Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πειρασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πειρασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Το χάρισμα της υπομονής



Το χάρισμα της υπομονής
δίνεται
ανάλογα με το μέτρο
της ταπεινώσεως.
Γιατί, αυτός που είναι 
πολύ ταπεινός
είναι και πολύ υπομονετικός
σε όλους τους κόπους
και τις θλίψεις.
Όσο περισσότερο
υπομένει κανείς,
τόσο ελαφρότερο
αισθάνεται το φορτίο
και το βάρος των πειρασμών.
Όποιος έχει ταπείνωση
και υπομονή,
νικά εύκολα όλα τα λυπηρά
που θα τον βρουν
σ’ αυτή τη ζωή.


Πηγή: Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης: Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ΄, στο Αλγηδών η Αγιοτόκος: Η υπομονή και η ευχαριστία κατά τους Πατέρες, εκδ. «Ετοιμασία», Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέας: 2010, σ. 67

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Ο πόλεμος της πορνείας και το χάρισμα της αγνότητος



Εις όλην αυτήν την περίοδον, που ήσαν χωρίς συνοδίαν, είχαν αυστηράν νηστείαν, και ιδίως ο Γέροντας [Ιωσήφ ο Ησυχαστής]. Λάδι μόνον το Σαββατοκύριακον έτρωγαν και όχι πάντοτε, αλλά όταν έβρισκαν. Κατά την περίοδον των πρώτων χρόνων μετά τον θάνατον του Γέροντός τους και εις συνέχειαν οκτώ ολοκλήρων ετών, ο Γέροντας είχεν σαρκικόν πόλεμον και αυτό συνέτεινε εις το να έχουν τόσον αυστηράν νηστείαν. Ο Γέροντας έτρωγε κάθε ημέραν μετά την ενάτην ώραν εικοσιπέντε δράμια παξιμάδι, και αν καμμιά φορά είχαν χόρτα ή όσπρια βραστά και πάλιν πολύ ολίγα. Μας έλεγεν ότι συνέχειαν, επί οκτώ χρόνια, όσον ήτο ο πόλεμος, αυτός δεν εκοιμήθη εις το πλευρόν, ούτε πλάγιασε παντελώς, αλλά καθήμενος εις το σκαμνί κοιμόταν τας ώρας που είχε διορισμένας.

Μας έλεγε: «Πάντοτε εις την περίοδον αυτήν ήτο ο σαρκικός πόλεμος σφοδρός, ιδίως όμως εις το τέλος κατά το έβδομον και όγδοον έτος, τόσον είχε επιδεινωθεί, που κόντεψε να απελπισθώ. Όλα τα μέσα που γράφουν οι άγιοι Πατέρες από αγωνιστικής απόψεως τα είχα εξαντλήσει, μα ο πόλεμος δεν υποχωρούσε. Από την πολλήν νηστείαν και την αγρυπνίαν το σώμα μου έπεσε τελείως και το πάθος δεν ελαττώθηκε. Κατά καιρούς ταπεινωνόταν ολίγον αλλ’ ύστερα άρχιζε σφοδρότερον.»

Είχε συνήθειαν, όταν τον ενοχλούσε κανένα πάθος να παραμερίζει μόνος του και να κτυπά τον εαυτόν του με ένα ξύλον, μέχρις ότου η οδύνη των πληγών τον απαλλάξει από τον πόλεμον. Τόσον δε πολύ είχε κτυπήσει κάποτε τον εαυτόν του, που όπως μας έλεγεν, επέρασαν εβδομάδες και ήτο πιασμένος από την μέσην και κάτω, από τον πολύν δαρμόν. «Έκλαιγα, μας έλεγε, με πόνον πολύν και παρακαλούσα την Κυρίαν μας Θεοτόκον, επέμενα όσο ημπορούσα, αλλά τίποτε. Υποχωρούσε το πάθος ολίγον και πάλιν άρχιζε. Η θέσις μου πλέον ήτο δύσκολη, γιατί άρχισε να κλονίζεται η πίστις μου και νόμιζα ότι με εγκατέλειψε ο Θεός. Όπως ήμουν έτσι καταβεβλημένος και απελπισμένος, κάθισα πάλιν εις το σκαμνί μου και έλεγα την ευχήν, γιατί αυτή ήτο η μόνη μου παρηγοριά και είχα τα μάτια μου κλειστά. Νύκτα ήτο και βρισκόμενος εις το δωμάτιόν μου –αν πρέπει να λεχθεί δωμάτιον αυτό, γιατί ήτο πολύ στενό– αισθάνθηκα ότι κάποιος με ψηλαφά εις τα κάτω μέρη του σώματος και άνοιξα τα μάτια μου. Βλέπω τότε το πνεύμα της πορνείας να κάθεται μπροστά μου οφθαλμοφανώς, όπως ακριβώς το περιγράφουν οι Πατέρες, το κεφάλι του γυμνόν με μικρά όρθια κέρατα, το πρόσωπόν του πελιδνόν[1] και αρρωστημένον και τα μάτια του μικρά και στρογγυλά και το σώμα του με τρίχες και ανέδιδε τρομεράν δυσωδίαν. Από την οργήν μου που κατάλαβα τις ήτο, όρμησα επάνω του με όσην ταχύτητα ημπορούσα, και να τον κρατήσω φυσικά δεν ήτο δυνατόν, τον ψηλάφησα όμως με τα χέρια μου καθώς έφυγε από την πόρτα και μέχρι σήμερον είναι εις την μνήμην μου ακόμη η αίσθησις εκείνη της τραχύτητος, όπως που να κρατήσει κανείς αγριόχοιρον, και η δυσωδία του επί οκτώ ημέρες δεν έφευγε. Από τότε, Χάριτι Θεού, έπαυσε τελείως ο πόλεμος της σαρκός και ξανά δεν με ενόχλησε παντελώς, ούτε τέτοιος λογισμός με ενόχλησε.

Πάντοτε μας τόνιζε τούτο: «Αν θέλετε να αισθανθείτε ευκρινώς βοήθειαν από την θείαν Χάριν, να έχετε υπ’ όψιν σας ότι θα κάμετε πολλήν υπομονήν. Εάν ο άνθρωπος δεν καταβάλει όσην έχει δύναμιν και δεν δείξει με την πράξιν ότι αγαπά τον Θεόν περισσότερον της ιδικής του υπολήψεως και της ζωής, φανερά την Χάριν του Θεού δεν βλέπει. Όταν ο άνθρωπος αξιωθεί να φθάσει εις το σημείον αυτό και να λάβει βοήθεια φανερά από την Χάριν του Θεού μέσω της υπομονής του από μεγάλους πειρασμούς, τότε αισθάνεται προκοπήν εις το πνευματικόν του στάδιον και γίνεται, τρόπον τινά, ανδρειότερος εις τον εαυτόν του και αισθάνεται ότι απέκτησε περισσοτέραν δύναμιν. Τότε γίνεται τολμηρότερος εις τους κινδύνους και από τα σκώμματα των ανθρώπων μένει ανεπηρέαστος. Το μεγαλύτερον δε, δυναμώνει εις την πίστιν, γιατί έχει ως ενέχυρον την προλαβούσα πείραν της θείας αντιλήψεως

Άλλοτε πάλιν μας έλεγεν: «Επήγαμεν με τον πατέρα Αρσένιον να αγοράσομεν ολίγον σιτάρι από το λιμάνι της Κερασιάς[2] για πρώτην μας φοράν. Εύκολα δεν εχαλούσαμεν το "τυπικό" μας εις το να φάγομεν κάτι πριν της ενάτης ώρας, έτσι και τότε επήγαμεν νηστικοί. Επήραμεν από είκοσι πέντε οκάδες και κινήσαμεν προς επιστροφήν· δεν προλάβαμεν όμως να φθάσομεν ούτε εις την μέσην της αποστάσεως και δεν ημπορούσα πια. Ένα σώμα αδύνατον και καταβεβλημένον από τόσες κακουχίες, δεν ήτο εύκολον να αχθοφορεί και σε τόσον ανηφορικόν δρόμον όπως είναι αυτός. Όσον προέβαινε η ώρα, άρχιζε και η ζέστη και μετά η δίψα που ενίσχυσαν την εξάντλησίν μου περισσότερον. Η εξάντλησίς μου ήτο τόση, που ούτε ξεφόρτωτος δεν ημπορούσα να περπατήσω πια. Επιχείρησα κατ’ επανάληψιν, αλλά ματαίως. Βλέποντας ότι αφ’ εαυτού μου δεν ήτο δυνατόν να συνεχίσω και ότι για τον Θεόν το κάμνω αυτό, έστρεψα όλον μου τον λογισμόν μέσα μου και έκλαψα λέγοντας «τι αδυνατεί εις τον Θεόν;». Στις δύσκολες στιγμές φαίνεται η θεία βοήθεια και έτσι λέγοντας και πιστεύοντας αισθάνθηκα μέσα μου κάτι που ανεκαίνισε τας δυνάμεις μου και όλη εκείνη η προτέρα αθυμία και εξάντλησις έφυγεν. "Πάμε Αρσένιε", λέγω και εκινήσαμεν. Από τότε μέχρι να ανεβόμεν επάνω, αισθανόμουν ότι κάποιος με σπρώχνει από πίσω και ανέβηκα έτσι φορτωμένος που δεν ημπορούσα να ανέβω αδειανός. Γι’ αυτό σας λέω να έχετε πίστιν και υπομονήν

Κατά την περίοδον αυτήν έκαμε πολλούς κόπους και υπέφερε πολλούς πειρασμούς, εξ όσων μας έλεγε κατά καιρούς. Όταν μας πολεμούσε η μικροψυχία και η αμέλεια μας παρακινούσε και μας έλεγε κάτι που ο ίδιος έπαθε.

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Θείας χάριτος εμπειρίες: Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής – Επιστολιμαία βιογραφία – Ανέκδοτες επιστολές και ποιήματα, σειρά «Ψυχωφελή Βατοπαιδινά», έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος: 2006, σ.46-50

Σημειώσεις:
[1] πελιδνός = ωχρός και μελανός
[2] Κερασιά = περιοχή με κελιά στο νότιο άκρο του Αγίου Όρους, η οποία υπάγεται στην Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας.

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Ο φύλακας άγγελός μας

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΡΟΥΜΑΝΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗ Π. ΚΛΕΟΠΑ  ΗΛΙΕ
(Ε' ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ: ΕΡΩΤ. 126-132)


Πότε δίνει ο Θεός στον άνθρωπο τον φύλακα άγγελό του; Στην κυοφορία, στη γέννηση ή στο Άγιο Βάπτισμα;

Κατά την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού, ο φύλαξ άγγελος δίνεται στον άνθρωπο στο Άγιο Βάπτισμά του. Αυτό το γεγονός μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα από την 5η ευχή προς κατηχούμενους, όπου μεταξύ των άλλων, λέγει και αυτά: «Συνόδευέ τον στην ζωή του με φύλακα άγγελο για να τον λυτρώνει από κάθε παγίδα του εναντίου, από προσβολή του πονηρού, από δαίμονα μεσημβρινό και από κακές φαντασίες».

Έκτος από τον φύλακα άγγελο, ο Θεός στέλνει στον άνθρωπο και άλλους αγγέλους στη ζωή του για να τον βοηθούν, να τον κατευθύνουν και να τον παρηγορούν στους πειρασμούς του, στις δοκιμασίες του εκ του πνευματικού πολέμου, τις οποίες περνάει ο άνθρωπος σ' αυτόν τον κόσμο.

Περί αυτών των θείων λόγων, ο θείος Παύλος λέγει ότι οι άγγελοι είναι «λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν» (Εβρ. α' 14).

Με αυτόν τον ορισμό ο Απόστολος Παύλος εξυψώνει τον λογισμό των υπηκόων και παρηγορεί πάρα πολύ τους χριστιανούς, διότι φανερώνει ότι ο Θεός έχει πολλή φροντίδα γι' αυτούς, αφού τους αγγέλους, οι οποίοι υπερβαίνουν κατά πολύ τους ανθρώπους, τους διέταξε να υπηρετούν τη σωτηρία των ανθρώπων.

Αλλά βλέπουμε ότι τόσο στον Παλαιό Νόμο, όσο και στον Νόμο της Χάριτος, οι άγγελοι αποστέλλονται από τον Θεό να βοηθούν και να εξυπηρετούν τους ενάρετους ανθρώπους, όπως τον Λωτ, τον Αβραάμ, τον Ιακώβ, τον Μωυσή, τον Βαλαάμ, τον Ιησού του Ναυή, τον Γεδεών, τον Μανασσή και άλλους, ενώ από την Καινή Διαθήκη τον Ιωσήφ, την Παρθένο Μαρία, τους ποιμένας, την Μαρία Μαγδαληνή και άλλους.

Με αυτές τις λίγες μαρτυρίες έδειξα ότι ο Πανάγαθος Θεός βάζει σε εμάς φύλακας αγγέλους, όχι μόνο στο Άγιο Βάπτισμα, αλλά σ' όλη την ζωή μας, οι οποίοι βοηθούν τους δικαίους στην οδό της σωτηρίας, που Τον αγαπούν και πιστεύουν σ' Αυτόν. 


Οι άπιστοι, οι ειδωλολάτρες και οι αιρετικοί δέχονται και  αυτοί από τον Θεό φύλακα άγγελο;

Μερικοί άπ' αυτούς επειδή δεν είναι βαπτισμένοι στο όνομα του Χριστού δεν λαμβάνουν φύλακας αγγέλους. Μα ούτε και πιστεύουν σε αγγέλους. Ενώ όσοι λέγουν μολαταύτα ότι πιστεύουν στον Θεό, αλλά είναι αιρετικοί, αυτοί καταθλίβουν και απομακρύνουν από κοντά των τον άγγελο του Κυρίου, ο όποιος αγαπά την αλήθεια μόνο της ορθοδόξου πίστεως, που στηρίζεται στον Χριστό και τους Αποστόλους Του. 

Όσον αφορά τους ειδωλολατρικούς λαούς, αυτοί μόλις έχουν από ένα φύλακα άγγελο, ως φύλακα των συνόρων ολοκλήρου της χώρας των, κατά τη μαρτυρία της Αγίας Γραφής, η οποία λέγει: «Έστησε όρια εθνών κατά αριθμόν αγγέλων Θεού» (Δευτ. λβ' [32] 8).

Αυτοί οι άγγελοι συμμετέχουν στις συνεδριάσεις των αρχόντων μιας χώρας, οι οποίοι την κυβερνούν. Κατά παράδοση, υπάρχουν φύλακες άγγελοι για τα φρούρια, για τις πόλεις, τα χωριά, τα μοναστήρια και οπουδήποτε δοξάζεται το όνομα του Θεού. 


Ποιος είναι ο σκοπός του φύλακος αγγέλου στην ζωή του ανθρώπου και πώς τον βοηθάει στην σωτηρία; 

Ο σκοπός του φύλακος αγγέλου είναι να φυλάγει τον άνθρωπο με αόρατο τρόπο από τους πειρασμούς του διαβόλου, από κάθε είδους αμαρτωλή πτώση, να τον κατευθύνει στην εκκλησία, στην μετάνοια, στην προσευχή.

Να τον παρηγορεί στις στενοχώριες της ζωής και να τον προτρέπει στα καλά έργα. Ο φύλαξ άγγελος δόθηκε από τον Θεό για την σωματική και ψυχική προστασία του ανθρώπου. Ουδέποτε κοιμάται, κατά τον λόγο του ψαλμωδού: «Μηδέ νυστάξει ο φυλάσσων σε» (Ψαλμ. ρκ' [120] 3).

Ο φύλαξ άγγελος προστατεύει την εμπιστευμένη σ' αυτόν ψυχή σε καιρό πειρασμού, εάν έχει πίστη και φόβο Θεού, όπως λέγει ο ίδιος βασιλεύς και προφήτης: «Παρεμβάλει άγγελος κύκλω των φοβούμενων αυτόν» (Ψαλμ. λγ' [33] 9). Ο φύλαξ άγγελος υπηρετεί την σωτηρία του ανθρώπου (Εβρ. α' 14). Λυτρώνει τον άνθρωπο σε επικίνδυνες περιστάσεις (Πράξ. ε' 19, ιβ' 7-8, 9, 11).

Είναι λειτουργικό πνεύμα του Θεού για την προστασία των ανθρώπων (Ψαλμ. ρβ' [102] 21, ργ' [103] 5, Λουκ. ιστ' 22). Οι άγγελοι βλέπουν πάντοτε την δόξα του Θεού στους ουρανούς και προσεύχονται για τους ανθρώπους. 


Ο χριστιανός έχει και κακό άγγελο που τον ακολουθεί σ' όλη του την ζωή του; Ποιος είναι ο σκοπός του;

Ναι, κάθε χριστιανός έχει από το βάπτισμά του ένα αγαθό άγγελο, ο οποίος στέκεται δεξιά του και τον συμβουλεύει σε κάθε ευάρεστο στον Θεό έργο. Αυτός γράφει λεπτομερώς ένα προς ένα, όλα τα καλά έργα που κάνει στην ζωή του ο άνθρωπος και τα όποια θα παρουσίασει στην ώρα της Κρίσεως.
Επίσης, από την βρεφική του ηλικία ακολουθεί τον χριστιανό και ένας κακός άγγελος (διάβολος), ο οποίος γράφει και αυτός λεπτομερώς, κάθε αμαρτία που κάνει ο άνθρωπος στην ζωή του, μέχρι την ώρα του θανάτου.

Όταν κάνει κάποια αμαρτία ο άνθρωπος, αμέσως ο διάβολος άγγελος, του φέρνει την αμαρτία στα εναέρια τελώνια για να γραφθεί εκεί και μετά τον θάνατό του να τον εμποδίσουν και να τον κατεβάσουν στην άβυσσο της κολάσεως, όπως αναφέρεται αυτό στην ζωή του αγίου Βασιλείου του Νέου, που εορτάζει τον μήνα Μάρτιο.

Ο σκοπός, του πονηρού πνεύματος είναι να πειράζει τον άνθρωπο πάντοτε και να τον παρακινεί στην αμαρτία, με την σκέψη, την φαντασία, τις αισθήσεις, τα λόγια, τα έργα, το σώμα και με την ψυχή.

Εάν ο άνθρωπος τον ακούσει, επιθυμήσει την αμαρτία και την επιτέλεση ακόμη, ο διάβολος τότε γράφει κάθε κακή σκέψη, λόγο, και έργο που έκανε στη ζωή του, για τα οποία θα ζήτησει λόγο στην μέλλουσα Κρίση, μετά θάνατο, εάν βέβαια δεν λύσει τις αμαρτίες με την μετάνοια και την εξομολόγηση. 


Πώς μπορεί ο χριστιανός να  λυτρωθεί από τους πειρασμούς και τον διάβολο, ο οποίος τον ακολουθεί σ' όλη την ζωή του;

Είναι ανάγκη για την σωτηρία του ο άνθρωπος να πειράζεται από τον διάβολο, διότι εάν δεν πειράζεται δεν θα σωθεί, δεν μπορεί να σκληραγωγηθεί στην πνευματική μάχη, και δεν μπορεί να έχει κανένα μισθό για τα καλά του έργα, όταν τα κάνει συνήθως χωρίς κανένα διαβολικό εμπόδιο.

Γι' αυτό λέγει και ο απόστολος Πέτρος ότι «ο αντίδικος ημών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπιεί, αντίστητε στερεοί τη πίστη...» (Α' Πέτρ. ε' 8-9).

Συνεπώς λοιπόν, η ζωή μας είναι μία μάχη με τον διάβολο, που μας πειράζει είτε με το σώμα μας, είτε με τους συνανθρώπους μας, είτε κατευθείαν με δικές του σκοτεινές ενέργειες. Οι πειρασμοί, όπως είπαμε, είναι απαραίτητοι, αρκεί μόνο να μη νικούμεθα.

Ένας μεγάλος άγιος ασκητής έλεγε: «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος». Ο χριστιανός μπορεί να παραμένει άτρωτος από τις παγίδες του διαβόλου, όταν εκτελεί τα αγαθά έργα και ιδιαίτερα την προσευχή, την νηστεία, την ταπείνωση, την αγάπη, την εξομολόγηση, την μετάνοια, την ελεημοσύνη και την μακροθυμία. 


Εάν ο άνθρωπος αμαρτάνει με την θέλησή του, τότε ο αγαθός άγγελος απομακρύνεται από κοντά του; Ενώ όταν κάνει ένα καλό έργο φεύγει απ' αυτόν ο διάβολος (κακός άγγελος);

-Εάν η αμαρτία είναι θανάσιμη ενώπιον του Θεού, τότε πώς θα αγαπήσει ο άγγελος του Κυρίου τους αμαρτωλούς και δεν θα απομακρυνθεί απ' αυτούς;

Και εάν «ο ποιών την αμαρτία εκ του διαβόλου εστίν» (Α' Ιωάν. γ' 8-10), πώς θα σταθεί ο άγγελος δίπλα σ' αυτόν που κάνει τα έργα του διαβόλου, δίπλα δηλ. στους μέθυσους, στους ακόλαστους, στους πόρνους, στους απίστους, στους ψεύτες, στους φιλάργυρους, στους μισάνθρωπους και αιρετικούς;

Και εάν η αμαρτία απομακρύνει τον άνθρωπο της ευλογίας του Θεού τότε πώς θα σταθεί ό άγγελος Κυρίου δίπλα στον εργαζόμενο την ανομία; Και εάν το Άγιο Πνεύμα λυπείτε από την αμαρτία (Γαλ. δ' 30, Α' Θεσ. ε' 19), πώς δεν θα λυπηθεί ο άγγελος, και δεν θα φύγει από τον αμαρτάνοντα, ο οποίος δεν θέλει να επιστρέψει με την μετάνοια;

Βεβαίως λοιπόν, ο διορισμένος από τον Θεό φύλαξ άγγελος για τον κάθε χριστιανό, μισεί την αμαρτία διότι αυτή φονεύει την ψυχή και απομακρύνεται απ' αυτόν που εκτελεί την παρανομία.
Όμως πάλι επιστρέφει και βοηθεί τον αμαρτωλό άνθρωπο, όταν αυτός μετανοήσει με καρδιακό πόνο και δάκρυα, για όσα έκανε (Β' Κορ. ζ' 9). Διότι «χαρά γίνεται εν ούρανω επί ενί αμαρτωλώ  μετανοούντι» (Λουκ. ιε' 7-10), δεδομένου ότι ο Θεός θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Β' Πέτρ. γ' 9).

Οπότε λοιπόν, όταν ο άνθρωπος κάνει το κακό, λυπεί και απομακρύνει από κοντά του το  Άγιο Πνεύμα και τον φύλακα άγγελό του και στην θέση των έρχεται ο διάβολος. Ενώ, όταν ο χριστιανός επιστρέψει μ' όλη του την καρδιά στην ζωή της μετανοίας, ευαρεστεί τον Θεό και όλους τους ουράνιους αγγέλους, έρχεται πάλι κοντά του ο φυλαξ άγγελός του και απομακρύνεται το Πνεύμα του σατανά. Αυτός ο αγώνας γίνεται στην καρδιά και τον νου του ανθρώπου μέχρι το τέλος της ζωής του. 


Ποια είναι η ανώτερη φιλοσοφία για τον χριστιανό; 

Κατά τον Άγιο Βασίλειο, η υψηλότερη φιλοσοφία για τον χριστιανό είναι να σκέπτεται πάντοτε τον θάνατο. Ενώ κατά την Αγία Γραφή είναι ο φόβος του Θεού. Ο φόβος του Θεού είναι απόλυτα αναγκαίος για την προσκύνηση του Θεού (ψαλμ. ε' 8) και για την υπηρεσία Του. Επίσης χρειάζεται για την σωτηρία μας, για την φύλαξη των εντολών του Θεού, για την αποφυγή των αμαρτιών, για την απόκτηση της αγιότητας, για την διακυβέρνηση της ψυχής με δικαιοσύνη, για την δικαία Κρίση. Γι' αυτό η Αγία Γραφή μάς διδάσκει να βαδίζουμε με τον φόβο του Θεού και όλα να τα εκτελούμε με πίστη και τον φόβο του Θεού.


Πηγή: εκδ. «Ορθόδοξος κυψέλη»
Αποδελτίωση: Αναβάσεις (17/5/2012)

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Να κατανοούμε τις δυσκολίες των παιδιών


Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΜΑΣ

Η ριζικὴ καὶ ὀλέθρια ἀλλαγὴ στὴ νοοτροπία τοῦ κόσμου τὰ τελευταῖα χρόνια ἐπηρεάζει ἄμεσα καὶ ἀρνητικὰ τὰ παιδιά μας καὶ τὰ παρασύρει σὲ τρόπους ζωῆς τελείως ξένους πρὸς τὶς παραδοσιακὲς ἀρχὲς τῶν μεγαλυτέρων καὶ τὰ ἤθη ποὺ ἐπικρατοῦσαν παλαιότερα.

Λέγαμε στὸ προηγούμενο ἄρθρο μας ὅτι στὴν ἀντιμετώπιση αὐτῆς τῆς καταστάσεως διατρέχουμε τὸν κίνδυνο νὰ ἀλλοιώνουμε καὶ οἱ μεγαλύτεροι τὰ κριτήριά μας καὶ νὰ συμβιβαζόμαστε σὲ κάποιο βαθμὸ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνας ἀκόμη κίνδυνος, ὁ ὁποῖος μάλιστα μπορεῖ νὰ γεννιέται ἀπὸ τὴ διάθεσή μας νὰ μένουμε ἀμετακίνητοι στὶς ἀρχές μας, ἀνυποχώρητοι σ’ αὐτὰ ποὺ γνωρίζουμε καὶ πιστεύουμε ὡς ὀρθά. Ὁ κίνδυνος αὐτὸς μπορεῖ νὰ ἔχει πολὺ ἀρνητικὲς ἐπιπτώσεις στὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν μας καὶ νὰ ἐμποδίζει τὶς προσπάθειές μας νὰ τὰ βοηθήσουμε οὐσιαστικά. Ποιὸς εἶναι ὁ κίνδυνος αὐτός;

Ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόμενο ἡ λύπη μας γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖο μεγαλώνουν οἱ νέοι σήμερα, καὶ ἡ σταθερὴ καὶ ἀνυποχώρητη ἐμμονή μας στὶς γνήσιες καὶ ὑγιεῖς ἀρχές μας νὰ ἀναπτύσσουν ἕνα ἀπόλυτο καὶ ἀπορριπτικὸ πνεῦμα, νὰ δημιουργοῦν ἀπόσταση καὶ ἀγεφύρωτο χάσμα μὲ τοὺς νέους, νὰ μᾶς καθιστοῦν ὑπεραυστηροὺς στὶς κρίσεις μας, χωρὶς κατανόηση στὶς δυσκολίες καὶ στοὺς πειρασμούς τους.

Γιὰ νὰ βοηθήσουμε τὰ παιδιά, πρέπει πρῶτα νὰ τὰ καταλάβουμε. Νὰ καταλάβουμε τὸν ἀγώνα τους, τὶς δυσκολίες τους, τὰ ἐλαφρυντικά τους.

Γι’ αὐτὸ ἂς σκεφθοῦμε ψύχραιμα καὶ ἂς θυμηθοῦμε πὼς ὅταν ἐμεῖς μεγαλώναμε ὑπῆρχε πολλὴ καὶ οὐσιαστικὴ βοήθεια στὸ ἔργο τῆς ἀγωγῆς καὶ ἀπὸ παράγοντες ἐκτὸς ἀπὸ τὴν οἰκογένεια. Τὸ σχολεῖο μὲ τὴν ἑλληνορθόδοξη ἀγωγή, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴ συστηματικὴ κατήχηση, ἡ κοινωνία μὲ τὶς παραδοσιακὲς ἀρχὲς εὔκολα μποροῦσαν νὰ ἐπηρεάσουν θετικὰ τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ τῶν παιδιῶν.

Στὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν ὅμως, καὶ τὸ σχολεῖο ἄλλαξε οὐσιαστικὰ καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατήχηση περιορίσθηκε σημαντικὰ καὶ ἡ κοινωνία διαποτίσθηκε μὲ ἄλλες, ξενόφερτες κυρίως,
ἰδέες καὶ ἀρχές. Συγχρόνως φορτώθηκε ὑπερβολικὰ τὸ πρόγραμμα τῶν παιδιῶν, μὲ τὴ δυνατότητα ποὺ τοὺς δόθηκε νὰ πολλαπλασιάζουν τὶς γνώσεις τους μὲ πολλὰ φροντιστήρια καὶ νὰ ἔχουν μεγάλη ποικιλία στοὺς τρόπους τῆς ψυχαγωγίας τους.

Ἐπίσης λίγες δεκαετίες πρὶν δὲν γνώριζαν τὰ περισσότερα παιδιὰ τί θὰ πεῖ νυκτερινὴ ζωὴ καὶ διασκέδαση. Δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνα τὰ χρόνια παρὰ ἐλάχιστα νυκτερινὰ κέντρα. Τότε ἴσως ἄρχιζε καὶ ἡ εὐρύτερη διάδοση τῶν ναρκωτικῶν καὶ γινόταν λόγος γιὰ τὶς ὀλέθριες συνέπειες τῆς χρήσεώς τους. Γιὰ γάμο πολιτικὸ δὲν εἴχαμε ἀκούσει καὶ ἡ ἔκτρωση τότε ἦταν γιὰ ὅλους ἔγκλημα. Σήμερα καλύπτεται ἀπὸ τὸ νόμο καὶ ἐπιδοτεῖται μάλιστα ἀπὸ τὸ κράτος![*] τηλεόραση, ἂν μᾶς πρόλαβε στὰ νιάτα μας, ἦταν μόνο κρατικὴ καὶ τότε ἀκόμη κάπως συγκρατημένη. Δὲν ὑπῆρχαν τὰ ἰδιωτικὰ κανάλια, ποὺ ἀνεξέλεγκτα πιὰ κατακλύζουν μὲ ὅ,τι χειρότερο καὶ χυδαῖο τὰ σπίτια μας καὶ τὶς ψυχές μας. Δὲν ὑπῆρχε τότε τὸ διαδίκτυο μὲ τὴν ποικίλη χρησιμότητά του βέβαια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πάσης φύσεως ἀνηθικότητα, ποὺ εἶναι εὔκολα πιὰ προσιτὴ καὶ στὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου.

Ἂς τὰ λάβουμε ὑπʼ ὄψιν μας αὐτά. Οἱ νέοι σήμερα μεγαλώνουν σ’ ἕνα κόσμο μὲ πολλοὺς καὶ φοβερὰ δύσκολους πειρασμούς, ποὺ ἐπιτίθενται τὴν κάθε στιγμή, ἀπὸ κάθε κατεύθυνση, μὲ ἀφόρητη σφοδρότητα καὶ ἀνυποχώρητη ἐπιμονή. Ἡ προσπάθεια ποὺ πρέπει νὰ καταβάλουν οἱ νέοι γιὰ νὰ μείνουν στὸ ὀρθὸ εἶναι πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ ἄλλοτε, ἀπαιτεῖ θυσίες καὶ ἡρωισμό. Καὶ ὁ κίνδυνος νὰ παρασυρθοῦν στὸ κακό, διαρκὴς καὶ μεγάλος, ἐλλοχεύει σὲ κάθε τους βῆμα. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ περισσότεροι ὑποχωροῦν καὶ παρασύρονται.

Γιὰ τοὺς λίγους ποὺ ἐπιμένουν νὰ ἀγωνίζονται, ὁ ἀγώνας εἶναι πολὺ σκληρότερος καὶ γιὰ ἕναν ἐπιπλέον λόγο: ὅτι εἶναι πιὰ οἱ λίγοι, οἱ πολὺ λίγοι. Ἐξαιρέσεις φωτεινές, ποὺ παλεύουν νὰ κρατήσουν τὸ φῶς τους μέσα σ’ ἕνα διαρκῶς πυκνότερο σκοτάδι, ἀγωνίζονται νὰ κρατήσουν ἀναμμένη τὴ λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους, ἐνῶ ὁ ἄνεμος φυσᾶ σφοδρότερος ἀπὸ ἄλλοτε γύρω τους. Καὶ ὅσο ἀγωνίζονται, τόσο γίνονται ὁ στόχος τῶν πολλῶν, συχνὰ τὸ ἀντικείμενο τῆς χλεύης καὶ τῶν εἰρωνειῶν τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου.

Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἀποτελέσεις σήμερα τὴν ἐξαίρεση, νὰ πεῖς σταθερὸ καὶ ἀνυποχώρητο τὸ ὄχι στὶς ποικίλες καὶ ἔντονες προκλήσεις τοῦ κόσμου, νὰ ἀρνηθεῖς τὶς δελεαστικὲς προτάσεις του. Καταντᾶ μαρτύριο πραγματικὸ κάποιες φορὲς τὸ νὰ εἶσαι διαφορετικός, νὰ εἶσαι σωστός, προσεκτικὸς στὰ λόγια καὶ στὶς σχέσεις σου, στὴν ἐξωτερικὴ συμπεριφορά σου, νὰ μένεις ἀκέραιος στὰ ἐσωτερικά σου κριτήρια καὶ ἀνυποχώρητος στὸν προσωπικό σου ἀγώνα.

Νὰ σταθοῦμε λοιπὸν μὲ συμπάθεια, μὲ κατανόηση, μὲ πόνο καὶ ἀγάπη κοντὰ στὰ παιδιά μας. Νὰ κατανοοῦμε τὸν ἀγώνα τους, τὸ βάρος ποὺ σηκώνουν, τὴν ἔνταση τῶν πειρασμῶν τους. Γιὰ νὰ ξέρουμε ποῦ βρίσκονται.

Συγχρόνως νὰ μένουμε ἀμετακίνητοι στὶς ἀρχές μας. Γιὰ νὰ ξέρουμε ποῦ θέλουμε νὰ τὰ ὁδηγήσουμε.

Καὶ κατόπιν νὰ τὰ βοηθοῦμε θετικά. Μὲ ποιὸ τρόπο;

Θὰ τὸ ποῦμε στὴ συνέχεια.

Πηγή: περιοδικό «Σωτήρ», τεύχ 2020, 1/4/2011, σ. 150-151.

 [*] Το άρθρο αναφέρεται στα δεδομένα που ισχύουν στην Ελλάδα.

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Με τους πειρασμούς δίνονται ευκαιρίες


ΠΩΣ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ

- Γέροντα, μερικές φορές οι πειρασμοί έρχονται ο ένας πάνω στον άλλον και δεν αντέχω.

- Να σου πω μια λύση, για να τους αποφύγεις; Θα την δεχθείς;

- Ναι,

- Η μόνη λύση για να αποφύγεις τους πειρασμούς, είναι να... συμμαχήσεις με τον διάβολο! Τι γελάς; Δεν σου αρέσει αυτή η λύση; Κοίταξε να σου πω. Όσο κανείς αγωνίζεται, θα έχει πειρασμούς και δυσκολίες. Και όσο προσπαθεί να αποφύγει τον πειρασμό, τόσο κόντρα του πάει ο διάβολος. Αλλά με τους πειρασμούς -αν τους αξιοποιήσουμε σωστά-, δίνεται η ευκαιρία, επειδή μερικές φορές η ζωή μας είναι αντιευαγγελική, να γίνει «ευαγγελική».

-Γέροντα, σκαλώνω σε μερικά ασήμαντα πράγματα και δεν έχω διάθεση μετά να αγωνισθώ για κάτι ανώτερο.

- Αυτά είναι σαν τις νάρκες που βάζει ο εχθρός, για να αχρηστέψει τον στρατό. Το ταγκαλάκι (έτσι αποκαλούσε ο Γέροντας τον διάβολο και τα δαιμόνια) όταν δει ότι δεν μπορεί να κάνει άλλη ζημιά στον αγωνιστή, κοιτάει πώς να τον αχρηστέψει με ασήμαντα πράγματα. Ύστερα, να ξέρεις ότι υπάρχουν και μικρά ταγκαλάκια, που κάνουν όμως μεγάλη ζημιά. Μια φορά ρώτησαν ένα μικρό ταγκαλάκι: «Τάχα τι μπορείς να κάνεις εσύ;». «Εγώ τι μπορώ να κάνω; Πάω και μπερδεύω τις κλωστές στις μοδίστρες, στους τσαγκάρηδες, απάντησε, και τους κάνω να θυμώνουν». Τα μεγαλύτερα σκάνδαλα γίνονται από τιποτένια πράγματα, όχι μόνο σ' εμάς, αλλά μερικές φορές και στα κράτη. Στους πνευματικούς ανθρώπους δεν υπάρχουν σοβαρές αφορμές για σκάνδαλα. Από το μικρά παίρνει ο διάβολος αφορμή. Τσακίζει τον άνθρωπο ψυχικά με κάτι χαζά, παιδικά πράγματα, οπότε κάνει την καρδιά του όπως εκείνος θέλει και μένει μετά κανείς ένα κούτσουρο.

-Γιατί, Γέροντα, ενώ βάζω ένα πρόγραμμα, μια σειρά στον αγώνα μου, και ξεκινώ με διάθεση να αγωνισθώ, σύντομα ξεχνιέμαι;

-Δεν ξέρεις; το ταγκαλάκι, όταν πάρει είδηση ότι κάνουμε δουλειά πνευματική, τότε γυρίζει το κουμπί αλλού. Ενώ βάζουμε ένα πρόγραμμα, μια άλφα σειρά, βρισκόμαστε σε άλλη και, αν δεν προσέξουμε, το αντιλαμβανόμαστε μετά από μέρες. Γι' αυτό ο αγωνιστής πρέπει να πηγαίνει όλο κόντρα στον διάβολο -φυσικά με διάκριση- και να τον παρακολουθεί κάποιος έμπειρος Πνευματικός.

-Έναν άνθρωπο που δεν κάνει λεπτή εργασία στον εαυτό του, ο σατανάς τον πολεμάει;

-Ο σατανάς δεν πάει σε έναν άχρηστο άνθρωπο, αλλά πάει σε έναν αγωνιστή, για να τον πειράξει και να τον αχρηστέψει. Δεν χάνει τον καιρό του να κάνει λεπτή εργασία σε κάποιον που δεν έχει κάνει λεπτή εργασία.

Στέλνει σ' αυτόν που ράβει με σακοράφα, διάβολο με σακοράφα. Σ' αυτόν που κάνει λεπτό εργόχειρο, στέλνει διάβολο που κάνει λεπτό εργόχειρο. Σ' αυτόν που κάνει πολύ ψιλό κέντημα, στέλνει διάβολο για πολύ ψιλή εργασία. Σ' αυτούς που κάνουν χονδρή δουλειά στον εαυτό τους, στέλνει χονδρό διάβολο.

Στους αρχάριους στέλνει αρχάριο διάβολο. Οι άνθρωποι που έχουν λεπτή ψυχή, πολύ φιλότιμο και είναι ευαίσθητοι, χρειάζεται να προσέξουν, γιατί βάζει και ο διάβολος την ουρά του και τους κάνει πιο ευαίσθητους, και μπορεί να φθάσουν στην μελαγχολία ή ακόμη -Θεός φυλάξοι- και στην αυτοκτονία. Ο διάβολος, ενώ εμάς τους ανθρώπους μας βάζει να πηγαίνουμε κόντρα στον πλησίον μας και να μαλώνουμε, ο ίδιος ποτέ δεν πάει κόντρα.

Τον αμελή τον κάνει πιο αμελή. Τον αναπαύει με τον λογισμό: «το κεφάλι σου πονάει, είσαι αδιάθετος. δεν πειράζει και αν δεν σηκωθείς για προσευχή». Τον ευλαβή τον κάνει πιο ευλαβή, για να τον ρίξει στην υπερηφάνεια, ή τον σπρώχνει να αγωνισθεί περισσότερο από τις δυνάμεις του, ώστε να αποκάμει και να αφήσει μετά όλα τα πνευματικά του όπλα και να παραδοθεί ο πρώην πολύ αγωνιστής. Τον σκληρόκαρδο τον κάνει πιο σκληρόκαρδο, τον ευαίσθητο, υπερευαίσθητο.

Και βλέπεις πόσοι άνθρωποι, άλλοι έχουν κάποια ευαισθησία και άλλοι γιατί έχουν κλονισθεί τα νεύρα τους, ταλαιπωρούνται με αϋπνίες και παίρνουν χάπια ή βασανίζονται και χαραμίζονται στα νοσοκομεία. Σπάνια να δεις άνθρωπο ισορροπημένο. Έγιναν μπαταρίες οι άνθρωποι. Οι περισσότεροι σαν να έχουν ηλεκτρισμό. Όσοι μάλιστα δεν εξομολογούνται, δέχονται επιδράσεις δαιμονικές. έχουν έναν δαιμονικό μαγνητισμό, γιατί ο διάβολος έχει εξουσία επάνω τους. Λίγοι άνθρωποι, είτε αγόρια είτε κοπέλες είτε ηλικιωμένοι είναι, έχουν ένα βλέμμα γαλήνιο. Δαιμονισμός! Ξέρεις τι θα πει δαιμονισμός; Να μην μπορείς να συνεννοηθείς με τον κόσμο.

Είπα σε κάποιους γιατρούς που συζητούσαν για την αναισθησία που κάνουν στις εγχειρήσεις: «Του πειρασμού η αναισθησία έχει άσχημες επιπτώσεις στον άνθρωπο, ενώ αυτή που κάνετε εσείς βοηθάει». Η αναισθησία του διαβόλου είναι σαν το δηλητήριο που ρίχνει το φίδι στα πουλιά ή στα λαγουδάκια, για να παραλύσουν και να τα καταπιεί χωρίς να αντιδράσουν. Ο διάβολος, όταν θέλει να πολεμήσει έναν άνθρωπο, στέλνει πρώτα ένα διαβολάκι «αναισθησιολόγο», για να κάνει τον άνθρωπο πρώτα αναίσθητο, και μετά πηγαίνει ο ίδιος και τον πελεκάει, τον κάνει ό,τι θέλει...

Αλλά προηγείται ο... «αναισθησιολόγος». Μας βάζει ένεση αναισθησίας και ξεχνούμε. Να, βλέπεις, οι μοναχοί υποσχόμαστε «υβρισθήναι, χλευασθήναι κ.λπ.», και τελικά, ο πειρασμός μερικές φορές μας μπερδεύει και κάνουμε τα αντίθετα από αυτά που υποσχεθήκαμε. Αλλιώς ξεκινάμε κι αλλιώς καταλήγουμε. Για αλλού ξεκινήσαμε να πάμε και αλλού πηγαίνουμε. Δεν προσέχουμε. Δεν σας έχω πει παραδείγματα;

Παλαιότερα, στην Κόνιτσα δεν υπήρχε Τράπεζα. Αναγκάζονταν οι άνθρωποι να πάνε στα Γιάννενα, όταν ήθελαν να πάρουν κανένα δάνειο. Ξεκινούσαν λοιπόν μερικοί από τα γύρω χωριά και πήγαιναν εβδομήντα δύο χιλιόμετρα με τα πόδια, να πάρουν δάνειο, για να αγοράσουν λ.χ. ένα άλογο. Τότε, αν κανείς είχε ένα άλογο, μπορούσε να συντηρήσει την οικογένειά του. Έκανε ζευγάρι με το άλογο κάποιου άλλου και όργωνε. Μια φορά ξεκίνησε ένας να πάει στα Γιάννενα, να πάρει δάνειο, για να αγοράσει ένα άλογο, να οργώνει τα χωράφια του και να μην παιδεύεται να σκάβει με την τσάπα. Πήγε λοιπόν στην Τράπεζα, πήρε το δάνειο και μετά πέρασε και από τα εβραίικα μαγαζιά και χάζευε. Τον έβλεπε ο ένας Εβραίος, τον τραβούσε μέσα. «πέρνα μέσα, μπάρμπα, έχω καλό πράγμα!».

Έμπαινε εκείνος μέσα, άρχιζε ο Εβραίος να κατεβάζει τα τόπια από τα ράφια. Τα έπαιρνε, τα τίναζε. «Παρ' το, του έλεγε, είναι καλό, και για τα παιδιά σου θα σου το δώσω φθηνό». Έφευγε από τον έναν, προχωρούσε παραπέρα, χάζευε σε άλλον. «Έλα, μπάρμπα, μέσα, του έλεγε ο Εβραίος, θα σου δώσω το πιο φθηνό». Κατέβαζε τα τόπια, τα άνοιγε, τα άπλωνε. Ζαλίστηκε στο τέλος ο καημένος. Είχε και λίγο φιλότιμο, σου λέει «τώρα τα κατέβασε τα τόπια, τα άπλωσε...», και δήθεν «για τα παιδιά του πιο φθηνό», έδωσε τα χρήματα που είχε πάρει από την Τράπεζα και αγόρασε ένα τόπι πανί, αλλά και αυτό ήταν χωνεμένο! Μα και ένα τόπι πανί τι να το κάνει;

Και ένας πλούσιος δεν έπαιρνε ένα τόπι πανί. έπαιρνε όσο του χρειαζόταν. Τελικά γύρισε στο σπίτι με ένα τόπι σάπιο ύφασμα! «Που είναι το άλογο;», τον ρωτάν. «Έφερα ύφασμα για τα παιδιά!», λέει. Αλλά τι να το κάνουν τόσο ύφασμα; Χρεώθηκε εν τω μεταξύ στην Τράπεζα, και άλογο δεν πήρε παρά ένα τόπι πανί χωνεμένο. Άντε πάλι να πηγαίνει να σκάβει με την τσάπα στα χωράφια, να δυσκολεύεται, για να ξεχρεώσει το δάνειο!

Αν αγόραζε άλογο, θα επέστρεφε και καβάλα, θα ψώνιζε και λίγα πράγματα για το σπίτι του και δεν θα σκοτωνόταν να σκάβει με την τσάπα! Αλλά για να χαζεύει στα μαγαζιά τα εβραίικα, είδατε τι έπαθε; Έτσι κάνει και ο διάβολος. Σαν τον πονηρό έμπορο σε τραβάει από 'δώ, σε τραβάει από 'κεί, σου βάζει τρικλοποδιές, και τελικά σε καταφέρνει να πας εκεί που θέλει εκείνος. Για αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις, αν δεν προσέξεις. Σε ξεγελάει και χάνεις τα καλύτερα χρόνια σου.


Πηγή: Γέροντας Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Β': Πνευματική Αφύπνιση, εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης
Αποδελτίωση: Briefing News (3/4/2012)

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Τι μας χαρίζει το Άγιο Πνεύμα

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΙ ΔΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, παντοδύναμο ὅπως ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ζωογονεῖ, ἐμψυχώνει καὶ ἐνδυναμώνει τὰ πλάσματα. Αὐτὸ δίνει στὰ ζῶα τὴ ζωή, στοὺς ἀνθρώπους τὸ νοῦ καὶ στοὺς χριστιανοὺς τὴν ἀνώτερη ζωή, τὴν πνευματική. Αὐτὸ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν βοηθάει νὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνεται στὸν καθένα μας ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν ἀξία τῶν καλῶν ἔργων του, ἀλλὰ δωρεάν, σύμφωνα μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ σωτηρία του.

Στὴ συνέχεια θὰ δοῦμε τί χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 

1. Ὅταν κατοικήσει μέσα στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοῦ δίνει πίστη καὶ φωτισμό. Χωρὶς Αὐτό, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀληθινὴ καὶ ζωντανὴ πίστη. Χωρὶς τὸ φωτισμό Του, καὶ ὁ πιὸ σοφὸς καὶ μορφωμένος ἄνθρωπος εἶναι ὁλότελα τυφλὸς ὡς πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κτίση Του. Ἀπεναντίας, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ φωτίσει ἐσωτερικὰ καὶ τὸν πιὸ ἀμόρφωτο καὶ ἁπλοϊκὸ ἄνθρωπο, νὰ τοῦ ἀποκαλύψει ἄμεσα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ προσφέρει τὴ γλυκειὰ γεύση τῆς βασιλείας Του. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αἰσθάνεται στὴν ψυχή του ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς, ποὺ τοῦ ἦταν ὁλότελα ἄγνωστο μέχρι τότε. 

2. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γεννάει στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι σὰν μία καθαρὴ φωτιά, μία πηγὴ θερμότητας, ποὺ ζεσταίνει τὴν καρδιά. Εἶναι μία ρίζα, ποὺ βλαστάνει μέσα στὴν καρδιὰ ὅλα τὰ καλὰ ἔργα. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ζωογονηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τίποτα δὲν εἶναι δύσκολο, φοβερὸ ἢ ἀδύνατο. Γι' αὐτὸν κανένας νόμος δὲν εἶναι βαρύς, καμιὰ ἐντολὴ δὲν εἶναι ἀνεφάρμοστη. Ὅλα του εἶναι εὔκολα.

Ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι τόσο μεγάλα καὶ δυνατὰ ὄπλα στὰ χέρια του, πού, ἂν τὰ ἔχει, μπορεῖ εὔκολα, ἄνετα, μὲ χαρὰ καὶ γαλήνη νὰ βαδίσει τὸ δρόμο ποὺ βάδισε ὁ Χριστός. 

3. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει ἀκόμα στὸν ἄνθρωπο δύναμη, γιὰ ν' ἀντιστέκεται στοὺς πειρασμοὺς τοῦ κόσμου. Ἔτσι, χρησιμοποιεῖ βέβαια τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, ἀλλὰ σὰν περαστικὸς ταξιδιώτης, χωρὶς νὰ κολλάει σ' αὐτὰ τὴν καρδιά του. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅσο μορφωμένος καὶ ἔξυπνος κι ἂν εἶναι, μένει πάντα δοῦλος καὶ αἰχμάλωτος τοῦ κόσμου. 

4. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει στὸν ἄνθρωπο καὶ σοφία. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε κατεξοχὴν στοὺς ἁγίους ἀποστόλους, πού, πρὶν λάβουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἦταν ἀγράμματοι καὶ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ὕστερα ὅμως κανεὶς δὲν μποροῦσε ν' ἀντισταθεῖ στὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη τοῦ λόγου τους.

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει σοφία ὄχι μόνο στὰ λόγια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ στὶς πράξεις του. Ἔτσι, λ.χ., ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μέσα του τὸ Πνεῦμα, πάντα θὰ βρεῖ τὸ χρόνο καὶ τὸν τρόπο νὰ φροντίσει γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀκόμα καὶ μέσα στὸ θόρυβο τοῦ κόσμου. 

5. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει τὴν ἀληθινὴ χαρά, τὴν καρδιακὴ εὐτυχία καὶ τὴν ἀσάλευτη εἰρήνη. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ χαρεῖ ἀληθινά, νὰ εὐχαριστηθεῖ καθαρά, νὰ νιώσει τὴν εἰρήνη ποὺ γλυκαίνει τὴν ψυχή. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάπου κάπου χαίρεται. Μὰ ἡ χαρά του εἶναι στιγμιαία καὶ ὄχι καθαρή. Κάπου-κάπου διασκεδάζει. Μὰ οἱ διασκεδάσεις του εἶναι πάντα κενές, ἀνούσιες, καὶ μετὰ ἀπ' αὐτὲς τὸν κυριεύει μία ἀκόμα μεγαλύτερη στενοχώρια. Κάπου-κάπου εἶναι ἤρεμος. Μὰ ἡ ἠρεμία του δὲν εἶναι ἡ πνευματικὴ εἰρήνη, εἶναι νάρκη τῆς ψυχῆς. Καὶ ἀλίμονο σ' ἐκεῖνον ποὺ δὲν προσπαθεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ ξυπνήσει ἀπ' αὐτὴ τὴ νάρκη! 

6. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει καὶ τὴν ἀληθινὴ ταπείνωση. Ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ γνωστικός, δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του ὅσο πρέπει, ἂν δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί χωρὶς τὴ θεία βοήθεια, δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν πραγματικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς του. Ἂν εἶναι τίμιος καὶ κάνει κανένα καλὸ στοὺς συνανθρώπους του, νομίζει πῶς εἶναι δίκαιος ἢ καί, σὲ σύγκριση μὲ τοὺς ἄλλους, τέλειος καὶ πῶς δὲν τοῦ χρειάζεται τίποτ' ἄλλο!

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅταν κατοικήσει μέσα μας, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅλη τὴν ἐσωτερική μας φτώχεια καὶ ἀδυναμία. Καὶ ἀνάμεσα στὶς ἀρετές μας, προβάλλει ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας, τὴν ἀμέλειά μας, τὴν ἀδιαφορία μας γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἄλλων, τὴν ἰδιοτέλειά μας ἀκόμα καὶ ἐκεῖ ποὺ φαινόμαστε μεγαλόψυχοι, τὴν παχυλὴ φιλαυτία μας ἀκόμα καὶ ἐκεῖ ποὺ ποτὲ δὲν τὴν ὑποπτευόμασταν. 

Κοντολογίς, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μας τὰ δείχνει ὅλα, ὅπως πραγματικὰ εἶναι. Καὶ τότε ἀρχίζουμε ν' ἀποκτᾶμε τὴν ἀληθινὴ ταπείνωση. Τότε ἀρχίζουμε νὰ χάνουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας στὶς δικές μας δυνάμεις καὶ ἀρετές. Τότε ἀρχίζουμε νὰ θεωροῦμε τὸν ἑαυτό μας χειρότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Καὶ ταπεινωμένοι μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀρχίζουμε νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινὰ καὶ νὰ ἐλπίζουμε μόνο σ' Ἐκεῖνον. 

7. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς διδάσκει, τέλος, τὴν ἀληθινὴ προσευχή. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ κάνει προσευχὴ πραγματικὰ εὐάρεστη στὸ Θεό, πρὶν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί ἂν ἀρχίσει νὰ προσεύχεται, χωρὶς νὰ ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, θὰ δεῖ τὸ νοῦ του νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συγκεντρωθεῖ. Ἐπιπλέον, δὲν γνωρίζει, ὅπως πρέπει, οὔτε τὸν ἑαυτό του οὔτε τὶς ἀνάγκες του οὔτε τί νὰ ζητήσει οὔτε πῶς νὰ τὸ ζητήσει ἀπὸ τὸ Θεό. Καλὰ-καλὰ δὲν ξέρει οὔτε τί εἶναι ὁ Θεός. Ὅποιος, ὅμως, ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γνωρίζει τὸ Θεό, βλέπει ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Πατέρας του καὶ ξέρει πῶς νὰ Τὸν πλησιάσει, πῶς νὰ Τὸν παρακαλέσει καὶ τί νὰ Τοῦ ζητήσει. Οἱ σκέψεις του στὴν προσευχὴ εἶναι εὔτακτες, καθαρές, προσηλωμένες μόνο στὸν Κύριο. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος μπορεῖ μὲ τὴν προσευχή του νὰ πετύχει τὰ πάντα, ἀκόμα καὶ βουνὰ νὰ μετακινήσει.

Νά, λοιπόν, τί χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σ' ἐκεῖνον ποὺ Τὸ ἔχει λάβει. Βλέπετε ὅτι, χωρὶς τὴ βοήθεια καὶ τὴ συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἀδύνατον ὄχι μόνο νὰ μποῦμε στὴν οὐράνια βασιλεία, ἀλλὰ κι ἕνα βῆμα νὰ κάνουμε στὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ. Γι' αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ποθοῦμε καὶ νὰ ζητᾶμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα• εἶναι ἀπαραίτητο νὰ Τὸ ἀποκτήσουμε καὶ νὰ Τὸ ἔχουμε πάντα μέσα μας, ὅπως Τὸ εἶχαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι.

Πηγή: Άγιος Ιννοκέντιος (Βενιαμίνωφ), Υπόδειξη του δρόμου προς τη βασιλεία των ουρανών Μετάφραση: Orthodox Fathers / Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Να πέφτετε μες στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε!


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΜΕΣΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Ο σατανάς, επεσήμαινε ο Γέροντας Πορφύριος, απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Πρέπει να τον περιφρονούμε. Οι λογισμοί αντιμετωπίζονται με την περιφρόνηση και με τη, όσο γίνεται ταχύτερα, στροφή στον Χριστό. Δίδασκε ο άριστος πνευματικός μαχητής: Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει το διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να την υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει.

Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρις, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρα, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μην κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε μες στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε. Να Του δοθείτε, να Τον αγαπήσετε τον Χριστό, να ζείτε με εγρήγορση...

Όταν σας ενοχλήσει κάτι, ένας λογισμός, ένας πειρασμός, μία επίθεση, περιφρονώντας όλ' αυτά, θα στρέφετε την προσοχή σας, το βλέμμα σας στον Χριστό. Εκείνος μετά θα αναλάβει να σας ανεβάσει. Εκείνος θα σας πιάσει απ' το χέρι και θα σας δώσει πλούσια τη θεία Του χάρη... Το σκέπτεσθε κι έρχεται το Άγιον Πνεύμα. Δεν κάνετε τίποτα. Κινείσθε προς τα εκεί κι έρχεται αμέσως η θεία χάρις. Μόλις στενάξετε, έρχεται, ενεργεί. Τι λέει ο Απόστολος Παύλος: «...υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26)... Όταν δείτε το αντίθετο πνεύμα να έρχεται να σας βουτήξει, εσείς δεν τρομοκρατείσθε, ούτε το κοιτάζετε, ούτε προσπαθείτε να το βγάλετε από μέσα σας. Τι κάνετε; Ο καλύτερος τρόπος είναι η περιφρόνηση. Δηλαδή ανοίγετε την αγκαλιά σας, ανοίγετε τα χέρια σας στον Χριστό, όπως το παιδάκι που βλέπει κάποιο θηρίο άγριο και δεν φοβάται, γιατί είναι δίπλα ο πατέρας του και πέφτει στην αγκαλιά του. Αυτόν τον τρόπο να χρησιμοποιείτε σε κάθε προσβολή του πονηρού και σε κάθε λογισμό, δηλαδή την περιφρόνηση.

Εκείνη τη στιγμή, που έχει ανάγκη η ψυχή σας και αγωνίζεσθε, να φωνάζετε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όλα να τα προλαμβάνετε με την προσευχή. Αυτό είναι μεγάλο μυστικό. Την ώρα του πειρασμού, εκεί που πάτε να τον περιφρονήσετε, ο πονηρός σας βουτάει, σάς καθηλώνει και σας σφίγγει και κάνει το δικό του κι όχι αυτό που θέλετε εσείς. Πρέπει να προλάβετε να κάνετε το άνοιγμα στον Θεό. Για να το πετύχετε όμως αυτό, πρέπει να σας φωτίσει η θεία χάρις. Αν αυτό δεν γίνει αμέσως, τότε σάς αρπάζει ο πονηρός κι ενώ προσπαθείτε να τον διώξετε, σας έχει ήδη συλλάβει...Την ώρα του πειρασμού, η ευκολία είναι να στραφείτε προς το αγαπώμενο πρόσωπο, να στραφείτε προς τον Θεό και προς 'κεί να κοιτάξετε ζωηρά και καλά κι επιθυμητά και θα σας έλθει αμέσως η δύναμη, θα σάς έλθει το καλό. Δηλαδή, ενώ βλέπετε ότι έρχεται το κακό να σας καταλάβει, εσείς μόλις το αντιληφθείτε από μακριά, το περιφρονείτε και τρέχετε στην αγκαλιά του Θεού. Αρκεί να προλάβετε να στραφείτε πρώτα εκεί. Οπότε, όταν θα πάτε στο καλό, δεν θυμάστε το κακό. Εδώ είναι το μυστικό, να περιφρονήσετε το κακό. Αλλά δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, αν δεν στραφείτε στον Χριστό.

Λέμε καμιά φορά: «Περιφρόνησέ το το κακό!». Ε, αυτό είναι εύκολο να το λέμε, αλλά δεν είναι εύκολο να το κάνομε. Αυτή η περιφρόνηση έχει μεγάλη τέχνη. Η περιφρόνηση του κακού πνεύματος γίνεται μόνο με τη χάρη του Θεού. Γυρίζετε προς τον Χριστό, τρέχετε προσπαθείτε να γνωρίσετε τον Χριστό, ν' αγαπήσετε τον Χριστό, να αισθανθείτε τον Χριστό και σ' αυτή σας την προσπάθεια, όταν τα ελατήρια σας είναι αγνά και καθαρά και ειλικρινή, ανοίγει η χάρις την ψυχή σας και σάς λέει: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών και επιφαύσει σοι ο Χριστός» (Εφ. 5,14). Εκεί, μέσα στο θείο φως, θα ζούμε πάντοτε, εφόσον θ' αγαπάει και θα λαχταράει η ψυχή μας τον Θεό. Έτσι, με την χάρι του Χριστού, είναι όλα εύκολα κι όλα αληθινά τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν» (Ματθ. 11, 30)».

Δεν μπορεί, δίδασκε ο Γέροντας, ο άνθρωπος να αποφύγει τον παλαιό άνθρωπο χωρίς τη χάρη. Μόλις μας προσβάλλει πρέπει να προσευχόμαστε. Έλεγε: «Δεν μου αρέσει να συζητώ με τον παλαιό άνθρωπο. Δηλαδή με τραβάει από πίσω, απ' το ράσο, αλλ' αμέσως ανοίγω τα χέρια προς τον Χριστό κι έτσι τον περιφρονώ με τη θεία χάρη, δεν τον σκέπτομαι. Όπως το μωρό παιδί ανοίγει τα χέρια και πέφτει στην αγκαλιά της μάνας του, έτσι κάνω κι εγώ. Είναι μυστήριο, δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τη λεπτότητα του θέματος. Όταν προσπαθείτε ν' αποφύγετε τον παλαιό άνθρωπο χωρίς τη χάρη, τον ζείτε. Με τη χάρη, όμως, δεν σας απασχολεί πια. Υπάρχει στο βάθος. Όλα μένουν μέσα μας, και τα άσχημα· δεν χάνονται. Με την χάρη, όμως, μετουσιώνονται, μεταποιούνται, μεταστοιχειώνονται».

Οι άγγελοι δοξάζουν συνεχώς το Θεό· πρέπει να είναι το πρότυπό μας. Η δοξολογία πρέπει να είναι η προσευχή μας. Έλεγε ο αεί δοξάζων τον Θεόν Γέροντας: «Ο Θεός θέλει να ομοιωθούμε με τους αγγέλους. Οι άγγελοι μόνο δοξολογούν τον Θεό. Αυτή είναι η προσευχή τους, μόνο η δοξολογία. Είναι λεπτό πράγμα η δοξολογία· ξεφεύγει απ' τα ανθρώπινα. Εμείς είμαστε άνθρωποι πολύ υλικοί και χαμερπείς, γι' αυτό και προσευχόμαστε στον Θεό ιδιοτελώς. Τον παρακαλούμε να μας τακτοποιήσει τα θέματά μας, να πάνε καλά τα καταστήματά μας, οι υποθέσεις μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας. Προσευχόμαστε, όμως ανθρώπινα και με ιδιοτέλεια. Η δοξολογία είναι ανιδιοτελής προσευχή. Οι άγγελοι δεν προσεύχονται, για να κερδίσουν κάτι, είναι ανιδιοτελείς. Ο Θεός έδωσε και σ' εμάς αυτή τη δυνατότητα, να είναι η προσευχή μας μία διαρκής δοξολογία, προσευχή αγγελική. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστικό. Όταν μπούμε σ' αυτή την προσευχή, θα δοξάζομε τον Θεό συνεχώς, αφήνοντάς τα όλα σ' Αυτόν, όπως εύχεται η Εκκλησία μας: «πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτά είναι τα «ανώτερα μαθηματικά» της θρησκείας μας!».

Η τελειότερη προσευχή, έλεγε, είναι η σιωπηλή. Δίδασκε ο αδιαλείπτως ευχόμενος Γέροντας: «Ο τελειότερος τρόπος προσευχής είναι ο σιωπηλός. Η σιγή. "Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία" (Χερουβικόν Μεγάλου Σαββάτου). Αυτός ο τρόπος, της σιγής, είναι ο πιο τέλειος. Έτσι θεούσαι. Μπαίνεις στα μυστήρια του Θεού. Δεν πρέπει εμείς να μιλάμε πολύ. Ν' αφήνομε να μιλάει η χάρις. Έλεγα το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" και νέοι ορίζοντες άνοιγαν. Δάκρυα χαράς κι ευφροσύνης κυλούσαν απ' τα μάτια μου για την αγάπη και τη σταυρική θυσία του Χριστού. Λαχτάρα! Εδώ κρύβεται το μεγαλείο, ο Παράδεισος. Επειδή αγαπάεις τον Χριστό, λέεις τα λόγια αυτά, αυτές τις πέντε λέξεις λαχταριστά, με καρδιά. Και σιγά σιγά τα λόγια χάνονται. Είναι τόσο γεμάτη η καρδιά, που αρκεί να πεις μία λέξη, "Ιησού μου!", και τέλος καμία λέξη. Η αγάπη εκφράζεται καλύτερα χωρίς λόγια. Όταν μία ψυχή όντως ερωτευθεί τον Κύριο, προτιμά τη σιωπή και τη νοερά προσευχή. Η πλημμύρα της θείας αγάπης γεμίζει τη ψυχή από χαρά κι αγαλλίαση».

Μας δίδεται ό,τι επιθυμούμε, έλεγε πάλι, όταν δεν το ζητάμε· μας δίδεται όταν δεν το σκεφτόμαστε αλλά ζητάμε μόνο την Βασιλεία Του. Να πως τα διατυπώνει ακριβώς: «Να ζητάμε στην προσευχή μόνο τη σωτηρία της ψυχής μας. Δεν είπε ο Κύριος: «Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού...και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»; (Ματθ. 6, 33· Λουκ. 12, 31). Εύκολα, ευκολότατα ο Χριστός μπορεί να μας δώσει ό,τι επιθυμούμε. Και κοιτάξτε το μυστικό. Το μυστικό είναι να μην το έχετε στο νου σας καθόλου να ζητήσετε το συγκεκριμένο πράγμα. Το μυστικό είναι να ζητάτε την ένωσή σας με τον Χριστό ανιδιοτελώς, χωρίς να λέτε, «δώσ' μου τούτο, εκείνο...». Είναι αρκετό να λέμε, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Δεν χρειάζεται ο Θεός ενημέρωση από μας για τις διάφορες ανάγκες μας. Εκείνος τα γνωρίζει όλα ασυγκρίτως καλύτερα από μας και μας παρέχει την αγάπη Του. Το θέμα είναι ν' ανταποκριθούμε σ' αυτή την αγάπη με την προσευχή και την τήρηση των εντολών Του. Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα».

γέροντος Πορφυρίου Αγιορείτου
Πηγή: Ιερομόναχος Σάββας Αγιορείτης, Η ανθρωπολογία του Γέροντος Πορφυρίου του Αγιορείτου

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Το καταφύγιο


Ἦταν χαρά Θεοῦ αὐτές οἱ μέρες στό χωριουδάκι, ὅπου πῆγαν γιά διακοπές. Τό σπιτάκι πάνω σέ ἕνα ὕψωμα πού ἀντίκριζε τή θάλασσα ἦταν ὅ,τι χρειάζονταν γιά νά ἠρεμήσουν καί νά ξεκουραστοῦν. Ἡ ἠρεμία σάν νά ἦταν ἐκεῖ ἐγκατεστημένη καί περίμενε τούς ἀνθρώπους, γιά νά τούς πεῖ ὅτι ἀκόμα ὑπάρχει σέ κάποιους ξεχασμένους ἀπόμερους τόπους, ὅπως αὐτόν πού τώρα βρίσκονταν. Ἡ φύση γύρω πλούσια σέ ποικιλία, καί ἀπό πάνω ἕνας βαθύς γαλάζιος οὐρανός, πού πήγαινε κι ἔσμιγε στόν ὁρίζοντα μέ τό γαλάζιο της θάλασσας, ἦταν μία ὀμορφιά πού καλοῦσε νά τήν ἀπολαύσεις μέ ὅλη τήν ὕπαρξή σου.

Γι’ αὐτό καί οἱ περίπατοι ἦταν στό καθημερινό πρόγραμμα καί πρώτη φορά κανείς δέν διαμαρτυρόταν γιά τό περπάτημα. Ἔτσι κι ἐκεῖνο τό ἀπομεσήμερο ξεκίνησαν νά πᾶνε στήν ἀνατολική πλευρά τοῦ τόπου, πού δέν εἶχαν ἀκόμη πάει. Τά τρία παιδιά εἶχαν βάλει διαγωνισμό, ποιός νά φτάνει στό ἑπόμενο σημεῖο, πού ἔβαζαν ὡς στόχο, πρῶτος καί οἱ γονεῖς ἀκολουθοῦσαν γρήγορα, γιά νά τά ἐπιβλέπουν. Ἔτσι, ξεμάκρυναν ἀρκετά.

«Κοιτάξτε ἐκεῖνο τό σύννεφο! Σάν ἄλογο πού τρέχει δέν εἶναι;», φώναξε κάποια στιγμή ἡ μικρή, πού πάντα ἡ φαντασία της κάλπαζε. «Λές νά ἔχουμε μπόρα;», εἶπε ἀνήσυχη ἡ μητέρα καί ἔκοψαν λίγο ταχύτητα. Τώρα κοίταζαν κάθε λίγο τόν οὐρανό. Ἡ μπόρα ναί, ἐρχόταν. Αὐτά τά σύννεφα πού μαζεύονται τόσο γρήγορα σάν νά φωνάζουν τό ἕνα στό ἄλλο νά βγοῦν ἀπό τούς ἀόρατους κρυψῶνες τους, πῶς κάλυψαν ἀπότομα τόν οὐρανό! Οἱ πρῶτες χοντρές ψιχάλες ἄρχισαν νά πέφτουν. Ἡ μικρή ἔπιασε φοβισμένη τό χέρι τοῦ πατέρα μέ τό πρῶτο μπουμπουνητό. Ὅλοι ἔνιωσαν ἀνήσυχοι. Δύσκολο καί ἴσως ἐπικίνδυνο νά βρίσκεσαι τόση ἀπόσταση μακριά ἀπό κάθε εἴδους σκεπή μέσα στήν καταιγίδα.

Αὐθόρμητα κοίταζαν ὅλοι γύρω, μήπως ὑπῆρχε κάποιο ἀσφαλές σημεῖο. «Νά ἕνα σπιτάκι!», φώναξε σάν νά ἔκανε τήν μεγαλύτερη ἀνακάλυψη ἡ μεγάλη κόρη καί ἀμέσως ὅλοι προχώρησαν πρός τήν κατεύθυνση πού τούς ἔδειξε. Καί ὁ ἀδελφός μέ ἱκανοποίηση, γιατί ἀνακάλυψε κι ἐκεῖνος κάτι, παρατήρησε ὅτι δέν ἦταν σπιτάκι, ἀλλά ἐκκλησάκι.

Οἱ στάλες τῆς βροχῆς πύκνωσαν κι ἦταν χοντρές καί κτυποῦσαν ὁρμητικές στίς πλάτες, στά κεφάλια… «Ἀνοῖξτε τό βῆμα σας», φώναζε ὁ πατέρας καί ἅρπαξε στήν ἀγκαλιά του τή μικρή, πού δέν μποροῦσε νά τρέξει ἄλλο. Τό μεγάλο ξέσπασμα τῆς μπόρας τούς βρῆκε στό ἐκκλησάκι. Μέ πόση ἀνακούφιση μπῆκαν ὅλοι μέσα! Ἔνιωθαν ὅτι μπῆκαν στόν πιό ζεστό καί φιλόξενο χῶρο. Ἕνα, «δόξα σοι ὁ Θεός» βγῆκε ἀπό τήν καρδιά τῶν γονιῶν. Ὅλα ἦταν σέ τάξη μέσα στό μικρό ἐξωκκλήσι. Ἦταν φανερό ὅτι κάποια ἤ κάποιες εὐλαβικές ψυχές τό φρόντιζαν τακτικά. Ἔξω ἡ βροχή ἔπεφτε ὁρμητική. Ἡ φύση σκοτεινίασε καί προκαλοῦσε φόβο μέ τίς ἀστραπές καί τίς βροντές. Ξαφνικά, ἕνας κρότος ἐκκωφαντικός ἀκούστηκε ἀρκετά κοντά. «Κεραυνός!», εἶπαν ὅλοι. Τά παιδιά μαζεύτηκαν κοντά στούς γονεῖς φοβισμένα, ἄλλα κι ἐκεῖνοι κοιτάχτηκαν ἀνήσυχοι.

«Νά ἀνάψουμε τό κεράκι μας καί θά μᾶς φυλάξει ὁ Θεός. Ἐκεῖνος ἄνοιξε τό σπίτι του καί μᾶς ἔβαλε μέσα, γιά νά μᾶς φυλάξει. Ἐδῶ εἴμαστε σέ ἀσφαλισμένο καταφύγιο. Νά κάνουμε ὅλοι τήν προσευχή μας καί σέ λίγο πού θά περάσει ἡ μπόρα θά πᾶμε στό σπίτι». Αὐτή ἡ σκέψη τῆς μητέρας ἔστρεψε τήν προσοχή ὅλων στό εἰκονοστάσι. Τό στοργικό βλέμμα τοῦ Κυρίου καί ἡ γλυκιά μορφή τῆς Παναγίας ἔδιωξαν τόν φόβο. Τό ἀναμμένο κεράκι, τό θυμίαμα πού βρῆκαν κι ἄναψαν, ἡ προσευχή, ζέσταναν τίς καρδιές. Ἔξω ἡ βροχή ἔπεφτε πιό ἤρεμα, ὥσπου ἔπαψε ἐντελῶς. Σέ λίγο ἕνα πανέγχρωμο οὐράνιο τόξο ὑπογράμμισε τήν ὀμορφιά τοῦ τοπίου καί ἔδωσε καινούργια χαρά σέ ὅλους. Ὁ δρόμος τοῦ γυρισμοῦ τούς φάνηκε ἀκόμα πιό ὄμορφος, ὅπως ὅλα ἦταν ξεπλυμένα ἀπό τή βροχή καί τά ρυάκια τοῦ νεροῦ ἔτρεχαν στίς κατηφόρες.

Πόσο ταιριάζει σέ τέτοιες περιστάσεις τό, «Κύριε, καταφυγή ἐγενήθης ἡμῖν» (Ψαλμ. πθ΄, 1). Καταφύγιο κυριολεκτικά, ἀλλά κυρίως πνευματικά, γίνεται ὁ Ναός, τό σπίτι τοῦ Θεοῦ καί μᾶς σκεπάζει στίς μπόρες τῆς ζωῆς. Οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι, πού ἀγάπησαν τόν Θεό καί γι’ αὐτό εἶχαν ἀνοικτή τήν καρδιά τους γιά νά νιώθουν τή δική Του ἀγάπη, αἰσθάνονταν ἔντονα τήν ἀνάγκη νά καταφεύγουν σ’ Αὐτόν, γιά νά προστατεύονται ἀπό τούς ποικίλους κινδύνους καί πειρασμούς.

Σέ καιρό θλίψεων, πού ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου νιώθει νά περισφίγγεται ἀπό τά κακά πού τή στενοχωροῦν, χωρίς νά φαίνεται πουθενά διέξοδος, μόνο ἡ πίστη, ἡ προσευχή καί ἡ πλήρης καταφυγή στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά ρίξουν φῶς στό σκοτάδι τῆς ζωῆς. «Σύ μου εἶ καταφυγή ἀπό θλίψεως τῆς περιεχούσης με» (Ψαλμ. λα΄, 7), ἀναφωνεῖ γιά τήν πολυτάραχη ζωή του ὁ Δαβίδ. Τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀποζητοῦσε καί ἔπαιρνε σέ κάθε δύσκολη περίσταση τῆς ζωῆς του. «Ἐγενήθης ἀντιλήπτωρ μου καί καταφυγή μου ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου. Βοηθός μου εἶ» (Ψαλμ. νη΄, 17 - 18). Κι ὅταν ὁ Χριστός περπατοῦσε στούς δρόμους τῶν ἀνθρώπων, τί ἄλλο ἦταν παρά καταφύγιο ὅλων τῶν πονεμένων; Σ’ Αὐτόν κατέφυγαν ὁ Ἰάειρος, ἡ Χαναναία, ἡ αἱμορροοῦσα, οἱ τυφλοί…, ὅλοι ὅσοι δέν εἶχαν καμιά ἐλπίδα ἀπό πουθενά.

Σέ καιρό ἀδιεξόδων καί πνευματικῶν κινδύνων, πού κανείς δέν ξέρει πῶς νά φυλάξει τόν ἑαυτό του καί τούς δικούς του, ὅταν ἄνθρωποι, καταστάσεις, πειρασμοί μᾶς ἀπειλοῦν, μόνο στόν Θεό μποροῦμε νά καταφύγουμε καί νά ἀσφαλιστοῦμε μέσα στήν παντοδύναμη παρουσία Του. «Γενοῦ μοι εἰς Θεόν ὑπερασπιστήν καί εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με. Ὅτι κραταίωμά μου καί καταφυγή μου εἶ σύ» (Ψαλμ. λ΄, 3 - 4). Ἰδιαίτερα, ὅταν ὁ ἐχθρός τῆς ψυχῆς μας ὁ διάβολος ἐντείνει τούς πειρασμούς του καί μᾶς πολεμᾶ, γιά νά μᾶς ρίξει σέ ἁμαρτίες καί νά μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν δρόμο τῆς σωτηρίας, ἰσχυρή πρέπει νά βγαίνει ἀπό τήν ψυχή μας ἡ παράκληση, νά μᾶς βγάλει ἀπό τίς παγίδες του ὁ μόνος δυνατός. «Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον» (Ψαλμ. ρμβ΄ [142], 9).

Ἀλλά κι ἄν ἀργά, μετά τίς πτώσεις μας, θελήσουμε νά καταφύγουμε στόν Κύριο, γιά νά μᾶς λυτρώσει καί νά ξεκουράσει τίς ψυχές μας ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, Ἐκεῖνος μέ ἀνοιχτή τήν πατρική ἀγκαλιά μᾶς καλεῖ νά πᾶμε κοντά Του, γιά νά μᾶς χαρίσει τήν ἀνάπαυση ἀπό τό βαρύ φορτίο. «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄, 28). Σ’ Αὐτόν δέν κατέφυγαν ὁ Ζακχαῖος, ὁ Λευί, ἡ πόρνη…;

Συχνά στή ζωή οἱ ἄνθρωποι νιώθουμε μόνοι, ἀκάλυπτοι. Παλεύουμε χωρίς ἀποτέλεσμα. Κάποιοι καταφεύγουν ἐκεῖ πού δέν θά ἔπρεπε, σέ ἀνθρώπους καί μέσα πού ὑπόσχονται ἀνακούφιση, διέξοδο, λύσεις… Αὐτά στό τέλος πληρώνονται πολύ ἀκριβά καί ὄχι μόνο δέν προσφέρουν λύσεις, ἀλλά καί ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια.

Κι ὅμως, ἔχουμε τόν Χριστό μας, πού ἔγινε ἄνθρωπος, ἦλθε ἀνάμεσά μας κι ἔγινε ὁ μέγας μεσίτης γιά μᾶς στόν οὐρανό. Ἔχουμε Ἀρχιερέα μέγα (βλ. Ἑβρ. δ΄, 14) κοντά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἕτοιμο νά ἀκούσει τίς προσευχές μας. Κι ἐπειδή οἱ δικές μας προσευχές βγαίνουν ἀπό χείλη ἀκάθαρτα καί ἁμαρτωλές ψυχές, ἔχουμε πρόθυμη βοηθό τήν Παναγία μας, πού μεσιτεύει γιά μᾶς. «Πρός σέ καταφεύγω, τήν κεχαριτωμένην…», τῆς φωνάζουμε, γι’ αὐτό κι ἕνα ἀπό τά πολλά ὀνόματα πού τῆς ἔχουμε δώσει εἶναι, «Παναγία Καταφυγή». Κρίμα νά μήν τό γνωρίζουμε, νά μήν τό θυμόμαστε τίς ὧρες πού ἡ ψυχή ζητεῖ ἕνα καταφύγιο.

Ἄς μάθουμε νά φωνάζουμε μέ πίστη: «Κύριε, καταφυγή ἐγενήθης ἡμῖν». Τότε ὅσο κι ἄν διαρκοῦν οἱ μπόρες τῆς ζωῆς, ὅσο κι ἄν φυσοῦν οἱ ἄνεμοι τοῦ κακοῦ γύρω μας, στό τέλος θά μᾶς χαμογελάσει ὁ οὐρανός. Καί μετά ἀπό κάθε μπόρα τῆς ζωῆς μέ περισσότερη θέρμη θά τοῦ λέμε: «Ἀγαπήσω σε, Κύριε, ἡ ἰσχύς μου. Κύριος στερέωμά μου καί καταφυγή μου καί ρύστης μου» (Ψαλμ. ιζ΄, 2 - 3).

Νίκη Τρακοσιή, φιλόλογος
Πηγή: περιοδικό Παρέμβαση Εκκλησιαστική, Ιανουάριος - Μάρτιος 2012, τεύχ. 18ο, έκδ. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, σ. 307-310

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Η συγχώρηση πάνω από όλα τα «πρέπει»


ΤΟ ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

Η Ηρώ φαινόταν και συμπεριφερόταν σαν μία «τυπική» παπαδιά, παρόλο που ο άνδρας της ήταν υπάλληλος της Ιζόλα. Ήταν ελκυστική μ' έναν πολύ επιφυλακτικό τρόπο. Βαφόταν πολύ λίγο, αλλά με έναν τρόπο, που δεν ήταν ούτε φυσικός, ούτε «σικ», αλλά απλώς άχαρος. Παρά το γεγονός ότι είχε όλες τις φυσικές δυνατότητες να φαίνεται όμορφη, έδειχνε πως η ίδια δίσταζε να αφήσει την ομορφιά της να φανεί. Μια φορά που κοιταζόταν στον καθρέφτη, η μητέρα της, της είπε επιτιμητικά: «Ποιος νομίζεις ότι θα σταματούσε να κοιτάξει εσένα;». Η λέξη «ματαιοδοξία» είχε μία τρομακτική ηχώ στη σκέψη της και γι' αυτό όποτε άφηνε την ομορφιά της να φανεί, αισθανόταν ένοχη. «Δεν πρέπει να χαίρεσαι τον εαυτό σου». Αυτό τριγυρνούσε διαρκώς στο μυαλό της. Κατά τον άνδρα της, η Ηρώ δεν ήταν «καλή» νοικοκυρά, αλλά τη θεωρούσε άριστη σ' όλα τ' άλλα. Ήταν μία καλή μητέρα, μία αφοσιωμένη σύζυγος, μία πιστή και ιδανική σύντροφος. Για όλα αυτά, ο Ιάσων την αγαπούσε παράφορα.

Ο Ιάσων ήταν ένας ιεραπόστολος μεταμορφωμένος σε υπάλληλο της Ιζόλα. Η λέξη που κυριαρχούσε στο λεξιλόγιό του ήταν το «πρέπει». Ζούσε τη ζωή του με μια πουριτανική διάθεση και, όπως και η Ηρώ, ήταν κι αυτός σκληρός τόσο με τον εαυτό του όσο και με τους άλλους. Ο Ιάσων είχε αρκετά χαρίσματα, αλλά δεν είχε καταφέρει να τα χαρεί, επειδή συνέχεια βασάνιζε τον εαυτό του γιατί δεν ήταν καλύτερος απ' αυτό που ήταν. Ήταν υπομονετικός, τρυφερός και έπαιζε με πολύ κέφι με τα παιδιά του, αλλά νόμιζε ότι έπρεπε να είναι τέλειος γονιός και όταν διαπίστωνε ότι δεν ήταν, καταλαμβανόταν από απελπισία.

Ένα από τα πολλά του «πρέπει» κόντεψε να γίνει αιτία να καταστραφεί ο γάμος του. Αισθανόταν ότι έπρεπε να λέει στη γυναίκα του ό,τι του συνέβαινε. Ο Ιάσων αναγκαζόταν να πηγαίνει συχνά σε διάφορα μέρη της χώρας για δουλειές της εταιρείας. Είναι γεγονός, ότι οι άνδρες που ταξιδεύουν πολύ, είναι άταχτοι. Ίσως αυτό να είναι μια γενίκευση αλλά δεν είναι τόσο ανακριβής.

Στους συζύγους που απομακρύνονται συχνά και για μεγάλα διαστήματα από τις συζύγους τους και τις οικογένειές τους, οι άλλες γυναίκες φαίνονται όλο και πιο ελκυστικές. Παρόλες τις ιεραποστολικές του τάσεις, ο Ιάσων δεν αποτελούσε εξαίρεση σ' αυτό. Πολλές φορές, όταν έλειπε απ' το σπίτι του, είχε την επιθυμία να κάνει έρωτα με μια άλλη γυναίκα, αλλά στα πέντε χρόνια που ταξίδευε, δεν είχε ενδώσει ποτέ σ' αυτήν. Αντίθετα είχε αναπτύξει έναν αμυντικό μηχανισμό, που τον προφύλαγε από κάθε επιθυμία ερωτική ή μη ερωτική. Κάποτε βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη μ' ένα συνάδελφο και χωρίς να το καταλάβει, γνωρίσθηκαν με δύο νεαρές γυναίκες σε μία ταβέρνα και μέθυσαν. Η βραδιά κατέληξε σε μια ερωτική περιπέτεια. Καθ' όλη τη διάρκεια της επιστροφής στην Αθήνα, τον Ιάσωνα τον τιμωρούσε το «πρέπει» του. Και καθ' όλη τη διάρκεια της επόμενης εβδομάδος, τον βασάνιζε ο φόβος ότι μπορεί να είχε αρπάξει κάποιο αφροδίσιο νόσημα. Όταν μετά από την πάροδο κάποιου χρόνου διαπίστωσε ότι αυτό δεν είχε συμβεί, αισθάνθηκε υποχρεωμένος να εξομολογηθεί και ο εξομολόγος που διάλεξε ήταν η Ηρώ.

- «Ιάσων, πώς τόλμησες να κάνεις ένα τέτοιο πράγμα σε μένα; Μετά από τόσα χρόνια γάμου πώς μπόρεσες να προδώσεις κι έμενα και τα παιδιά;» Τα δάκρυα της Ηρώς είχαν αρχίσει να τρέχουν ποτάμι καθώς έλεγε αυτά τα λόγια. Ο Ιάσων προσπάθησε να την παρηγορήσει βάζοντας το χέρι του γύρω απ' τους ώμους της, αλλά η Ηρώ ήταν απλησίαστη.

Η Ηρώ ήξερε ότι o παπάς της ενορίας της δεν ενέκρινε τα διαζύγια, αλλά πίστευε ότι θα της έδινε τη συμπαράσταση ποy ζητούσε. Την ημέρα, μετά απ' την εξομολόγηση του Ιάσωνα, η Ηρώ αποφάσισε να πάρει διαζύγιο, αλλά ήθελε να το συζητήσει πρώτα με τον παπά της ενορίας της, πριν αρχίσει να ξοδεύει χρήματα στους δικηγόρους. Η πρώτη έκπληξη της Ηρώς ήταν ότι ο παπάς δεν έδειξε καμία έκπληξη με το αμάρτημα του Ιάσωνα. Την άκουσε προσεκτικά, αλλά δεν είπε ότι αυτό που έκανε ο Ιάσων ήταν κάτι το τρομερό.

- «Καταλαβαίνω ότι είσαστε αρκετά ενοχλημένη απ' όλο αυτό το επεισόδιο» της είπε, «αλλά δεν ξέρω τι νομίζετε ότι μπορώ εγώ να κάνω». Η Ηρώ τα έχασε. Περίμενε από τον παπά την έκφραση μιας ιερής αυτοδικαιωτικής αγανακτήσεως, αλλά σκέφθηκε, ότι ίσως ο παπάς νόμιζε ότι και αυτή ήταν εξίσου άπιστη.

- «Πάτερ, ο Ιάσων είναι ο μόνος άνδρας με τον όποιο έχω κάνει έρωτα. Συμφωνήσαμε ότι αυτό θα ήταν μια ιερή σύμβαση που δε θα έπρεπε να παραβούμε ποτέ. Ο έρωτας είναι κάτι ιερό, που ο Ιάσων δεν σεβάστηκε. Παρέβη τη συμφωνία που κάναμε και έτσι κατάστρεψε τον γάμο μας. Εγώ θα πάρω διαζύγιο». Και λέγοντας αυτά σκέφτηκε ότι τώρα ο παπάς θα είχε αντιληφθεί τη σοβαρότητα της καταστάσεως και της αμαρτίας του Ιάσωνα.

- «Υπάρχει κανένας άλλος λόγος που θέλετε να πάρετε διαζύγιο;»

- «Όχι, και αυτό είναι το τρομερό. Ο Ιάσων είναι ένας θαυμάσιος σύζυγος. Γιατί να πάει να κάνει αυτό το πράγμα και να καταστρέψει έναν όμορφο γάμο;» 

- «Τον αγαπάτε ακόμη;» 

Η Ηρώ δεν περίμενε αυτή την ερώτηση. Στο μυαλό της είχε αποφασίσει ότι είχε τελειώσει η σχέση της με τον Ιάσωνα και ότι η αγάπη της γι' αυτόν είχε πεθάνει. Τώρα όμως που ο παπάς τής είχε κάνει αυτή την ερώτηση, δυσκολευόταν να πει ότι δεν αγαπούσε τον άνδρα της.

- «Φαντάζομαι ότι τον αγαπώ, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω να τον αγαπώ μετά απ' αυτό που έκανε».

- «Ακούστε, στην πνευματική μας παράδοση η συγχώρηση είναι κάτι πολύ πιο ισχυρό και πιο σημαντικό απ' όλα τα "πρέπει". Αν δεν υπήρχε αυτό, εγώ και η παπαδιά μου θα είχαμε χωρίσει πριν από πάρα πολλά χρόνια».

- «Το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να έχω εμπιστοσύνη στον Ιάσωνα πια. Αν το έκανε μία φορά θα το ξανακάνει.»

-«Και πώς μπορείτε να είστε τόσο σίγουρη;»

-«Μα αυτό που έκανε ο Ιάσων, δείχνει ότι κάτι δεν πάει καλά μέσα του. Αν ήταν στα καλά του δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα».

Ο παπάς είδε ότι η συμβουλευτική του τακτική δεν ήταν αποτελεσματική, στην προσπάθεια του να βοηθήσει την Ηρώ. Γι' αυτό, διάλεξε να συνεχίσει με έναν τρόπο πιο διδακτικό.

- «Θυμάμαι, όταν μεγάλωνα στο χωριό μου, συνήθιζα να παρατηρώ τις χήνες και μου είχε κάνει εντύπωση ότι ζευγάρωναν μόνο μία φορά. Όταν ο χήνος πέθαινε, η χήνα δεν ξαναζευγάρωνε. Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι έτσι. Δεν πιστεύω ότι η μοναδική ερωτική περιπέτεια του συζύγου σας, σημαίνει ότι του συμβαίνει κάτι το τρομακτικό. Απλώς, σε μια δύσκολη στιγμή η αντίστασή του στον πειρασμό χαλάρωσε». 

- «Αλλά ακόμα υπάρχει ένα μεγάλο μαύρο στίγμα που δεν ξεπλένεται», είπε ή Ηρώ. 

- «Δηλαδή, λέτε ότι ο σύζυγός σας έχει πράξει το ασυγχώρητο αμάρτημα;» 

- «Ακριβώς!»

Ο παπάς ξαναχρησιμοποίησε τη διδακτική του τακτική. 

- «Η ιδέα του ασυγχώρητου αμαρτήματος είναι δημιούργημα του άνθρωπου και όχι του Θεού. Οι άνθρωποι, πολλές φορές, το βρίσκουν δύσκολο να συγχωρήσουν μία συμπεριφορά, που στην πραγματικότητα φοβούνται ότι μπορεί να ενθαρρύνει ανάλογη δική τους διάθεση. Ο Θεός της χριστιανικής αποκαλύψεως είναι ένας Θεός που είναι πάντοτε ανοικτός και έτοιμος να συμφιλιωθεί με τα παιδιά του».

- «Τώρα βάζετε το βάρος της σωτηρίας αυτού του γάμου σε μένα», διαμαρτυρήθηκε η Ηρώ.

- «Απ' αυτά που μου έχετε πει, φαίνεται ότι ο σύζυγός σας θέλει να συνεχισθεί ο γάμος σας. Έτσι δεν είναι;»

Η Ηρώ κούνησε το κεφάλι της καταφατικά κοιτάζοντας το πάτωμα αφηρημένα.

- «Λοιπόν, αν σωθεί η σχέση σας με τον σύζυγό σας, αυτό θα εξαρτηθεί από τη δική σας θέληση να δείτε τη συμπεριφορά του σαν μία απομονωμένη και μοναδική περίπτωση και όχι σαν κάτι που είναι έκφραση ενός βασικού στοιχείου της προσωπικότητάς του». 

Ο παπάς ένιωσε ότι είχε προχωρήσει πιο γρήγορα απ' ό,τι μπορούσε να παρακολουθήσει η Ηρώ, γι' αυτό είπε: «Ίσως να αισθάνεστε ότι αυτό το επεισόδιο του συζύγου σας ήταν η αρχή του τέλους του γάμου σας και ότι θέλετε να προφυλάξετε τον εαυτό σας από τους πόνους μιας πολύχρονης συζυγικής αρρώστιας, που στο τέλος θα καταλήξει οπωσδήποτε στον θάνατο». 

- «Ίσως έχετε δίκιο. Πίστευα ότι ένας καρκίνος είχε έλθει στον γάμο μας και δεν ήθελα να ζήσω την οδύνη του για πολύ καιρό. Θα ήταν λιγότερος πόνος αν δίναμε γρήγορα ένα τέλος». 

- «Αυτό που βλέπω», συνέχισε ο παπάς, «είναι ότι είστε παντρεμένη μ' έναν άνδρα και όχι με κανένα χήνο. Αν ο σύζυγός σας ήταν χήνος, η διάγνωσή σας θα ήταν σωστή. Ευτυχώς δεν είναι».

- «Δηλαδή οι άνδρες είναι ζωηροί από τη φύση τους;» ρώτησε η Ηρώ.

- «Όσο είναι και οι γυναίκες», απάντησε ο παπάς χωρίς δισταγμό.

- «Εγώ δεν επιθύμησα να έχω ερωτικές σχέσεις κανέναν άλλο έκτος απ' τον Ιάσωνα». 

- «Δεν σας πιστεύω», απάντησε ο παπάς. Αν μία τέτοια ανταπόκριση είχε έλθει από κάποιον άλλο, η Ηρώ θα νόμιζε ότι τη χαρακτήριζαν σαν μία γυναίκα ελευθερίων ηθών, αλλά το ύφος του παπά ήταν γεμάτο αποδοχή.

- «Εννοώ πως όταν ήμουν μικρότερη, σαν φοιτήτρια ίσως να είχα τέτοιες σκέψεις, αλλά όχι απ' τον καιρό που γνώρισα τον Ιάσωνα». Η φωνή της Ηρώς υψώθηκε. 

- «Ακόμα δεν σας πιστεύω». 

- «Νομίζετε ότι ακόμη και τώρα έχω ερωτικές επιθυμίες για άλλους άνδρες;» 

- «Ακριβώς». 

- «Μα γιατί το λέτε αυτό;» 

- «Γιατί είστε γυναίκα και όχι χήνα». 

Η Ηρώ γέλασε λίγο και αισθάνθηκε κάπως καλύτερα. «Δεν περίμενα ποτέ να μάθω τέτοια πράγματα από έναν πνευματικό».

- «Είστε τώρα έτοιμη για μια ωριμότερη αντιμετώπιση του προβλήματος;»

- «Ναι, τι να κάνω με τον Ιάσωνα;»

- «Θα θέλατε να τον τιμωρήσουμε;»

- «Δηλαδή να γλιτώσει έτσι, χωρίς συνέπειες;»

- «Εγώ νομίζω ότι θα πρέπει να πάτε στο σπίτι σας και να φτειάξετε για τον σύζυγό σας το πιο αγαπημένο του φαγητό, ή να του τηλεφωνήσετε και να κανονίσετε να βγείτε μαζί έξω το βραδάκι και αν αισθάνεστε την ανάγκη να κλάψετε για όσα έγιναν, κλάψτε πριν έλθει εκείνος».

- «Ίσως τα κάνω και τα δύο».

Όταν σηκώθηκε η Ηρώ να φύγει, ο παπάς παρατήρησε ότι η Ηρώ ήταν μία πραγματικά όμορφη γυναίκα και σκέφθηκε, ότι ευτυχώς που και αυτός ήταν άνθρωπος και όχι χήνος.


Πηγή: π. Φιλόθεος Φάρος - π. Σταύρος Κοφινάς, Ο γάμος, εκδ. «Ακρίτας»
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...