Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Οι ασκητές ψηλώνουν για να συναντήσουν τον Αγαπημένο τους


Όλος ο βίος του ανθρώπου είναι μία ημέρα γι' αυτούς που κοπιάζουν με πόθο 
(Αββά Γρηγορίου του θεολόγου)

ΜΕ ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ: Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ

Πώς να μείνεις με τους ανθρώπους; Πώς τες πόλεις και τα χωριά τους να κατοικήσεις; Έχουν τόσα πολλά θελήματα, τόσες πολλές ενέργειες, τόσες κινήσεις αναίτιες τα σώματά τους, και ο νους τους τρέχει χωρίς λόγο αληθινό στο απροσδιόριστο! Πώς να μείνεις με τους ανθρώπους; Όσους κι αν επιλέξεις θα αμαρτήσεις. Άλλους θα αφήσεις, άλλοι θα λυπηθούν και θα σε πονέσουν. Εχτρούς θα κάνεις ακόμη κι αν δεν το θες· και η μεγάλη σου αγκαλιά, ανοιχτή θα καλοδεχτεί, δεν αρκεί να χωρέσει τη συνθετότητα της πραγματικότητας των ανθρώπων. Πώς να μείνεις με τους ανθρώπους; Έχουν τόσα πολλά διαφορετικά θελήματα, τόσες επιφάνειες, τόσες ιδιοτροπίες, και τον χωρισμό διαρκώς πολλαπλασιάζουν. Μακραίνουν τα πρόσωπά τους και ολοένα γυρεύουν να μονωθούν, να μείνουν κατάμονοι κι αυτό το λένε ζωή! Πώς να στεργιώσεις μέσα στο χάος των ανθρώπων, που για αγάπη τους έχουν τον αφορισμό και για χαρά τον πόλεμο και τον θάνατο;

Φτάνει όμως κάποτε καιρός που η καρδιά ζητά και το κορμί το απαιτεί. Πρέπει να διαλέξεις τόπο να σταθείς, να διαλέξεις δρόμο να κινήσεις και κατεύθυνση να κοιτάξεις. Είναι καιρός που η καρδιά άλλο δε βαστά στη μεσότητα, δε βαστά τη λειψή ζωή, δεν αντέχει τον άλογο βίο και την περιφορά την ανόητη από ματαιότητα σε ματαιότητα, την κίνηση την αβάσταχτη από πόνο σε άλλο πόνο. Μισό κορμί, μισή ψυχή, χείλι πικρό και χαμογέλιο αχνό. Φτάνει καιρός που η καρδιά δεν αντέχει να ταΐζεται με τα ψιχία χαράς και με κλάσματα πραγμάτων. Τότε για μία μονάχα στιγμή όλα σταματούν, στην παύση αυτή όλα ζυγιάζονται και ύστερα ξανακινούν με άλλο ρυθμό κι άλλο λόγο και η καρδιά αναχωρεί και το κορμί ακολουθεί. Ο νους μονάχα δείχνει διστακτικός και ξεμένει λιγάκι πίσω κι όλο σε παλιά ξαναγυρνά -σε ερείπια «αγαπημένα» ξαναγυρνά, που στέγασαν ηδονές και μικρές φευγαλέες χαρές. Ο νους σταματά και κοντοστέκεται σε μορφές όμορφες ερωτικές, που σιγανά, νωχελικά καλούν ανεμίζοντας μαντίλια των ερώτων μοναδικά.

Όμως ο καιρός σήμανε και η καρδιά αναχωρεί και όλα εκείνην ακολουθούν. Όλα από κείνην παρασύρονται σε χορό μανικό, που ο Μόνος σέρνει στην ατλαντική του πλάτη, την κρίση όλη κουβαλώντας με χαρά. Τότε η πλάση ανθίζει μες τη σιωπή που διαρκώς ευχαριστεί, μες τη μόνωση που πάντοτε συντροφεύει, μες τη λυτρωτική φυγή που αλάνθαστα οδηγεί στη φωτεινή των πραγμάτων πλευρά. Η ζωή τότε φανερώνεται μες τα χέρια που, χωρίς στόχο υστερόβουλο, χώμα πλάθουν μετά τη βροχή, και πουλιά παραδεισένια ανασταίνουν μες τη σκοτεινιά των καιρών. Η ζωή τότε παρουσιάζεται μες τα λαγούμια τα βαθιά, μες τες οπές της γης και σε χαράκια μακρινά. Η ζωή είναι παντού, ήσυχη μυστική χωρίς φωνή και κινήσεις, χωρίς κραυγές και ξαμώματα επιθετικά. Η ζωή τότε γίνεται μικρή κινησούλα διακριτική, όπως τα χορταράκια του καλοκαιριού στις όχτες δρόμων επαρχιακών, στο φύσημα του μελτεμιού. Γίνεται κινησούλα τόση δα, που φανερώνεται για μια στιγμή κι ύστερα ησυχάζει και μαζεύεται πάλε στη γερή χοϊκή της φύτρα, τη γη. Ο νόστος της αθωότητας που χάσαμε μικροί κάπου εκεί ψηλά σε αλώνια ματωμένα και σε τόπους αλαργηνούς με μαύρα βουνά και δάσα. Ο νόστος της απλότητας που δεν γευτήκαμε ποτέ, παρά κρυφοκοιτάξαμε σα φευγαλέα σκιά, πίσω από ακτίνες ελεήμονος φωτός μες σε άδεια ιερά, αλλόκοτα και υψηλά.

Ο χειμώνας εφέτος ήταν και πάλε μαζί μας. Αλλοπρόσαλλος μοναχικός όχι και μόνος. Με άβουλη καρδιά να μας παραφυλά, με ψίθυρους της βροχής να μας νανουρίζει και με των ανέμων τις αναίτιες ριπές να μας πετροβολά. Κάπου εκεί, μες σε μεθυσμένες επιθυμίες και σε νόστους παραδείσου, γυρέψαμε ασκητές να στήσουμε πάνω σε σανίδια επιτήδεια, ξόρκι να ιστορήσουμε στην απελπισία, και στη ματαιότητα της προόδου πετροβολιά. Και γυρέψαμε στα μικρά ετούτα εικονίσματα να χτίσουμε τη ζωή με χώμα και φως· τη ζωή όπως γίνεται αιώνες τώρα στις καρδιές και στα σώματα των ασκητών· τη ζωή ως αιώνιο φίλιωμα των αντικείμενων· τη ζωή ως ενότητα του παντός, που συμβαίνει στο νυν και αεί με κόπο και πόνο, με την εκούσια θυσία του εαυτού. [...] Οι ασκητές κινούνται σε χώρο μικρό, στενό, περιορισμένο, συστρέφονται, αναφέρονται στον Θεό, που απ' την αγάπη Του κατέρχεται μέχρι τα πρόσωπά τους, κι αυτοί άλλο δεν έχουν παρά να στρέψουν τα βλέμματά τους να Τον δουν. Απλώνουν τα χέρια σαν παιδιά μικρά και φουχτώνουν τις καραμελίτσες της ευλογίας: την αθωότητα, την παρθενία, την πενία, την εκούσια σαλότητα, τον ευτελισμό. Πατούν και δεν πατούν στη γη. Όχι πως δεν την αγαπούν. Αλλά σκιάζονται μη την πληγώσουν με το τεράστιο βάρος του εγωισμού τους. Με τ' ακροδάκτυλά των μονάχα αγγίζουν την, έτσι για να γευτούν τη ζεστασιά που άφησε πάνω της ο ήλιος, ο μικρός ο μέγας, έτσι καθώς ολημέρα ερωτοτροπούσε με το μεστωμένο ώριμο κορμί της.

Και στα πρόσωπά τους, ο ίδιος ήλιος λάμπει χτίζοντας τες σάρκες τους, με τις ακτίνες του να φεγγοβολούν πάνω στο ψημένο χώμα του μετώπου τους, πάνω στες βασανισμένες, νηστεμένες, χιλιοραπισμένες παρειές. Πρόσωπα ολόφωτα να θεωρούν, να ατενίζουν τη ζωή χωρίς λύπηση, χωρίς οίκτο και το θράσος της απόστασης ενός κριτή. [...]

[...] Έχουν χρώματα πολλά και θριαμβευτικά, γιατί είναι κήρυκες που διαλαλούν για τη δύναμη της ομορφιάς, χρώματα που σεμνά και τρυφερά φωνάζουν πως ο κόσμος αλλιώς δε γίνεται να ζήσει παρά μονάχα με την ανόρια ελευθερία που δέχεται να θυσιαστεί για χάρη του εχτρού· με τη σιωπή που ποτέ δεν προηγείται της ερώτησης· με την αγάπη που υπομένει και στο σώμα βαστά όλα του κόσμου τα στρεβλά και τον πόνο και τον θάνατο με χαρά.

Οι ασκητές είναι αψηλοί, όχι γιατί θέλουν να χωριστούν απ' τους αγαπημένους, τους ανθρώπους. Απλώς ψηλώνουν γυρεύοντας να φτάσουν μια ώρα γρηγορότερα να συναντήσουν τον αγαπημένο τους Χριστό, που αιωνίως κατέρχεται. Οι ασκητές ψηλώνουν, γιατί ζητούν ακόμη να δουν καλύτερα τον πόνο των ανθρώπων και τον καημό, για νάχουν να παρακαλούν τον Θεό, νάχουν να κλαίνε για να ποτίζουν με δάκρυα δροσιά τον άνυδρο τόπο της μοναξιάς και του πετρωμένου εγωισμού. Οι ασκητές είναι κόσμος στον «κόσμο» μας. Είναι παραμυθία και παρηγοριά, και για τούτο είναι τόπος και χρόνος χαράς, είναι καιρός παραδείσου και φανέρωση Χριστού.

Πηγή: Γιώργος Κόρδης, Με χώμα και φως: Άσκηση ζωγραφικής στη ζωγραφική της άσκησης, εκδ. «Εν πλω», σ. 9-13

2 σχόλια:

  1. Καλησπέρα σας Κύριοι.
    Συγχαρητήρια γιὰ τὸ Ὀρθόδοξο καὶ πληρέστατο ἱστολόγιό σας. Μόλις σήμερα ἔμαθα γιὰ σᾶς, εἶμαι αὐτοδίδακτος, καὶ ἔνοιωσα μιὰ ἀγαλλίαση, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ὁλονύκτιες "μοναξιές" μου. Μοναξιές, διότι νόμιζα, δημιουργώντας ἕνα μπλόγκ μὲ τὶς συνθέσεις βυζαντινῆς μουσικῆς τοῦ πατέρα μου, σὰν μοναχικός καβαλάρης. Δόξα τῷ Θεῷ καὶ ποὺ θὰ σᾶς ἔχω παρέα μου. Ἄν σᾶς ἐνδιαφέρει τὸ περιεχόμενό του, θὰ χαιρόμουν πολὺ νὰ τὸ ἐντάσσατε μὲ τὰ δικά σας. Ἴσως μερικοὶ βοηθηθοῦν. Σᾶς εὐχαριστῶ.

    Hymnographies.blogspot.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστούμε πολύ για τα καλά σου λόγια! Έχω προσθέσει το ιστολόγιο στα «Ορθόδοξα Ιστολόγια». Καλή συνέχεια σ' ό,τι ευλογημένο κάνεις

      Διαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...