Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Η αγάπη ως υπέρβαση της δικαιοσύνης



Με την Ευαγγελική περικοπή που είναι παρμένη από την επί του Όρους ομιλία του Κυρίου μας (αναγιγνώσκεται την Κυριακή Β' Λουκά), η μητέρα μας Εκκλησία μάς βοηθά να προσεγγίσουμε μια σπουδαία αλήθεια, η οποία μπορεί να διαποτίζει όλες τις δραστηριότητες της καθημερινής μας ζωής. Η αλήθεια που αποκαλύπτεται ως πραγματικότητα και δυνατότητα αληθινής ζωής, είναι ότι κριτήριο της αγάπης μας στον Θεό είναι το πρόσωπο του κάθε συναθρώπου μας.

Ακούσαμε κατ' αρχήν τον Κύριο να μας λέει: «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως.» Δηλαδή όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι έτσι να φέρεστε κι εσείς σ' αυτούς.

Η δικαιοσύνη
Μπορούμε να πούμε ότι η απόδοση των ίσων συνιστά και την αρχή της δικαιοσύνης. Με απλά λόγια όταν θέλουμε να μας αγαπούν οι άλλοι, έτσι και εμείς πρέπει να αγαπούμε τους συνανθρώπους μας. Εάν δεν θέλουμε να μας αδικούν ούτε κι εμείς δεν πρέπει να τους αδικούμε. Αυτήν την αρχή τη συναντούμε στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης.

Η υπέρβαση της αγάπης
Ο Χριστός όμως μέσα από την όλη παιδαγωγική του προσέγγιση προχωρεί πολύ πιο πέρα τονίζοντας τη μεγάλη σημασία της αγάπης. Και ακριβώς μέσα από την αλήθεια του Ευαγγελίου μας μπορούμε να διαπιστώσουμε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η αγάπη είναι εκείνη που υπερβαίνει την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Με τη δυναμική της φθάνουμε σε τέτοια ύψη όπου μπορούμε να αγαπούμε ακόμη και τους εχθρούς μας. Όταν μισούμε αυτόν που μας αγαπά, αυτό μπορεί να θεωρηθεί σαν μια παρά φύσιν κατάσταση. Όταν αγαπούμε αυτόν που μας αγαπά, αυτό εντάσσεται μέσα στη σφαίρα του φυσικού. Το να αγαπούμε όμως αυτόν που μας εχθρεύεται και μας καταδιώκει και μας κυνηγά, αυτό μπορεί να θεωρείται σαν μια υπέρ φύσιν ζωή. Σ' αυτή λοιπόν τη ζωή μάς οδηγεί η αγάπη του Κυρίου μας. Ο ίδιος ο Χριστός τονίζει: «Και αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν τι σπουδαίο κάνετε; Και οι κακοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. Και αν κάνετε το καλό σ' εκείνους που σας κάνουν καλό τι σπουδαίο κάνετε; Και οι κακοί το ίδιο κάνουν.» Στη συνέχεια τονίζει ότι πρέπει να μοιάζουμε στον Θεό Πατέρα μας που είναι οικτίρμων και αγαπά όλους τους ανθρώπους.

Επομένως η δικαιοσύνη του Θεού ξεπερνά εκείνη των ανθρώπων και ταυτίζεται με την αγάπη και τη φιλανθρωπία. Την ταύτιση αυτή τονίζει πολύ εμφαντικά ο μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας μας Νικόλαος Καβάσιλας ο οποίος αναφέρει ότι «δικαιοσύνην λέγοντες (εννοούμεν) την ενθεωρουμένην τοις μυστηρίοις σοφίαν του Θεού και φιλανθρωπίαν...» Αυτήν τη δικαιοσύνη του Θεού εγκολπώθηκαν στη ζωή τους οι Άγιοι της Εκκλησίας μας που λάμπουν τώρα στο Ορθόδοξο Χριστιανικό στερέωμα και καθοδηγούν με ασφάλεια τη ζωή μας. [...] Με το ισχυρό παράδειγμά τους μας δίνουν τη δυνατότητα να ιχνηλατήσουμε διόδους αληθινής ζωής που παραπέμπουν στην αιώνια αγάπη του Κυρίου και Θεού μας.

Αγαπητοί αδελφοί, με τα επαναστατικά μηνύματα που μας αποκαλύπτει η περικοπή τροφοδοτείται η ψυχή του ανθρώπου για να ακολουθήσει την πραγματική δικαιοσύνη του Θεού και όχι εκείνη των ανθρώπων που ιδιαίτερα σήμερα βλέπουμε να μας οδηγεί σε χρεοκοπίες και πνευματικά ελλείμματα. Στην προοπτική αυτή η αναζήτηση της δικαιοσύνης κινείται στις συχνότητες της εντολής του Κυρίου μας «αγαπάτε τους εχθρούς υμών».

Πηγή: Άγιος Δημήτριος: Ορθόδοξο χριστιανικό έντυπο πνευματικής οικοδομής, έκδ. Ι.Ν. Αγ. Δημητρίου Ακροπόλεως, 3/10/2010.

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Εβδομηκοντάκις επτά, δηλαδή άπειρες!


Ο Άγιος Γερμανός ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, σ' ένα λόγο του περί μετανοίας γράφει ότι ένας χριστιανός νικημένος από τον δαίμονα της πορνείας, έπεφτε κάθε μέρα στην αμαρτία και κάθε μέρα πάλι μετανοούσε με δάκρυα και προσευχές, λέγοντας: «Κύριε, ελέησόν με, και πάρε μου αυτόν τον πειρασμό, γιατί νικιέμαι από την ηδονή, και δεν έχω πρόσωπο να κοιτάξω την άχραντη εικόνα σου και να δω το γλυκύτατό σου πρόσωπο και να χαρώ.» Και βγαίνοντας από την εκκλησία πάλι έπεφτε στην αμαρτία· όμως δεν απελπιζόταν, αλλά έτρεχε πάλι στην εκκλησία μετανοιωμένος. Και αυτό το έκανε για πολλά χρόνια, πάνω από δέκα. Και ο φιλάνθρωπος Θεός μακροθυμούσε ζητώντας τη μετάνοιά του.

Μια μέρα λοιπόν, αφού έπραξε πάλι την αμαρτία, πήγε τρέχοντας στην εκκλησία, έπεσε στο έδαφος και αναστενάζοντας από τα βάθη της καρδιάς του, θρηνούσε και οδυρόταν, βιάζοντας τα σπάγχνα του πανάγαθου Θεού, για να τον λυπηθεί και να του δώσει βοήθεια, ώστε να λυτρωθεί από τον βούρκο της αμαρτίας. Βλέποντας δε ο διάβολος ότι νικιέται απ' αυτόν με τη μετάνοια, αυθαδίασεν ο μιαρός και φάνηκε οφθαλμοφανώς μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας και στρέφοντας πίσω το πρόσωπό του, φώναζε και έλεγε: «Ω βία! Γιατί με κατατρέχεις έτσι Ιησού, Υιέ του Θεού; Η αμέτρητη συμπάθειά σου με νικάει. Γιατί δέχεσαι αυτόν τον πόρνο και ακάθαρτο, ο οποίος ψεύδεται σε σένα κάθε μέρα και σε περιφρονεί; Γιατί δεν τον καις με την αστραπή σου, αλλά μακροθυμείς και τον περιμένεις; Δεν είσαι λοιπόν δίκαιος, αλλά όπου θέλεις κρίνεις άδικα και παραβλέπεις τις αμαρτίες. Εμένα, για τη μικρή παράβαση της υπερηφανείας, με γκρέμισες από τον ουρανό και δεν με λυπήθηκες καθόλου. Και αυτός που είναι ψεύτης και πόρνος, επειδή θρηνεί μπροστά σου τον συμπαθείς και τον ακούς για να τον ελεήσεις; Γιατί λοιπόν ονομάζεσαι δίκαιος; Αφού βλέπω δέχεσαι και συ πρόσωπα και από την πολλή σου αγάπη παραβλέπεις το δίκαιο.» Και λέγοντας αυτά με πολλή πικρία έβγαζε από τους μυκτήρες του φλόγες.

Αμέσως τότε έρχεται φωνή από το άγιο βήμα που έλεγε: «Δράκοντα πονηρέ και ολέθριε, δεν χόρτασες που κατάπιες όλο τον κόσμο, αλλά τρέχεις να αρπάξεις και να καταπιείς και αυτόν που πρόσπεσε στο άπειρο έλεός μου. Έχεις εσύ να δείξεις τόσα αμαρτήματά του, ώστε να ισοζυγιάσουν με το αίμα μου που έχυσα για τη σωτηρία των αμαρτωλών; Η σφαγή μου και ο θάνατός μου συγχώρησε τις αμαρτίες του. Γιατί εσύ όταν έρχεσαι με την αμαρτία, δεν τον διώχνεις, αλλά τον δέχεσαι με χαρά, ελπίζοντας να τον κερδίσεις; Και εγώ που είμαι ελεήμων και αγαθός, και πρόσταξα τον Απόστολό μου Πέτρο να συγχωρεί τον αδελφό του εβδομηκοντάκις επτά φορές, άπειρες δηλαδή, να μην τον συγχωρήσω; Ναι, θα τον συγχωρήσω και επειδή προστρέχει σε μένα δεν θα τον αποστραφώ, μέχρι να τον κερδίσω· γιατί εγώ σταυρώθηκα για τους αμαρτωλούς και άπλωσα τα χέρια μου στον σταυρό, για να καταφύγει σε μένα όποιος θέλει και να σωθεί. Κανένα δεν διώχνω από την αγαθότητά μου, κι αν ακόμη χιλιάδες φορές την ημέρα έρχεται σε μένα και πάλι φεύγει· γιατί δεν ήλθα στον κόσμο για να καλέσω τους δικαίους αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια.»

Ο δε διάβολος στεκόταν τρέμοντας δίχως να μπορεί να φύγει. Έπειτα έρχεται δεύτερη φωνή που έλεγε: «Άκουσε, πλάνε και εχθρέ της αληθείας, γι' αυτό που με κατηγορείς· αφού είμαι δίκαιος, όπως θα βρω τον άνθρωπο, έτσι τον κρίνω. Και επειδή βρήκα αυτόν που προσπίπτει τώρα μπροστά μου με μετάνοια και εξομολόγηση και ζητεί από μένα το έλεος, γι' αυτό θα πάρω τώρα την ψυχή του και θα τη στεφανώσω, όπως ενός αγίου· διότι τόσα χρόνια υπέμενε ελπίζοντας στην αγαθότητά μου και δεν απελπίστηκε για τη σωτηρία του. Συ δε ταλαίπωρε, δες με πόση τιμή θα αξιωθεί η ψυχή αυτή.»

Ο αδελφός, λοιπόν, όντας πεσμένος στο έδαφος του ναού μπροστά στην αγία εικόνα του Σωτήρος Χριστού, θρηνών και οδυρόμενος παρέδωσε το πνεύμα. Και αμέσως ήλθαν πλήθος αγίων αγγέλων και πήραν την ψυχή του με πολλή δόξα και αγαλλίαση και την έφεραν σε τόπο ανέσεως. Έπειτα ήλθε οργή Θεού και σαν φλόγα έπεσε πάνω στον σατανά.

Πηγή: Άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, Νέον Εκλόγιον
Αντιγραφή από το: Αρχιμ. Νεκτάριος Αντωνόπουλος, Επιστροφή: Μετάνοια και εξομολόγηση, επιστροφή στον Θεό και στην Εκκλησία Του, εκδ. Ακρίτας, 2007, σ. 72-75.

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Το ρίσκο


Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το πρόσφατα δημοσιευθέν βιβλίο μου «Άγιον Ορος – Το υψηλότερο σημείο της γης». Μια περιγραφή κάποιας συνάντησης με έναν άνθρωπο της «άλλης» λογικής, ως επίλογος αυτής της μεταξύ μας συνάντησης, ίσως αποτελεί τον καλύτερο πρόλογο για τη συνάντηση με τον Θεό:

«Ήδη η ώρα περνούσε και έπρεπε να πάμε και στον π. Ηρωδίωνα· έναν Ρουμάνο που ή ήταν σαλός διά Χριστόν ή δεν ήταν άνθρωπος. Σε δέκα λεπτά φθάσαμε στον… σκουπιδότοπό του. Ο ήλιος είχε ήδη δύσει. Σ’ ένα ερείπιο γεμάτο σκουπίδια συναντούμε έναν νέο ήρωα. Ογδόντα δύο ετών, όρθιος στο κούφωμα μιας πόρτας… χωρίς πόρτα. Τα πόδια του κρατούσαν κόντρα στο ένα της δοκάρι. Η μέση του ακουμπούσε στο άλλο. Τα χέρια του στηρίζονταν στο πρώτο. Ώρες ολόκληρες περνούσε έτσι. Ο ίδιος δίχως ζωστικό. Μια μάλλινη φανέλα κι ένα κουρελιασμένο παντελόνι κάλυπταν το εξαγιασμένο σώμα του. Η καλύβη του γεμάτη σκουπίδια. Δεν έβλεπες δάπεδο. Ένα στρώμα από κονσέρβες, κουκούτσια, σακουλές, τάπες, καπάκια από μπουκάλια, φλούδες, ό,τι μπορούσε κανείς να φανταστεί, πάχους τριάντα εκατοστών και πάνω, αποτελούσε το πολύτιμο χαλί στο μυστηριώδες… παλατάκι του και ασφαλώς το στρώμα του, αν βέβαια κοιμόταν οριζόντιος. Στους τοίχους του τα αποτυπώματα χυμένων καφέδων και τα ζουμιά πεταμένων πορτοκαλάδων και, αντί για κατοικίδια ζώα, όλων των ειδών τα ζωύφια, μυγάκια, κατσαρίδες και ποντίκια.

- Ευλογείτε, γέροντα, είπε χαρούμενος ο απλοϊκός συνοδοιπόρος μου.

- Ο Κύριος, απαντά νηφάλιος ο ηρωικός ασκητής, χωρίς να δείχνει καθόλου ενοχλημένος για τον οικολογικό περίγυρό του.

- Σου φέραμε λίγες ευλογίες, κάτι να φας, συνεχίζει δίχως ενδοιασμό ο μοναχός φίλος μου.
- Ω! καλοί πατέρες, πολύ ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ. Καλοί πατέρες. Πολύ ευχαριστώ, απαντά εκείνος.

Και παίρνοντας την σακούλα με τις ευλογίες και συνεχίζοντας να επαναλαμβάνει αυτές τις προτάσεις, με ιδιάζουσα δύναμη και εκφραστικότητα, πετούσε τις ντομάτες και τα ροδάκινα πάνω από τα κεφάλια μας στους τοίχους της καλύβης του. Τα χυμένα ζουμιά τους αποτυπώνουν την δική μου απορία που, σκυμμένος μη με πάρουν τα βόλια, προσπαθούσα να καταλάβω τη λογική της ευγνωμοσύνης του και, εντελώς ξαφνιασμένος, να αποτυπώσω το περιεχόμενο της ιδιότυπης μοναχικής προοπτικής του.

Αφού έσπασε τα μακαρόνια και τα έχυσε από το περίβλημά τους, αφού σκόρπισε τα μπισκότα όσο πιο μακριά μπορούσε, φωνάζοντας «να φάνε τα πουλάκια· να φάνε τα πουλάκια», άρχισε να μιλάει για τον σταυρό του Χριστού, την προδοσία του Ιούδα και εν μέσω ασυνάρτητων κραυγών να δοξάζει το όνομα του Θεού.

Είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει. Λίγο ακόμη και θα χάναμε το θέαμα. Θα χάναμε αυτό που ο π. Ηρωδίων έδειχνε. Μέσα όμως στη νύχτα τα δικής μου λογικής είχα αρχίσει να υποψιάζομαι λίγο απ’ αυτό που έκρυβαν τα σκουπίδια, τα ακαταλαβίστικα λόγια και φυσικά η εντελώς ακατανόητη λογική ενός σαλού για την αγάπη του Χριστού. Θυμήθηκα τον αββά Ισαάκ που, αναφερόμενος σ’ αυτούς τους ηρωικούς αγίους που ζουν «εν αταξίαις, εύτακτοι όντες», κατακλείει· «ταύτην την άνοιαν αξιώσει ημάς ο Θεός φθάσαι». Άραγε αυτή είναι η λογική για την οποία μιλούσε ο π. Παΐσιος;

Γύρισα πίσω για μια τελευταία κλεφτή ματιά. Το άσχημο από την φύση του και άγριο από τον τρόπο του πρόσωπό του έλαμπε υπερβατικά από την χάρη του Θεού. Ήταν τόση η λάμψη του που υποχρέωνε τα πήλινα μάτια μου και την «μη ορώσα» καρδιά μου σε ασυνήθιστες οράσεις άλλου είδους και άλλου κόσμου. Η μυστηριώδης όψη του μένει ακόμη βαθειά χαραγμένη στην μνήμη μου.

Έφυγα και ξαναβυθίστηκε στα σκουπίδια του εαυτού μου. Εκείνος έμεινε πατώντας πάνω στα σκουπίδια της λογικής αυτού του κόσμου. Τον σκεπτόμουν και θαύμαζα την αντοχή και τον ηρωισμό του. Μέχρι σήμερα, ενώ αντιλαμβάνομαι την αξία και το μεγαλείο της λογικής του, δεν μπορώ να συλλάβω την δομή της. Σίγουρα η λογική είναι μεγαλύτερη εκτροπή από την διά Χριστόν σαλότητα. Ίσως όμως και ο σταυρός της να είναι τελικά βαρύτερος από τον σταυρό του π. Ηρωδίωνα.

Πάνω στο πανεπιστήμιο των σκουπιδιών και της σαλότητος, τόλμησα να προβάλω την λογική, την αίγλη και την φινέτσα της νωπής τότε εμπειρίας μου στο Harvard και το ΜΙΤ. Τότε άρχισαν τα σκουπίδια να ευωδιάζουν σαν λουλούδια, τα ζωύφια να μεταμορφώνονται σε πουλάκια, οι ξεσχισμένες σακουλές σε πτυχία και δημοσιεύματα· και ο π. Ηρωδίων πολύ πιο «έξυπνος», πολύ πιο πετυχημένος από τους Νομπελίστες καθηγητές μου! Η λογική τους έμοιαζε με αγωνιστικό αυτοκίνητο· η λογική της διά Χριστόν σαλότητος με πύραυλο. Το πρώτο τρέχει μέχρι 320 χλμ. την ώρα. Το δεύτερο από 29.000 χλμ. την ώρα και πάνω. Το πρώτο κινείται οριζόντια. Το δεύτερο κατακόρυφα. Στην μία περίπτωση, αν υπερβείς το όριο, γκρεμοτσακίζεσαι. Στην δεύτερη, αν το ξεπεράσεις, εκτοξεύεσαι· ξεπερνάς την βαρύτητα της γης· διαφεύγεις· ελευθερώνεσαι. Οι πρώτοι, οι λογικοί, όσο κι αν τρέχουν πατάνε στην γη. Ο π. Ηρωδίων έφυγε από αυτόν τον κόσμο χωρίς να την έχει ακουμπήσει. Χωρίς να τον έχει ακουμπήσει…».

Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου, Άνθρωπος Μεθόριος, Από τα αναπάντητα διλήμματα στα περάσματα της «άλλης λογικής», εκδ. Εν πλω, σ. 75-80.
Πηγή: Φοιτητική Χριστιανική Δράση

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Απελπισία: Το πιο ύπουλο εμπόδιο του διαβόλου



Ο δρόμος της επιστροφής δεν είναι χωρίς εμπόδια. [...] Το πιο ύπουλο όμως εμπόδιο του διαβόλου είναι σίγουρα η απελπισία και η απόγνωση. Λένε μερικοί: «Έχω κάνει μεγάλες και πολλές αμαρτίες· δεν υπάρχει για μένα συγγνώμη και σωτηρία.» Αυτή η φράση είναι τελείως αντιορθόδοξη και αντιεκκλησιαστική· δεν έχει καμιά σχέση με τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού.[...] Η εκκλησία είναι νοσοκομείο, ιατρείο ψυχών. Γι' αυτό βρισκόμαστε μέσα στην εκκλησία, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «δεν υπάρχει ασυγχώρητη αμαρτία, παρεκτός από την αμετανόητη». Δεν υπάρχει καμιά αμαρτία που να μη διαλύεται με τα δάκρυα της μετάνοιας. Σε τελευταία ανάλυση δεν θα κολαστούμε γιατί αμαρτήσαμε, αλλά γιατί δεν μετανοήσαμε. 

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει: «Κανένας δεν πρέπει να απογοητεύεται για τη σωτηρία του. Αμάρτησες; Μετανόησε. Χιλιάδες φορές αμάρτησες; Χιλιάδες φορές μετανόησε.» Και ο άγιος Νείλος ο ασκητής λέει κάτι το εκπληκτικό, που δείχνει την αμέτρητη αγάπη του Θεού: «Δεν επιθυμεί με τόση μανία ο εραστής την ερωμένη του, όπως ο Θεός την ψυχή που θέλει να μετανοήσει!» 

Η απόγνωση και η απελπισία, επομένως, είναι καθαρή επινόηση του διαβόλου, είναι το τελευταίο του όπλο. Λέει πάλι ο ιερός Χρυσόστομος: «Ο διάβολος δεν έχει άλλο όπλο τόσο δυνατό, σαν την απελπισία, γι' αυτό και δεν του δίνουμε τόση ευχαρίστηση όταν κάνουμε την αμαρτία, όση όταν απελπιζόμαστε.»

Αρχιμ. Νεκτάριος Αντωνόπουλος, Επιστροφή: Μετάνοια και εξομολόγηση, επιστροφή στον Θεό και στην Εκκλησία Του, εκδ. Ακρίτας, 2007, σ. 69-72.

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Να Σε αγαπήσουμε τόσο όσο την αμαρτία!

 
«Η αγάπη συνήθως αυξάνεται με τη γνώση και όσο μεγαλύτερη έκταση και βάθος έχει η γνώση, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αγάπη. Όσο δε περισσότερη είναι η προσήλωση προς την πληρότητα και το κάλλος της θείας φύσεως και της απείρου αγάπης του Θεού προς τους ανθρώπους, τόσο περισσότερο η ανθρώπινη καρδιά μαλακώνει και διατίθεται και προσκλίνει προς την αγάπη του Θεού.»

[...] Η αιτία των αμαρτημάτων [...] είναι η αδράνεια της ψυχής μας για σκέψεις επάνω σε πνευματικά πράγματα, αδράνεια που ξηραίνει τα συναισθήματα και την ανάγκη της ψυχής για παρόμοιες πνευματικές εντρυφήσεις. Εάν θέλεις να μάθεις πώς θα νικήσεις αυτήν την αιτία του κακού, φρόντισε να αποκτήσεις με όλη σου τη δύναμη τη φώτιση του πνεύματος, τη φώτιση της ψυχής, με επιμελή και αγιαστική μελέτη του λόγου του Θεού, με τη μελέτη των Πατέρων της Εκκλησίας, με τις συμβουλές πνευματικών ανθρώπων και με συζητήσεις με άτομα που είναι σοφοί και γεμάτοι από Χριστό. Παιδί μου και αδελφέ μου, πραγματικά, πολλές είναι οι καταστροφές και δυστυχίες που έρχονται επάνω μας εξ αιτίας της αμελείας μας να φροντίζουμε να βρίσκουμε το φως για τις ψυχές μας διά του λόγου της αληθείας. Δεν μελετούμε τον λόγο του Θεού νύκτα και μέρα, ούτε προσευχόμεθα γι' αυτό με επιμέλεια και πόθο συνεχή. Εξ αιτίας αυτού, ο εσωτερικός μας άνθρωπος είναι εξαντλημένος, πεινασμένος και άθερμος, τόσον, ώστε δεν έχει τη δύναμη να κάνει το αποτελεσματικό βήμα προς την οδό της δικαιοσύνης και της σωτηρίας! Γι' αυτό, αγαπητέ μου, ας αποφασίσουμε να χρησιμοποιήσουμε τας μεθόδους αυτάς και, όσον το δυνατόν περισσότερον, ας γεμίζουμε το μυαλό μας με σκέψεις για τα Θεία. Τότε η Αγάπη θα ξεχυθεί εις τις καρδιές μας από τα ύψη και θ' ανάψει μέσα μας σαν μια φλόγα. Ας κάνουμε την προσπάθεια αυτή μαζί και ας προσευχόμεθα, όσο συχνότερα μπορούμε, επειδή η προσευχή είναι απ' τις κυριότερες και ισχυρότερες αιτίες που χαρίζουν αναγέννηση και εσωτερική πνευματική ευεξία. Ας προσευχηθούμε με τα λόγια «Κύριε Ιησού Χριστέ, κάνε μας να σε αγαπήσουμε τόσο, όσο πριν γνωρίσουμε Σένα αγαπούσαμε την αμαρτία!».

Πηγή: Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού
Αντιγραφή από το: Αρχιμ. Νεκτάριος Αντωνόπουλος, Επιστροφή: Μετάνοια και εξομολόγηση, επιστροφή στον Θεό και στην Εκκλησία Του, εκδ. Ακρίτας, 2007, σ. 64-66.

Βραδινή προσευχή


«Το βράδυ, κατάκοπη καθώς είμαι από τον μόχθο της ημέρας, δεν έχω όρεξη για προσευχή. Άλλωστε, γιατί να προσευχηθώ;…».
Μα πώς είναι δυνατόν να μην έχει κανείς διάθεση επικοινωνίας με τον Κύριο, έστω και εξουθενωμένος σωματικά; Μήπως οι οποιεσδήποτε διασκεδάσεις ξεκουράζουν τον άνθρωπο; Όχι, αυτές τον καταπονούν περισσότερο, ενώ η προσευχή έλκει τη θεία χάρη, που αναπαύει σώμα και ψυχή.

Δεν προσεύχεστε, λοιπόν… Ή είστε θυμωμένη με τον Θεό ή πιστεύετε ότι δεν Τον έχετε ανάγκη. «Γιατί να προσευχηθώ;», αναρωτιέστε. Νιώθετε αυτάρκεια και αυτοϊκανοποίηση. Είστε χορτάτη! Και δεν θέλετε να ζητάτε…

Κάθε βράδυ, όσο κουρασμένη κι αν είστε, μην παραλείπετε να καταφεύγετε σ’ Εκείνον. Να προσεύχεστε γονατιστή ή καθισμένη. Και όταν μπορείτε, να σηκώνεστε όρθια. Δεν έχει τόση σημασία ή στάση, φτάνει να προσεύχεστε. Να ευχαριστείτε τον Κύριο για την ημέρα που πέρασε, όσο δύσκολη κι αν ήταν, να Τον παρακαλείτε για μια καλή νύχτα και να ζητάτε συγχώρηση με βαθειά μετάνοια για τα σφάλματά σας.

Προσευχή τη νύχτα στο κρεβάτι.
Στη διάρκεια της νύχτας, όποτε ξυπνάτε για λίγο και πριν σας ξαναπάρει ό ύπνος, να προσεύχεστε έτσι όπως είστε ξαπλωμένος. Αυτό δεν είναι κακό. Απεναντίας μάλιστα, αν συνηθίσετε να λέτε την ευχή ή κάποιον ψαλμό στα μεσοδιαστήματα του ύπνου, θα διώχνετε όλους τους κακούς λογισμούς, που σας πολεμούν εκείνη την ώρα.

Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, σ. 47-48

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Βίαζε τον εαυτό σου στην προσευχή


Μάθε να προσεύχεσαι. Βίαζε τον εαυτόν σου εις την προσευχήν. Κατά αρχάς θα εύρης δυσκολίαν, ύστερον όμως όσον περισσότερον βιάζης τον εαυτόν σου, τόσον ευκολώτερον θα προσεύχεσαι. Εις την αρχήν όμως είναι πάντοτε αναγκαίον να βιάζη κανείς τον εαυτό του. 

Η καρδία μας κάθε ημέρα αποθνήσκει πνευματικώς. Και μόνον θερμή προσευχή συνοδευόμενη με δάκρυα την ζωογονεί και την κάμνει να αναπνέη πάλιν. Αν δεν προσευχώμεθα με αρκετήν πνευματικήν ζέσιν, εύκολα και ταχέως θα αποθάνωμεν πνευματικώς. 

Όταν κάποια εσωτερική ανησυχία σε εμποδίζει να προφέρης της προσευχής τας λέξεις κατά την θείαν ακολουθίαν, γνώριζε ότι αυτή η ανησυχία και αδυναμία είναι απάτη του εχθρού, του δαίμονος. Ρίψε από επάνω σου την αθυμίαν, λιποψυχίαν και δειλίαν και πρόφερε το όνομα του Κυρίου χωρίς βίαν, ηρέμως και δυνατά. Τοιουτοτρόπως θα καταβάλης την ανησυχίαν και αδυναμίαν σου και θα κερδίσεις θάρρος και δύναμιν. Τα πάντα είναι δυνατά διά εκείνους που πιστεύουν και εις τον Θεόν ελπίζουν. Πρέπει να παλαίωμεν και να νικώμεν.

Μη φείδεσαι τον εαυτόν σου, αλλά προσεύχου με ζέσιν και αν έχης κοπιάση όλην την ημέραν. Μη παραμελής την αγίαν προσευχή. Προσεύχου μέχρι τέλους εις τον Θεόν με όλην την καρδίαν σου, διότι αυτό είναι καθήκον σου απέναντι του Θεού. Εφόσον έθεσες την χείρα επάνω εις το άροτρον, μη βλέπης οπίσω.

Αν έχης ως κανόνα ζωής να λέγης ωρισμένον αριθμόν προσευχών, είτε αυταί είναι μακραί, είτε βραχείαι, λέγε τας καλώς. Αναγίνωσκε τας προσευχάς με συναίσθησιν βαθείαν και μη κάμης αυτήν την εργασίαν του Θεόυ με την καρδίαν σου διηρεμένη εις δύο, ούτως ώστε το εν μέρος να ανήκη εις Αυτόν και το άλλον ήμισυ εις την σάρκαν σου.


Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας».
Αποδελτίωση: Πνευματικά θησαυρίσματα (23/10/2010)

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

«Είμαι ενάρετος»!!!


Eνώ καθόμασταν και συζητούσαμε για την κενοδοξία και άλλα πνευματικά θέματα, μου λέει:

- Το πονηρό πνεύμα της κενοδοξίας είναι πολύμορφο, και χρειάζεται πολλή βία για να ξεφύγει κανείς απ’ αυτό. Γιατί κάνει τον ενάρετο να καμαρώνει για τα κατορθώματά του. Αν λ.χ. είναι εξαντλημένος από τη νηστεία, του λέει: «Κοίταξε στο νερό το πρόσωπό σου. Πόσο λιπόσαρκο είναι! Πώς να μη σ’ έχουνε μετά οι άνθρωποι για μεγάλο νηστευτή;» Άλλοτε τον ορμηνεύει: «Περπάτα σκυφτός. Μίλα ψιθυριστά. Βάδιζε αργά. Έτσι θα σε τιμούν οι άνθρωποι.» Και άλλοτε τον κεντρίζει: «Καθώς προχωράς, αναστέναζε πότε-πότε. Σήκωνε και τα μάτια σου ικετευτικά στον ουρανό, ώστε να προκαλείς την προσοχή των άλλων. Έτσι θα λένε: Να ένας μεγάλος άγιος!» Τέτοια και άλλα παρόμοια του ψιθυρίζει το πνεύμα της κενοδοξίας, για να καταλήξει σε κάτι σαν κι αυτό: «Σου πρέπει λοιπόν να γίνεις επίσκοπος ή τουλάχιστον ιερέας ή αρχιδιάκονος, αφού όλοι σε λένε και σε θεωρούν άγιο. Φρόντισε μόνο να κάνεις και μερικά θαύματα για να δοξαστείς πιο πολύ. Άρχισε να λες στους ανθρώπους τα μελλούμενα -ε, από τα πολλά που θα πεις, θα βγει και κανένα αληθινό, οπότε θα σε θεωρήσουν σπουδαίο-, επιτίμα τα δαιμόνια –ίσως κι αυτά, με την επίκληση του Ιησού, να φυγαδευτούν, οπότε θα δοξαστείς κι εσύ σαν προφήτης ή απόστολος»... 

 Αλλά γιατί να πολυλογώ; συνέχισε ο όσιος. Τότε που άρχισα να μετανοώ για τις αμέτρητες αμαρτίες μου, μου επιτέθηκε το πνεύμα της κενοδοξίας, γεμίζοντας την καρδιά μου με χαρά και αγαλλίαση. Μου έδιωξε κάθε θλίψη. Μ’ έκανε να νιώθω ειρηνικός και ευτυχισμένος. και μου έβαζε τον λογισμό: «Εσύ πια έφτασες σε ψηλά μέτρα αρετής! Πού να βρεθεί όμοιός σου πάνω στη γη!» Πότε-πότε μου έφερνε στη μύτη υπέροχες ευωδίες θυμιαμάτων και με απατούσε λέγοντας: «κοίτα πώς σε παραστέκουν οι άγγελοι, θυμιάζοντας την αγιοσύνη σου και την αρετή σου!» Κι έπειτα, χωρίς εγώ να το καταλάβω, με κορόιδευε για τα καλά: «Μακάριος είσαι, Νήφων, γιατί νίκησες τον διάβολο!» Όλ’ αυτά τα έπαιρνα στα σοβαρά, ο ανόητος, και πλανούσα τον εαυτό μου, νομίζοντας πως είναι όπως μου τον έδειχνε το δαιμόνιο της κενοδοξίας.

Ο Θεός, όμως, που δεν θέλει την απώλεια του αμαρτωλού, μου χάρισε διάκριση λογισμών και αγαθή σκέψη. Όταν λοιπόν ερχόταν ο διάβολος και μου έλεγε, «Μα εσύ από τώρα είσαι στ’ αλήθεια ο άγιος Νήφων! Ποιος άλλος πάνω στη γη καλλιεργεί τόσες αρετές ζώντας μέσα στους θορύβους;», τότε εξουδετέρωνα τις πανουργίες του με τη διάκριση.

Μια φορά, όπως μου είπε ο όσιος, το δαιμόνιο της κενοδοξίας έπεσε πάνω του ορμητικά, φουσκώνοντάς τον με βροχή επαίνων:

- Να, ο πιο διάσημος απ’ τους ανθρώπους! Να, ο μεγάλος φωστήρας! Να, ο γενναίος αγωνιστής! Να, ο πιο ενάρετος της οικουμένης!...

Φλυάρησε πολλά ακόμα, πασχίζοντας να τον πλανέψει. Ο άγιος όμως κατάλαβε την κακουργία του διαβόλου, αναλογίστηκε τη δική του αδυναμία και είπε μέσα του:

- Πρόσεξε, αμαρτωλέ Νήφων, μη σε ξελογιάσει ο απατεώνας! Τον νου σου, μωρόπιστε, μη σε τυλίξει! Άνθρωπος είσα κι εσύ σαν τους άλλους. Κοίτα μην υποκύψεις. Μην περηφανευτείς και φουσκώσεις. Σε τι ξεχωρίζει ένας σπόρος στάρι μέσα στον σωρό; Σε τίποτα. Είναι ο ίδιος με τους άλλους σπόρους. Έτσι κι εσύ, δεν ξεχωρίζεις σε τίποτε από τους άλλους ανθρώπους. Απ’ τη λάσπη είναι όλοι πλασμένοι, απ’ τη λάσπη είσαι κι εσύ. Για δες, ταλαίπωρε, τη γη! Κι εσύ «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ’ 19). Να σκέφτεσαι πως είσαι αμαρτωλός και θα κριθείς. «Πρόσεχε σεαυτῷ» (Δευτερ. ιε’ 9) και «νῆφε ἐν πᾶσι» (Β’ Τιμ. δ’ 5). Θρήνησε, άθλιε, για την αιώνια πικρή κόλαση, όπου θα κατακαίγεσαι για τις αμαρτίες σου! Αυτά να στοχάζεσαι, αυτά να μελετάς συνεχώς, και να μην κομπάζεις λέγοντας «είμαι ενάρετος», «είμαι δίκαιος», «είμαι συνετός»... Γιατί μ’ αυτές τις αλαζονικές αυταπάτες κρατάς τον Θεό μακριά σου.

Έτσι ελέγχοντας αυστηρά τον εαυτό του ο δίκαιος, πολεμούσε αποτελεσματικά το πνεύμα της κενοδοξίας.

Ένας ασκητής επίσκοπος: Όσιος Νήφων επίσκοπος Κωνσταντιανής, έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, σ. 82-84.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Γιατί να εξομολογούμαστε;


- Γέροντα, στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού οι Χριστιανοί έκαναν δημόσια εξομολόγηση. Βοηθάει αυτό;

- Άλλα τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και άλλα τώρα. Σήμερα αυτό δεν βοηθάει.

- Γιατί, Γέροντα; Τότε είχαν πιο πολύ ζήλο;

- Και πιο πολύ ζήλο είχαν και δεν είχαν αυτά που έχουν σήμερα οι άνθρωποι. Τώρα βλέπεις, τα ανδρόγυνα χωρίζουν στα καλά καθούμενα, δεν είναι όπως παλιά.

Έχουν απομακρυνθεί οι άνθρωποι από το Μυστήριο της εξομολογήσεως, γι’ αυτό και πνίγονται από τους λογισμούς και τα πάθη. Πόσοι έρχονται και ζητούν να τους βοηθήσω σε κάποιο πρόβλημά τους, και ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται! «Εκκλησιάζεσαι καθόλου;», τους ρωτάω. «Όχι», μου λένε. «Εξομολογήθηκες καμιά φορά;».

«Όχι. Ήρθα να με κάνεις καλά».

«Μα πώς; Πρέπει να μετανοήσεις για τα σφάλματά σου, να εξομολογείσαι, να εκκλησιάζεσαι, να κοινωνάς όταν έχεις ευλογία από τον πνευματικό σου, και εγώ θα κάνω προσευχή να γίνεις καλά. Ξεχνάς ότι υπάρχει και άλλη ζωή και πρέπει να ετοιμασθούμε για εκεί;».

«Κοίταξε, πάτερ, αυτά που λες, εκκλησίες, άλλη ζωή κ.λπ., εμένα δεν με απασχολούν. Αυτά είναι παραμύθια. Έχω πάει σε μάγους, σε μέντιουμ και δεν μπόρεσαν να με κάνουν καλά. Έμαθα ότι εσύ μπορείς να με κάνεις καλά».

Άντε τώρα! Τους μιλάς για εξομολόγηση, για την μέλλουσα ζωή, και σου λένε «αυτά είναι παραμύθια», και από την άλλη μεριά: «Βοήθησέ με, παίρνω χάπια».

Εμ πώς, με μαγικό τρόπο θα γίνουν καλά;

Και βλέπεις, πολλοί, ενώ έχουν προβλήματα που τα προκάλεσαν οι αμαρτίες τους, δεν πηγαίνουν στον πνευματικό που μπορεί να τους βοηθήσει θετικά, αλλά καταλήγουν να εξομολογούνται στους ψυχολόγους. Λένε το ιστορικό τους, τους συμβουλεύονται για τα προβλήματά τους και, αν έχουν να περάσουν ένα ποτάμι, τους ρίχνουν μέσα και ή πνίγονται ή βγαίνουν, αλλά πού βγαίνουν… Ενώ, αν πάνε να εξομολογηθούν στον πνευματικό, θα περάσουν στην άλλη όχθη από την γέφυρα άνετα, γιατί με το Μυστήριο της εξομολογήσεως ενεργεί η Χάρις του Θεού και λυτρώνονται.

- Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν βρίσκουμε καλούς πνευματικούς, γι’ αυτό δεν πάμε να εξομολογηθούμε».


- Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει Θεία εξουσία, εφόσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το Μυστήριο, έχει την Θεία Χάρη και, όταν διαβάσει την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το Μυστήριο της εξομολογήσεως. 

Ήρθε εκεί στο καλύβι μια φορά κάποιος που είχε ψυχολογικά προβλήματα, με τον λογισμό ότι έχω διορατικό χάρισμα και θα μπορούσα να τον βοηθήσω.

«Τι προβλέπεις, μου λέει, για μένα;».

«Να βρεις, του λέω, έναν πνευματικό να εξομολογείσαι, για να κοιμάσαι σαν το πουλάκι και να μην παίρνεις χάπια».

«Δεν υπάρχουν, μου λέει, σήμερα καλοί πνευματικοί. Παλιά υπήρχαν».

Έρχονται με καλό λογισμό, ότι θα βοηθηθούν, αλλά δεν δέχονται αυτό που τους λες, και κρίμα στα ναύλα.

Βλέπω όμως και μια καινούργια τέχνη του διαβόλου. Βάζει στους ανθρώπους τον λογισμό ότι, αν κάνουν κάποιο τάμα και το εκπληρώσουν, αν πάνε και κανένα προσκύνημα, είναι εντάξει πνευματικά. Και βλέπεις πολλούς να πηγαίνουν με λαμπάδες και με τάματα στα μοναστήρια, στα προσκυνήματα, να τα κρεμάνε εκεί, να κάνουν και μεγάλους σταυρούς, να κλαίνε και λιγάκι, και να αρκούνται σ’ αυτά. Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται, και χαίρεται το ταγκαλάκι (ο διάβολος).

- Γέροντα, ένας άνθρωπος που δεν εξομολογείται μπορεί να είναι εσωτερικά αναπαυμένος;

- Πώς να είναι αναπαυμένος; Για να νιώσει κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξει τα μπάζα από μέσα του. Αυτό θα γίνει με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος την καρδιά του στον πνευματικό και λέγοντας τα σφάλματά του, ταπεινώνεται, και έτσι ανοίγει την πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται.

Πριν από την εξομολόγηση στην κορυφή του υπάρχει ομίχλη, βλέπει θαμπά και δικαιολογεί τα σφάλματά του. Γιατί, όταν ο νους του είναι σκοτισμένος από τις αμαρτίες, δεν βλέπει καθαρά. Με την εξομολόγηση κάνει μια «φούουου», φεύγει η ομίχλη και καθαρίζει ο ορίζοντας. Γι’ αυτό, όσους έρχονται να συζητήσουμε ένα θέμα ή να μου ζητήσουν μια συμβουλή κ.λπ., αν δεν έχουν εξομολογηθεί ποτέ, τους στέλνω πρώτα να εξομολογηθούν και μετά να έρθουν να μιλήσουμε.

Μερικοί μου λένε: «Γέροντα, αφού εσύ μπορείς να καταλάβεις τι πρέπει να κάνω γι’ αυτό το θέμα, πες μου».

«Και να καταλάβω εγώ τι πρέπει να κάνεις, τους λέω, δεν θα καταλάβεις εσύ τι θα σου πω. Γι’ αυτό πήγαινε πρώτα να εξομολογηθείς και ύστερα έλα να συζητήσουμε».

Γιατί, πώς να επικοινωνήσεις και να συνεννοηθείς με έναν άνθρωπο, όταν βρίσκεται σε άλλη συχνότητα;

Με την εξομολόγηση πετάει ο άνθρωπος από μέσα του ό,τι άχρηστο έχει και καρποφορεί πνευματικά. Μια μέρα έσκαβα τον κήπο μου, για να φυτέψω λίγες ντοματιές. Εκείνη την ώρα ήρθε κάποιος και μου λέει: «Τι κάνεις, Γέροντα;».

«Τι να κάνω; του λέω, εξομολογώ τον κήπο μου».

«Καλά, Γέροντα, μου λέει, χρειάζεται και ο κήπος εξομολόγηση;».

«Ασφαλώς χρειάζεται. Έχω διαπιστώσει πως, όταν τον εξομολογώ, βγάζω δηλαδή έξω πέτρες, αγριάδες, αγκάθια κ.λπ., τότε βγάζει επίσημα κηπευτικά, αλλιώς οι ντομάτες γίνονται κιτρινιάρικες, καχεκτικές!»…

- Γέροντα, όταν στον αγώνα μου έχω πτώσεις, πανικοβάλλομαι.


- Μη φοβάσαι. Αγώνας είναι και θα έχουμε και τραύματα. Με την εξομολόγηση αυτά θεραπεύονται. Βλέπεις, οι στρατιώτες στον πόλεμο, όταν τραυματίζονται επάνω στην μάχη, τρέχουν αμέσως στον γιατρό, δένουν το τραύμα τους και συνεχίζουν να πολεμούν φιλότιμα. Εν τω μεταξύ αποκτούν και πείρα από τον τραυματισμό και προφυλάγονται καλύτερα, ώστε να μην ξανατραυματισθούν.


Έτσι και εμείς, όταν τραυματιζόμαστε πάνω στον αγώνα μας, δεν πρέπει να δειλιάζουμε, αλλά να τρέχουμε στον γιατρό – στον πνευματικό –, να του δείχνουμε το τραύμα μας, να θεραπευόμαστε πνευματικά, και πάλι να συνεχίζουμε «τον καλόν αγώνα». Κακό είναι, όταν δεν ψάχνουμε να βρούμε τους φοβερούς εχθρούς της ψυχής, τα πάθη, και δεν αγωνιζόμαστε για να τους εξοντώσουμε.

- Γέροντα, μερικοί από φιλότιμο δεν πάνε να εξομολογηθούν. «Αφού μπορεί να ξανακάνω το ίδιο σφάλμα, λένε, για ποιο λόγο να πάω να το εξομολογηθώ; για να κοροϊδεύω τον παπά;».

- Αυτό δεν είναι σωστό! Είναι σαν να λέει ένας στρατιώτης, όταν τραυματίζεται: «Αφού ο πόλεμος δεν τέλειωσε και μπορεί πάλι να τραυματισθώ, γιατί να δέσω το τραύμα μου;». Αλλά, αν δεν το δέσει, θα πάθει αιμορραγία και θα πεθάνει. Μπορεί από φιλότιμο να μην πηγαίνουν να εξομολογηθούν, τελικά όμως αχρηστεύονται. Ο διάβολος, βλέπεις, εκμεταλλεύεται και τα χαρίσματα (π.χ. το φιλότιμο). Αν δεν καθαρίζουμε με την εξομολόγηση την ψυχή μας, όταν πέφτουμε και λερωνόμαστε, σκεπτόμενοι ότι πάλι θα πέσουμε και θα λερωθούμε, προσθέτουμε λάσπες πάνω στις παλιές λάσπες και είναι δύσκολο μετά να καθαρίσουν.

Πηγή: Ο βίος του γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου με νουθεσίες, παραβολές και διδάγματα, τόμος Β'.
Αποδελτίωση: Το Εκκλησάκι της Παναγίας (20/10/2010)

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Περί σιωπής...


[...] Η σιωπή συντροφεύει τις μεγάλες ώρες των αγίων, τις ιερές ώρες της περισυλλογής, της αυτοσυγκέντρωσης, της αυτομεμψίας, της μελέτης, της προσευχής. Η σιωπή καλύπτει την έρευνα, την αγρυπνία, την ανακάλυψη του σοφού επιστήμονα. Η σιωπή σκεπάζει το μαρτύριο του πονεμένου, του αναγκεμένου, του δυστυχισμένου. Τις ώρες της σιωπής τελεσιουργούνται τα μεγάλα θαύματα, οι αδιαφήμιστες ηρωικές πράξεις, οι μυστικές προσωπικές επαναστάσεις, η γνωριμία με τον άγνωστο εαυτό μας. Έτσι έχουμε τη σημαντική σιωπή του αγίου, την κορυφαία σιωπή του σοφού, την υπομονετική σιωπή του ήρωα, την ακριβή σιωπή του υπομονετικού κι επίμονου, την ευαγγελική σιωπή του αυτοθυσιαζόμενου.

Κουραστήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία. Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά. Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων. Χρειάζεται μια αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους. Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν' ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλή φωνή του Θεού, την εναγώνια φωνή της συνειδήσεως μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά.

Η σιωπή φαίνεται να 'χει μια άγνωστη, μυστική, ισχυρή δύναμη, που δεν αγαπά τη φθορά της επιπόλαιης συζητήσεως, της πρόχειρης κουβέντας, του άστατου ρευστού λόγου. Είναι ελεύθερη, άνετη, ασυμβίβαστη, μακάρια η σιωπή. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος παραγγέλει, όχι μόνο στους μοναχούς, ν' αγαπήσουμε πάνω από όλα τη σιωπή, γιατί αυτή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος, της ατελεύτητης, πανευφρόσυνης, ουράνιας βασιλείας. Αν δεν μπορούν να εκφρασθούν πάντοτε τα συναισθήματα με τα ανθρώπινα λόγια πως να περιγραφούν και κατατεθούν οι πνευματικές εμπειρίες; Ο απόστολος Παύλος γράφει σε ωραιότατη επιστολή του προς τους χριστιανούς της Κορίνθου «ότι ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Αδυνατεί, λέει, να εκφράσει την εμπειρία του με λόγια. Συχνά στα συναξάρια παρατηρούμε οι αγίοι να κρύβουν τις εμπειρίες τους, να σιωπούν, φοβούμενοι μη χάσουν τη χάρη και τη χαρά, την παράκληση και την παραμυθία από τη δημοσίευση και διαφήμιση των υψηλών εμπειριών τους.

Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λέγει : «Μην ανοίγεις το στόμα σου και την καρδιά σου στον καθένα, στους χίλιους κι αν ένας σε καταλάβει». Δεν θέλει ο Άγιος να μας κάνει επιφυλακτικούς, καχύποπτους και κλειστούς, αλλά διακριτικούς. Είναι χαρά ν' ακούει κανείς τους λόγους των αγίων. Είναι μεγαλύτερη όμως χαρά «να συλλαμβάνεις τα κύματα και την διάσταση, την πρόταση, την έκταση και την έκσταση της σιωπής και της θεολογίας της σιωπής των αγίων» (ιερομ. Ιωαννίκιος Κοτσώνης).

Αναφέρεται πως είχαν πάει τρεις επισκέπτες στον Μέγα Αντώνιο. Οι δύο τον ρωτούσαν για πολλά και διάφορα πράγματα. Ο τρίτος δεν ρωτούσε τίποτε. Όχι γιατί δεν είχε ανάγκη από νουθεσία ή γιατί αισθανόταν πνευματικά επαρκής και δεν εκτιμούσε τον χαρίεντα λόγο του οσίου, αλλά γιατί διδασκόταν περισσότερο από τη στάση του, τη σιωπή του, την ηρεμία της μορφής του. Όταν τον ρώτησε ο Άγιος «εσύ γιατί δεν με ρωτάς κάτι;», του λέει αυθόρμητα: «Μου φτάνει μόνο που σε βλέπω άγιε του Θεού». Του ήταν αρκετό, διδακτικό, ωφέλιμο αυτό. Συναισθανόταν τη θεολογία της σιωπής του, που καταφάσκει στο άλγος του κόσμου κι αρνείται τη γοητεία της υπερφίαλης γνώσης.

Η σιωπή μόνη δεν σημαίνει τίποτε. Αξίζει κανείς να σιωπά έχοντας μόνιμη κουβέντα με τον Θεό, έχοντας ταπεινή αίσθηση περί του εαυτού του, έχοντας κι εσωτερική νηνεμία, νηφαλιότητα κι ημερότητα. O όσιος Αρσένιος προσευχόταν στον Θεό να του φανερώσει πως να σωθεί, κι άκουσε «Φεύγε, σιώπα, ησύχαζε». Ένας άλλος όσιος λέγει πως η σιωπή και η κρυφή πνευματική εργασία φέρνουν αγιότητα. Ο αββάς Μωυσής έλεγε χαρακτηριστικά πως ο άνθρωπος που αγαπά τη σιωπή και αποφεύγει τις πολλές κουβέντες μοιάζει με ώριμο σταφύλι γεμάτο γλυκό χυμό, ενώ ο πολυλογάς μοιάζει με αγουρίδα. Ο μέγας της διακρίσεως πάτηρ, ο αββάς Ποιμήν, λίαν εύστοχα παρατηρεί : «Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που με τα χείλη σωπαίνουν και με τον νου τους φλυαρούν, ενώ άλλοι μιλάνε από το πρωί ως το βράδυ κι όμως κρατάνε σιωπή, γιατί τίποτε από αυτά που λένε δεν είναι περιττό και ανώφελο». Στο εξαίσιο, θαυμάσιο και καταπληκτικό Γεροντικό επίσης αναφέρεται: «Αν αποκτήσεις την αρετή της σιωπής, μην καυχηθείς πως κατόρθωσες κάτι σπουδαίο. Πείσε καλύτερα τον εαυτό σου πως δεν είσαι άξιος ούτε να μιλάς!».
[…]

Τα λόγια δίχως έργα είναι μάταια, φτωχά κι ελέγχουν τον ομιλητή τους. Κατά τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τα λόγια είναι τα φύλλα και τα έργα οι καρποί. Τα έργα εικονίζουν την αρετή και τα λόγια θα πρέπει να είναι η σκιά της εικόνας των έργων. Οι Γέροντες παρακαλούσαν τους άλλους να εύχονται υπέρ αυτών, μην κατακριθούν λέγοντας κάτι που πριν δεν ποιούσαν. Κατά τον αββά Ποιμένα, αυτός που διδάσκει και δεν ποιεί αυτά που λέγει, μοιάζει με κρήνη, που τους άλλους ποτίζει και πλένει και τον εαυτό του δεν μπορεί να καθαρίσει. Κι αλλού σοφά και ταπεινά συνεχίζει : «Ζητάμε από τους άλλους την τελειότητα και μεις δεν κάνουμε το παραμικρό, αν η ζωή μας δεν έχει σχέση με τα λόγια μας, και τα λόγια μας δεν ανταποκρίνονται στη ζωή μας, μοιάζουμε με ψωμί δίχως αλάτι».

Οι ασκητικοί πατέρες επιμένουν στον ωφέλιμο φραγμό της γλώσσας. Ο αββάς Άμμωνας αναφέρει πως η καύση της καρδιάς, η πνευματική θερμότητα σβήνει με τον περισπασμό των μάταιων λόγων. Δεν μπορεί κανείς να έχει κατανυκτική και καθαρή προσευχή το βράδυ αν όλη μέρα έχει κουτσομπολέψει όλη την πόλη. Η ματαιολογία διασπά την προσοχή, χαλαρώνει την εγρήγορση, μειώνει την ανάταση, χωλαίνει την ανάπαυση. Δίδασκε τους άλλους με τη ζωή σου έλεγε ένας Γέροντας κι όχι με τα λόγια σου. Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος επαναλαμβάνει συχνά πως όποιος θέλει να λέει πολλά, ανοίγει μέτωπα και θα δεχθεί πόλεμο μίσους, όποιος μετρά τα λόγια του θ΄αγαπηθεί σύντομα. Ο άγιος Νείλος ο Ασκητής γνωρίζει καλά τι λέει: « Η άμετρη πολυλογία θα σε λυπήσει και θα οργίσει τους δαίμονες. Η γλώσσα πολλούς κενόδοξους κατέστρεψε».

Οι ασκητές δεν έκλειναν τη θύρα του κελλιού τους αλλά του στόματος τους- και για να φάνε και για να μιλήσουν. Ο τελώνης της παραβολής δικαιώθηκε για τη σιωπηλή προσευχή του, όπως και η αιμορροούσα. Λίγα κανείς να λέει και πολλά να κατανοεί, λέγει πάλι ο άγιος Νείλος ο Ασκητής. Μ' ένα ποτήρι νερό, μ΄ένα δίλεπτο, μ' ένα «Κύριε ελέησον» μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος. Δεν χρειάζεται να λέει κανείς συνεχώς πολλά. Έχει να διδάξει πολλά η αγιασμένη σιωπή των μοναχών στον φλύαρο κόσμο. Ο κόσμος δεν κατανοεί τον μοναχισμό. Θεωρεί ότι δεν προσφέρει τίποτε. Δεν πειράζει. Οι μοναχοί μόνο να προσεύχονται. Αυτό φθάνει. Ο κόσμος θα σωθεί κατά το μέγα έλεος του Θεού.

Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφέας της περίφημης Κλίμακος, αποφθεγματικά αναφέρεται στην πολυλογία: «Πρέπει να δούμε την αιτία απ' όπου μπαίνει και βγαίνει το αμάρτημα της πολυλογίας. Η πολυλογία είναι θρόνος της ματαιοδοξίας. καθισμένη πάνω της η κενοδοξία προβάλλει και διαφημίζει τον εαυτό της. Η πολυλογία είναι σημάδι αγνωσίας, είσοδος στην κατάκριση, οδηγός στην ανοησία, πρόξενος του ψεύδους, διάλυση της πνευματικής ευφορίας της προσευχής. Είναι αυτή που προσκαλεί και δημιουργεί την αδιαφορία για τις αμαρτίες, που εξαφανίζει την προφύλαξη του νου κατά των παθών, ψυχραίνει την πνευματική θερμότητα και σκοτίζει την προσευχή».

Αντίθετα ο μεγάλος όσιος Πατήρ επαινεί την σιωπή λέγοντας: «Η σιωπή που ασκείται μ΄επίγνωση και διάκριση είναι μητέρα της προσευχής, ανάκληση από την αιχμαλωσία των παθών, επιστάτης των λογισμών, σκοπός που παρατηρεί τους εχθρούς, δέσμευση του πνευματικού πένθους για τις αμαρτίες μας, φίλη των καρδιακών δακρύων, που είναι καρποί της προσευχής, καλλιεργητής της μνήμης του θανάτου, εχθρός του αδιάκριτου θάρρους, σύζυγος της ησυχίας, αντίπαλος της τάσης να κάνεις τον δύσκολο, μυστική πνευματική πρόοδος, κρυφή πνευματική ανάβαση».
Η σιωπή λέγει ο Όσιος είναι σύζυγος της ησυχίας. Καλλιεργείται και ανθεί στην ησυχία. Στον 21 ο αιώνα του συνεχούς θορύβου, των πολλών μεριμνών, ταραχών και κινδύνων πολεμείται συστηματικά η ησυχία. Τα λεγόμενα μέσα ενημερώσεως περισσότερο ταράζουν παρά γαληνεύουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Επέρχεται μια πνευματική σύγχυση, ένας συνεχής διασκορπισμός του νου, ώστε οι δυνάμεις της ψυχής να παραλύουν. Ο Χριστός, το αιώνιο πρότυπο όλων μας, συχνά αποσυρόταν στην ησυχία της ερήμου, δείχνοντας τον δρόμο της ασκήσεως, της περισκέψεως, της περισυλλογής, της σιωπής, της μόνωσης κι όχι της απομόνωσης. Αυτό τον δρόμο αγάπησαν ιδιαίτερα οι ασκητές, αμέριμνοι, απερίσπαστοι, σιωπηλοί, με ακόρεστο τον πόθο της συναντήσεως τους με τον Θεό. […]

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Η εύλαλη σιωπή, εκδ. Εν πλω, σ.23-31

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Περί υπομονής


«Υπομονής έχετε χρείαν, ίνα τό θέλημα τού Θεού ποιήσαντες κομίσησθε τήν επαγγελίαν» (Εβρ. 10,36). Αυτοί που υπομένουν αγόγγυστα και με καρτερία τα πάντα, μένουν πιστοί στο θέλημα τού Θεού. Κι αυτοί που μένουν πιστοί στο θέλημα τού Θεού, θα πάρουν την αμοιβή πού υποσχέθηκε o Χριστός, τη βασιλεία των ουρανών.

Η υπομονή στις δοκιμασίες είναι ασφαλές μέσο για να ενωθούμε με τον Θεό. Όσο o γογγυσμός χωρίζει από τον Θεό τόσο η υπομονή σφυρηλατεί την ενότητα μαζί Του. Αν λοιπόν υπομένουμε με ευγνωμοσύνη όλες τις δοκιμασίες για χάρη Του, θα μας ανταποδώσει την αιώνια μακαριότητα.

Μέσω τής θλίψεως και τής υπομονής εισερχόμαστε στον χώρο της αληθινής γνώσεως και καθαριζόμαστε από το πλήθος των αμαρτιών μας.

Ο άνθρωπος πρέπει να αποβλέπει και να ελπίζει στο έλεος του Θεού. Να θυμόμαστε τα απ' αιώνων θαυμάσια Του, και την βοήθειά Του προς τούς αγίους Του, να θυμόμαστε, ότι σε καμιά ανάγκη και θλίψη δεν μάς αφήνει o Θεός και ότι ποτέ δεν αφήνει να μάς βρουν πειρασμοί υπέρ την δύναμή μας. Και γι' αυτό έχουμε χρέος, με θάρρος να βαστάζουμε τον σταυρό μας και όλα τα λυπηρά πού μάς συμβαίνουν να τα υπομένουμε με ευγνωμοσύνη στον Θεό.

Κατά τον απόστολο: «Διά πολλών θλίψεων δεί ημάς εισελθείν εις τήν βασιλεία τών Ουρανών» (Πράξ. 14,22). Από αυτήν την στενή και τεθλιμμένη οδό θα φθάσουμε στην ύψιστη τελειότητα τής υπομονής.

«Υπομένων υπέμεινα τον Κύριο και προσέσχε μοι καί εισήκουσε τής δεήσεως μου» (Ψαλμ. 39,1). Ο Κύριος δέχεται σαν θυσία ευάρεστη την ανδρεία υπομονή, ενώ αποστρέφει το πρόσωπό Του από τη μικροψυχία. Οι άνθρωποι τής υπομονής ακολουθούν πιστά τα ίχνη Του, οι δειλοί και οι μικρόψυχοι απομακρύνονται από κοντά Του.

Έλεγε κάποιος γέροντας στους μαθητές του «Δεν προοδεύουμε σήμερα στην αρετή, ούτε θα κατορθώσουμε ποτέ να φθάσουμε στα μέτρα των παλαιών πατέρων γιατί δεν έχουμε υπομονή να τελειώσομε το έργο πού αρχίζουμε. Επιθυμούμε να αποκτήσομε χαρίσματα, αλλά χωρίς κόπο, γι' αυτό εύκολα ξεγλιστράμε στα κακό».

Ποιος τραυματισμένος θεράπευσε ποτέ την πληγή του χωρίς υπομονή στον πόνο και στα θεραπευτικά μέσα τού γιατρού; Ποιος μπορεί να ακολουθήσει πίσω από τον Χριστό χωρίς να σηκώσει στους ώμους τον σταυρό τής υπομονής; Κανένας. Όλοι όσοι Τον ακολούθησαν και Τον ακολουθούν ήταν και είναι έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουν με υπομονή τις δοκιμασίες που οπωσδήποτε θα τούς βρουν καθώς τονίζει και o σοφός Σειράχ: «τέκνον, ει προσέρχει δουλεύειν Κυρίω τώ Θεώ, ετοίμασον τήν ψυχήν σου εις πειρασμόν» (2,1).

Χωρίς υπομονή και συγκαταβατικότητα προς τον πλησίον μας η ζωή καταντάει ανυπόφορη. Όταν υπομένουμε πολύ δύσκολα πράγματα, υπομένουμε κατά θέλημα του Θεού. Μερικές φορές, μάς λέγει o Στάρετς Βαρσανούφιος, o Θεός αφήνει τον άνθρωπο να αισθανθεί σαν να τον έχει εγκαταλείψει και ξεχάσει. Το ίδιο μπορεί να γίνει και για μια ολόκληρη κοινωνία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η δική μας δουλειά είναι να κάνουμε υπομονή και να φυλάξουμε την πίστη στον Χριστό. Αν η πίστη φυλαχθεί, υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Η πίστη διαφυλάσσεται με ένα τρόπο: με την αποχή από κάθε αμαρτία.

Για να εξασκήσουμε την υπομονή μας πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας, την ψυχή μας, το σώμα μας, τα πάντα, στο θέλημα τού Θεού, το πανάγιο και πάνσοφο. Να λέμε Δόξα σοι o Θεός για όλα. Πάντων ένεκεν. Με αυτά τα θαυμάσια και άγια λόγια διαλύονται όλοι οι σκοτεινοί λογισμοί, και φεύγει το βάρος τής ψυχής, και έρχεται στην ψυχή ειρήνη, παρηγοριά, χαρά. Δεν πρέπει να απογοητευόμαστε ποτέ. Μην ξεχνάμε, ότι ακόμη και στα πιο θλιβερά μας βιώματα κρύβεται η απέραντη ευσπλαχνία τού Κυρίου. Με τρόπο ακατάληπτο - και σε μάς ακατανόητο! - o Κύριος μας οικοδομεί. Ακόμη και στην απώλεια των πιο αγαπημένων μας προσώπων.

Πολλές φορές αμφιβάλλει κανείς μέσα του λέγοντας:«Εφ’ όσον στις συμφορές που τον βρίσκουν αμαρτάνει κανείς από τη θλίψη του, πως μπορεί να πιστεύει ότι όσα του συμβαίνουν είναι για το συμφέρον του»; Μάς απαντάει o άγιος Δωρόθεος, δεν θ' αμαρτάναμε στις συμφορές που μάς συμβαίνουν, αν δεν μάς έλειπε η υπομονή και αν δεν αρνούμασταν να υποφέρουμε μία μικρή θλίψη ή να πάθουμε κάτι απροσδόκητο. Γιατί o Θεός ποτέ δεν επιτρέπει να μάς συμβεί κάτι πού ξεπερνάει τις δυνάμεις μας, όπως είπε και o απόστολος Παύλος: «είναι αξιόπιστος o Θεός και δεν θα επέτρεπε πειρασμό μεγαλύτερο από τις δυνάμεις σας» (Α' Κορ. 10,13). Αλλά εμείς δεν έχουμε υπομονή, δεν θέλουμε να κοπιάσουμε και δεν δεχόμαστε τίποτα με ταπείνωση. Γι' αυτό συντριβόμαστε και όσο φροντίζουμε να ξεφύγουμε τούς πειρασμούς, τόσο φορτωνόμαστε απ' αυτούς, και χάνουμε την υπομονή μας και δεν μπορούμε να λυτρωθούμε απ' αυτούς.

Ο μακαριστός π. Γερμανός Σταυροβουνιώτης, όταν διάβασε τον βίο τού αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου, έλεγε: «Κι αν ακόμη υποστώ τα βάσανα, που υπέστη o Άγιος, θα υπομείνω. Κι αν ακόμη μείνω άστεγος μέσα στους δρόμους, κι αν ακόμη αρρωστήσω, κι αν οτιδήποτε πάθω, όλα θα τα υπομείνω. Θα τα υπομείνω όλα χωρίς γογγυσμούς για την αγάπη τού Χριστού και τη σωτηρία τής ψυχής μου. Αυτή την υπόσχεση, πού έδωσα εξ αρχής στον εαυτό μου, την έχω πάντα κατά νουν, και έτσι στερεώνομαι στις δοκιμασίες».

Αναφέρεται στο Γεροντικό, ότι ήταν κάποιος μοναχός, πού γόγγυζε, επειδή έμενε σε μέρος απόμερο, και έπρεπε να κουβαλάει για τις ανάγκες του νερό από πολύ μακριά. Μια μέρα, ενώ περπατούσε, μεταφέροντας το νερό, συνάντησε κάποιο στο δρόμο του. «Ποιος είσαι;» τον ρωτά. «Είμαι άγγελος Κυρίου», τού αποκρίνεται, «και με έστειλε o Θεός να μετρώ τα βήματά σου, για να πάρεις την ανταμοιβή σου, ανάλογα με την υπομονή σου». Κι' αμέσως o Άγγελος εξαφανίστηκε. Σκέφτηκε o μοναχός και είπε: «Αν με το να διανύω αυτή την απόσταση, o Θεός έστειλε Άγγελο να μετρά τα βήματά μου, και μου επιφυλάσσει μισθό, συμφέρει όχι μόνο να μην γογγύζω, αλλά μετά χαράς να υπομείνω κι άλλους κόπους, ακόμα μεγαλύτερους». Γι' αυτό και εγκατέλειψε το κελί του, και έκτισε άλλο πολύ πιο μακριά από την πηγή τού νερού!

Ο άνθρωπος τής υπομονής πάντοτε βγαίνει κερδισμένος, γιατί υπομένοντας προσωρινά, κερδίζει πολλές φορές και τα επίγεια αγαθά, αλλά και τα αιώνια. Φυσικά για να αποκτήσουμε την αρετή τής υπομονής πρέπει να έχουμε διαρκώς την ελπίδα τής μέλλουσας ζωής, για να μπορούμε να υπομένουμε τις δοκιμασίες, οι οποίες θα μάς είναι στεφάνια για τη βασιλεία των ουρανών.

Σε αυτόν τον αγώνα να είμαστε σίγουροι ότι συνοδοιπόρος μας είναι o ίδιος o Χριστός, o οποίος βάδισε αυτήν την οδό και μάς οδηγεί σε σίγουρο λιμάνι, σε οδούς σωτηρίας.


Πηγή: Περιοδικό δράσεων και Πνευματικής Οικοδομής Όσιος Νίκων, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης, Ιούλιος – Αύγουστος 2007
Αποδελτίωση: Ορθόδοξος Χριστιανική Γωνιά

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Αν τ' αγνοείς, μην έρθεις σε απόγνωση!



ΜΗΝ ΕΡΘΕΙΣ ΣΕ ΑΠΟΓΝΩΣΗ 

AN T' ΑΓΝΟΕΙΣ αὐτά, ἀγαπημένε μου, μήν ἔρθεις σὲ ἀπόγνωση, μή πεῖς, «ἐγὼ αὐτὰ οὔτε τὰ ἔμαθα, οὔτε μπορῶ νὰ τὰ μάθω, οὔτε ποτὲ στὸ ὕψος τῆς γνώσης αὐτῆς, τῆς ὅρασης καὶ καθαρότητας θὰ μπορέσω νὰ φτάσω καὶ ν’ ἀνέβω». 

Οὔτε πάλι νὰ πεῖς, «ἀφοῦ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἂν κάποιος δὲν φτάσει, ἤδη ἀπὸ τώρα, νὰ ντυθεῖ τὸν Χριστὸ ὡς Θεό, νὰ δεῖ τὸν ἴδιο ὁλόκληρο καὶ νὰ τὸν ἔχει στὴν ψυχή του, στὴ Βασιλεία Του δὲν μπαίνει, τί μ’ ὠφελεῖ ν’ ἀγωνίζομαι ἔστω λίγο καὶ νὰ στεροῦμαι ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση τῶν παρόντων;» 

Καθόλου μὴ τὸ πεῖς, οὔτε ποὺ νὰ τὸ σκεφτεῖς, ἀλλ’ ἂν τὸ θέλεις ἄκου τὴ συμβουλή μου· μὲ τὴ βοήθεια τῆς Χάρης τοῦ πανάγιου Πνεύματος θὰ σοῦ πῶ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. 

Πρῶτα πίστεψε μὲ ὅλη τὴν ψυχή σου ὅτι εἶναι ἔτσι, ὅλα ὅσα εἴπαμε ἀκολουθώντας τὶς θεῖες καὶ θεόπνευστες Γραφές, ὅτι εἶναι ἀληθινά, κι ὅτι ἔτσι χρειάζεται νὰ γίνει καθένας ποὺ πιστεύει στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Μᾶς ἔχει δώσει Ἐξουσία νὰ γίνουμε Παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, κι ἂν τὸ θελήσουμε, τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει. Πίστεψε μὲ ὅλη τὴν ψυχή σου ὅτι γι’ αὐτὸ ἔγινε κάθε φροντίδα καὶ ἡ ἴδια ἡ κατάβαση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μαζί μας, γιὰ νὰ μᾶς τελειοποιήσει μὲ τὴν πίστη σ’ Ἐκεῖνον, μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐντολῶν Του νὰ μᾶς δώσει τὴ Θεότητα καὶ τὴ Βασιλεία Του.

Ἀλήθεια, ἂν δὲν τὰ πιστέψεις αὐτά, ὅτι πράγματι γίνονται ἔτσι, πάντως οὔτε θὰ τὰ ζητήσεις, κι ἂν δὲν ζητήσεις οὔτε θὰ λάβεις. Γιατὶ λέει, Νὰ ζητᾶτε καὶ θὰ λάβετε, νὰ ζητᾶτε καὶ θὰ σᾶς δοθεῖ.

Πιστεύοντας λοιπόν, νὰ διαβάζεις τὶς θεῖες Γραφὲς κι ὅ,τι λένε νὰ τὸ κάνεις πράξη, καὶ θὰ τὰ βρεῖς ὅλα χωρὶς ἐξαίρεση ὅπως ἔχουν γραφεῖ, καὶ μᾶλλον, πολὺ περισσότερα θὰ βρεῖς ἀπ’ ὅσα εἶναι στὶς θεῖες Γραφές. Ποιά εἶναι αὐτά; Ὅσα ὀφθαλμὸς δὲν εἶδε, αὐτὶ δὲν ἄκουσε, στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἀνέβηκαν, τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ ὅσους τὸν ἀγαπᾶνε. Ἂν τὰ πιστέψεις αὐτὰ καὶ κρατήσεις τὴν πίστη σου, δὲν ὑπάρχει οὔτε μία ἀμφιβολία ὅτι θὰ τὰ δεῖς, ὅπως ὁ Παῦλος ἔτσι κι ἐσύ – καὶ ὄχι μόνο αὐτά, ἀλλὰ θ’ ἀκούσεις ἄρρητα ρήματα, γιατὶ προφανῶς θἄχεις ἤδη ἁρπαγεῖ στὸν παράδεισο. Σὲ ποιόν παράδεισο; Ἐκεῖ ποὺ ὁ ληστὴς πῆγε μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τώρα εἶναι.

Αγ. Συμεών ο νέος θεολόγος, Ύμνοι θείων ερώτων, μετάφρ. Γ. Βαλσάμης
Αποδελτίωση: Έλλοπος

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Μακάριοι όσοι ζουν στο Φως του Χριστού




ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι ὑποδέχτηκαν τὸν Χριστό, τὸ Φῶς ποὺ ἦρθε στὸ σκοτάδι τους, γιατὶ αὐτοὶ ἔγιναν Παιδιὰ τοῦ Φωτὸς καὶ τῆς Μέρας.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι γεύονται τὸν Ἄρρητο μὲ τὸ στόμα τοῦ νοῦ τους κάθε στιγμή, γιατὶ αὐτοὶ βρίσκονται στὴ Μέρα, ἐκεῖ θὰ βαδίσουν μὲ Ὀμορφιά, ὁ βίος τους δὲν θὰ χάσει ποτὲ τὴ Χαρά.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι ζοῦν στὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ ἀδιάκοπα, γιατὶ αὐτοὶ τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες χωρὶς τέλος θὰ εἶναι ἀδελφοὶ καὶ συγκληρονόμοι Του.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι ἄναψαν τὸ Φῶς στὴν καρδιά τους καὶ τὸ κράτησαν ἄσβηστο, χαρούμενοι αὐτοὶ στὴν ἔξοδο τοῦ βίου, τὸν Νυμφίο θὰ συναντήσουν, μαζί Του θὰ μποῦν στὸν Νυμφῶνα κρατώντας Λαμπάδες.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι γιὰ τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν διστάζουν ἢ δὲν νομίζουν πὼς εἶναι λάθος, γιατὶ αὐτοί, κι ἂν τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἔχουν, ποὺ δὲν τὸ εὔχομαι, εἶναι ὅμως βέβαιο, θὰ τρέξουν ὁπωσδήποτε νὰ τὸ ἀποκτήσουν.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι λαμπρύνονται μὲ τὸ θεῖο Φῶς, τὴν ἀσθένειά τους βλέπουν, τὴν ἀσχήμια τῆς στολῆς τῆς ψυχῆς τους καταλαβαίνουν, γιατὶ αὐτοὶ συνέχεια θὰ κλάψουν, μὲ τοὺς ποταμοὺς τῶν δακρύων τους θὰ καθαρίσουν τέλεια.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι ἔχουν συνέχεια τὸ νοερὸ μάτι ἀνοιγμένο, μὲ κάθε προσευχή τους βλέπουν καλὰ τὸ Φῶς, καὶ στόμα μὲ στόμα μιλοῦν μαζί Του, γιατὶ αὐτοί, τῶν ἀγγέλων ἰσότιμοι, ἤ, τολμηρὸ ἴσως νὰ εἰπωθεῖ, πάνω ἔχουν φτάσει ἀπ’ τοὺς ἄγγελους, καὶ τὸ ἴδιο θὰ εἶναι στὴν ἄλλη ζωή. Γιατὶ οἱ ἄγγελοι ὑμνοῦν, ἐνῶ αὐτοὶ συνομιλοῦν. Κι ἂν τέτοιοι ἔγιναν καὶ συνεχῶς γίνονται, ἤδη τώρα, στὸν βίο αὐτό, ὅταν ἡ φθορὰ τῆς σάρκας τοὺς πιέζει, ποιοί θὰ γίνουν μετὰ τὴν Ἀνάσταση; Πῶς θὰ εἶναι ὅταν πάρουν τὸ πνευματικὸ καὶ ἄφθαρτο σῶμα; Πάντως ἴσοι, ὄχι μόνο μὲ τοὺς Ἄγγελους, ἀλλὰ μὲ τὸν Κύριο τῶν Ἀγγέλων, ὅπως ἔχει γραφεῖ: «γνωρίζουμε», λέει ὁ Ἰωάννης, «πὼς ὅταν μᾶς φανερωθεῖ θὰ εἴμαστε ὅπως Ἐκεῖνος».

ΜΑΚΑΡΙΟΣ, ὅποιος εἶδε τὸ Φῶς τοῦ κόσμου μέσα του νὰ ἔχει πάρει Μορφή, γιατὶ αὐτός, σὰν ἔμβρυο ἔχοντας τὸν Χριστό, Μητέρα Του θὰ θεωρηθεῖ, ὅπως ὁ ἴδιος Ἐκεῖνος ὁ ἀψευδὴς τὸ εἶπε, «Μητέρα μου, ἀδελφοὶ καὶ φίλοι αὐτοί εἶναι».


Αγ. Συμεών ο νέος θεολόγος, Ύμνοι θείων ερώτων, μετάφρ. Γ. Βαλσάμης
Αποδελτίωση: Έλλοπος

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Κτίζοντας τις ανθρώπινες σχέσεις


Κατεβάστε και ακούστε την εξαιρετική ομιλία της θεολόγου και παιδαγωγού Θεοχάρης Δημητρακούδη με τίτλο «Κτίζοντας σωστά τις ανθρώπινες σχέσεις». Στην ομίλια της η κα Θεοχάρη καταπιάνεται με τις σχέσεις των συζύγων, γονέων και παιδιών, τη σημασία του σεβασμού, τη μοναδικότητα των ανθρώπων, τη σωστή αντιμετώπισή τους και όχι μόνο.

Ομιλία:
«Κτίζοντας σωστά τις ανθρώπινες σχέσεις»

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Εκκλησία και Φεμινισμός


Στην εποχή μας, γίνεται συχνά λόγος για το φεμινιστικό κίνημα, στη βάση του κοινωνικοπολιτικό, που κύριο στόχο έχει την ισότητα αντρών και γυναικών σε όλους τους τομείς, όπου πολλές φορές υποτιμάται η γυναίκα ή δεν υφίσταται. Αναμφισβήτητα, τις τελευταίες δεκαετίες, η παρουσία της γυναίκας είναι έντονη και η δραστηριότητα της έχει επεκταθεί σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Είναι φορέας πολλών κοινωνικών ρόλων, πολλές φορές και αλληλοσυγκρουόμενων. Έχει ξεφύγει από τα στενά όρια του νοικοκυριού και διακρίνεται στον επαγγελματικό στίβο και ακόμη στα θεωρούμενα αντρικά επαγγέλματα. Ανταποκρίνεται με επιτυχία στον πρωταρχικό της ρόλο, σαν μητέρα και σύζυγος και ανταπεξέρχεται στις προσαυξημένες απαιτήσεις που τις επιβάλλουν οι αλληλοσυγκρουόμενοι αυτοί ρόλοι. Είναι γεγονός πως η γυναίκα για να μπορέσει να καταξιωθεί κοινωνικά, πέρασε από ένα στάδιο συνεχών αγώνων. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό στις μέρες μας έχει πάρει ευρύτερες διαστάσεις όσον αφορά το θρησκευτικό επίπεδο, με αποτέλεσμα το φεμινιστικό κίνημα καθ’ αυτό να είναι η αφορμή για τη γένεση της Φεμινιστικής Θεολογίας. Μαζί με την αλλαγή του ρόλου της γυναίκας στην ευρύτερη κοινωνία της Δύσης, υφίσταται ποικίλες αλλαγές και ο ρόλος της γυναίκας στην Δυτική Εκκλησία.

Η Φεμινιστική Θεολογία ως μια θεολογία γυναικών με φεμινιστικές τάσεις, διακρίνει τις πατριαρχικές δομές στην κοινωνία και στην Εκκλησία. Οι γυναίκες αυτές ασκούν κριτική σε κάθε μορφή θεσμικής συμβίωσης και προσπαθούν να ξεπεράσουν με έμπρακτη αντιπαράθεση. Γενικά θα λέγαμε ότι στη Φεμινιστική Θεολογία η γυναίκα βρίσκεται στο επίκεντρο και καταγράφονται εμπειρίες ζωής, καταπίεσης, παραγκωνισμού, περιθωριοποίησης αλλά και φαινόμενα επιτυχημένης ζωής και απελευθέρωσης. Με άλλα λόγια, η Φεμινιστική Θεολογία, όπως αυτή αναπτύχθηκε στη Δύση, δεν είναι μια συμπλήρωση της παραδοσιακής θεολογίας, αλλά μια εντελώς νέα αντίληψη για τη θεολογία. Ο φεμινισμός δηλαδή δεν πρόκειται για μια απλή αναζήτηση των ίσων δικαιωμάτων σε μια πατριαρχικά δομημένη Εκκλησία αλλά θεωρείται η τελευταία «κρίση» του Χριστιανισμού, όπου όχι μόνο γίνεται μια προσπάθεια ανάκτησης ίσων δικαιωμάτων μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Εκκλησία, αλλά πολύ περισσότερο η αμφισβήτηση της παραδοσιακής κατανόησης του Θεού και της ανδρικής φύσης του Χριστιανισμού. Πρόκειται επομένως για μια εις βάθος αναθεώρηση των πραγμάτων και των εννοιών, ακόμη και αυτής της ίδιας της ιστορίας. Η Φεμινιστική Θεολογία ασκεί κριτική και στρέφεται ενάντια σε ένα Θεό ο οποίος έχει μόνο ανδρικά χαρακτηριστικά, προσπαθώντας να ανακαλύψει θηλυκά και μητρικά χαρακτηριστικά στη βιβλική εικόνα του Θεού, έτσι ώστε οι γυναίκες να μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στο «κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού».

Σε όλα αυτά βέβαια η Ορθόδοξη Εκκλησία καταθέτει τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας και χωρίς ν’ ασκεί μια αρνητική κριτική γίνεται μια προσπάθεια προσέγγισης της Φεμινιστικής Θεολογίας. Όπως γράφει και ο Αλέξανδρος Σμέμαν, το ζήτημα των γυναικών, αντί να γίνει εμπόδιο ή και ακόμα μια τελειωτική διαίρεση μεταξύ των Χριστιανών και αιτία τερματισμού κάθε διαλόγου, θα θέλαμε να δώσουμε την ευκαιρία στην ορθόδοξη Ανατολική παράδοση να καταθέσει τη δική της μαρτυρία, μιας Εκκλησίας όπου έχουν τον πρώτο λόγο: όχι η αυστηρή όψη ενός Θεού κριτή και τιμωρού λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά ενός Θεού της αγάπης και της φιλανθρωπίας, ο οποίος αγαπά τον άνθρωπο και συγκαταβαίνει στον αμαρτωλό, όχι ένας Θεός εξουσιαστής, αλλά ένας Θεός, ο οποίος δέχεται τη συνεργασία του ανθρώπου με τη μετοχή του στην αγιαστική χάρη του Αγίου Πνεύματος, κάτι που διαφέρει κατά πολύ από την περί δικαιώσεως δυτική παράδοση, όχι ένας Θεός στατικός με προκαθορισμένες θέσεις, αλλά μια συνεχής γέννηση και ενσάρκωση του Χριστού ανάμεσά μας, με τον αγιασμό όλης της ύλης, όλης της φύσης, όλου του ανθρώπου, χωρίς να τα θεωρεί κακά προς αποφυγή, όχι ένας Θεός υπερβατικός ως προς τον κόσμο και τον άνθρωπο, δηλαδή ένας κακός Θεός Δημιουργός και ένας καλός Θεός Πατέρας του Ιησού Χριστού, αλλά ένας Θεός Τριαδικός, ένας στην ουσία αλλά ο οποίος ενεργεί στον κόσμο μέσω των ενεργειών Του.

"Κατώτερη είναι η γυναίκα του άνδρα και μόνο υπακούοντας του μπορεί να γίνει καλή και ενάρετη". Αυτό, καθώς και άλλα πολλά αναφέρονται στο Κοράνι, το ιερό βιβλίο του Ισλάμ. Είναι γεγονός ότι και το Κοράνι, κάνει διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών εις βάρος των τελευταίων. Στον μουσουλμανικό χώρο οι γυναίκες παραμένουν στο περιθώριο και συνεχίζουν να είναι θύματα διακρίσεων. Οι διακρίσεις που αναφέρονται στο Κοράνι, εφαρμόζονται με μεγάλο ζήλο στις περισσότερες μουσουλμανικές χώρες, πράγμα που εξηγεί το ότι οι γυναίκες θεωρούνται πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Αντίθετα, υπέρ του Φεμινισμού τάσσεται η Εκκλησία μας αν αναλογιστούμε ότι ο ίδιος ο Χριστός όχι μόνο συναναστράφηκε με γυναίκες – συχνά μάλιστα αμαρτωλές – και τις δέχτηκε στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών Του, πράξεις αδιανόητες για το θρησκευτικό κατεστημένο της εποχής Του, αλλά έδειξε ιδιαίτερη αγάπη και κατανόηση για τη γυναίκα, υπερασπιζόμενος την αξία και την αξιοπρέπεια της, στηλιτεύοντας τη σκληροκαρδία και την αδικία των ευσεβών Ιουδαίων της εποχής Του απέναντι της γυναίκας. Ο χωρισμός της ανθρώπινης φύσης σε αρσενικό και θηλυκό είναι σύμφωνος με τη Θεία Πρόνοια και Σοφία. Ο άντρας και η γυναίκα δημιουργούνται ως ισότιμες προσωπικότητες που προορίζονται σε αλληλοσυμπλήρωση και θέωση. Ο Χριστιανισμός πρώτος καθιέρωσε την ισότητα και μάλιστα, κορυφαίοι εκπρόσωποι της χριστιανικής παράδοσης, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δεν δίστασαν να καταγγείλουν τους άδικους νόμους εις βάρος της γυναίκας: «άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες, δια τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία […] Ου δέχομαι τούτην την νομοθεσίαν, ουκ επαινώ την συνήθειαν.»

Στην εν Χριστώ πραγματικότητα που βιώνει και κηρύττει η Εκκλησία μας, δεν υπάρχει χώρος για κανενός είδους διαχωρισμό, διαίρεση ή ανισότητα. Σύμφωνα μάλιστα με την επιστολή προς Κολοσσαείς του Αποστόλου Παύλου όπου λαμβάνει χώραν η εσχατολογική πραγματοποίηση του μυστηρίου της ενότητας, είναι αδιανόητη η οποιαδήποτε διάσπαση, ο οποιοσδήποτε τεμαχισμός της εν Χριστώ ενότητας: «ουκ ενι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην ουκ ενι δούλος ουδε ελεύθερος, ουκ ενι άρσεν και θήλυ πάντες γαρ υμεις εις εστε εν Χριστω Ιησου». Η νέα αυτή ενότητα κατά τον Παύλο δεν υπάρχει από τη φύση αλλά δίδεται απ’ τον Χριστό κατά χάρη. Η φυσική και εμπειρική κατάσταση της ανθρωπότητας χαρακτηρίζεται από διαιρέσεις και εχθρότητες, ενώ η κατάργηση των διαιρέσεων, η ενότητα και η ειρήνευση, πραγματοποιούνται μέσα στην Εκκλησία, όπου ο πιστός αντιμετωπίζει τον άλλο άνθρωπο όχι σαν Ιούδα ή εθνικό, σαν μορφωμένο ή αμόρφωτο, σαν δούλο ή ελεύθερο, σαν άνδρα ή γυναίκα, αλλά σαν μέλος του σώματος του Χριστού, αφού μέσα σ’ αυτό το σώμα μόνος Κύριος είναι ο Χριστός: «τα πάντα και εν πασι Χριστός».

Μέσα σ’ αυτόν τον ανακαινισμένο κόσμο ζει και διακονεί η χριστιανή γυναίκα και αγωνίζεται τόσο για τη δική της τελείωση όσο και για την τελείωση του κόσμου.Ο ρόλος της σήμερα είναι να ζήσει την τιμή και την ευλογία που της χαρίζει ο Χριστός μέσα στην Εκκλησία και να φανερώσει στη γυναίκα του σύγχρονου κόσμου τη θέση και τη δόξα στην οποία την προσκαλεί ο Χριστός.

Η ισότητα των δύο φύλων προϋποθέτει άρση των παρεξηγήσεων και αμοιβαία αναγνώριση της ιερότητας τους. Για τον Παύλο Ευδοκίμωφ «το θηλυκό και το ανδρικό στοιχείο είναι συμπληρωματικά στον άνθρωπο. Η χάρη του Χριστού ανακεφαλαιώνει και ενώνει σε μια πληρότητα εν Θεω το θηλυκό και ανδρικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Υφίσταται μια μυστική αναλογία ανάμεσα στο ανδρικό στοιχείο και τον Λόγο του Θεού από τη μια και στο γυναικείο και το Πνεύμα από την άλλη που ενσαρκώνει, εμπνέει και παρακαλεί».

Η ισοτιμία των δύο φύλων προϋποθέτει άρση των παρεξηγήσεων και αμοιβαία αναγνώριση της ιερότητάς τους: «η ζωή δεν είναι ένα βουνό, στην κορυφή του οποίου θα ανεβούν οι άντρες από τη μια πλευρά και οι γυναίκες από την άλλη, αλλά και οι δύο μαζί θα ξεκινήσουν και θα φθάσουν συγχρόνως για ν’ απολαύσουν τη συντροφιά τους επάνω στην κορυφή».

Κλείνοντας, αξίζει ν’ αναφερθεί ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η γυναικεία παρουσία ενδυναμώνεται μέσα από την πλειάδα των Αγίων Γυναικών, Οσίων, Ισαποστόλων, Μαρτύρων, Οσιομαρτύρων, Μεγαλομαρτύρων, οι οποίες με κορυφή την Παναγία τη Μητέρα του Χριστού και Υιού του Θεού έχουν ιδιαίτερη θέση στην Αγιογραφία και Υμνογραφία της Εκκλησίας, αλλά και άφησαν το δικό τους στίγμα στην Ορθόδοξη Θεολογία. Δίπλα στους Πατέρες της Εκκλησίας υπάρχουν και οι Μητέρες, οι οποίες είναι γυναίκες της ερήμου, μοναχές ή και συχνά μητέρες και συγγενείς μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας όπως η Εμμέλεια, η Μακρίνα, μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου, η Νόννα και η Γοργονία μητέρα και αδελφή του Γρηγορίου του Θεολόγου καθώς και η Ανθούσα, μητέρα του Ιερού Χρυσοστόμου.

Πηγή: περιοδ. Καθ’ οδόν, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, τευχ. 18, 2009

Προσευχὴ ὑπὲρ τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης




Μία προσευχὴ ποὺ βοηθᾷ στὸν αὐτοέλεγχο, τὴν ἠρεμία καὶ τὴν γαλήνη

Θεέ μου, κᾶνε με νὰ ἔχω εὐγένεια. Ὅταν οἱ πόρτες δίπλα μου βροντοῦν, βοήθησέ με νὰ μιλῶ ἤρεμα.

Ὅταν οἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἄλλων ξεπερνοῦν τὴν ἀντοχή μου, δῶσε γλυκύτητα στὴ φωνή μου.

Ὅταν ἔχω νὰ κάνω μὲ τοὺς ἄλλους ποὺ μὲ πληγώνουν, δῶσε μου τὴ σιωπὴ τῆς ταπεινοφροσύνης.

Νἆναι ἡ φωνή μου ἁπαλὴ ὅταν ὑπογραμμίζει, νἆναι τρυφερὴ ὅταν ὑποδεικνύει, ἔτσι ποὺ νὰ ἐγγίζει χωρὶς νὰ ξεσκίζει. Νὰ εἰσχωρεῖ στὴν καρδιὰ χωρὶς νὰ ματώνει. 

Ἂς ἔχω θεέ μου, ἰσορροπία στὶς μικρὲς ἀναποδιὲς καὶ στὰ μεγάλα προβλήματα. Ἂς συνειδητοποιήσω πῶς ἡ εὐγένεια εἶναι ἡ δύναμη καὶ ὄχι ὁ πόλεμος ποὺ καταρρακώνει τὴν ἀξιοπρέπεια τῶν ἄλλων καὶ θάβει τὴν δική μου ὑπόληψη.

Ἂς μὴν καταναλίσκω πολύτιμη ἐνέργεια μὲ τὴν διαπεραστική, ἄγρια φωνή μου, ποὺ μόνο θύελλες ξεσηκώνει καὶ καμία λύση δὲν δίνει.

Μαλάκωσε, Σὲ παρακαλῶ, τὶς τραχιὲς ἄκρες τοῦ χαρακτῆρα μου, ποὺ ἀπομακρύνουν τοὺς δικούς μου ἀπὸ τὴ φωλιά τους.

Προτοῦ σερβίρω τὴν συνταγὴ τοῦ σωστοῦ, ἂς ἔρθω στὴ θέση τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ προλάβω τὸν ἑαυτό μου νὰ μὴ χειρονομεῖ ἀνεξέλεγκτα, ἀλλὰ νὰ κατανοεῖ γιὰ νὰ βοηθήσει.

Οἱ εὐγενικοί μου τρόποι, ἂς δημιουργοῦν κλίμα εὔκρατο στὸ σπιτικό μου γιὰ νὰ εὐδοκιμοῦν οἱ καρποὶ τοῦ Παναγίου Σου Πνεύματος. 

Σὲ παρακαλῶ, Θεέ μου, γέμισε τὸ εἶναι μου μὲ τὴν Παρουσία Σου, γιὰ νὰ μπορῶ ἀληθινὰ νὰ χαμογελῶ καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ἐκτονώνονται ἀπὸ τὴν ἔνταση ποὺ τοὺς δημιουργεῖ ἡ καθημερινὴ ζωή. 

Βοήθησέ με νὰ ἔχω τὴν δύναμη, εἰλικρινὰ νὰ ἐπαινῶ τὰ σωστὰ τῶν ἄλλων, γιὰ ν᾿ ἀρχίσουν ν᾿ ἀγαποῦν τὸ τέλειο, τὸ σεμνό, τὸ ὡραῖο.

Ἂς μποροῦσα νἄχω ἔντονη πνευματικότητα ἀλλὰ διακριτικὴ παρουσία γιὰ νὰ διψάσουν τὸ Ἅγιο καὶ νὰ ἀναζητήσουν Ἐσένα! 

Ἂς μὴν ἐξάπτωμαι ὅταν δὲν συμφωνοῦν μαζί μου, ἀλλὰ νὰ χαίρωμαι τὴν ὀντότητα ποὺ ἀποκτοῦν. 

Ἂς μὴν ἀπομακρύνωμαι ἀπὸ ἀγαπημένα μου πρόσωπα, ὅταν ζοῦν τὴν ἀνεξαρτησία ποὺ δικαιοῦνται, ἀλλὰ μέσα στὸν δρόμο Σου.

Ἂς μὴν ὑπενθυμίζω, Κύριε, λάθη παλιά, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ξαναρχίζουν τὸν ὡραῖο τους ἀγῶνα. 

Ἂς ἔχω τὴν σοφία νὰ μὴν κάνω συγκρίσεις, γιὰ νὰ μὴν μειώνω τὴν αὐτοπεποίθησή τους. 

Καὶ ὅταν τὸ πρόγραμμα τῆς ἡμέρας μου παραβιάζεται, ἂς ἔχω τὴν εὐελιξία νὰ προσαρμόζωμαι χωρὶς νὰ στενοχωρῶ. 

Μοῦ εἶπες, Κύριε, πὼς ἡ εὐγένεια εἶναι συνώνυμη τῆς ἀγάπης. Δὲν μοῦ μένει, λοιπόν, παρὰ μέτρο ἀναφορᾶς μου νἆναι ὁ Ὕμνος τῆς ἀγάπης τοῦ Ἀποστόλου Σου, κι ἔτσι μὲ τὴν ψυχὴ γεμάτη ἀπὸ τὴ δική Σου ἀγάπη, νὰ φέρωμαι εὐγενικά. 

Βοήθησε, Κύριε!


Πηγή: περιοδ. Διακονία καὶ Μαρτυρία, Μάιος-Ἰούνιος 2006, ἔκδ. Ἱ.Μ. Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Η σωστή αντιμετώπιση των θλίψεων


Όπως πλησιάζουν τα βλέφαρα το ένα το άλλο, έτσι και οι πειρασμοί είναι κοντά στους ανθρώπους. Και αυτό το οικονόμησε ο Θεός να είναι έτσι, με σοφία, για να έχουμε ωφέλεια. Για να κρούεις δηλ. επίμονα, εξαιτίας των θλίψεων, τη θύρα του ελέους του Θεού και για να μπει μέσα στον νου σου, με το φόβο των θλιβερών πραγμάτων, ο σπόρος της μνήμης του Θεού, ώστε να πας κοντά του με τις δεήσεις, και να αγιασθεί η καρδιά σου με τη συνεχή ενθύμησή του. Και ενώ εσύ θα Τον παρακαλείς, Αυτός θα σε ακούσει.

Ο πορευόμενος στον δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρίσκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγαπά και τον φροντίζει, δεν θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει τον νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλ. να υποφέρει και να μη θέλει να θεραπευθεί. Στον Θεό που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. Αυτό να μην περάσει από το νου μας.

Μην αποφεύγεις τις θλίψεις, διότι βοηθούμενος απ' αυτές μαθαίνεις καλά την αλήθεια και την αγάπη του Θεού.Και μη φοβηθείς τους πειρασμούς, διότι μέσα από αυτούς βρίσκεις θησαυρό. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς, όσο για τους σωματικούς, να ετοιμάζεσαι να τους αντιμετωπίσεις με όλη τη δύναμή σου, γιατί χωρίς αυτούς δεν μπορείς να πλησιάσεις τον Θεό. Μέσα σ' αυτούς εμπεριέχεται η θεία ανάπαυση. Όποιος αποφεύγει τους σωματικούς πειρασμούς, αποφεύγει την αρετή.

Χωρίς πειρασμούς η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο δεν φανερώνεται, και είναι αδύνατον, χωρίς αυτούς, να αποκτήσεις παρρησία στον Θεό, και να μάθεις τη σοφία του αγίου Πνεύματος και, ακόμη, δεν θα μπορέσει να στεριωθεί μέσα στην ψυχή σου ο θεϊκός πόθος. Προτού να έρθουν οι πειρασμοί, ο άνθρωπος προσεύχεται στον Θεό σαν ξένος. Από τότε όμως που θα εισέλθει σε πειρασμούς για την αγάπη του Θεού, και δεν αλλάξει γνώμη, έχει τον Θεό, να πούμε, υποχρεωμένο απέναντί του, και ο Θεός τον λογαριάζει για γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε και νίκησε τον εχθρό του, για να εκπληρώσει το θέλημα του Θεού.

Ο Θεός δεν δίνει μεγάλο χάρισμα χωρίς να προηγηθεί μεγάλος πειρασμός γιατί ανάλογα με την σφοδρότητα των πειρασμών ορίσθηκαν τα χαρίσματα από τη σοφία του Θεού, την οποία όμως δεν καταλαβαίνουν συνήθως οι άνθρωποι. Από το μέγεθος των μεγάλων θλίψεων που σου στέλνει η πρόνοια του Θεού, καταλαβαίνεις πόση τιμή σου κάνει η μεγαλοσύνη του. Διότι ανάλογη με τη λύπη που δοκιμάζεις είναι και η παρηγοριά που δέχεσαι.

Αν με ρωτήσεις ποια είναι η αιτία για όλα αυτά, σου απαντώ: Η αμέλεια σου, γιατί δεν φρόντισες να βρεις τη γιατρειά τους. Η γιατρειά όλων αυτών είναι μία, και μ' αυτήν ο άνθρωπος βρίσκει αμέσως στην ψυχή του την παρηγοριά που ποθεί. Και ποια λοιπόν είναι αυτή η γιατρειά; Είναι η ταπεινοφροσύνη της καρδιάς. Χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να χαλάσεις τον φράχτη των πειρασμών, απεναντίας μάλιστα βρίσκεις ότι οι πειρασμοί είναι ισχυρότεροι και σε εξουθενώνουν.

Κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, σου δίνει ο Θεός και τη δύναμη να υπομένεις τις συμφορές σου. Και κατά το μέτρο της υπομονής σου, το βάρος των θλίψεών σου γίνεται ελαφρύ και, έτσι, παρηγοριέσαι. Και όσο παρηγοριέσαι, τόσο η αγάπη σου προς τον Θεό αυξάνει. Και όσο αγαπάς τον Θεό, τόσο μεγαλώνει η χαρά που σου χαρίζει το άγιο Πνεύμα. Ο εύσπλαχνος Πατέρας μας, θέλοντας να βγάλει σε καλό τους πειρασμούς των πραγματικών του παιδιών, δεν τους παίρνει, παρά τους δίνει τη δύναμη να τους υπομείνουν. Όλα αυτά τα αγαθά (την παρηγοριά, την αγάπη, τη χαρά) τη δέχονται οι αγωνιστές ως καρπό της υπομονής, για να φτάσουν οι ψυχές τους στην τελειότητα.

Οι άγιοι δείχνουν έμπρακτα την αγάπη τους στον Θεό με όσα υποφέρουν για το όνομά του, όταν δηλ. τους στέλνει στενοχώριες, χωρίς όμως να απομακρύνεται απ' αυτούς, γιατί τους αγαπά. Απ' αυτή την πάσχουσα αγάπη τους αποκτά η καρδιά τους παρρησία, ώστε να ατενίζουν προς Αυτόν ελεύθερα και με την πεποίθηση ότι θα εισακουσθούν τα αιτήματά τους και θα εκπληρωθούν. Μεγάλη είναι η δύναμη της προσευχής που έχει παρρησία. Γι' αυτό αφήνει ο Θεός τους αγίους του να δοκιμάσουν κάθε λύπη, για να αποκτήσουν πείρα και να βεβαιωθούν για τη βοήθειά του και για το πόσο προνοεί και νοιάζεται γι' αυτούς. Έτσι, αποκτούν σοφία και σύνεση από τους πειρασμούς, για να μη γίνουν αμαθείς, καθώς θα τους λείπει η πνευματική άσκηση και στο καλό και στο κακό, και για να αποκτήσουν, από τη δοκιμασία τους, τη γνώση όλων των πραγμάτων που χρειάζονται. γιατί, αλλιώς, θα παρασυρθούν από άγνοια και θα γίνουν καταγέλαστοι από τους δαίμονες. Διότι, αν γυμνάζονταν μόνο στα καλά και δεν είχαν την εμπειρία της πάλης με το κακό, θα πήγαιναν στον πόλεμο εντελώς άπειροι.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γευθεί και να εκτιμήσει το καλό, αν προηγουμένως δεν δοκιμάσει την πίκρα από τους πειρασμούς.

Οι άνθρωποι τότε έρχονται σε αληθινή επίγνωση, όταν ο Θεός τους στερήσει τη δύναμή του και τους κάνει να συναισθανθούν την ανθρώπινη αδυναμία, και τη δυσκολία που προκαλούν οι πειρασμοί, και την πονηριά του εχθρού, και με ποιον αντίπαλο έχουν να παλέψουν, και πόσο ασθενής είναι η ανθρώπινη φύση τους, και πώς τους φυλάει η θεϊκή δύναμη, και πόσο προχώρησαν και προόδευσαν στην αρετή, και ότι χωρίς τη δύναμη του Θεού είναι ανίσχυροι μπροστά σε οποιοδήποτε πάθος. Κι αυτό το κάνει ο Θεός, για να αποκτήσουν, από όλες αυτές τις αρνητικές εμπειρίες, αληθινή ταπείνωση, και να πλησιάσουν κοντά του, και να περιμένουν τη βέβαιη βοήθειά του, και να προσεύχονται με υπομονή. Και όλα αυτά από που θα τα μάθουν, παρά από την πείρα των πολλών θλίψεων τις οποίες επιτρέπει ο Θεός και δοκιμάζουν; Αλλά και πίστη σταθερή αποκτά κανείς από τους πειρασμούς καθώς βεβαιώνεται για τη θεϊκή βοήθεια, που πολλές φορές βρίσκει στον αγώνα του.

Οι αγωνιστές, λοιπόν, πειράζονται για να αυξήσουν τον πνευματικό τους πλούτο, οι αμελείς, για να φυλαχθούν απ’ ό,τι τους βλάπτει, οι κοιμισμένοι, για να ξυπνήσουν. Οι απομακρυσμένοι, για να πλησιάσουν στον Θεό και οι φίλοι του Θεού, για να εισέλθουν στον άγιο οίκο του με παρρησία. Ένας γιος, άβγαλτος στη ζωή, δεν μπορεί να διαχειρισθεί τον πλούτο του πατέρα του και να βοηθηθεί απ’ αυτόν. Γι' αυτό λοιπόν, στην αρχή στέλνει δυσκολίες και βάσανα ο Θεός στα παιδιά του και, μετά, τους φανερώνει τι τους χαρίζει.
Δόξα τω Θεώ που, με πικρά φάρμακα, μας χαρίζει την απόλαυση της πνευματικής υγείας.

Είναι κανείς που δεν στενοχωριέται και δεν κουράζεται, ενόσω γυμνάζεται; Και είναι κανείς, στον οποίο να μη φαίνεται πικρός ο καιρός, που πίνει το φαρμάκι των πειρασμών και των θλίψεων; Χωρίς, λοιπόν, να περάσει απ' αυτό το στάδιο δεν μπορεί να αποκτήσει ισχυρή κράση. Αλλά και η υπομονή στους πειρασμούς δεν είναι δική μας. Πώς μπορεί, αλήθεια, ο άνθρωπος, ένα πήλινο αγγείο, να βαστάζει μέσα του το νερό, αν δε το κάνει στέρεο η θεϊκή φωτιά; Αν σκύψουμε το κεφάλι, τότε ό,τι καλό και ωφέλιμο ζητήσουμε από τον Θεό στην προσευχή μας με ταπείνωση, με διαρκή πόθο και με υπομονή, όλα θα μας τα δώσει.

Όπως τα μικρά παιδιά τρομάζουν από τα φοβερά θεάματα, και τρέχουν και πιάνονται από τα φορέματα των γονέων τους, και ζητούν τη βοήθειά τους, έτσι και η ψυχή: όσο στενοχωριέται και θλίβεται από το φόβο των πειρασμών, προστρέχει και κολλάει στον Θεό, και τον παρακαλεί με ακατάπαυτες δεήσεις. Και όσο οι πειρασμοί πέφτουν επάνω της, ο ένας μετά τον άλλο, τόσο και παρακαλεί περισσότερο. Αλλά όταν σταματήσουν και ξαναβρεί την ανάπαυσή της, συνήθως χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα και απομακρύνεται από τον Θεό.

Οι θλίψεις και οι κίνδυνοι θανατώνουν την ηδυπάθεια, ενώ η καλοπέραση και η αδιαφορία την τρέφουν. Γι' αυτό και ο Θεός και οι άγιοι Άγγελοι χαίρονται στις θλίψεις και στις στενοχώριες μας, ενώ ο διάβολος και οι συνεργάτες του χαίρονται όταν τεμπελιάζουμε και καλοπερνούμε.

Άφησε λοιπόν τη φροντίδα σου στον Θεό, και σε όλες τις δυσκολίες σου κατάκρινε τον εαυτό σου, ότι εσύ ο ίδιος είσαι ο αίτιος για όλα.

Όλες οι λυπηρές περιστάσεις και οι θλίψεις, αν δεν έχουμε υπομονή, μας διπλοβασανίζουν. Γιατί ο άνθρωπος με την υπομονή του διώχνει την πίκρα των συμφορών, ενώ η μικροψυχία γεννά την απελπισία της κόλασης. Η υπομονή είναι μητέρα της παρηγοριάς, είναι μια δύναμη ψυχική, που γεννιέται από την πλατιά καρδιά. Αυτή τη δύναμη ο άνθρωπος δύσκολα τη βρίσκει πάνω στις θλίψεις του, αν δεν έχει τη θεία χάρη, που την αποκτά με την επίμονη προσευχή και με δάκρυα.

Αγίου Ισαάκ του Σύρου

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Ταπεινός υπεράνω σκανδαλισμού!



Έναν τέτοιο γέροντα αμέριμνο, απλό, ταπεινό, με μεγάλη εμπιστοσύνη στον Χριστό και την Παναγία, γνωρίσαμε. Ήταν από το Ριζοκάρπασο της σήμερα τουρκοκρατούμενης Κύπρου κι ήλθε στο Άγιον 'Ορος όταν κι αυτό ήταν Τουρκοκρατούμενο. Εκοιμήθη πριν δώδεκα έτη σε ηλικία εκατόν έξι ετών. Είχε στο Άγιον 'Ορος ογδόντα έξι έτη. Εξήλθε αυτού μία δύο φορές, για να πάει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα. Ογδόντα έξι έτη είχε να φάει κρέας. Ογδότα έξι έτη είχε να δει γυναίκα. Είκοσι πέντε έτη είχε να πλύνει το πιάτο του. Υγιέσταστος, εγκρατέστατος, εξυπνότατος , αγαθότατος. Εκατόν τριών ετών ανέβηκε στη σκέπη του κελλιού του να διορθώσει τα κεραμίδια. «'Οτι ζητάω από την Παναγία μου το στέλνει» έλεγε. «Έχω την εικόνα της, της Οικονόμισσας, και με οικονομεί η Υπερευλογημένη... Να, τώρα ήθελα νερό και ήλθες να μου φέρεις». 

Μια φορά ήλθαν δύο φίλοι από την Αθήνα, νεαροί οικογενειάρχες, και με ρωτούσαν αν υπάρχουν γέροντες του Γεροντικού και της Φιλοκαλίας. Υπάρχουν τους είπα και τους πήγα στον γέροντα αυτόν, τον μοναχό Ιωσήφ τον Κύπριο. Ήταν τότε εκατόν πέντε ετών. Ήταν ξαπλωμένος κι έκανε κομποσχοίνι. «Οι κύριοι» του λέγω, «είναι από την Αθήνα και ήθελαν να πάρουν την ευχή σου». Τον είδαν πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Αφού είπαν δύο-τρία λόγια, τους έκαμε νόημα να φύγουμε. Φεύγοντας λένε στον γέροντα: «Γέροντα, είμαστε με πολλά προβλήματα, σας παρακαλούμε να προσεύχεσθε». «Θα προσεύχομαι» τους απαντά, «αλλά για να προσεύχομαι θέλω και λεφτά»! Ντράπηκα πολύ, τα έχασα, δεν ήξερα τι να πω. Προσπαθούσα να δικαιολογήσω την κατάσταση. Απορούσα γιατί να το κάνει αυτό. Τους πήγα σ' έναν άγιο άνθρωπο κι αυτός να ζητάει χρήματα για να προσευχηθεί; Αυτός που δεν γνώριζε καλά-καλά την αξία των χρημάτων και δεν τους έδινε μεγάλη σημασία. Οι άνθρωποι έφυγαν και λυπήθηκα.

Την άλλη ημέρα που πήγα να τον δω, μου λέει: «Πάτερ Μωυσή την αρετή δεν τη μαζέψαμε μαζί. Μην μου φέρνεις κόσμο να με τιμάνε. Ζήτησα από τον Θεό να με τιμήσει στην άλλη ζωή, όχι σ΄αυτή την ψεύτικη». Εξεπλάγην. Ντροπιάσθηκε στους ξένους ζητώντας χρήματα, που ποτέ δεν είχε και ποτέ δεν τ' αγάπησε, με ντρόπιασε κι εμένα. Πού να τολμήσω να ξαναπάω κόσμο. Χάλασε την εικόνα του, ως σπουδαίου ασκητού. Κατέστρεψε την πρόσοψη του. Ποιος από μας το κάνει αυτό; Ήταν ταπεινός. Υπεράνω και του σκανδαλισμού. Τον ένοιαζε τι θα πει γι αυτόν ο Θεός κι όχι οι άνθρωποι. 'Οταν το είπα στους φίλους έμειναν άφωνοι...

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης, Η εύλαλη σιωπή, εκδ. «Εν πλω»
Αποδελτίωση: ιστολόγιο Νόστος (11/9/2009)

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Η «ελευθερία» της δουλείας



Πολλές φορές ταξιδεύουμε με αυτοκίνητο που οδηγούμε οι ίδιοι σε δρόμους μεγάλης κυκλοφορίας και ταχύτητας. Συναντούμε στην πορεία και πολλές πινακίδες με οδηγίες και περιορισμούς. Αλλά σχεδόν πάντα βλέπουμε οδηγούς να είναι σταματημένοι και η τροχαία με ένα μπλοκ στο χέρι να τους δίνει την τιμωρία της παράβασής τους. Υπάρξουν όμως και εκείνοι που προχωρούν ήρεμοι και άφοβοι γιατί είναι σε όλα νομοταγείς. Έχουν τα απαραίτητα έγγραφα και τηρούν με υπομονή τις υποδείξεις.

Αυτά είναι παραδείγματα της ελευθερίας του καθενός. Ο ένας θεωρεί ότι μπορεί να ζει ελεύθερα όπως θέλει αδιαφορώντας για τον νόμο και για τα δικαιώματα των άλλων. Ο άλλος, που σέβεται τους νόμους, επίσης κινείται ελεύθερα χωρίς όμως να φοβάται και χωρίς να βλάπτει κανένα.δυο τύποι ελευθερίας που συναντούμε κάθε μέρα σε πάρα πολλές περιπτώσεις. Είναι Η ελευθερία που μας καλεί ο θεός να ζούμε είναι εκείνη που μας κάνει υπάκουους στο θείο νόμο. 

Το ερώτημα. Ζούμε με τη βοήθεια του θεού σύμφωνα μ' αυτόν; Τότε είμαστε ελεύθεροι με τη χάρη του Χριστού. Εάν παραβιάζουμε τους νόμους του θεού επικαλούμενοι «το δικαίωμα της ελευθερίας μας» τότε είμαστε στην πραγματικότητα δούλοι της αμαρτίας. Στο χέρι μας είναι τελικά να διαλέξουμε ποια ελευθερία θέλουμε...

πηγή: ιστολόγιο Εις Καπερναούμ (9/9/2010)

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Αγάπη...


ΑΓΑΠΗ είναι μια αγαθή διάθεση της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμά τίποτε άλλο περισσότερο από το να γνωρίσει το Θεό. Είναι αδύνατον όμως ν’ αποκτήσει σταθερά μέσα του αυτή την αγάπη, όποιος έχει εμπαθή προσκόλληση σε κάτι από τα γήινα.

Μην πεις ότι και μόνο η πίστη μου στο Χριστό μπορεί να με σώσει. Αυτό είναι αδύνατον, αν δεν αποκτήσεις και την έμπρακτη αγάπη. Η απλή πίστη, που δεν συνοδεύεται με έργα αγάπης, τίποτε δεν ωφελεί, αφού και τα δαιμόνια πιστεύουν και τρέμουν.

Όπως η μνήμη της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα, έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δεν φωτίζει την ψυχή με τη γνώση του Θεού.

Εκείνο που αγαπάει κανείς, σ’ αυτό και είναι προσηλωμένος, και, για να μην το στερηθεί, καταφρονεί όλα όσα τον αποσπούν απ' αυτό. Έτσι κι εκείνος που αγαπάει το Θεό, καλλιεργεί την καθαρή προσευχή και διώχνει από μέσα του κάθε πάθος που τον εμποδίζει απ' αυτήν.

Ο νους που ενώνεται με τον Θεό και παραμένει μαζί του με την προσευχή και την αγάπη, αυτός γίνεται σοφός, αγαθός, δυνατός, φιλάνθρωπος, σπλαχνικός, μακρόθυμος. Μ' ένα λόγο, έχει πάνω του όλα τα θεία γνωρίσματα. Όταν όμως απομακρύνεται από το Θεό και προσκολλάται στα γήινα, ή γίνεται σαν κτήνος, καθώς κυλιέται στις ηδονές, ή γίνεται σαν θηρίο, καθώς φιλονικεί με τους ανθρώπους για πράγματα υλικά.

Εκείνος που φοβάται τον Θεό, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη. Και η ταπεινοφροσύνη τον οδηγεί στην αγάπη και την ευχαριστία του Θεού. Σκέφτεται δηλαδή την προηγούμενη ζωή του, τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς του, και πώς απ' όλα αυτά τον γλύτωσε ο Κύριος και τον μετέφερε από τη ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο. Με τέτοιες σκέψεις λοιπόν αποκτάει και την αγάπη προς το Θεό, τον ευεργέτη και κυβερνήτη της ζωής του, τον οποίο αδιάλειπτα ευχαριστεί με πολλή ταπεινοφροσύνη.

Εκείνος που αγαπάει το Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στη γη. Νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται, και για κάθε άνθρωπο σκέφτεται πάντοτε το καλό.

Η αγάπη προς το Θεό παρακινεί όποιον την έχει να καταφρονεί κάθε πρόσκαιρη ηδονή και κάθε κόπο και λύπη. Ας σε πείσουν γι' αυτό όλοι οι άγιοι, οι οποίοι τόσα έπαθαν για το Χριστό.
Η ανέκφραστη ειρήνη που έχουν οι άγιοι άγγελοι οφείλεται σ' αυτά τα δύο: στην αγάπη προς το Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από τον Σωτήρα μας, ότι σ' αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των Προφητών (Ματθ. 22, 40).

Όποιος αγαπάει τον Θεό δεν είναι δυνατόν να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους, κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με αμέτρητη και ανείπωτη χαρά όταν τους βλέπει να διορθώνονται.

«Όποιος με αγαπάει», λέει ο Κύριος, «θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14, 23). «Και η δική μου εντολή είναι να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. 15,12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπάει τον πλησίον του, αθετεί την εντολή του Κυρίου. Και όποιος αθετεί την εντολή του Κυρίου, ούτε τον Κύριο είναι δυνατόν ν' αγαπήσει.

Μην καταφρονήσεις την εντολή της αγάπης γιατί μ' αυτή θα γίνεις παιδί του Θεού, ενώ παραβαίνοντάς την θα γίνεις παιδί της γέεννας.

Για τις εξής πέντε αιτίες οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλο:
- Για τον Θεό, όπως ο ενάρετος τους αγαπάει όλους, και όπως κάποιος αγαπάει τον ενάρετο, έστω κι αν ο ίδιος δεν έγινε ακόμα ενάρετος.
- Για φυσικούς λόγους, όπως οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, και αντιστρόφως.
- Από κενοδοξία, όπως αγαπάει κάποιος αυτόν που τον δοξάζει.
- Από φιλαργυρία, όπως εκείνος που αγαπά¬ει τον πλούσιο γιατί του δίνει χρήματα.
- Από φιληδονία, όπως εκείνος που αγαπάει ένα πρόσωπο γιατί του ικανοποιεί τη γαστριμαργία ή τη σαρκική του επιθυμία.
Απ' αυτές λοιπόν τις αιτίες, η πρώτη είναι αξιέπαινη, η δεύτερη ούτε επαινετή ούτε αξιοκατάκριτη, ενώ οι υπόλοιπες είναι εμπαθείς.

Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει το σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε. Αν δηλαδή τις κάνουμε γι' Αυτόν ή για κάτι άλλο. Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν' αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στον Θεό. Σ' Αυτόν ν' αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική Του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα.

Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία προς τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων.

Η διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία.

Εκείνος που αγαπάει το Χριστό, Τον μιμείται όσο μπορεί. Ο Χριστός, για παράδειγμα,
- δεν έπαυσε να ευεργετεί τους ανθρώπους.
- έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν
- υπέμεινε όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε.

Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον. Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μας βεβαιώνει: «Δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει "Κύριε, Κύριε", αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ. 7, 21). Και πάλι: «Όποιος με αγαπάει θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14,15).

«Εγώ σας λέω», είπε ο Κύριος, «αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σας μισούν, προσεύχεστε για όσους σας βλάπτουν» (Ματθ. 5, 44). Γιατί έδωσε αυτές τις εντολές; Για να σε ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και τη μνησικακία και να σε αξιώσει ν' αποκτήσεις την τέλεια αγάπη. Αυτή είναι αδύνατον να την έχει όποιος δεν αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως και ο Θεός τους αγαπάει όλους εξίσου.

Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι' αυτό ανεξαίρετα τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους ενάρετους τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν τον καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για να τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου.

Αγωνίσου, όσο μπορείς, ν' αγαπήσεις κάθε άνθρωπο. Αν αυτό δεν μπορείς να το κάνεις ακόμα, τουλάχιστον μη μισήσεις κανέναν. Αλλά ούτε αυτό θα μπορέσεις να το πετύχεις, αν δεν καταφρονήσεις τα πράγματα του κόσμου.

Αυτά που διώχνουν την αγάπη από τον άνθρωπο είναι τα εξής: η προσβολή, η ζημία, η συκοφαντία σε θέματα πίστεως ή διαγωγής, τα ξυλοκοπήματα, οι πληγές και τα παρόμοια, που συμβαίνουν είτε στον ίδιο είτε σε κάποιον συγγενή ή φίλο του. Εκείνος λοιπόν που για κάτι απ' αυτά διώχνει την αγάπη, δεν έμαθε ακόμα ποιος είναι ο σκοπός των εντολών του Χριστού.

Όλος ο σκοπός των εντολών του Σωτήρος είναι να ελευθερώσουν τον νου από την ακράτεια και το μίσος, και να τον οδηγήσουν στην αγάπη Αυτού και του πλησίον. Από αυτή τη διπλή αγάπη γεννιέται το φως της έμπρακτης πνευματικής γνώσεως.

Οσίου Μάξιμου του Ομολογητη

Πηγή: Ιστολόγιο Άγιον Όρος, το περιβόλι της Παναγίας
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...