά Σου! Να πω κι εγώ ότι μια μέρα της ζωής μου έκαμα το θέλημα του Θεού! Αφού όλες τις άλλες παραβαίνω το θέλημα του Θεού, έστω και μια μέρα ας το κάμω! Να έχω στη συνείδησή μου μέσα ότι έκαμα το θέλημα του Θεού.» Τι έκαμε; Εγώ θα έλεγα, μες το φτωχό μου το μυαλό, ότι θα έκανε προσευχή όλη μέρα, ή θα κλεινόταν στο κελί του ή θα διέβαζε όλη μέρα. Δεν έκαμε τίποτα απ' όλ' αυτά! Έκαμε τη δουλειά του. Τι δουλειά είχε να κάμει εκείνη τη μέρα; Ήθελε ν' αλέσει το σιτάρι του, για να το κάμει αλεύρι και να το πάρει πίσω στην έρημο να έχει το αλεύρι της χρονιάς. Το φορτώθηκε και το πήγε στο χωριό, στην κώμη. Κι εκεί, λέει, ν' αλέσω το σιτάρι μου και να το πάρω πίσω με τα πόδια.

Πήγε πρώτος. Μόλις ετοιμάστηκε να βάλει το σιτάρι στον μύλο πήγε κάποιος άνθρωπος και του λέει: «Αββά, δεν μ' αφήνεις ν' αλέσω εγώ που βιάζομαι κι εσύ αλέθεις ύστερα;» Λέει, «ευχαρίστως, αδελφέ μου». Και τον άφησε. Μόλις έφυγε εκείνος κι ετοιμάστηκε να ξαναβάλει το σιτάρι του ήρθε ένας άλλος. Του λέει, «αββά, σε παρακαλώ, εσύ δεν έχεις δουλειές, καλόγερος είσαι, άφησ' με εμένα να αλέσω και αλέθεις μετά». «Ευχαρίστως»! Κι όχι μόνο τους άφηνε· βοηθούσε και στο άλεσμα. Και δεν ξέρω αν θυμάστε εσείς, πώς ήταν ν' αλέθεις τότε. Δεν άλεθες με τις μηχανές. Εγώ στο Άγιον Όρος το πρόλαβα που εμείς κυλούσαμε την πέτρα εκείνη, σπρώχναμε την πέτρα εμείς ή τα ζώα. Μπήκε κάτω από τον ζυγό της πέτρας και άλεσε. Τέλος πάντων, να μην πολυλογούμε, από το πρωί μέχρι το βράδυ μόλις ετοιμαζόταν να βάλει το σιτάρι, πήγαινε άλλος και του γινόταν η ίδια σκηνή. Έφτασε η νύχτα και δεν άλεσε το σιτάρι! Το φορτώθηκε να πάει πίσω... Δεν έκαμε κάτι «πνευματικό», ας το πούμε εντός εισαγωγικών. Ούτε και θεωρήθηκε ότι έκαμε και τη δουλειά του. Κι όμως ο Θεός τον επληροφόρησε ότι «σήμερα έκαμες το θέλημα του Θεού!»

Βλέπετε, σ' ένα απλό πράγμα, μέσα στην καθημερινή ζωή, πήρε το σιτάρι να πάει να τ' αλέσει. Πήγε εκεί και συναντούσε εμπόδια. Δεν αγανάκτησε, δεν εθύμωσε... Δεν είπε: «Καλά, φτάνει! Κορόιδο είμαι; Ήρθε ο πρώτος, ήρθε ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος, ας αλέσω κι εγώ το σιτάρι μου να πάω πίσω, που είμαι και μακριά και το φορτώθηκα και στην πλάτη κι έχω ανάγκη!» Τίποτα απ' όλ' αυτά!

Και ένα άλλο: Έλεγαν για τον Αββά Μακάριο ότι πέρασε τον Νείλο και θέλοντας να επιστρέψει πίσω στη Σκήτη, χάλασε το πλοίο, το δημόσιο πλοίο. Και καθόταν εκεί μαζί με τους υπολοίπους κοσμικούς ανθρώπους και περίμενε να φτειαχτεί το πλοίο. Πήγαν κάποιοι και του είπαν: «Αββά, έλα έχει βάρκες άλλες, να περάσεις απέναντι, να μην περιμένεις εδώ άδικα.» Λέει: «Όχι. Ουκ αναβαίνω ει μη στο δημόσιον πλοίον. Δεν θα πάω με κανένα άλλο πλοίο· θα πάω μόνο με το δημόσιο πλοίο.» Γιατί; Γιατί ήθελε να ασκήσει τον εαυτό του σ' αυτή την εκκοπή του ιδίου θελήματος. Σ' αυτό το να θέλει να τα κάμει όλα ο ίδιος! Με ειρήνην άκραν και με αταραξία και ησυχία αντιμετώπιζε αυτό που ήταν μπροστά του.

Και εμείς αδελφοί μου στην καθημερινή μας ζωή ν' ασκούμε τον εαυτό μας -κι εσείς, δόξα τω Θεώ, έχετε αφορμές ασκήσεως πολλές! Μόνο να πας και να 'ρθεις στο κέντρο της Αθήνας, είναι μεγάλη άσκησις! Και μεγάλη πρόκλησις να μην πεις τίποτα ή να μην εκνευριστείς. Και να κάμεις υπομονή και να πεις «έτσι είναι... θα πάμε όπως παν τα πράγματα». Έρχεται ο ένας μπαίνει μπροστά, ο άλλος μπαίνει μπροστά, σε βρίζουν κι όλας από πάνω... αλλά έχεις ειρήνη! Αρχίζει κανείς, λέει ο Αββάς Δωρόθεος, από τα μικρά-μικρά-μικρά, για να πάει στα μεγάλα. Ώστε υπερβαίνοντας τον εαυτό του, υπερβαίνοντας τον ατομισμό, τον εγωισμό, αυτό το να θέλουμε να τα ελέγξουμε όλα, να μπουν όλα στο δικό μας πρόγραμμα, να γίνουν όλα όπως εμείς τα θέλομε, να γίνουν όλα όπως εμείς τα προγραμματίζομε, να γίνουν όλα όπως εμείς τα οραματιζόμαστε. Ακόμη και τα άγια όνειρά μας! Ακόμη κι οι ευσεβείς πόθοι μας. Ακόμα κι αυτά που νομίζουμε ότι είναι σημαντικά και είναι κατά Θεόν, που όμως πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τα δούμε όλα αυτά να καταρρέουν μέσα σε πλήρη ειρήνη! Έχοντας μέσα στην ψυχή μας συνεχώς αυτή την αίσθηση ότι ο Θεός όλα τα βλέπει, ο Θεός όλα τα παρακολουθεί. Τίποτε δεν πρόκειται να γίνει, ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο απ' ό,τι επιτρέψει ο Θεός. 

Αυτή τη φράση συχνά-πυκνά μας την έλεγε ο γέροντάς μας [6] όταν πειρασμοί ποικίλοι μας εκύκλωναν και λέγαμε «γέροντα, τι θα γίνει τώρα;» Κι έλεγε:
- Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ' ό,τι επιτρέψει ο Θεός».
- Και πώς θ' αντιδράσουμε και τι θα γίνει;...
- Πού είναι ο Θεός, παιδί μου; Ο Θεός δεν βλέπει; Εάν ο Θεός βλέπει, έχετε ειρήνην. Άσ' τα στα χέρια του Θεού! Εμείς είμαστε έτοιμοι ν' αποδεχθούμε ό,τι ο Θεός επιτρέψει. Θα κάνουμε αυτό που μπορούμε, θα κάνουμε αυτό που είναι στο χέρι μας, ό,τι εξαρτάται από μας και τα υπόλοιπα στα χέρια του Θεού.

Και πράγματι, ο Θεός ουδέποτε μας εγκατέλειψε, αλλά και ουδέποτε εγκατέλειψε κανένα άνθρωπο.

Και ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής όλης της ασκητικής αγωγής; Το αποτέλεσμα είναι ότι ο άνθρωπος τελικά, όταν βιώσει αυτή την εμπειρία της ξαλάφρωσης, της άνεσης, του να παραδώσεις τα πάντα στα χέρια του Θεού, τότε ο άνθρωπος επιστρέφει και γίνεται ως το παιδίον που δεν έχει μέριμνες, που 'ναι μέσα στην αγκαλιά της μητέρας του κι αισθάνεται τόσον όμορφα και τόσον ωραία. Και γίνεται, πραγματικά, αυτό το παιδίον το οποίο εισέρχεται εις την βασιλείαν του Θεού. Κι έχει ειρήνη μέσα στην ψυχή κι ευχαριστεί τον Θεό για όλα. Και χαίρεται· είναι χαρούμενος. Είναι ειρηνικός. Δεν έχει εχθρούς, έστω κι αν δεν τον θέλει κανένας! Δεν αισθάνεται για κάποιον κάτι! Δεν φοβάται τον απέναντί του. Δεν φοβάται τον γείτονά του. Δεν έχει καχυποψίες για τους άλλους ανθρώπους. Δεν αισθάνεται ότι κινδυνεύει, έστω κι αν βλέπει μπροστά του κάποιους έτοιμους να τον κατασκοτώσουν. Αισθάνεται μια φοβερή ασφάλεια.

Αυτή η ανασφάλεια που μαστίζει τον κόσμο σήμερα, θεραπεύεται μ' αυτή την ασφάλεια της παρουσίας του Θεού. Κι αυτό το άγχος και η αγωνία που μας κατατρώγει θεραπεύεται μ' αυτή τη νηπιακή, την εν Χριστώ νηπιότητα, η οποία σφραγίζει το έργο των ανθρώπων που αφήνουν τη ζωή τους μ' εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού.

Όποιος θέλει μπορεί να το δοκιμάσει. Είναι για τα παλληκάρια, όπως έλεγε κι ο γέροντας Παΐσιος! Θέλει λεβεντιά να το κάνεις. Θέλει πολύ θάρρος. Αλλά δοκιμάστε τον Θεό. Δοκιμάστε τον Θεό και θα δείτε ότι δεν θα χάσετε. Όποιος ελπίζει επί Κύριον, αυτός δεν καταισχύνεται ποτέ. Κι αυτή η προτροπή της Εκκλησίας «πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα» νομίζω είναι η πιο σημαντική προτροπή στην εποχή μας για κάθε άνθρωπο: για τους γονείς, για τους νέους, για τους ηλικιωμένους, για τους ιερείς, για κάθε ένα που προβληματίζεται και αγωνιά για το τι γίνεται γύρω μας. Ο Θεός έχει τα πάντα στο δικό Του χέρι. Κι όταν είναι τα πάντα στα χέρια του Θεού, τότε έχουμε ειρήνη μέσα στην ψυχή μας.

Εύχομαι, αδελφοί μου, αυτή την ειρήνη του Θεού να την έχουμε όλοι μας, όπως ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος, που παρ' όλο ότι βρισκόταν προ του θανάτου, ζούσε σαν να ήταν μέσα σε βασιλικό ανάκτορο, γιατί ο Θεός κατοικούσε στην ψυχή του κι αυτός άφησε τα πάντα στα χέρια του Θεού!

μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος
Ομιλία στα «Δημήτρια» του Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου (Άγιος Δημήτριος Αττικής, 22/10/2009)
Πηγή βίντεο: Ορθόδοξες Χριστιανικές Ταινίες
Η ομιλία διατίθεται σε mp3 από τον Ιστοχώρο διανομής ορθόδοξων πνευματικών ομιλιών Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού 

Σημειώσεις:
[1] Αναφέρεται στο 1992, όταν ήταν Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ο αείμνηστος Χρυσόστομος Α'. Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του μητροπολίτη Λεμεσού βλέπε εδώ.
[2] Κύριο επίνειο και βασική είσοδος του Αγίου Όρους.
[3] η πρωτεύουσα του Αγίου Όρους.
[4] Ο Χρίστος Σαρτζετάκης διετέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας από το 1985-1990.
[5] Περιοχή της ερήμου του Αγίου Όρους στο ΝΑ του άκρο, υπαγόμενη στην Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας. Ονομάστηκε έτσι διότι η μόνη διόδος στα απόκρημνα ησυχαστήρια ήταν με καρούλια.
[6] Εννοεί τον γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό.

Υ/γ. 
Με τον ίδιο στίχο βίωνε τη ζωή του και ο όσιος γέροντας Πορφύριος (βλ. «Η ασθένειά μας γίνεται πραγματική ευεργεσία»). Αξίζει ακόμη ν' ακούσουμε και το απόσπασμα από την ομιλία του π. Ανδρέα Κονάνου «Τίποτα δεν είναι τυχαίο». Είναι πραγματικά δύσκολο να εμπιστευθούμε τόσο πολύ τον Θεό ώστε να γαληνέψουμε στα χέρια Του και να Του πούμε «δέχομαι ό,τι μου φέρνεις»: μια όχι τυχαία συνάντηση, μια όχι τυχαία συμπόρευση, ένα όχι τυχαίο χωρισμό, μια όχι τυχαία σκληρή δοκιμασία! Ας τα δεχόμαστε κι ας αγνοούμε τα γιατί τους κάθε φορά...


ΑΠΟΧΑΙΡΕΡΙΣΜΟΣ
Αγαπημένοι μας αναγνώστες -επώνυμοι και ανώνυμοι, όσοι αφήσατε ένα καλό σας λόγο, μια σκέψη ή μια ανησυχία σας, αλλά κι εσείς που περνούσατε αθόρυβα και διακριτικά από το ιστολόγιό μας, σήμερα ανεβάσαμε την τελευταία μας ανάρτηση. Μη διερωτηθείτε γιατί, απλώς σεβαστείτε αυτή μας την ελεύθερη απόφαση, όπως πρέπει να κάνει καθένας που αγαπά. Είναι στιγμές που κάποια πράγματα κάνουν τον κύκλο τους, δίνουν όσα έχουν να δώσουν και νιώθεις ότι έφτασαν στο τέλος.

Αποχωριζόμαστε αυτό το ιστολόγιο (και το δίδυμό του αδελφάκι!) όπως αποχωρίζεται κανείς κάτι πολύ αγαπημένο, γιατί το φτειάξαμε μ’ ένα πολύ αγαπημένο μας πρόσωπο μ’ αγάπη κι ελπίδα κι όνειρα και γιατί ήταν πάντα ευκαιρία προσφοράς σε όλους τους συνανθρώπους μας, σε όλους εσάς.

Χωρίς αναγνώστες δεν θα είχε αξία! Μας αγαπήσατε και οι επισκέψεις σας όλο πλήθαιναν, γι’ αυτό σας ευχαριστούμε από καρδιάς. Ευχόμαστε πραγματικά να μίλησε έστω και μία ανάρτησή μας στην ψυχή σας, να βρήκατε έστω και ένα ωφέλιμο λόγο σε μια δύσκολη στιγμή σας, να αναγνωρίσατε ένα λάθος σας μέσα από τα κείμενά μας. Ευχόμαστε να μπορείτε να βλέπετε την Αγάπη Του μέσα στις αναρτήσεις μας και να ελπίζετε ξανά! Κι αν σας περισσεύει κανένα «Κύριε ελέησον», θυμηθείτε σήμερα τους δούλους του Θεού Μαρία και Ευγένιο και ξέρει Εκείνος. ;)
 
Δεν υπήρξαμε ποτέ δάσκαλοι! Αντιγραφές άλλωστε κάναμε σχεδόν πάντοτε. Κι ήμασταν κι εμείς μαθητές του λόγου Του και στον ίδιο αγώνα. Ήταν πάντοτε το ιστολόγιό μας μια πρόκληση να πορευτούμε τον αγώνα της σωτηρίας μας. Έτσι είναι και τώρα που το αποχωριζόμαστε: Η μεγαλύτερη πρόκληση να μάθουμε να σεβόμαστε την ελευθερία του άλλου, να μάθουμε να σβήνουμε το θέλημά μας, να μάθουμε να εμπιστευόμαστε την απόλυτη Αγάπη.

Ας εμπιστευόμαστε, λοιπόν, την Αγάπη που πάντα ελπίζει και ουδέποτε εκπίπτει. Ας ζήσουμε το σήμερα σαν μια μοναδική ευκαιρία ν’ αφεθούμε πλήρως και μ' εμπιστοσύνη στα χέρια Του, σαν ένα πούπουλο στον θείο αγέρα. Είναι δύσκολο, αλλά θα ’ναι πανέμορφο όταν το καταφέρουμε!  

Τα λόγια του Ευαγγελίου και μια ομιλία του μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου -του γέροντά μας!- επιλέξαμε για αποχαιρετισμό... Μια ομιλία που δεν κουραστήκαμε ν' ακούμε ξανά και ξανά αυτό το διάστημα. Μια ομιλία διδακτική, παρηγορητική κι ελπιδοφόρα... Μια ομιλία σαν προσευχή! Νιώθουμε πως δεν θα υπήρχε πιο όμορφος τρόπος γι' αυτόν τον αποχαιρετισμό: Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα!

Με αγάπη,
η Μαρία κι ο Ευγένιός σας

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Ο Χριστός είναι η χαρά, η ελπίδα, η αγάπη μας!


ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ, ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ

Ο Χριστός είναι η χαρά, το φως το αληθινό, η ευτυχία. Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Η σχέση με τον Χριστό είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι λαχτάρα του θείου. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η αγάπη μας, Αυτός ο έρωτάς μας. Είναι έρωτας αναφαίρετος ο έρωτας του Χριστού. Από κει πηγάζει η χαρά.

Η χαρά είναι ο ίδιος ο Χριστός. Είναι μία χαρά, που σε κάνει άλλο άνθρωπο. Είναι μία πνευματική τρέλα, αλλά εν Χριστώ. Σε μεθάει σαν το κρασί το ανόθευτο, αυτό το κρασί το πνευματικό. Όπως λέγει ο Δαβίδ: «ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον» (Ψαλμ. ΚΒ' 5). Ο πνευματικός οίνος είναι άκρατος, ανόθευτος, πολύ δυνατός κι όταν τον πίνεις, σε μεθάει. Αυτή η θεία μέθη είναι δώρο του Θεού, που δίδεται στους «καθαρούς τη καρδία» (Πρβλ. Ματθ. ε' 8).

Όσο μπορείτε να νηστεύετε, όσες μετάνοιες μπορείτε να κάνετε, όσες αγρυπνίες θέλετε ν’ απολαμβάνετε, αλλά να είστε χαρούμενοι. Να έχετε τη χαρά του Χριστού. Είναι η χαρά που διαρκεί αιώνια, που έχει αιώνια ευφροσύνη. Είναι χαρά του Κυρίου μας, που δίνει την ασφαλή γαλήνη, τη γαλήνια τερπνότητα και την πάντερπνη ευδαιμονία. Η χαρά η πασίχαρη, που ξεπερνά κάθε χαρά. Ο Χριστός θέλει κι ευχαριστείται να σκορπάει τη χαρά, να πλουτίζει τους πιστούς Του με χαρά. Εύχομαι, «ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη» (Α’ Ιω. α' 4).

Αυτή είναι η θρησκεία μας. Εκεί πρέπει να πάμε. Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος, παιδιά μου. Τι είναι Παράδεισος; Ο Χριστός είναι. Από δω αρχίζει ο Παράδεισος. Είναι ακριβώς το ίδιο, όσοι εδώ στη γη ζουν τον Χριστό, ζουν τον Παράδεισο. Έτσι είναι, που σάς το λέγω. Είναι σωστό, αληθινό αυτό, πιστέψτε με! Έργο μας είναι να προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να μπούμε μέσα στο φως του Χριστού. Δεν είναι να κάνει κανείς τα τυπικά. Η ουσία είναι να είμαστε μαζί με τον Χριστό. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν’ αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί στο θείο έρωτα. Έτσι θα μάς αγαπήσει κι Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη. Αυτό θέλει πιο πολύ ο Χριστός, να μάς γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή της χαράς. Αυτή η χαρά είναι δώρο του Χριστού. Μέσα σ’ αυτή τη χαρά θα γνωρίσομε τον Χριστό. Δεν μπορούμε να Τον γνωρίσουμε, αν Εκείνος δεν μας γνωρίσει. Πώς το λέγει ο Δαβίδ; «ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες· ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων» (Ψαλμ. ΡΚΣΤ'[126] 1).

Αυτά η ψυχή μας θέλει να αποκτήσει. Αν προετοιμασθούμε ανάλογα, η χάρις θα μάς τα δώσει. Δεν είναι δύσκολο. Αν αποσπάσουμε την χάρι, όλα είναι εύκολα, χαρούμενα κι ευλογία Θεού. Η θεία χάρις διαρκώς κρούει την πόρτα της ψυχής μας και περιμένει ν’ ανοίξουμε, για να έλθει στην διψώσαν καρδίαν μας και να την πληρώσει. Το πλήρωμα είναι ο Χριστός, η Παναγία μας, η Αγία Τριάς. Τι ωραία πράγματα!

Άμα αγαπάεις, ζεις στην Ομόνοια και δεν ξέρεις ότι βρίσκεσαι στην Ομόνοια. Ούτε αυτοκίνητα βλέπεις, ούτε κόσμο βλέπεις, ούτε τίποτα. Είσαι μέσα σου με το πρόσωπο που αγαπάς. Το ζεις, το ευχαριστιέσαι, σ’ εμπνέει. Δεν είναι αληθινά αυτά; Σκεφθείτε αυτό το πρόσωπο που αγαπάτε να είναι ο Χριστός. Ο Χριστός στο νου σου, ο Χριστός στην καρδιά σου, ο Χριστός σ’ όλο σου το είναι, ο Χριστός παντού.

Ο Χριστός είναι η ζωή, η πηγή της ζωής, η πηγή της χαράς, η πηγή του φωτός του αληθινού, το παν. Όποιος αγαπάει τον Χριστό και τους άλλους, αυτός ζει τη ζωή. Ζωή χωρίς Χριστό είναι θάνατος, είναι κόλαση, δεν είναι ζωή. Αυτή είναι η κόλαση, η μη αγάπη. Ζωή είναι ο Χριστός. Η αγάπη είναι η ζωή του Χριστού. Ή θα είσαι στη ζωή ή στο θάνατο. Από σένα εξαρτάται να διαλέξεις.

Ένας να είναι ο στόχος μας, η αγάπη στον Χριστό, στην Εκκλησία, στον πλησίον. Η αγάπη, η λατρεία προς τον Θεό, η λαχτάρα, η ένωση με τον Χριστό και με την Εκκλησία είναι ο επί γης Παράδεισος. Η αγάπη στον Χριστό είναι κι αγάπη στον πλησίον, σ’ όλους, και στους εχθρούς. Ο χριστιανός πονάει για όλους, θέλει όλοι να σωθούν, όλοι να γευθούν τη Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι ο χριστιανισμός. Μέσω της αγάπης προς τον αδελφό θα κατορθώσουμε ν’ αγαπήσουμε τον Θεό. Ενώ το επιθυμούμε, ενώ το θέλουμε, ενώ είμαστε άξιοι, η θεία χάρις έρχεται μέσω του αδελφού. Όταν αγαπάμε τον αδελφό, αγαπάμε την Εκκλησία, άρα τον Χριστό. Μέσα στην Εκκλησία είμαστε κι εμείς. Άρα όταν αγαπάμε την Εκκλησία, αγαπάμε και τον εαυτό μας.

Πηγή: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Βίος και Λόγοι, έκδ. Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, Χανιά: 2003.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Το χαστούκι και τα «πυροσβεστικά» της Παναγίας μας!


ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ ΜΕ ΑΛΛΕΠΑΛΛΗΛΑ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΑΠΕΣΤΕΙΛΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΩΝΥΜΟ ΟΡΟΣ Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ...

Ποιος άραγε άνθρωπος δεν αναπολεί στο διάβα της ζωής του το μητρικό εκείνο χάδι που του παρείχε πέραν της μοναδικής αγάπης και την απαραίτητη ασφάλεια; Αυτό ακριβώς το μητρικό χάδι στην πιο τέλεια μορφή, το χάδι που συνιστά αληθινό μεγαλείο βίωσαν για άλλη μια φορά οι μοναχοί, δηλαδή τα παιδιά της Υπεραγίας Θεοτόκου που ζουν στο Αγιώνυμο Όρος, οι περιβολάρηδες του εξαίσιου επίγειου Περιβολιού Της! Αυτοί που αντιλαμβάνονται την Παναγία μας ως τείχος προστασίας και πύργο ασφαλείας. Βέβαια το μεγαλείο αυτό, που για τα γαντζωμένα πάνω Της παιδιά της Παναγίας μας ανέκαθεν αποτελούσε μία φυσική απλή κατάσταση, για εμάς τους υπολοίπους και κλυδωνιζόμενους σε μια ανούσια λογικοκρατούμενη καθημερινότητα εκλαμβάνεται ως ένα ανεξήγητο πραγματικά γεγονός που απλά είθισται να αποκαλούμε ως θαύμα.

Κοινωνούς λοιπόν καλοί μου Χριστιανοί των τελευταίων αξιοθαύμαστων γεγονότων που έλαβαν χώρα στο Περιβόλι της Παναγίας εξ αφορμής και της μεγάλης εορτής του Δεκαπενταυγούστου θα ήθελα να σας κάνω σε μια προσπάθεια να μοιραστώ μαζί σας την χαρά που ένιωσα. Κι αυτό γιατί στην λογικοκρατία της σύγχρονης εποχής που διαβαίνουμε εν μέσω παντός φύσεως κρίσεων που καθιστούν μόνιμο συνοδό της καθημερινότητάς μας τη θλίψη και την απελπισία, τέτοια μητρικά χάδια της γλυκυτάτης Παναγίας, της πύλης της σωτηρίας όχι μόνο αποτελούν παρηγοριά αλλά κυρίως προσδίδουν την απαραίτητη εκείνη πνευματική δύναμη που μας οπλίζει με το εφόδιο της υπομονής. Δεν θέλω όμως να γίνω περισσότερο κουραστικός και γι' αυτό θα εισέλθω αμέσως στην καταγραφή των αξιοθαύμαστων συγκλονιστικών γεγονότων που βίωσα ως απλός προσκυνητής με την χάρη της Υπεραγίας Θεοτόκου! 

Βιβλική καταστροφή!
Το προσκύνημα τούτο συνέπεσε με την μεγάλη πυρκαγιά, η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών κατέστρεψε 13.000 σχεδόν στρέμματα δασικής κυρίως εκτάσεως. Από την πύρινη λαίλαπα κινδύνεψε και η Ουρανούπολη την 9η Αυγούστου, γεγονός που προκάλεσε την άμεση εκκένωσή της. Ωστόσο, το βράδυ της ίδιας ημέρας οι πυροσβεστικές δυνάμεις είχαν καταφέρει να ελέγξουν ένα σημαντικό μέρος του μετώπου, γεγονός που επέτρεψε στους κατοίκους της να επιστρέψουν στις οικίες τους. 

Ανεξέλεγκτη πάντως ήταν η φωτιά σύμφωνα με τα λεγόμενα των πυροσβεστών που συνάντησα στο πλοίο της γραμμής που με μετέφερε από την πληγωμένη από τις φλόγες Ουρανούπολη προς το λιμάνι της Αγιώνυμης Πολιτείας του Άθω, τη Δάφνη, την επομένη ημέρα, Παρασκευή 10 Αυγούστου. Από το κατάστρωμα του πλοίου μπορούσες να διακρίνεις τις τεράστιες φλόγες που κατέκαιαν τα λιγοστά δέντρα που είχαν απομείνει στο βορειοανατολικό μέρος της πύλης του αγίου Όρους, της Ουρανούπολης. Επίγειες δυνάμεις επιχειρούσαν εκείνη την ώρα ενώ όπως μου είπαν οι κατάκοποι στην κυριολεξία πυροσβέστες που επέβαιναν στο πλοίο για να μεταφερθούν στο μέτωπο της φωτιάς που κατέκαιε δασικές εκτάσεις μέσα στο Άγιο Όρος μοναδική ελπίδα για σημαντική συνεισφορά στο έργο της κατάσβεσης αποτελούσαν τα πυροσβεστικά αεροπλάνα και τα ελικόπτερα. Στα ταλαιπωρημένα από το ξενύχτι και τις μάχες με τις φλόγες πρόσωπά τους εύκολα διέκρινες την απογοήτευση, τη θλίψη και την απελπισία. 

«Εάν συνεχιστεί ο αέρας αδελφέ μου με την ένταση αυτή η φωτιά θα σβήσει μετά ένα μήνα» είπε κάποιος εξ αυτών με τα διακριτικά της ομάδας ΕΜΑΚ. Η «Αγία Άννα», έτσι έλεγαν το πλοίο της γραμμής, ήδη είχε αφήσει πίσω την Ουρανούπολη και πλησίαζε προς τον αρσανά (λιμανάκι) της Ιεράς Μονής Ζωγράφου. Σε όλη τη διαδρομή τούτη ο ολοένα αυξανόμενος καπνός σε βοηθούσε να κατανοήσεις την έκταση της μεγάλης καταστροφής που μέχρι τότε είχε προξενήσει η πυρκαγιά. Δεν πέρασαν παρά μόνο πέντε λεπτά όταν άρχισαν να διακρίνονται οι φλόγες που έκαιγαν ένα υπέροχο πευκοδάσος λίγο πριν τον αρσανά της Ι. Μονής Ζωγράφου. Ένα ελικόπτερο και δύο πυροσβεστικά αεροπλάνα είχαν ήδη ριχθεί στη μάχη με τις φλόγες. Στην κυριολεξία εξαφανίζονταν μέσα στον αφόρητο, ακόμη και για εμάς που βρισκόμαστε σε κάποια απόσταση από τις εστίες της φωτιάς, καπνό, για να εμφανιστούν και πάλι στη θάλασσα να πάρουν νερό. Πόσο δύσκολο είναι το έργο αυτών των παιδιών, των πιλότων μας, σκεφτόμουν. Οι λιγοστοί επιβάτες του πλοίου, στην πλειονότητά τους πυροσβέστες, εισήλθαν στην αίθουσα του πλοίου έτσι ώστε να αποφύγουν τον καπνό, ο οποίος είχε πλέον γίνει ιδιαίτερα πυκνός, εμποδίζοντας ακόμη και να αναπνεύσεις. Έπιασα μια γωνιά και βυθίστηκα στις σκέψεις. Δεκάδες ερωτηματικά του τύπου πώς και γιατί επέτρεψε η Παναγία να γίνει αυτό; Τι άραγε να έφταιξε και ο καλός Θεός επέτρεψε τέτοια δοκιμασία; Τέτοιες σκέψεις άρχισαν να με βασανίζουν. Μάταια προσπαθούσα να βρω απαντήσεις.  

Καθώς έφθασα μετά από δύο σχεδόν ώρες στις Καρυές έτρεξα να συναντήσω τον γέροντα Γαβριήλ, τον γέροντα εκείνο ασκητή με το αφοπλιστικό χαμόγελο, την πηγαία καλοσύνη του και προπαντός την σοφία του, που έλαβε ως δώρο από την γλυκιά μας Παναγία για τον επίπονο αγώνα του στη νηστεία και την προσευχή.

Με υποδέχθηκε με ένα πλατύ χαμόγελο! Τον συνάντησα μόνο να καθαρίζει με ένα φτυάρι κάποια χώματα, αγνοώντας για άλλη μια φορά το γεγονός πως υποφέρει από κοίλη... Ήταν ήσυχος παρά το γεγονός που γνώριζε το καταστροφικό έργο της φωτιάς. Κατάλαβε ως άριστος καρδιογνώστης την ανησυχία μου και τα ερωματικά που με απασχολούσαν. Άρχισε αμέσως με τον μοναδικό τρόπο της σοφίας που διακρίνει τους χαριτωμένους αυτούς γέροντες, που αντιτάσσονται σθεναρά στη δαιμονική λογικοκρατία της εποχής και με το παράδειγμά τους διδάσκουν τον ιδανικό εκείνο τρόπο που σε καθιστούν κοινωνό της κατ’ εξοχήν ζωής, να μου διηγείται ένα περιστατικό από τη ζωή του γέροντα Παϊσίου.  

«Κάποιοι πατέρες στην μεγάλη πυρκαγιά του 1990 έτρεξαν στο γέροντα Παΐσιο παρακαλώντας τον να ικετεύσει την Παναγία να παρέμβει και να σβήσει την φωτιά. Εκείνος ευγενικά αρνήθηκε να ανταποκριθεί λέγοντάς τους πως τέτοια χαστούκια ενίοτε χρειάζονται για να μας επαναφέρουν στην ευεργετική εξαίσια σχέση με την γλυκιά μας Μητέρα, την Υπεραγία Θεοτόκο», μου είπε χαρακτηριστικά. Έμεινα αρκετή ώρα και μιλήσαμε για πολλά πνευματικά κυρίως ζητήματα. Ωστόσο δεν σας κρύβω πως φεύγοντας από το κελί του γέροντα η σκέψη μου βασανιζόταν με το τι είδους «χαστούκι» είναι αυτό και ποιοι άραγε να είναι οι αποδέκτες του.

Το μεσημέρι έφθασα στην Ιερά Μονή Καρακάλλου, τον τόπο που αναπαύεται συνήθως η ψυχή μου, όταν επισκέπτομαι το Περιβόλι της Παναγίας. Η προτίμησή μου αυτή φυσικά έχει κυρίως να κάνει με τους πολύχρονους πνευματικούς δεσμούς που διατηρώ με τον γέροντα Καθηγούμενο αρχιμ. Φιλόθεο και με πολλά μέλη της εκεί αδελφότητας. Μετά την τακτοποίηση από τον Αρχοντάρη της Μονής, τον πάντοτε πρόθυμο π. Νεκτάριο, σε δωμάτιο κατέβηκα στο θυρωρείο να δω και να συζητήσω λίγο με τον π. Θεολόγο. Εκείνη ακριβώς την ώρα αναχωρούσαν με τις ευλογίες και τις κατάλληλες νουθεσίες του γέροντα π. Φιλοθέου τρεις μοναχοί, ο π. Αγάθων, ο π. Λεόντιος και ο π. Κοσμάς για την περιοχή της Μονής Χιλανδαρίου, όπου εμαίνετο η πυρκαγιά. Θα αντικαταστούσαν άλλους πατέρες, τον π. Ιωανίκειο, τον π. Λουκά και το νεαρό Αρτεμά που ήδη βρισκόντουσαν στο μέτωπο της φωτιάς. Όπως έμαθα από τον π. Θεολόγο αλλά και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα με τον διοικητή του Αγίου Όρους, κ. Αρίστο Κασμίρογλου, μοναχοί από όλες τις Ιερές Μονές αλλά και από κελιά και σκήτες συνέβαλαν ουσιαστικά στο επίπονο έργο της κατάσβεσης. Ο διοικητής ακόμη μου εκμυστηρεύτηκε πως το έργο της κατάσβεσης είναι πάρα πολύ δύσκολο, επισημαίνοντας ότι το μέτωπο εκτείνεται σε ακτίνα 8- 10 χιλιομέτρων. Με ενημέρωσε για την παρουσία Σέρβων πυροσβεστών αλλά και για την ευρύτατη κινητοποίηση της κυβέρνησης. Η συζήτησή μας ολοκληρώθηκε λέγοντάς μου. «Μόνο με θαύμα της Παναγίας μας θα σβήσει η φωτιά!» Σ’ αυτό συμφώνησα λέγοντας του «είθε η Βασίλισσά μας να ανταποκριθεί»… 

Οι παρακλήσεις, η λιτανεία και η παρέμβαση της Παναγίας
Το πρωί της 11ης Αυγούστου, συνάντησα τον ταπεινό γέροντα Φιλόθεο στο Εξομολογητήριο της Μονής. Μεταξύ των άλλων του εξέθεσα και την αγωνία μου για τον κίνδυνο και την απειλή της φωτιάς. «Ε, αγαπητέ μου, πολλές φορές αυτά τα μικρά χαστουκάκια μάς βοηθούν να ξυπνήσουμε από το λήθαργο και μας επαναφέρουν στην απαραίτητη και αναγκαία σύνδεση με την γλυκυτάτη Παναγία μας, που νοιάζεται νυχθημερόν για τη σωτηρία μας. Είναι ευεργετικά αυτά τα χαστουκάκια της Παναγίας μας, γιατί μας υπενθυμίζουν την αποστολή μας. Τι ήρθαμε να κάνουμε δηλαδή στο Περιβόλι Της!» 

Αν και ήθελα να τον ρωτήσω περισσότερα, το απέφυγα επειδή κατάλαβα πως έπρεπε να επιστρέψει στο Καθολικό, μιας και σε λίγο θα άρχιζε η ενάτη ωδή. Το μεσημέρι του Σαββάτου, ο γέροντας Φιλόθεος κάλεσε όλους τους αδελφούς αλλά και τους προσκυνητές στο Καθολικό. Όπως μας ενημέρωσε ο π. Πρόδρομος θα γινόταν παράκληση στην Παναγία να κάνει το θαύμα και να σβήσει την φωτιά. Την ίδια ώρα σε σκήτες και Ιερές Μονές γίνονταν επίσης ανάλογες ικεσίες και δεήσεις, ενώ ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου διακρίνοντας πλέον τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε η Μονή και διαπιστώνοντας την ανθρώπινη αδυναμία έναντι της πύρινης λαίλαπας προέβη σε λιτανεία της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Τριχερούσας και του τεμαχίου Τιμίου Ξύλου που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή. 

Σωτήριο χάδι…
Πολλοί ήταν εκείνοι στην Ιερά Μονή Καρακάλλου που κατά τη διάρκεια της Ιεράς Παράκλησης ένιωσαν το απαλό χάδι της Παναγίας να τους καθησυχάζει και να απομακρύνει κάθε ανησυχία. Η απερίγραπτη αυτή αίσθηση προσέδωσε σ᾽ όλους και κυρίως στον Άγιο Καθηγούμενο μια ηρεμία και μια σιγουριά πλέον πως η παρέμβαση της Υπερμάχου Στρατηγού του Αγίου Όρους και όλης της Ελλάδος δεν θα αργήσει. Οι πατέρες επέστρεψαν στα διακονήματα τους. Τηρώντας την υπόσχεση μου στον μάγειρα της Μονής π. Αρσένιο πήγα και τον βοήθησα στις προετοιμασίες του φαγητού και μετά επέστρεψα στο δωμάτιο να συνεχίσω την ανάγνωση του συγγράμματος του Αγίου Αναστασίου του Γόρδιου... Ασυναίσθητα κοίταξα έξω από το παράθυρο για να δω από πού θα έρθουν τα «πυροσβεστικά» της Παναγίας μας. Μία κίνηση που συνήθιζα να κάνω μικρό παιδί όταν ο μακαριστός γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης κατέβαζε την Αγία Κάρα του Οσίου Δαυίδ στο χωριό μου για να σταματήσει η ανομβρία. Τότε σαν πιτσιρικάδες τσακωνόμασταν περί του σημείου που θα εμφανιστούν τα σύννεφα που θα φέρουν την βροχή, που πάντοτε ερχόταν δίνοντας τέλος στο βασανιστήριο της ανομβρίας. Η χαρά μου δεν περιγράφεται όταν είδα από το παράθυρο του δωματίου πως στην πλευρά της Θάσου και της Καβάλας, όχι μόνο είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται τα πρώτα σύννεφα, αλλά φαίνονταν και οι πρώτες αστραπές. 

Περιχαρής έτρεξα στον προαύλιο χώρο να αναφέρω πως τα «πυροσβεστικά» της Παναγίας μας φάνηκαν στον ορίζοντα. Στην πύλη συνάντησα τον π. Θεοδόσιο, ο οποίος έδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον π. Παντελεήμονα και τον π. Γεράσιμο που ετοιμάζοντουσαν να μεταβούν στο μέτωπο της φωτιάς για να μοιράσουν με άλλους πατέρες τρόφιμα στους πυροσβέστες και τους στρατιώτες. Τους ξεπροβόδιζε ο πάντοτε χαμογελαστός π. Πρόδρομος. «Ξεχάσατε να πάρετε αδιάβροχα και ομπρέλες» τους είπα με μια παιδική αφέλεια. Χαμογέλασαν και κοίταξαν τον καταγάλανο ουρανό πάνω από τη Μονή Καρακάλλου, νομίζοντας πως αστειεύομαι. Τους διευκρίνησα τότε ότι από το δωμάτιό μου διέκρινα πως έρχεται δυνατό μπουρίνι και πως η Παναγία μας στέλνει τα δικά Της «πυροσβεστικά»... Προσέξτε γιατί θα επιστρέψετε βρεγμένοι, τους είπα καθώς έμπαιναν στον αυτοκίνητο.

Δεν πέρασαν παρά μόνο δύο – τρεις ώρες και επέστρεψαν μαζί με τους υπόλοιπους μοναχούς στην Ιερά Μονή της μετανοίας τους. Τα «πυροσβεστικά» εναέρια μέσα της Παναγίας μας έσβησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου την πύρινη λαίλαπα, ανακουφίζοντας τους εκατοντάδες πυροσβέστες, στρατιώτες και εθελοντές από ολη την χώρα που μάχονταν μάταια να την αναχαιτίσουν. Το θαυμαστό είναι ότι η φωτιά δεν πέρασε από τα σημεία που πέρασε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας μας και ο Τίμιος Σταυρός! Ως τείχος απροσμάχητον και πύργος ασφαλείας έστεκε η μορφή της Πλατυτέρας των ουρανών τρέποντας τις δαιμονιώδεις φλόγες προς τα πίσω. Τούτο το θαυμαστό γεγονός τονίζει άλλωστε στην ανακοίνωσή της η έκτακτη Διπλή Σύναξη που έγινε την Δευτέρα 13 Αυγούστου.  

«Παρά την τεράστιαν επιχείρησιν των μέσων της πυροσβεστικής υπηρεσίας, του στρατού, των Αγιορειτών πατέρων και πολλών εθελοντών προερχομένων εκ της ημεδαπής και εξ ομοδόξων χωρών, πανθομολογουμένως η δύναμις και η βοήθεια του Τιμίου Σταυρού και της Υπεραγίας Θεοτόκου, της προστάτιδος του Ιερού ημών Τόπου, ήσαν εκείνα που έφεραν αισίαν έκβασιν στον επώδυνον αυτόν πειρασμόν. Η έντονη βροχόπτωσι το βράδυ του Σαββάτου στον τόπον της πυρκαϊάς ήτο απάντησι στις έντονες δεήσεις των Πατέρων του Αγίου Όρους και πολλών πιστών, και μία αμοιβή στον κόπον και τις απέλπιδες προσπάθειες των πυροσβεστικών μέσων.» 

Καθ’ όλη τη διάρκεια της Κυριακής οι Αγιορείτες πατέρες ανέπεμπαν φανερά συγκινημένοι ευχαριστήριες δεήσεις στην Αγία Θεοτόκο, κάτι που έπραξαν και οι συμμετέχοντες πατέρες στη Διπλή Σύναξη τη Δευτέρα. 

Διπλό θαύμα!
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης τους ωστόσο, υπήρξε λόγω του δυνατού αέρα αναζωπύρωση της φωτιάς, κάτι που έκανε τους εναπομείναντες φύλακες πυροσβέστες να ζητήσουν άμεσα από την Ιερά Κοινότητα να στείλει ξυλοκόπους για να κατασκευάσουν νέα ζώνη πυρασφάλειας! Οι ξυλοκόποι όμως, όπως και οι περισσότερες πυροσβεστικές δυνάμεις, είχαν εξέλθει του Αγίου Όρους για να μεταβούν στις οικογένειές τους λόγω του Δεκαπενταύγουστου. Την ώρα εκείνη της αναζωπύρωσης βρισκόμουν για προσκύνημα στην Τιμία Ζώνη της Παναγίας μας στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Καθώς έμπαινα στο μοναστήρι είδα κάποιους πατέρες να ετοιμάζονται να μεταβούν στην φωτιά. Από το Βατοπαίδι, όπως αργότερα πληροφορήθηκα, είχε πάρει μέρος στην κατάσβεση μεγάλος αριθμός πατέρων. Πίστευα πως μεταβαίνουν απλά για φύλαξη και όχι για κατάσβεση. Μέσα σε λίγα λεπτά και ενώ τίποτε δεν πρόδιδε πως θα βρέξει, τα «πυροσβεστικά» μέσα της Παναγίας μας επανήλθαν. Έπιασε ξαφνικό δυνατό μπουρίνι που έσβησε και την τελευταία εστία φωτιάς δίδοντας τέλος στην αγωνία των αγιορειτών πατέρων που πλέον μιλούσαν για διπλό θαύμα. 

Η δοκιμασία και τα ουράνια μηνύματα
Τα ολοφάνερα αυτά θαύματα της Παναγίας μας με τα οποία δόθηκε τέλος στη δοκιμασία συζητούνταν ευρέως… Δεν σας κρύβω πως είχα λησμονήσει πλέον τα ερωτήματα και τις απορίες περί του τι σήμαινε άραγε αυτό το «χαστουκάκι» της Παναγίας και πως ερμηνευόταν η ταχεία ανταπόκρισή Της, στο αίτημα μοναχών και πιστών. Μου αρκούσε το θαύμα Της… Το απόγευμα της Δευτέρας χτύπησε το φορητό τηλέφωνό μου. «Πως πάει το προσκύνημα; Πόνεσες λίγο από το χαστουκάκι της Βασίλισσας;» Στην τηλεφωνική γραμμή ήταν ο γέροντας ασκητής από το Παγγαίο όρος. Με ενθουσιασμό άρχισα τότε να του εξιστορώ το διπλό θαύμα. Εκείνος μ’ άκουγε υπομονετικά χωρίς να μιλά. Όταν ολοκλήρωσα την πολυλογία μου είπε:  

«Πολλοί είναι οι αποδέκτες του μηνύματος της Αγίας Θεοτόκου. Το χαστουκάκι της, απευθυνόταν πρώτα-πρώτα στους κατοίκους της Ουρανούπολης, οι οποίοι βρέθηκαν στο στόχαστρο του μιαρού Σατάν, που προσπάθησε να τους καταπιεί με τις πύρινες φλόγες, όταν η Παναγία μας τους άφησε λίγο μακράν της προστασίας Της. Είναι πολύ στεναχωρημένη γιατί την πύλη Της προς το Περιβόλι Της, την όμορφη Ουρανούπολη, την μετέτρεψαν σε τουριστικό θέρετρο και κοινό παζάρι. Πρέπει τάχιστα να κατανοήσουν πως η πόλη τους οφείλει να λειτουργεί ως περιγράφεται από το όνομά της και να επιδεικνύει τον δέοντα σεβασμό ως Ουρανούπολη στην Πλατυτέρα των Ουρανών! 

Στους αποδέκτες της δοκιμασίας αυτής συγκαταλέγονται και οι πατέρες στο αγιώνυμο Όρος. Αποτελεί κοινή πεποίθηση πως συνεχίζουν να βρίσκονται πολλοί εξ αυτών παγιδευμένοι και εγκλωβισμένοι σε φαρισαϊκά δίκτυα μιας υποκριτικής τυπικότητας αποδεχόμενοι εμμέσως την λογική των πραγμάτων, η οποία όμως είναι παντελώς ξένη στην πορεία προς τον ουρανό. Τώρα λοιπόν που γι’ αυτούς αρχίζει η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου είναι μοναδική ευκαιρία να αναθεωρήσουν πολλά απ’ αυτά που τους εγκλωβίζουν στα γήϊνα και να φροντίσουν να απευθύνονται στην Μητέρα του Φωτός, όπως ακριβώς έκαναν όταν βρέθηκαν απέναντι στον κίνδυνο της φωτιάς. Γνήσια σχέση μάνας και παιδιού θέλει η Παναγία μας, κατάλαβες;»
Ναι γέροντα! απάντησα. 

«Το χαστουκάκι της Παναγίας μας –συνέχισεαπευθυνόταν και στην ελληνική κυβέρνηση και κυρίως προς τον πρωθυπουργό. Κι αυτό γιατί όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας επικαλέστηκε τη βοήθεια του Θεού. Με προσωπική εντολή του πρωθυπουργού δεν ενισχύθηκαν οι δυνάμεις πυρόσβεσης, που αποσκοπούσαν να απομακρύνουν τους φόβους για τις συνέπειες μιας ευρείας επικείμενης καταστροφής; Αποδείχθηκε ωστόσο πως ήταν ανήμπορες να ανταπεξέλθουν στο εγχείρημα της κατάσβεσης, όπως ανήμπορη είναι και η ίδια η ελληνική κυβέρνηση να ανταπεξέλθει στην αντιμετώπιση της κρίσης που μαστίζει την χώρα εάν δεν παρέμβει η φυλάττουσσα το γένος και το Έθνος των Ελλήνων. Ο ουρανός απεχθάνεται την υποκρισία. Η Παναγία μας έδειξε περίτρανα πως η κατάσβεση της μεγάλης κρίσης θα έρθει μόνο εξ ουρανού και όχι από τη Δύση… Δεν μπορεί λοιπόν καλέ μου πρωθυπουργέ από τη μια να επικαλούμαστε το Θεό και από την άλλη να γινόμαστε διώκτες αυτών που Εκείνος ορίζει, επειδή κάποιοι αιμοσταγείς σατανόπληκτοι μυστικών στοών και λεσχών το θέλουν… Μπορεί αυτοί να φαίνονται πως κινούν τα νήματα της εξουσίας αλλά πλανώνται πλάνην οικτράν γιατί η Παναγία μας έδειξε με το διπλό θαύμα, το οποίο καλό είναι να κουβαλάς στις αποσκευές σου πως το χωράφι που λέγεται πλανήτης γη είναι μόνο δικό Του και όχι των κακών γεωργών που το λυμαίνονται… Μείνε πατριώτης και Ορθόδοξος για να καταστείς άξιος σε γη και ουρανό. Η κρίση καλέ μου πρωθυπουργέ είναι πνευματική πρωτίστως και όχι οικονομική.»

«Καλέ μου γέροντα δεν απευθυνόταν και σε μας το “χαστούκι” της Παναγίας μας;» τον ρώτησα αυθόρμητα. Χαμογέλασε παροτρύνοντας μου να ξανασκεφτώ τα όσα είπε γιατί το μήνυμα μπορεί να είχε ειδικούς αποδέκτες εκ πρώτης όψεως αλλά η Παναγιά μας με τον εξαίσιο τρόπο των αξιοθαύμαστων παρεμβάσεων Της απευθύνεται πάντοτε σ’ όλους μας. Είθε η Αγία Θεοτόκος να μας σκέπει και να ανοίγει την οδό της σωτηρίας προς δόξαν του Μονογενούς Υιού Της, Σωτήρος και Θεού ημών Ιησού Χριστού. Αμήν
Ένας δούλος Κυρίου
Πηγή: Η Ορθοδοξία στην Ελλάδα και τον κόσμο (17/8/2012) και Στύλος Ορθοδοξίας, Σεπτέμβριος 2012 

Υ/γ. Την 11η Αυγούστου εισεχόμενοι στο Άγιο Όρος, είδαμε την καμένη γη και την πυρκαγιά που προχωρούσε κατακαίοντας τα δυτικά παράλια αλλά και το εσωτερικό. Πυροσβέστες από την Πάτρα ήρθαν για να ενισχύσουν τις προσπάθειες, οχήματα και ανθρώπινο δυναμικό ανέμενε σε οικήματα για να τα υπερασπιστεί στην πάλη με τις φλόγες. Ταυτόχρονα στις δύσβατες φλεγόμενες περιοχές είδαμε να  επιχειρούν άοκνα τουλάχιστον πέντε πυροσβεστικά αεροπλάνα και ένα ελικόπτερο. Ωστόσο, η φωτιά δεν έδειχνε να ήταν εφικτό να σβήσει, χωρίς τη νυκτερινή καταιγίδα που ήταν ιδιαίτερα σφοδρή στην περιοχή της πυρκαγιάς... 

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Βασίλισσα του κόσμου, Δέσποινα του ουρανού...


Βασίλισσα του κόσμου
Δέσποινα τ’ ουρανού
Μυριοχαριτωμένη
Παρθένε ευλογημένη
Μητέρα του Θεού

Μη μας εγκαταλείπεις
στα μακρινά της γης
ιδέ τους στεναγμούς μας
τους πόνους κι οδυρμούς μας
για να μας λυπηθείς

Ω! Μάνα, γλυκιά Μάνα
Μάνα ευσπλαχνική
ημών των πικραμένων
και μετανοημένων
σπλαχνίσου την ψυχή

Τα σπλαχνικά σου μάτια
στρέψε προς εμάς
τρέξε και σκέπασε μας
τα ξένα κι ορφανά

Και όταν η ψυχή μας
από το σώμα βγει
δείξε μας στον Υιόν Σου
τον Λυτρωτή του κόσμου
Μητέρα ευσπλαχνική

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας


ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΟΜΗΤΟΡΑ... 

Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ω, πως είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρμόσυνα! Η αγάπη, όμως, αυτή συνεπάγεται θλίψη· κι όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η θλίψη.

Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με τον λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη χάρη, αλλά κι αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στον Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη της απέραντη σαν τον ωκεανό και οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί και η αγάπη της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί ήταν θέλημά Του να δει την Ανάσταση και ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Εμείς δεν φτάνουμε στο πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι' αυτό δεν μπορούμε να εννοήσουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς της. Η αγάπη της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα τον Θεό και Υιό Της, αλλ' αγαπούσε και τον λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν άραγε, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ η ίδια αγαπούσε και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο της Υιό;

Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί η αγάπη μας για τον Θεό και τούς ανθρώπους είναι λίγη. Κι όπως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν κι ο πόνος της που παραμένει ακατάληπτος για μας.

Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες σε μας τα παιδιά σου, πώς αγαπούσες τον Υιό Σου και Θεό, όταν ζούσες στη γη; Πώς χαιρόταν το πνεύμα σου για τον Θεό και Σωτήρα σου; Πώς αντίκριζες την ομορφιά του προσώπου Του; Πώς σκεπτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που Τον διακονούν με φόβο και αγάπη όλες οι δυνάμεις των ουρανών;

Πες μας, τι ένιωθε η ψυχή σου, όταν κρατούσες στα χέρια σου το Θαυμαστό Νήπιο; Πώς το ανέτρεφες; Πώς πονούσε η ψυχή Σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ Τον αναζητούσες τρεις μέρες στην Ιερουσαλήμ;  Τι αγωνία έζησες, όταν ο Κύριος παραδόθηκε στη σταύρωση και πέθανε στο Σταυρό;

Πες μας, τι χαρά αισθάνθηκες για την Ανάσταση ή πώς σπαρταρούσε η ψυχή σου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;

Οι ψυχές μας λαχταρούν να γνωρίσουν για τη ζωή σου με τον Κύριο στη γη, αλλά Εσύ δεν ευδόκησες να τα παραδώσεις όλ' αυτά στη Γραφή, αλλά κάλυψες με σιγή το μυστήριό σου.

Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και τη Θεοτόκο, αλλά μου είναι τελείως αδύνατο ν' ανταποδώσω κάπως αυτή την αγάπη.

Τι ν' αναταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, που δεν με περιφρόνησε, ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμαρτία, αλλά σπλαγχνικά με επισκέφθηκε και με συνέτισε; Δεν την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μού έδωσε να την αναγνωρίσω από τα γεμάτα χάρη λόγια της και το πνεύμα μου χαίρεται κι η ψυχή μου από την αγάπη ελκύεται τόσο προς Αυτήν, ώστε και μόνη η επίκληση του ονόματός της γλυκαίνει την καρδιά μου.

Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν μια φορά μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος, και η προσευχή του Ιησού εισήλθε στην καρδιά μου και άρχισε από μόνη της να προφέρεται εκεί.

Μια άλλη φορά άκουγα στον ναό την ανάγνωση των προφητειών του Ησαΐα, και στις λέξεις «λούσασθε και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α' 16) σκέφτηκα: «Μήπως η Παναγία αμάρτησε ποτέ, έστω και με τον λογισμό;». Και, ω του θαύματος! Μέσα στην καρδιά μου μια φωνή ενωμένη με την προσευχή πρόφερε ρητώς: «Η Θεοτόκος ποτέ δεν αμάρτησε, ούτε καν με τη σκέψη». Έτσι το Άγιο Πνεύμα μαρτυρούσε στην καρδιά μου για την αγνότητά της.

Εν τούτοις κατά την επίγεια ζωή της βρισκόταν ακόμη στο πλήρωμα της γνώσεως και υπέπεσε σε ορισμένα αναμάρτητα σφάλματα ατέλειας. Αυτό φαίνεται από το Ευαγγέλιο. Όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν γνώριζε πού είναι ο Υιός της και Τον αναζητούσε τρεις μέρες με τον Ιωσήφ (Λουκ. β' 44-46).

Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος. 

Είναι ενδεής ο νους μου και φτωχή κι αδύναμη η καρδιά μου, αλλά η ψυχή μου χαίρεται και παρασύρομαι στο να γράψω έστω και λίγα λόγια γι' αυτήν.

Η ψυχή μου φοβάται να το αποτολμήσει, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην κρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαχνίας της.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις της ούτε την αγάπη της για τον Υιό και Θεό της ούτε τις θλίψεις της ψυχής της, κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβουμε. Η αγάπη Tης για τον Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ και όλες οι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήσσονται με αυτήν.

Αν και η ζωή της Θεοτόκου καλύπτεται από άγια σιγή, ο Κύριος φανέρωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας ότι η Παναγία αγκαλιάζει με την αγάπη της όλο τον κόσμο και βλέπει Πνεύματι Αγίω όλους τους λαούς της γης και, όπως και ο Υιός της, σπλαγχνίζεται και ελεεί τους πάντες.

Ω, αν γνωρίζαμε πόσο αγαπά η Παναγία όλους εκείνους που τηρούν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και στενοχωριέται για κείνους που δεν μετανοούν! το γνώρισα αυτό εκ πείρας.

Δεν ψεύδομαι, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, ότι γνωρίζω εν πνεύματι την Άχραντο Παρθένο. Δεν την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μού έδωσε να γνωρίσω αυτήν και την αγάπη της για μας. Χωρίς την ευσπλαγχνία της η ψυχή μου θα είχε χαθεί από πολύ καιρό. Εκείνη, όμως, ευδόκησε να μ' επισκέφθει και να με νουθετήσει, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: «Δεν μου είναι αρεστά τα έργα σου». Τα λόγια της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, μειλίχια, και συγκίνησαν την ψυχή. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια, αλλά η ψυχή μου δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνη τη γλυκιά φωνή και δεν ξέρω πώς να ευχαριστήσω την αγαθή και σπλαγχνική Μητέρα του Θεού.

Αληθινά, αυτή είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ' όνομά της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά και όλος ο ουρανός και όλη η γη χαίρονται με την αγάπη της.

Αξιοθαύμαστο και ακατανόητο πράγμα! Ζει στους ουρανούς και θεωρεί αδιαλείπτως τη δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τούς φτωχούς και αγκαλιάζει με την ευσπλαγχνία της όλη τη γη και όλους τους λαούς.

Και αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σ' εμάς.

Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας.

Αυτή είναι η πνευματική μας Μητέρα και βρίσκεται κοντά μας κατά τη φύση ως άνθρωπος και κάθε χριστιανική ψυχή ελκύεται προς Αυτή με αγάπη.

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου
Πηγή: Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, έκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας: 2005, ιστ' έκδοση, σ. 469-472 
 Αποδελτίωση (διαφορετικής έκδοσης): Ψήγματα Ορθοδοξίας (10/7/2012)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...