Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φτώχεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φτώχεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Το γέμισμα της Χάρης Του!

 

–Θὰ σοῦ τὸ πῶ, παιδί μου, γιὰ νὰ ἐνισχυθεῖς στὴν πίστη ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἐγκαταλείπει τοὺς δικούς του, ὅταν αὐτοὶ μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴ στοργικὴ Πρόνοιά Του ἀφήνουν τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τὶς οἰκογένειές τους στὰ χέρια Του...

Μὲ τοῦτα τὰ λόγια ἄρχισε ὁ πατὴρ Ἰωάννης νὰ διηγεῖται σὲ πνευματικό του παιδὶ τὸ περιστατικὸ ἐκεῖνο ἀπὸ τὴν ἱερατική του ζωὴ καὶ διακονία, ὅταν νέος ἀκόμα ἀρχιμανδρίτης γυρνοῦσε τὰ χωριὰ τοῦ θεσσαλικοῦ κάμπου ὡς ἱεροκήρυκας τῆς Μητροπόλεως.

–Πᾶνε χρόνια τώρα, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σβήσει μέσα μου. Εἶναι κάτι ποὺ θὰ τὸ θυμοῦμαι σ’ ὅλη μου τὴ ζωή.

Κι ἄρχισε νὰ διηγεῖται:
–Ἦταν Κυριακή, Νοέμβρης μήνας, ἂν θυμᾶμαι καλά. Ἀπὸ τὴ Μητρόπολη μ’ ἔστειλαν νὰ λειτουργήσω σ’ ἕνα ἡμιορεινὸ χωριό, κάπου στοὺς πρόποδες τοῦ Κισσάβου. Ἤξερα ὅτι ἐκεῖ ἐφημέριος εἶναι ἕνας πολὺ εὐσεβὴς ἱερεύς, ὁ π. Ἐμμανουήλ. Τὸν ἔβλεπα κάπου-κάπου στὶς ἱερατικές μας συνάξεις. Διακρινόταν γιὰ τὴ σεμνότητα καὶ εὐλάβειά του. Ἦταν καὶ πολύτεκνος οἰκογενειάρχης. Πέντε παιδιὰ εἶχε.

Ἔφτασα σχεδὸν ἀχάραγα ἀκόμη στὸ χωριό. Ὁ ναὸς ἀνοιχτός. Ὁ π. Ἐμμανουὴλ ἄναβε τὰ καντήλια. Πῶς ἔκανε ποὺ μὲ εἶδε! «Καλῶς ἦλθες, πάτερ μου, στὸ χωριό μας. Σήμερα θά ’χουμε πατριαρχικὴ λειτουργία μὲ τὴν παρουσία σου»! Τό ’λεγε, καὶ τὸ πρόσωπό του φωτιζόταν. Τί ἄνθρωπος! Λειτουργήσαμε μαζί. Τόσο ποὺ εὐχαριστήθηκα! Συνδύαζε ὁ ἱερεὺς αὐτὸς τὴν ἁπλότητα μὲ κάποια –πῶς νὰ τὸ πῶ;– ἐπισημότητα στὴ λειτουργία του. Μεγάλα πράγματα...

Ὅταν ἀπολύσαμε, μοῦ λέει μὲ τὸ φωτεινό του πρόσωπο:
–Πάτερ μου, δὲν θὰ φύγεις. Σήμερα θὰ φᾶμε μαζὶ στὸ σπίτι. Ἤδη ἡ πρεσβυτέρα πῆγε νὰ ἑτοιμάσει τὸ τραπέζι.

Δὲν μποροῦσα νὰ ἀρνηθῶ. Καὶ μόνο ὁ τρόπος του μὲ σκλάβωνε.

Πῆγα στὸ σπίτι του. Ὅλα πρόδιδαν ἔσχατη φτώχεια. Δύο καμαροῦλες ὅλο κι ὅλο, κι ἕνα καθιστικό, ποὺ ἦταν καὶ κουζίνα καὶ τραπεζαρία μαζί.

Τὰ παπαδοπαίδια –πέντε, ὅπως σοῦ εἶπα– ὅλα τους χαριτωμένα, γελαστά, πρόθυμα. Τὸ μεγαλύτερο ὣς δεκάξι-δεκαεφτὰ χρονῶν. Τὸ μικρότερο στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάννας. Τὰ δύο ἀγοράκια, ἀφοῦ πῆραν τὴν εὐχή μου καὶ ζήτησαν τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν πατέρα τους, βγῆκαν ἔξω στὴν αὐλὴ νὰ παίξουν. Ἡ μία ἀπὸ τὶς κόρες ἔψησε τὸν καφὲ καὶ τὸν ἔφερε σεβαστικά, νὰ πιοῦμε μὲ τὸν παπα-Μανώλη. Ἔπειτα εὐγενικὰ ἀποσύρθηκε στὸ διπλανὸ δωμάτιο. Ἡ ἄλλη, μικρότερη, ἔτρεχε πίσω ἀπὸ τὴ μαμά.

–Πάτερ Ἰωάννη, μοῦ λέει ὁ παπα-Μανώλης, ὅπως βλέπεις, φτώχεια μεγάλη ἔχουμε. Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ. Τίποτε δὲν μᾶς λείπει. Ὅλα μᾶς τὰ δίνει ὁ ἀγαθὸς Θεός. Μέρα-νύχτα Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ Τὸν δοξάζουμε. Τί νὰ σοῦ πῶ; Ἐγώ, πάτερ μου, συγκινοῦμαι πολὺ μὲ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι μας. Ἔχουμε τέτοια χαρὰ ἐδῶ μέσα, ἕνα γέμισμα νιώθουμε, δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὸ ἐξηγήσω.

–Ἡ χάρις εἶναι, πάτερ μου, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ δίνει αὐτὸ τὸ γέμισμα ποὺ λές.

–Ναί, πάτερ. Αὐτὸ εἶναι. Ὅπως τὸ εἶπες. Ἡ χάρις.

Μοῦ ’πε καὶ ἄλλα γιὰ τὴν ἱερατική του διακονία στὸ χωριό, μέχρι ποὺ ἔφτασε ἡ ὥρα γιὰ τὸ φαγητό. Ἡ πρεσβυτέρα φώναξε τὰ παιδιὰ καὶ ὅλοι βρεθήκαμε γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι.

Ἔμεινα ἐμβρόντητος. Στὸ τραπέζι ὑπῆρχε μία ψωμιέρα στὸ κέντρο μὲ μιὰ λειτουργιὰ* ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, καὶ στὸν καθένα μπροστὰ ἕνα πιάτο μ’ ἕνα κεφτεδάκι μέσα. Τὸ δικό μου πιάτο εἶχε δύο. Τίποτε ἄλλο. 

Τὸ μικρότερο ἀγόρι εἶπε τὸ «Πάτερ ἡμῶν»: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον...». Ἐγὼ εὐλόγησα. Καθίσαμε.

Φάγαμε. Τί γεῦμα ἦταν ἐκεῖνο! Τί ἀπόλαυση! Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ, παιδί μου. Ἀπόλαυση. Χαρά! Χορτασμός. Χορτασμός; Ξέρεις τί χορτασμός; Σὰ νὰ εἶχα φάει διπλὴ μερίδα ἀπ’ ὅ,τι συνήθως τρῶμε. Κι ὄχι μόνο χορτασμός. Ἕνα... –πῶς νὰ σοῦ πῶ;– ἕνα γέμισμα! Αὐτό. Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ π. Ἐμμανουὴλ πρίν. Γέμισμα. Εὐφροσύνη. Ἡδονή. Συγκίνηση. Πῶς νὰ σοῦ τὸ περιγράψω, δὲν ξέρω!

Ἔκανα τὴν εὐχαριστία στὸ τέλος. «Εὐλόγησον τὰ περισσεύματα τῆς παρούσης τραπέζης...» –λίγα ψίχουλα ἦταν– «καὶ πλήθυνον αὐτὰ ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ καὶ εἰς τὸν κόσμον σου ἅπαντα». Καὶ καθὼς τὰ παιδιὰ μὲ κοίταζαν ποὺ ἔλεγα τὴν προσευχή, τὰ μάτια τους εἶχαν μιὰ τέτοια λάμψη, ζωηράδα, χαρά... Τί νὰ σοῦ πῶ, παιδί μου. Ἕνα... γέμισμα!

Πηγή: περιοδικό Ο Σωτήρ, τεύχ. 2060, 1/2/2013, εκδ. αδελφότητας θεολόγων «Ο Σωτήρ», σελ. 71-72.

*λειτουργιά = το πρόσφορο.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Μαζί μπορούμε καλύτερα...




Υ/γ. Ήμασταν κι εμείς εκεί, για να δώσουμε κάτι από το -ακόμα- περίσσευμά μας. Μακάριοι όσοι έδωσαν και δίνουν από το υστέρημά τους. 

Ο Θεός μαζί μας...

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Ένα αλλιώτικο δακτυλίδι!

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και ο αστυνομικός θέλοντας να συνεισφέρει εμπράκτως στην απαστράπτουσα ψυχή και σώματι Αγγελική ανακοίνωσε πως σκέπτεται να της πάρει δακτυλίδι. Εκείνη τότε γύρισε και τον ρώτησε πόσα χρήματα προτίθεται να διαθέσει!
- Έχεις βάλει κανένα όμορφο κομμάτι στο μάτι;
- Κάτι έχω στον νου μου.
- Ε! αυτό που έβαλες στον νου σου θα σ' το πάρω, όσα χρήματα κι αν έχει...

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας συναντήθηκαν και ήπιαν μαζί καφέ σε μια καφετέρια που βρίσκεται στο ύψος της Ν. Σμύρνης επί της Συγγρού, δίπλα από τον ιερό ναό του Αγίου Σώστη. Αφού συζήτησαν για αρκετή ώρα η αεροσυνοδός τού πρότεινε να την ακολουθήσει σε ένα κοντινό Χρυσοχοείο, προκειμένου να αγοράσει το δακτυλίδι που υποτίθεται είχε βάλει στο μάτι.

Με έκπληξη όμως ο αστυνόμος είδε πως το περιβόητο κατάστημα με τα χρυσαφικά ήταν ο ναός του Αγίου Σώστη! Στον συγκεκριμένο ναό διακονούσε και ο πνευματικός της.

«Αρχικά νόμιζα», όπως εξιστορούσε αργότερα ο ίδιος, «ότι μπήκε μέσα για να ανάψει ένα κερί. Μου έγνεψε να την ακολουθήσω. Με οδήγησε μπροστά σε ένα κουτί που έγραφε "υπέρ του φιλοπτώχου" και με προέτρεψε να ρίξω μέσα τα χρήματα που θα διέθετα για να της αγοράσω δακτυλίδι. Ένιωσα αμήχανος! Ασυναίσθητα της έδωσα 600 ευρώ που είχα μαζί μου για τον σκοπό αυτό.»
- Ρίξ' τα εσύ μέσα, της είπα θυμωμένος!

Θυμάμαι πως νευρίασα με την πράξη της. Άλλωστε στον φιλόπτωχο, όσες φορές μέχρι τότε έδινα, το ποσό δεν ξεπερνούσε το ένα ευρώ!!!

Τότε εκείνη, αφού με αγκάλιασε και με φίλησε είπε:
- Αυτό είνα το καλύτερο δώρο που έχω δεχθεί μέχρι σήμερα στη ζωή μου! Με έκανες πολύ ευτυχισμένη αφού διακρίνω πλέον μία ωριμότητα πάνω σου.
- Φαίνεσαι χαρούμενη!
- Είμαι μέσα στην τρελή χαρά...

Άρχισε τότε με ηρεμία να μου εξηγεί ότι πήρε την απόφαση αυτή, γιατί, όπως γνωρίζει από τον πνευματικό της, υπάρχουν πάρα πολλοί φτωχοί στην περιοχή. Άποροι που αναμένουν να πάρουν μία μικρή βοήθεια από τον Φιλόπτωχο του ναού για να περάσουν τα Χριστούγεννα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε το «δακτυλίδι» που θα της χάριζε να πιάσει καλύτερο τόπο από το δάκτυλό της! Τον αγκάλιασε και τον φίλησε για μια ακόμη φορά. Και εκείνος θέλοντας να διορθώσει τη συμπεριφορά του είπε:
- Εσύ, γλυκούλα μου, πόσα χρήματα θα διαθέσεις για το χριστουγεννιάτικο δώρο που θα μου κάνεις;
- Σκοπεύω να σου πάρω ένα ζεστό κασκόλ από τα duty free του αεροδρομίου να το φοράς στη μηχανή σου για να μην κρυώνεις.
- Ε! τόσο φθηνά θα τη βγάλεις; Μόνο με ένα κασκόλ; Γιατί έλεγα, αν διέθετες περισσότερα, να τα μοιράζαμε σε φτωχές οικογένειες μέσω των ναών. Βλέπεις η πράξη σου με συγκίνησε! Θα πω και στον Μανώλη να κάνει το ίδιο...
- Αυτά τα πράγματα είναι καλύτερα να μείνουν αποκλειστικά για εμάς. Να είναι το μυστικό μας.

Του αποκάλυψε κατόπιν πως ένα μέρος του δώρου που πήρε από την εργασία της το έδωσε στη μητέρα της, γιατί τα οικονομικά στο σπίτι, εξ αιτίας και της εγχείρησης που έκανε, δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Ένα άλλο μέρος των χρημάτων που θα διέθετε, όπως έπραττε κάθε χρόνο, για καλλυντικά και ρούχα το διέθεσε ήδη για τους φτωχούς μέσω του φιλόπτωχου. Κράτησε λίγα χρήματα για να αγοράσει μικρής αξίας δώρα για εκείνον και τους δικούς της.

Από τότε και με κάθε ευκαιρία οι δύο νέοι ανακάλυπταν φτωχές οικογένειες και τις ενίσχυαν χωρίς να γνωρίζει κανείς τίποτε...

Με κάθε ευκαιρία μάλιστα η Αγγελική έβγαζε από τη τσάντα της δύο-τρεις στίχους από τον 40ό ψαλμό του προφήτη Δαυίδ, που της έδωσε ο πνευματικός της και το διάβαζε. Με τον τρόπο αυτό ήθελε πρώτη αυτή να συνειδητοποιήσει, όπως έλεγε, τους στίχους, «Μακάριος ὁ συνιῶν ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα· ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ ρύσεται αὐτὸν ὁ Κύριος... Κύριος βοηθῆσαι αὐτῷ ἐπὶ κλίνης ὀδύνης αὐτοῦ· ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ ἔστρεψας ἐν τῇ ἀῤῥωστίᾳ αὐτοῦ.» Επεδίωκε να καταστήσει τους στίχους αυτούς καθημερινό βίωμά της.

Πηγή: Διονύσιος Α. Μακρής, Μάχη ζωής, εκδ. «Αγαθός λόγος», Αθήνα: 2012, σ. 81-84.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Ένα υπέροχο μυστικό!


ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ 8ΧΡΟΝΟΥ ΡΑΓΙΣΕ ΚΑΡΔΙΕΣ

Άφωνη άφησε δασκάλα σε Δημοτικό Σχολείο κοινότητας των Κοκκινοχωρίων, ένας οκτάχρονος μαθητής, όταν τυχαία, ανακάλυψε το «μυστικό» του πριν λίγες μέρες. Μέχρι εκείνη τη μέρα, το υπέροχο μυστικό, μοιραζόταν ο οκτάχρονος με συνομήλικο συμμαθητή και φίλο του. Ο φίλος του οκτάχρονου, μας ανέφερε η δασκάλα του με την παράκληση να τηρηθεί απόλυτη εχεμύθεια, είχε πατέρα άνεργο και φαίνεται ότι μια μέρα, είπε στον οκτάχρονο φίλο του, πως σε λίγες μέρες -του είπε η μάμα του- δεν θα είχε υλικά να του φτιάχνει σάντουιτς για το σχολείο και ήταν στεναχωρημένη. Ο οκτάχρονος, όπως είπε στη δασκάλα του, χωρίς να πει στη μητέρα του το γιατί, της ζήτησε να του μοιράζει το σάντουιτς από τη μέση, για να… μπορεί να το τρώει πιο εύκολα. Στην πραγματικότητα όμως, εδώ και βδομάδες, κάθε μέρα ο οκτάχρονος έδινε το μισό του σάντουιτς στο φίλο του. Κάθονταν στο παγκάκι στην πίσω μεριά του σχολικού γηπέδου το διάλειμμα, μοίραζαν το σάντουιτς και έτρωγαν μαζί. Μια μέρα η δασκάλα τους, το πρόσεξε και τις επόμενες δυο μέρες τα παρακολούθησε. Την τρίτη μέρα, την περασμένη Δευτέρα, δεν κρατήθηκε. Τους πλησίασε και απλά τους έσφιξε στην αγκαλιά της. Η δασκάλα κράτησε το μυστικό των δύο οκτάχρονων και όπως μας είπε, νιώθει μεγάλη χαρά που έχει στην τάξη της ένα τέτοιο μαθητή.


Πάμπος Βάσιλας

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Ο άκτιστος κτίζεται!



Η ΕΝΑΘΡΩΠΗΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αυτός ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, ο προαιώνιος, ο αόρατος, ο απεριόριστος, ο ασώματος, η αρχή εκ της αρχής, το φως εκ του φωτός, η πηγή της ζωής και της αθανασίας, το αποτύπωμα του πρωτοτύπου κάλλους, η ακίνητος σφραγίς, η αμετάβλητος εικών, ο λόγος του Πατρός έρχεται εις την ιδικήν του εικόνα και ενδύεται το ανθρώπινον σώμα προς χάριν της ιδικής μου ψυχής, καθαρίζων το όμοιον με το όμοιον, και γίνεται άνθρωπος εις όλα, εκτός της αμαρτίας. [...]

Εκείνος, που υπάρχει, γίνεται [άνθρωπος], και ο άκτιστος [ο μη δημιουργηθείς] κτίζεται [δημιουργείται]... και εκείνος, που χορηγεί τον πλούτον, γίνεται πτωχός, προσλαμβάνει την πτωχείαν του [ανθρωπίνου] σώματός μου διά να λάβω εγώ τον πλούτον της Θεότητός του. Και αυτός, που είναι πλήρης [από τα αγαθά της θείας φύσεως], αποβάλλει το θείον μεγαλείον του, διότι αποξενώνεται επ' ολίγον χρόνον από την δόξαν του, διά να πάρω εγώ μέρος από τον ιδικόν του πλούτον.


Άγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνός (ο Θεολόγος)
Πηγή: Άγιος Δημήτριος, Ορθόδοξο Χριστιανικό έντυπο πνευματικής ωφελείας του Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Ακροπόλεως, 25/12/2011.

Υ/γ. Όταν λογισμοί υπερηφάνειας και εγωισμού παρεισφρέουν μέσα μας, ας αναλογιζόμαστε την ταπείνωση με την οποία σαρκώθηκε, γεννήθηκε, έζησε επί της γης, δίδαξε και απέθανε μαρτυρικά ο ίδιος ο Θεός. Ας ολοκληρώσουμε τη σκέψη μας συνυπολογίζοντας ότι όταν λέμε «Θεός», δεν εννοούμε απλώς «ένα ανώτερο ον», αλλά τον χορηγό της Ζωής, τον Δημιουργό των απάντων -ορατών και αοράτων-, τον Αιώνιο και Παντογνώστη Παντοδύναμό μας Κύριο.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Ένας άνθρωπος στην οδό της ευλογίας



Ήταν κάποτε ένας μορφωμένος άνδρας που επί οκτώ χρόνια παρακαλούσε το Θεό να του στείλει έναν άνθρωπο να τον διδάξει την αλήθεια. 

Και κάποτε που ένιωσε αυτήν την επιθυμία πολύ έντονη, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει:
«Πήγαινε στην εκκλησία, κι εκεί θα βρεις έναν άνθρωπο που θα σου δείξει την οδό της ευλογίας.» 

Πήγε εκεί, και βρήκε έναν φτωχό, ξυπόλυτο, με πόδια γεμάτα πληγές και σκόνη, και όλα του τα ρούχα δεν άξιζαν ούτε δυό δεκάρες. Τον χαιρέτησε, και του είπε: «Είθε ο Θεός να σου δώσει καλή ημέρα!»
Κι ο άλλος απάντησε: «Ποτέ δεν μου έδωσε κακή ημέρα.»
-Είθε ο Θεός να σου δώσει καλή τύχη!
-Πάντα έχω καλή τύχη.
-Είθε να σε κάνει ο Θεός ευτυχισμένο! Μα γιατί απαντάς έτσι;
-Ποτέ δεν είμαι δυστυχισμένος.

-Σε παρακαλώ, εξήγησέ το μου αυτό, γιατί δεν το καταλαβαίνω.
-Μετά χαράς, αποκρίθηκε ο φτωχός.

«Μου ευχήθηκες να έχω καλή ημέρα. Όλες μου οι ημέρες είναι καλές: γιατί αν πεινάω, δοξάζω τον Θεό. Αν έχει παγωνιά, χαλάζι, χιόνι, βροχή, αν ο καιρός είναι καλός ή κακός, πάντα δοξάζω τον Θεό. Είμαι άθλιος και περιφρονημένος, αλλά δοξάζω τον Θεό, κι έτσι πάντα η ημέρα μου είναι καλή.

Μου ευχήθηκες να μου δώσει ο Θεός καλή τύχη. Αλλά ποτέ δεν έχω κακή τύχη, γιατί ξέρω πώς να ζω με τον Θεό, και ξέρω πως αυτό που κάνει είναι το καλύτερο. Και ό,τι ο Θεός δίνει ή επιτρέπει για μένα, καλό ή κακό, το παίρνω με χαρά από τον Θεό, σαν το καλύτερο που μπορεί να γίνει, κι έτσι ποτέ δεν έχω κακή τύχη.

Μου ευχήθηκες να με κάνει ο Θεός ευτυχισμένο. Μα ποτέ δεν είμαι δυστυχισμένος. Γιατί η μόνη μου επιθυμία είναι να ζω μέσα στο θέλημα του Θεού, κι έχω τόσο απόλυτα παραδοθεί στο θέλημα του Θεού, ώστε θέλω αυτό που θέλει Εκείνος.»

«Αλλά αν ο Θεός θελήσει να σε ρίξει στην κόλαση,» ρώτησε ο μορφωμένος, «τι θα κάνεις τότε;»
«Να με ρίξει στην κόλαση; Η αγαθότητά Του δεν θα το επιτρέψει. Αλλά ακόμα κι αν το κάνει, θα Τον αγκαλιάσω με τα δυό μου χέρια. Το ένα μου χέρι, που είναι η Ταπεινότητα, θα αγκαλιάσει την ανθρώπινη φύση Του, και το άλλο μου χέρι, η Αγάπη, θα αγκαλιάσει τη θεία φύση Του, τόσο σφιχτά, που θα πρέπει να έρθει κι Αυτός στην κόλαση μαζί μου.

Γιατί καλύτερα να είμαι στην κόλαση με το Θεό, παρά στον παράδεισο χωρίς Εκείνον.»

Τότε ο Διδάσκαλος κατάλαβε ότι η αληθινή παραίτηση με την άκρα ταπεινότητα είναι η συντομότερη οδός προς το Θεό...

Και τον ρώτησε: «Τι άνθρωπος είσαι συ;»
-Είμαι βασιλιάς.
-Πού είναι το βασίλειό σου;
-Η ψυχή μου είναι το βασίλειό μου, γιατί είμαι απόλυτα κύριος των εξωτερικών και εσωτερικών μου αισθήσεων, ώστε όλες οι επιθυμίες και οι δυνάμεις της ψυχής μου βρίσκονται σε πλήρη υποταγή, και αυτό το βασίλειο είναι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε βασίλειο επί της γης.
-Τι σε οδήγησε σε αυτή την τελειότητα;
-Η σιωπή μου, οι υψηλές μου σκέψεις, και η ένωσή μου με το Θεό. Γιατί δεν μπορούσα να αναπαυθώ σε κάτι λιγότερο από τον Θεό. Τώρα έχω βρει το Θεό, και στο Θεό έχω βρει αιώνια ανάπαυση και ειρήνη.»


Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε...


«Eν τω κόσμω θλίψιν έξετε,
αλλά θαρσείτε
εγώ νενίκηκα τον κόσμο»

Θλίψη...

Μέσα από την αρρώστια, μέσα από την φτώχεια, μέσα από την ανεργία, μέσα από την αδικία, μέσα από τις παρεξηγημένες σχέσεις μας.

Ε και λοιπόν; Μήπως δεν ξέρουμε πως η κάθε μία από τις θλίψεις είναι και ένα τεράστιο βήμα προς την αγκαλιά του Πατέρα μας;

Τι σόι ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ; Στις ανέσεις μόνο; Στην ευημερία; Στα λόγια; Στη βόλεψή μας; Σε τι διαφέρουμε από τους άπιστους όταν ελεούμε από το περίσσευμά μας; Όταν αγαπάμε και φροντίζουμε μόνον αυτούς που μας αγαπούν; Όταν η χαρά του Χριστού μας χάνεται από τις καρδιές και από την ζωή μας στα ζόρικα;

Ποια είναι Η ΖΩΗ ΜΑΣ; Πόσες και ποιες ομοιότητες έχει με του Θεανθρώπου; Πόσο εξευτελιστήκαμε, πόσο αγαπήσαμε, πόσο ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΑΜΕ, πόσο δοκιμαστήκαμε από τον σατανά και αντέξαμε, πόσο νηστέψαμε και κλάψαμε για τους άλλους τους αδελφούς μας (όχι για τον εαυτούλη μας...), πόσο διακονήσαμε, πόσο αφιερωθήκαμε στα πλάσματα γύρω μας τα χαμένα που με τόση δίψα αναζητούν την ΑΓΑΠΗ, τη ΘΕΡΑΠΕΙΑ, την ΑΓΚΑΛΙΑ, τον ΚΑΛΟ ΤΟΝ ΛΟΓΟ, την συμπαράσταση, ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ...

Και στο λιθαράκι που λέγεται «αρρώστια», ή «ανεργία», ή «ανέχεια» ή ακόμα και ΘΑΝΑΤΟΣ, ξεχάσαμε τη Θεϊκή μας καταγωγή; Την αρχοντιά μας; Ξεχάσαμε πως δεν ζούμε για να ζούμε αλλά ζούμε για να υπηρετούμε; Ζούμε για να δοξάζουμε! Ζούμε για να χαιρόμαστε την ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ σε αισθήσεις και νοήματα.

Ζούμε για να απολαμβάνουμε μια ΑΓΑΠΗ ζωοφόρα που ξεκουράζει τον κάθε αδελφό μας, την κάθε ψυχούλα που ζει μακριά Του και δεν απολαμβάνει τα ουράνια όπως εμείς;

Πού είναι η πίστη μας; «Τα πετεινά του ουρανού»;... «Τα ταπεινά αγριολούλουδα» τα χρυσοστολισμένα; Η αιμορροούσα; Ο Ιάειρος;

Μήπως και μας χρειάζεται ένα δυνατό χαστούκι για να συνέλθουμε και να πάψουμε να ανησυχούμε για τα επίγεια, ανούσια και μικρά που μας κλείνουν τον δρόμο της πνευματικής μας ανόδου; Μήπως η προσευχή μας κατάντησε μια ζητιανιά, μια κραυγή αγωνίας και απιστίας;

Μήπως πλανηθήκαμε από τις έγνοιες του κόσμου τούτου και αφήσαμε από την καρδιά μας τα λόγια του Κυρίου μας; Τα λόγια του Ευαγγελίου; Τις συμβουλές και τις παραινέσεις των Αγίων και Μαρτύρων μας;

Μήπως η σημερινή (και η χθεσινή και η προπολεμική και δεν συμμαζεύεται) κατάσταση της κοινωνίας που ζούμε μας θόλωσε την ΠΟΡΕΙΑ μας; Μήπως τα γήινα και τα προσωρινά μάς αφαίρεσαν πολλά από τη Θεϊκή μας ρότα;

Ας λογαριαστούμε με την καρδιά μας

Ας λογαριαστούμε με τον εαυτούλη μας

Ας ξεφύγουμε από τη μοίρα του αδελφού του ασώτου της παραβολής και ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ μέσα στις πολλές και ΑΣΚΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΟΗΤΕΣ έγνοιες μας...

Ρωμ. ε' 3-5 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα,
ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν.

Β' Κορ. δ' 17 τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν,
μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα. τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια.


Λουκ. η' 15 τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.


Ιακ. α' 2-4 Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις,
γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν·
ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι.


Εβρ. ι' 35-39 Μὴ ἀποβάλητε οὖν τὴν παῤῥησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.
ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν.
ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ.
ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ.
ἡμεῖς δὲ οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς.


Ψαλμ. ,ρλζ'(137) 7-8 ἐὰν πορευθῶ ἐν μέσῳ θλίψεως, ζήσεις με· ἐπ᾿ ὀργὴν ἐχθρῶν μου ἐξέτεινας χεῖράς σου, καὶ ἔσωσέ με ἡ δεξιά σου.
Κύριος ἀνταποδώσει ὑπὲρ ἐμοῦ. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς.


Ψαλμ. πδ'(84) 11 ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν·


Δαν. στ' 16 Τότε ὁ βασιλεὺς εἶπε καὶ ἤγαγον τὸν Δανιὴλ καὶ ἐνέβαλον αὐτὸν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων· καί εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Δανιήλ· ὁ Θεός σου, ᾧ σὺ λατρεύεις ἐνδελεχῶς, αὐτὸς ἐξελεῖταί σε.


Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Γιατί βαφτίστηκε ο Αναμάρτητος;




ΣHMEPA, τελειώνει το Δωδεκαήμερο. Δωδεκαήμερο είναι ο κύκλος των χαρμοσύνων εορτών, που αρχίζουν με τη γέννηση του Xριστού και τελειώνουν με τη βάπτισή Του. Oι ημέρες είναι δώδεκα αν αφαιρεθεί η νηστήσιμος παραμονή των Φώτων.

Tην ημέρα των Xριστουγέννων είδαμε τον Xριστό νήπιο στο σπήλαιο.

Tην 1η Iανουαρίου Τον είδαμε βρέφος οκτώ ημερών να περιτέμνεται και να λαμβάνει το όνομα «Iησούς». Kαι σήμερα Τον βλέπουμε «άνδρα τέλειον» (Eφ. δ' 13), σε ηλικία τριάντα ετών, που έρχεται στα Iορδάνεια ρείθρα να βαπτισθεί.

Γύρω από τη βάπτιση δημιουργούνται ορισμένα ζητήματα, τα οποία θέλουν εξήγηση.

Ένα ζήτημα είναι το εξής: Aπό τα Eυαγγέλια γνωρίζουμε τη ζωή του Xριστού. Oι πληροφορίες όμως φτάνουν μέχρι τότε που ο Xριστός δωδεκαετής (δώδεκα χρονών) πήγε στα Iεροσόλυμα, προσκύνησε στον ναό του Σολομώντος, έμεινε εκεί τρεις μέρες, και κατέπληξε τους σοφούς του Iσραήλ με τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του. Mετά, τα Eυαγγέλια σιγούν· υπάρχει ένα κενό.

Πού ήταν και τι έκανε ο Xριστός από 12 μέχρι 30 ετών;

Aυτό το κενό εκμεταλλεύονται οι εχθροί της πίστεως. Kαι τι λένε· ότι στό διάστημα αυτό (των δεκαοκτώ ετών) ταξίδεψε και πήγε μακριά, σε διάφορες χώρες, και ιδιαιτέρως στη χώρα της μυστικοπαθείας, τις Iνδίες, κ’ εκεί διδάχθηκε τη σοφία που κατόπιν εδίδαξε.

Ψέμα μέγα! Γιατί δεν πήγε πουθενά ο Xριστός. Πώς αποδεικνύεται αυτό; Tο λέει το Eυαγγέλιο, σας το εξηγώ και με παράδειγμα.

Eγώ λόγου χάριν κατάγομαι από ένα μικρό χωριό των Kυκλάδων. Eάν πάτε εκεί στο χωριό μου, θα σας πούνε πληροφορίες για τη ζωή μου· που ήμουν μικρός, που πήγα στο δημοτικό, που πήγα στο γυμνάσιο, που πήγα στο πανεπιστήμιο, που…, που… Όλα τα ξέρουν. Γιατί αυτά συζητούν. Γνωρίζουν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής κάθε συγχωριανού τους...

Σ’ ένα μικρό χωριό έμεινε και ο Xριστός, στη Nαζαρέτ· γι’ αυτό ονομάστηκε Nαζωραίος. Όταν λοιπόν πήγε μεγάλος, τριάντα ετών, και κήρυξε στη Nαζαρέτ, τι είπανε;

-Περίεργο πράγμα! Aυτός σχολείο δεν πήγε· «πώς ούτος γράμματα οίδε, μη μεμαθηκώς;» (Iωάν. ζ' 15), πού γνωρίζει τέτοια πράγματα;… Oι συμπατριώτες του δηλαδή μαρτυρούν, ότι δεν έφυγε από τον κύκλο της Nαζαρέτ, αλλα τι έκανε; Tο διάστημα αυτό των 18 ετών ήταν εκεί ο πρώτος εργάτης.

Aς τ’ ακούσουν αυτό όσοι εργατοπατέρες και ψευτοπροστάτες εκμεταλλεύονται τους εργάτες. O Kύριος ημών Iησούς Xριστός υπήρξε εργάτης, με ρόζους στα χέρια. Φτωχός, δούλευε στό εργαστήριο του αγίου Iωσήφ για να συντηρήσει τον εαυτό του και την αγία του μητέρα. Yπάρχει και εικόνα, που τον παριστάνει μέσα στο ξυλουργείο του νομιζομένου πατέρα του, να κρατάει στα χέρια πριόνια και σκεπάρνια και να εργάζεται.


Iδού λοιπόν πού ήταν ο Xριστός από 12 μέχρι 30 ετών. Eάν είχε λείψει σε άλλες χώρες, θα το γνώριζαν οι συμπατριώτες του. Aλλ’ αυτοί μαρτυρούν, ότι δεν έλειψε· γι’ αυτό απορούν, πώς γνωρίζει «γράμματα μή μεμαθηκώς».

Mια άλλη απορία είναι η εξής: Γνωρίζουμε, ότι κάθε άνθρωπος είναι αμαρτωλός. Ένας μόνο υπήρξε αναμάρτητος, ο Xριστός. Tότε όμως γεννάται το ερώτημα. Αφού είναι αναμάρτητος, γιατί βαπτίσθηκε; Aπαντούμε.

Bαπτίσθηκε ο Xριστός, για να γίνει επισήμως γνωστός. Mέχρι την ώρα εκείνη ήταν άγνωστος. Kανείς δεν τον εγνώριζε. Ποιος να υποπτευθεί, ότι κάτω από τον εργάτη εκείνον με τα πριόνια και τα σφυριά κρυβόταν ο δημιουργός του παντός, ο αναμενόμενος Mεσσίας;

Kαι σ’ αυτόν ακόμα τον Πρόδρομο ήταν άγνωστος. Tώρα γίνεται σε όλους γνωστός.

Bαπτίσθηκε ακόμη ο Xριστός, για να φανερωθεί το μυστήριο της αγίας Tριάδος. Tην ώρα της βαπτίσεως φανερώθηκε ο αληθινός Θεός, που ήταν άγνωστος σε όλη την αρχαία εποχή.

Oι Aθηναίοι πρόγονοί μας στο «κλεινόν άστυ» είχαν στήσει βωμό τω «αγνώστω Θεώ» (Πράξ. ιζ' 23).

Στα ρείθρα του Iορδάνου λοιπόν φανερώθηκε ο αληθινός Θεός. Πώς φανερώθηκε; Ως αγία Tριάς. Ένας Θεός – τρία πρόσωπα, Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα. Aσύλληπτο μυστήριο! Tι παράδειγμα ν’ αναφέρω;

Nα κάτι που δεν το εγνώριζα· όταν γίνεται διάσπασις του ατόμου, λένε ότι εκπέμπονται τρία σωματίδια· ένα είναι το άτομο, και εκπέμπει τρία σωματίδια. Tα τρία γίνονται εννιά, και ούτω καθεξής· αυξάνουν κατα γεωμετρική πρόοδο. Mια βοηθητική εικόνα είναι αυτό, αλλ’ ό,τι και να πούμε δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το μέγα μυστήριο.

Mήπως άλλωστε μπορούμε να εξηγήσουμε τα μικρότερα μυστήρια της φύσεως;

O μέγας μαθηματικός Aϊνστάιν λέει: «Kολυμπούμε σε ωκεανό μυστηρίων…».

Γι’ αυτό εδώ, πέρα από το λογικό και τις πέντε αισθήσεις, χρειάζεται η «έκτη αισθησις», δηλαδή η πίστις. Διά της πίστεως εγγίζουμε το μέγα μυστήριο και, σκώληκες εμείς, μικρά και ασήμαντα όντα, σκύβουμε τον αυχένα και λέμε: Aγία Tριάς, Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.

Φανέρωσις της αγίας Tριάδος σήμερα· Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα. Aνοίξαν τα ουράνια. Tαράχθηκαν τα νερά. «O Iορδάνης εστράφη εις τα οπίσω» (Ψαλμ. ριγ' 3). Περιστερά παρουσιάστηκε, σύμβολο της αγνότητος και καθαρότητος. Kαι φωνή ακούστηκε· «Oυτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ο ευδόκησα» (Mατθ. γ' 17).

Bαπτίσθηκε ακόμη ο Xριστός και για να γίνει υπόδειγμα των Xριστιανών. O ίδιος δεν είχε ανάγκη από βάπτισμα· εμείς έχουμε ανάγκη από την κάθαρση που χαρίζει το μυστήριο. Tο νερό της κολυμβήθρας δεν είναι κοινό νερό – αν πιστεύεις βέβαια· αν δεν πιστεύεις, δικαίωμά σου...

Aφ’ ης στιγμής ο ιερεύς βάζει πετραχήλι και ευλογεί, από την ώρα εκείνη το νερό παίρνει πλέον θαυματουργό δύναμη, ορατή διά της πίστεως, και μέσα στην κολυμβήθρα θάβεται ο παλαιός Aδάμ με όλα τα αμαρτήματά του, και ο άνθρωπος βγαίνει πιο λευκός κι από το χιόνι. Aυτή είναι η πίστις μας. Έγινε λοιπόν το βάπτισμα του Xριστού υπόδειγμα για μας.

Tέλος ένα ακόμη ερώτημα. Bαπτίζεται κάθε μεγάλος άνθρωπος γιατί είναι αμαρτωλός· τα αθώα νήπια όμως γιατί να βαπτίζονται;

Aπάντησις· διότι φέρουν το προπατορικό αμάρτημα. Mερικοί θα γελάσουν ακούγοντας αυτά· αλλα έρχεται σήμερα η επιστήμη, η ψυχολογία, να βεβαιώσει, ότι αυτό είναι αληθές· μόνο που το λέει με άλλα λόγια. Δεν έχω καιρό να σας μιλήσω για το προπατορικό αμάρτημα. Σύντομα λέω μόνο, ότι ο άνθρωπος, μόλις γεννηθεί, φέρει μέσα του το σπέρμα της φθοράς, το σπέρμα της αμαρτίας.

Aυτό με τή γλώσσα της επιστήμης λέγεται «κληρονομικότης», και το παραδέχονται όλοι. Άμα όμως το πεις «προπατορικό αμάρτημα», ενοχλούνται.

Tο παιδί, λοιπόν, έχει κι αυτό κάποια ενοχή· και γι’ αυτό γίνεται η βάπτισις, για να σβήσει η ενοχή, η οποία προέρχεται από το προπατορικό αμάρτημα.


Λύσαμε, αγαπητοί μου, μερικές απορίες. Tι έκανε ο Xριστός από δώδεκα μέχρι τριάντα ετών. Γιατί ο Xριστός, ενώ είναι αναμάρτητος, βαπτίσθηκε στον Iορδάνη. Γιατί βαπτίζονται και τα μικρά παιδιά. Tώρα θα μου πείτε·

-Eμείς βαπτισθήκαμε, και έπρεπε εν συνεχεία να κρατήσουμε άσπιλο τον χιτώνα, να μη διαπράξουμε αμαρτία μετά το βάπτισμα. Aλλά δυστυχώς και μετά το ιερό μυστήριο πέσαμε πάλι και είμεθα βουτηγμένοι σε αμαρτίες. Πρέπει λοιπόν ν’ απελπισθούμε;

Όχι, όχι! Εάν και χίλιες φορές ν’ αμαρτήσεις και να πέσεις, μη απελπισθείς.

Σήκω πάλι επάνω.

Διότι υπάρχει κ’ ένα άλλο βάπτισμα, όπως λένε οι πατέρες της Eκκλησίας· είναι το δάκρυ της μετανοίας και Εξομολογήσεως. Tα δάκρυα του Πέτρου, της αμαρτωλής γυναίκας, τα δάκρυα μυριάδων μετανοούντων ανθρώπων…

Πολλά τα δάκρυα στον κόσμο. Yπάρχει άνθρωπος που δεν έκλαψε; «Kοιλάς κλαυθμώνος» λέγεται η γη (Ψαλμ. π' 6), κοιλάδα δακρύων. Aλλ’ αυτά συνήθως είναι δάκρυα μάταια, άχρηστα. Διότι όσο και να κλάψεις λ.χ. για ένα νεκρό, δεν μπορείς να τον αναστήσεις.

Yπάρχουν όμως και κάποια άλλα δάκρυα πολύτιμα, δάκρυα σπάνια. Eίναι τα δάκρυα της μετανοίας. Δώστε μου, δώστε μου, αμαρτωλοί, ένα τέτοιο δάκρυ!

Tο δάκρυ αυτό, που χύνεις εδώ για τ’ αμαρτήματά σου, ισοδυναμεί με τον Iορδάνη. Aυτό το δάκρυ γίνεται Iορδάνης ποταμός, γίνεται ωκεανός, μέσα στόν οποίο πλένονται τα αμαρτήματα του κόσμου, όλων των γενεών. Kαι τότε δοξάζεται και υμνείται ο Xριστός εις πάντας τους αιώνας. Aμήν.


Mητροπολ. Φλωρίνης π. Aυγουστίνος Kαντιώτης
Απόσπασμα ομιλίας στον Ι.Ν. Αγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης, 6/1/1985
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...