Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Πανύμνητε Παρθένε, θέλω να σε αγαπώ!



ΑΙΤΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑΝ
(Ακροστιχίς κατ' αλφάβητον)

Άνοιξον τους οφθαλμούς μου, Δέσποινα, τους ψυχικούς, ίνα βλέψω και κατίδω τους εχθρούς τους νοητούς,

Βάθος των ανομιών μου και πταισμάτων τας σειράς, πράξεις δε μου τας ατόπους, πράξεις μου τας ρυπαράς,

Γύμνωσιν, ήνπερ υπέστην, γύμνωσιν την της ψυχής, και φροντίσω ενδυθήναι μέσω θείας προσευχής.

Δος μοι μετανοίας τρίβον, άγουσαν εις ουρανούς, και Φωτός του θείου λάμψιν, που καθαίρεται ο νους.

Έλεος αιτώ, Παρθένε, έλεος του σου Υιού και μεσίτην σε προβάλλω, ίνα τύχω του σκοπού.

Ζέσιν θείας μετανοίας και δακρύων τας πηγάς δώρησαι καμοί, Παρθένε, ίνα πλύνω τας πληγάς.

Ήμαρτον εγώ ο τάλας, και κατέστην μισητός, εβδελύχθη με ο κόσμος, μ’ εγκατέλιπε ο Θεός.

Θρήνος των αγγέλων πέλω και δαιμόνων η χαρά, με προσμένουσι κολάσεις και θανάτου τα δεινά.
θέλω να μετανοήσω, και ν’ αγωνισθώ ξανά.

Ίλαθι, Παρθένε Κόρη, μίαν χάριν σου ζητώ, δια να με δυναμώσης, μήπως πάλιν και ψευστώ.

Κόλασιν την αιωνίαν τρέμω, του ασβέστου του πυρός, και τα βάσανα του άδου και την στέρησιν Φωτός.

Λήθαργος της ακηδίας μ’ έχει σφίξει ασφυκτικώς, δεν μ’ αφήνει να ξυπνήσω και να προχωρήσω εμπρός.

Μάνα και προστάτις πέλεις πάντων των χριστιανών, και το στήριγμα παρθένων, μα προ πάντων μοναχών.

Νίκην κατά των εχθρών μου, των εχθρών των νοητών, εξαιτούμαι σε, Παρθένε, και αγάπην 'ς τον Θεόν.

Ξένος εγενόμην κόσμου, για την μέλλουσαν χαράν, και φοβούμαι αντί ταύτης, μήπως πέσω 'ς την αράν.

Όλην μου η ξενιτεία, ύπουλη κι απατηλή και προς δόξαν των ανθρώπων, και εμέ δεν ωφελεί.

Παύσον όλους τους πολέμους και προ πάντων τους αισχρούς, ένδυσόν με τους χιτώνας της αγνείας τους λαμπρούς.

Ρέπω προς την αμαρτίαν, μα την αρετήν ποθώ, θέλω να 'βρω ένα τρόπον, να μπορέσω να σωθώ.

Σύντριψον κάθε παγίδα, που μου στήνει ο εχθρός, δεν μπορώ να προχωρήσω, εμποδίζει με αυτός.

Τήρησόν μου την καρδίαν καθαράν και φωτεινήν, ίνα όψωμαι την Δόξαν, Δόξαν λέγω Θεϊκήν.

Ύμνον σοι προσφέρω, Κόρη, και παράκλησιν ομού, θέλω να με οδηγήσης εις τον δρόμον του Θεού.

Φλόγα έρωτος, Παρθένε, έρωτος του σου Υιού, δώρησαί μοι, για να νιώσω την αγάπην του Θεού.

Χάρισαί μοι πένθος, Κόρη, πένθος το χαροποιόν, να εκπλύνω μου τον ρύπον, ρύπον των ανομιών.

Ψάλλω και βοώ απαύστως τ’ όνομα του Ιησού, άμα των αγίων πάντων και ονόματος του Σου.

Ω! Πανύμνητε Παρθένε, θέλω να σε αγαπώ, ως την ώραν του θανάτου, και κοντά Σου να σταθώ!
Αμήν.

γέροντας Γερμανός Σταυροβουνιώτης
Πηγή: Απάνθισμα πατρικών παραινέσεων, εκδ. «Ορθόδοξος κυψέλη», Θεσσαλονίκη: 2009, σ. 40-42.
Αναδημοσίευση: serafeimtousarof (26/3/2012)

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Ακάθιστος Ύμνος

Για σε ξυπνώ βαθιά χαράματα!



Ψαλμός 62ος (στίχοι 1-10)

Ὁ Θεὸς ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω·  
ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου,  ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου  ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ. 
οὕτως ἐν τῷ ἁγίῳ ὤφθην σοι τοῦ ἰδεῖν τὴν δύναμίν σου καὶ τὴν δόξαν σου. 
ὅτι κρεῖσσον τὸ ἔλεός σου ὑπὲρ ζωάς· τὰ χείλη μου ἐπαινέσουσί σε.
οὕτως εὐλογήσω σε ἐν τῇ ζωῇ μου καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀρῶ τὰς χεῖράς μου. 
ὡς ἐκ στέατος καὶ πιότητος ἐμπλησθείη ἡ ψυχή μου, καὶ χείλη ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου. 
εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ· 
ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι. 
ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου.


Απόδοση στα νέα ελληνικά

Θεέ μου, Θεέ μου,
για σε ξυπνώ βαθιά χαράματα.
Σε πόθησε η ψυχή μου, σε διψά.
Πόσες φορές η σάρκα μου
σ' αυτή τη δύσβατη έρημο, την άνυδρη
σε σένα στράφηκε.
Έτσι μπροστά σου φανερώθηκα
στον άγιο σου τόπο
να δω τη δύναμή σου και τη δόξα σου.
Γιατί είναι το έλεός σου ανώτερο
από αναρίθμητες ζωές.
Εσέ τα χείλη μου θα υμνούν
κι εσέ θα εγκωμιάζουν.
Έτσι τη ζωή μου εσένα θα ευλογώ
και στ' όνομά σου το άγιο
για προσευχή τα χέρια μου θα υψώνω.
Σαν από πλούσια εδέσματα
θα χορτασθεί και θα ευφρανθεί η ψυχή μου
και σε θα υμνεί το στόμα μου
μ' αγαλλιάσεως χείλη.
Αφού στο στρώμα μου το βράδυ
μονάχα εσέ στη σκέψη μου είχα,
βαθιά χαράματα ξυπνούσα
κι είχα προς σε τον νου και την καρδιά.
Γιατί βοηθός μου πάντα υπήρξες
και κάτω από τη σκέπη των πτερύγων σου
θα πλημμυρίζω από αγαλλίαση και χαρά.
Πίσω από σένα προσκολλήθηκε η ψυχή μου
και το δεξί σου χέρι με υποστήριξε.

Πηγή: Γιάγκος Β. Βαρνάβας, Ψαλμοί του Δαυίδ και άλλων: Απόδοση σε νεοελληνικό ποιητικό λόγο, Λεμεσός: 2008, σ. 111-112

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου


εἶπε δὲ Μαριάμ· Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου.
(Λουκ. α' 38)

Δείτε, αδελφοί μου, μία αληθινή δούλη του Κυρίου! Αν δούλη είναι αυτή που ανταλλάσσει πλήρως το θέλημά της με το θέλημα του Θεού, τότε η Παναγία είναι η πρώτη μεταξύ όλων των δούλων του Κυρίου! Αν δούλη είναι αυτή που προσβλέπει στον Κύριό της με τέλεια αφοσίωση, τότε και πάλι η Παρθένος Παναγία είναι η πρώτη μεταξύ των δούλων του Κυρίου. Αν δούλη είναι εκείνη η ταπεινά κι αγόγγυστα υπομένει κάθε προσβολή και δοκιμασία, προσδοκώντας μονάχα την ανταμοιβή από τον Κύριό της, τότε ακόμη περισσότερο η Παναγία Παρθένος είναι η πρώτη και υπερέχουσα όλων των άλλων δούλων του Κυρίου. Διότι εκείνη δεν μεριμνούσε για να αρέσει στον κόσμο, φρόντιζε μόνο να αρέσει στον Θεό. Δεν φρόντιζε να δικαιώσει τον εαυτό της ενώπιον του κόσμου, αλλά μόνον ενώπιον του Θεού. Η ίδια η Παναγία είναι η υπακοή· η ίδια αυτή είναι η διακονία· η ίδια αυτή είναι η πραότητα! Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου: Η Παρθένος Παναγία μπορούσε όντως να εκφέρει αυτό τον λόγο στον άγγελο του Θεού.

Η μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα αλλά και η μεγαλύτερη τιμή, που μπορεί μια γυναίκα να επιτύχει επί της γης, είναι να γίνει δούλη του Κυρίου! Η Εύα έχασε αυτή την τελειότητα και τιμή στον Παράδεισο, ακόπως. Η Παρθένος Μαρία πέτυχε αυτή την τελειότητα και αυτή την τιμή, εκτός του Παραδείσου, με τους κόπους της!

Διά πρεσβειών της Υπεραγίας Παρθένου Θεοτόκου, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς!

Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Πηγή: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο πρόλογος της Αχρίδος: Δεκέμβριος, εκδ. «Άθως», σ. 246-247. 


Υ/γ. «Αφήσου με εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού, επιτρέποντας έτσι στον εαυτό σου να φτάσει στην αγία ταπείνωση Σ.Α...

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Τρεις μήνες κοσμοσυρροή στον Κορυδαλλό, συμβαίνει κάτι;

Φανταζόταν αγαπητοί κάποιος πριν μερικά χρόνια ή και μήνες ότι θα γίνονταν οι φυλακές Κορυδαλλού τόπος συρροής αρχιερέων, ιερέων, μοναχών και ευλαβών λαϊκών;

Μέσα σε τρεις μήνες επισκέφθηκαν τις φυλακές Κορυδαλλού περισσότεροι αρχιερείς από ότι επισκέφθηκαν το Άγιον όρος δεν ξέρω σε πόσα χρόνια. Μεταφέρθηκε νοερά μέρος του Αγίου όρους στην Αθήνα. Με την καταναγκαστική φυλάκιση του γέροντα Εφραίμ στο μυαλό μου έγινε διακτίνιση κομματιού της μονής Βατοπαιδίου και κατ΄ επέκτασιν του Αγίου όρους στις φυλακές Κορυδαλλού. Να με συγχωρέσει η Παναγία αλλά δεν υπερβάλλω καθόλου. Οι φυλακές Κορυδαλλού δεν ξέρουν τι έχουν μέσα τους. Μάλλον το υποψιάζονται μετά από αυτήν την συνάθροιση επισκεπτών.

Ποιος να είναι αυτός ο π.Εφραίμ που εκατοντάδες τον επισκέπτονται; είναι ο απατεώνας, ο φιλάργυρος, ο καλοπερασάκιας, ο φιλόδοξος, ο νέος Ρασπούτιν, ο δολοπλόκος, ο καταφερτζής, ο πανούργος, ο παμπόνηρος; Μα αν είναι έτσι γιατί τόσο ενδιαφέρον από τους πλείστους αρχιερείς της Ελλάδος, από τόσους άλλους τους εξωτερικού. Εγώ ξέρω ότι όμοιος ομοίω αεί πελάζει. Μήπως εννοείτε κύριοι ότι όλοι οι αρχιερείς είναι απατεώνες, φιλάργυροι…. ; Παράξενο μου φαίνεται. Δεν νομίζω. Και πάλι μόνο οι άλλοι που δεν τον επισκέφτηκαν είναι οι καλοί; γιατί αυτοί ξέρουν τι κουμάσι είναι ο Εφραίμ. Και πάλι μήπως ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ο Αρχιεπίσκοπος Βολοκολαμσκ Ιλαρίων, ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος, ο Κύκκου και Τυλληρίας, ο Ταμασού, ο Μαγαδασκάρης, ο Θανζακού , ο Ναζιανζού, ο Αμαθούντος, ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, ο Προικοννήσου, ο Πειραιώς, ο Θεσσαλονίκης, ο Βεροίας, ο Γλυφάδος, ο Καστορίας, ο Ελευθερουπόλεως, ο Δράμας, ο Νεαπόλεως, ο Εδέσσης, ο Κέρκυρας, ο Σενάκι και Τσκοροτσκυ, ο Κυρηνείας, ο Λήδρας, ο βοηθός Αρχιεπισκόπου Κύπρου, ο Ναυπάκτου, ο Ιερισσού, ο Πατρών , ο Καλαβρύτων, ο Σαμταβισκ και Γκόρι, ο Μαυροβουνίου, ο Σπάρτης, ο Διδυμοτείχου, ο Αλεξανδρουπόλεως, ο Πριγκηποννήσων , ο Ξάνθης, Φθιώτιδος, ο Σιατίστης, ο Αιτωλίας, ο Σάμου, ο Αντινόης, ο Λαρίσης, ο Γόρτυνος, ο Νευροκοπίου, ο Δρυινουπόλεως, ο Κιλκίς, ο Καλύμνου, ο Φιλίππων, ο Αιτωλίας, ο Αργολίδος, ο Δημητριάδος και ένα άλλο σωρό Ελλήνων και ξένων αρχιερέων που δεν είχα το χρόνο να βρω στο διαδίκτυο, μήπως λέω τους μάγεψε ο Εφραίμ; Και βάλε και τον Πατριάρχη Μόσχας και τον Πατριάρχη Γεωργίας που αν τολμήσουν να τον επισκεφθούν θα γίνει διπλωματικό επεισόδιο γι΄ αυτό και στέλνουν άλλους. Άσε τους αγνώστους σε εμάς ιερείς, αρχιμανδρίτες, μοναχούς, μοναχές και τους εκατοντάδες κόσμου που επισκέφθηκαν τον Γέροντα. Άσε τους καθηγητές Πανεπιστημίων, ιατρούς, δικηγόρους, της Φιλοσοφικής, Γεωπονικής .Και βάλε και τους άλλους χιλιάδες που θα ήθελαν να τον επισκεφθούν αλλά αδυνατούν. Όλοι αυτοί και εγώ μαζί είμαστε εξαπατημένοι; Εμείς είμαστε οι βλάκες και οι άλλοι οι έξυπνοι που κατάλαβαν ότι ο Γέροντας Εφραίμ είναι απατεώνας; Όπως και αυτοί και εμείς έχουμε ένα δείκτη ευφυΐας, είμαστε και δικηγόροι και καθηγητές σχολείων και καθηγητές πανεπιστημίων και ιατροί και ό,τι φανταστείς είμαστε.

Πόσο πια να υποτιμούν τη νοημοσύνη μας, τόσα τα κόβει ο νους μας , πώς να βγάλουμε λεφτά, πώς να τα πολλαπλασιάσουμε, πώς να φτιάξουμε εταιρείες, κτήρια, πώς να γίνουμε μεγάλοι επιστήμονες. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε, ακόμα και αν δεν ξέρουμε την υπόθεση της μονής Βατοπαιδίου, ότι το να τον επισκέπτονται καθημερινά τόσο σημαντικοί άνθρωποι, η ελίτ ας πούμε έτσι κοσμικά, της πνευματικής πλευράς της κοινωνίας κάτι σημαίνει. Είναι εξόφθαλμο, είναι προφανές. Υπήρξε ποτέ άλλοτε τόσος κόσμος στις φυλακές, υπήρξε ποτέ άλλοτε τόση συρροή κληρικών; Και να ξέρετε μπορεί να είναι κληρικοί αλλά δεν είναι δεδομένη η συμπαράσταση μεταξύ τους. Και αν έβλεπαν κάτι στραβό δεν θα σιωπούσαν. Φυσικά υπάρχουν και δυο τρεις ιεράρχες που κατηγόρησαν τον γέροντα αλλά πάντοτε αυτά θα υπάρχουν.

Ξέρω ότι έγινε το άρθρο κουραστικό με την παράθεση όλων αυτών των ονομάτων και που πιστέψτε με ότι ο αριθμός τους είναι υπερ-πολλαπλάσιος αλλά μόνο έτσι μπορεί να δώσουμε την έκταση του κόσμου που συμπαρίσταται στον γέροντα.

Και κάτι τελευταίο. Αν τα τηλεοπτικά κανάλια στήνονταν έξω από τις φυλακές Κορυδαλλού,(όπως όταν υπάρχουν εκλογές έξω από τα επιτελεία των κομμάτων) άλλη είδηση δεν θα δείχνανε εκτός από το «επισκέφθηκε τον γέροντα Εφραίμ ο τάδε μητροπολίτης, ο τάδε καθηγητής Πανεπιστημίου , ο τάδε ηγούμενος». Αλλά δυστυχώς αυτό δεν πουλάει.

Δεν πειράζει όμως, πάντοτε τα έργα του Θεού γίνονται εν κρυπτώ ενώ του αντιθέτου διατυμπανίζονται σε όλη την υφήλιο.

Καλή Ανάσταση!

Νέαρχος Παναγή
Ορθοδοντικός
Λεμεσός

Πηγή: pentapostagma

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Ζει μόνο εκείνος που αγαπά...


Αγαπημένο μου παιδί, καλέ μου Ιορδάνη,


Όπως φαίνεται, έφτασε η στιγμή που θα σε στεναχωρήσω! Αυτή είναι η κοινή κατάληξη στις σχέσεις των ανθρώπων. Όσο κι αν μας αγαπά κάποιος, όσο κι αν τα έργα ή τα λόγια του φανερώνουν τη φροντίδα του για μας, θα ‘ρθει κάποτε η ώρα της απογοήτευσης. Αν δε μας απογοητεύσει με τις πράξεις του, θα το κάνει με τον θάνατό του…

Περάσαμε μαζί οκτώ ολόκληρα χρόνια. Μοιραστήκαμε τις στιγμές, τα βάσανα, τα μυστικά μας. Ζήσαμε τη χαρά και τη λύπη. Νιώσαμε την αγάπη. Σε είχα σαν δικό μου παιδί και ξέρω ότι κι εσύ μ’ αγαπούσες σαν να ‘μουν ο πατέρας σου. Κάποιον που αγάπησες μία φορά, τον αγαπάς για πάντα. Κι αν πάψεις κάποτε να τον αγαπάς, σημαίνει πως δεν τον αγάπησες ποτέ…

Αν και το θέλω, δεν μπορώ να σ’ εμποδίσω να κλάψεις. Κλάψε παιδί μου! Όσο το χρειάζεσαι, όσο το έχεις ανάγκη, μα χωρίς παροξυσμούς. Έπειτα στάσου στα πόδια σου και προχώρα. Μη στηρίζεσαι σε πρόσωπα και πράγματα προσωρινά, που έρχονται και παρέρχονται. Ν’ αποδίδεις στα γεγονότα τη σπουδαιότητα που τους αναλογεί. Συνέχισε ν’ αγωνίζεσαι, ν’ ανακαλύπτεις τους καρπούς της καρδιάς σου. Να φέρνεις στην επιφάνεια τον εσωτερικό κόσμο σου, να τον μετατρέπεις σε αγάπη και να τον προσφέρεις. Ξέρεις, για να προσφέρουμε τον εαυτό μας, πρέπει πρώτα να τον… βρούμε.

Ζήσε την κάθε μέρα που ξημερώνει σαν να ‘ναι η τελευταία της ζωής σου. Ζήσε τ’ όνειρό σου. Το χθες τέλειωσε. Το αύριο δεν το ‘χεις. Το παρόν είναι η περιουσία σου, γι’ αυτό μην το σπαταλάς! Η αξιοποίησή του δίνει νόημα στο χθες και στο αύριο.

Να πορεύεσαι ταπεινά. Έχε στην καρδιά σου ειρήνη. Αρκέσου στα λίγα, για να καταλάβεις πως είναι πολλά. Μη λογαριάζεις κόπους και θυσίες, αλλά ζήσε με αυταπάρνηση. Αγάπησε ακόμα και τον πόνο. Μην ξεχνάς ότι η Ανάσταση περνά από τον Γολγοθά. Ανηφόρισε με αγάπη. Ο Θεός ξέρει… Κράτησε επαφή με τον Γέροντα, θα σε βοηθήσει.

Νιώθω τυχερός που σε γνώρισα, που δουλέψαμε μαζί, που συμπορευτήκαμε, που κάναμε παρέα, που κουβεντιάσαμε, που μονομαχήσαμε στο καφενείο. Η Θεία Πρόνοια δουλεύει για σένα, όπως και για τον καθένα. Αυτό να το θυμάσαι! Έτσι θα λευτερώνεσαι και ο κόσμος θ’ απλώνεται μπροστά σου.

Φτιάξε την οικογένεια που θέλεις. Τα παιδάκια σου θα ‘ ναι τυχερά, επειδή θα ‘χουν εσένα πατέρα. Και η γυναίκα σου θα ‘ναι διπλά τυχερή, αφού θα ‘σαι ο σύντροφος και ο πατέρας των παιδιών της. Είσαι σπουδαίος άνθρωπος, Ιορδάνη! Έχεις μεγάλη ψυχή…

Συγχώρεσέ με για ό,τι είπα ή έκανα και μπορεί να σε πλήγωσε. Δε θα χαθούμε, Ιορδάνη… Να προσεύχεσαι, για μένα. Έτσι, θα ‘μαστε σε διαρκή ένωση, ατέλειωτη, πνευματική…

Ο Θεός μαζί σου, στήριγμα και παρηγοριά σου…


Υ/γ. Σ’ όσους αγάπησαν κι αγαπήθηκαν βαθιά, και προπαντός σε σένα, γιατί «κάποιον που αγάπησες μία φορά, τον αγαπάς για πάντα. Κι αν πάψεις κάποτε να τον αγαπάς, σημαίνει πως δεν τον αγάπησες ποτέ»…

Πηγή: Κώστας Λοής, Βάλε το όνειρο στο ψυγείο, εκδ. Σαββάλας, 2010, σ. 103-106

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Χαιρετισμοί (Δ' Στάσις)


Δ' Στάσις

Τεῖχος εἶ τῶν Παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων, ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε Ποιητὴς Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου, καὶ πάντας σοὶ προσφωνεῖν διδάξας.

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας.
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως.
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς.
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν,
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα.
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως.
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίω ἁρμόζουσα,
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων.
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων,
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

μνος ἅπας, ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῶ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου, ἰσαρίθμους γὰρ τὴ ψάμμω ὠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοί, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον, ὢν δέδωκας ἡμῖν, τοὶς σοὶ βοῶσιν, Ἀλληλούϊα.

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοὶς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον, τὸ γὰρ ἄϋλον ἄπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγὴ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγὴ δὲ τιμωμένη ταῦτα.

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἠλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὦς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρητον, ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ῥύπον,
Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας.
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας,
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι' ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος, καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως, Ἀλληλούϊα.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνούμέν σε πάντες, ὦς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε, ἐν τῇ σὴ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τὴ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας.

Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου.
χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων,
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῶ Πνεύματι.
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε,
Χαῖρε, τίμιον διάδημα, βασιλέων εὐσεβῶν.
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον, Ἱερέων εὐλαβῶν,
Χαῖρε τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος.
χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἦς ἐγείρονται τρόπαια.
χαῖρε, δι' ἦς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων Ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον (γ'), δεξαμένη τὴν νὺν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ῥύσαι συμφορὰς ἅπαντας, καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τοὺς σοὶ βοῶντας, Ἀλληλούϊα.

Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τὴ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε (γ') καὶ σὺν τὴ ἀσωμάτω φωνή, σωματούμενόν σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο καὶ ἵστατο, κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα.

Χαῖρε, δι' ἦς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἦς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος, Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοίς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοίς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἦς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἦς βρεφουργεῖται Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ἦχος πλ. δ' Αὐτόμελον
Τὴ ὑπερμάχω στρατηγῶ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοὶ ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε, ἀλλ' ὦς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων μὲ κινδύνων ἐλευθέρωσον ἵνα κράζω σοί, Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Η αρρώστια της ψυχής


ΑΜΑΡΤΙΑ, Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Όπως είναι η αρρώστια στο κορμί, έτσι είναι και η αμαρτία στην ψυχή. Γι' αυτό η ιατρική των ψυχών δεν καταγίνεται με τίποτ' άλλο, παρά μόνο με την καταπολέμηση της αμαρτίας και των αιτίων της, των παθών.

Και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Γιατί στη φοβερή ώρα της Κρίσεως τι απολογία θα δώσουμε; Επιμεληθήκαμε άραγε την υγεία της ψυχής μας ή μήπως αγωνιστήκαμε σ' όλη μας τη ζωή για την πολύμορφη μάταιη απόλαυση;

Αν δεν γνωρίζουμε την αρρώστια της ψυχής μας και δεν αισθανόμαστε τους πόνους και το κακό που προξενεί στη ζωή μας, βρισκόμαστε σε πλάνη.

Κάθε άνθρωπος είναι λίγο ή πολύ άρρωστος ψυχικά. Συνήθως όμως, μολυσμένος από το μικρόβιο της υπερηφάνειας, δεν αισθάνεται το κακό που του προξενεί η αμαρτία. Και όσο δεν το αισθάνεται, τόσο περισσότερο υπερηφανεύεται, όπως λέει και ο προφήτης Δαβίδ: «Η υπερηφανία των μισούντων σε ανέβη διά παντός». Γιατί ο ψυχικά άρρωστος είναι κατά κανόνα και αναίσθητος, και δεν νοιάζεται για την υγεία της ψυχής του. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνει ίσως, μισεί την ψυχή του. Και μισώντας την ψυχή του, μισεί και τον γιατρό των ψυχών.

Κάθε χριστιανός, αντίθετα, που συναισθάνεται την ψυχική του ασθένεια, ταπεινώνεται βαθιά και φροντίζει να καλέσει τον γιατρό που θα τον θεραπεύσει. Όπως δηλαδή, όταν αρρωστήσουμε σωματικά, έχουμε αίσθηση των πόνων και καλούμε γιατρό, έτσι πρέπει να κάνουμε και με την ψυχή μας. Γιατί και η ψυχή έχει αρρώστιες, τις αμαρτίες και τα αίτιά τους, τα πάθη. Αλλά δεν αισθανόμαστε τις αρρώστιες της, δεν ακούμε τους πόνους της και δεν φροντίζουμε για τη θεραπεία της.

Σ' αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση βλέπουμε ανθρώπους, που είναι χαρούμενοι και δεν λυπούνται για τις αμαρτίες τους, βυθισμένοι καθώς είναι στην άγνοια και την αναισθησία.

Ας εξετάσουμε προσεκτικά τον εαυτό μας, κι αν ανήκουμε σ' αυτούς, ας καλέσουμε το γρηγορότερο τον γιατρό των ψυχών και των σωμάτων μας, τον Ιησού Χριστό. Ας προσπέσουμε γονατιστοί μπροστά Του. Ας Τον παρακαλέσουμε να γιατρέψει τις αρρώστιες μας. Και οι χειρότερες αρρώστιες της ψυχής είναι η επιθυμία του πλούτου, των ηδονών και της δόξας. Γι' αυτά τα τρία μεγάλα πάθη γίνονται οι άνθρωποι αργοί, πλεονέκτες, κλέφτες, άδικοι, κενόδοξοι, υπερήφανοι, φθονεροί και μνησίκακοι.

Ας κλάψουμε, ας θρηνήσουμε, ας ζητήσουμε το έλεος του Κυρίου. Αν δεν ομολογήσουμε εμείς οι ίδιοι την αμαρτωλότητά μας, αν δεν Του φανερώσουμε τις αρρώστιες της ψυχής μας, δεν θα μας θεραπεύσει, παρόλο που γνωρίζει, ως παντογνώστης, την κατάστασή μας. Περιμένει να Τον καλέσουμε εμείς, με τη θέλησή μας και να ζητήσουμε τη βοήθειά Του. Και τότε έρχεται και θεραπεύει με τη χάρη Του τα ψυχικά μας τραύματα.

Η θεραπεία αυτή είναι μια ψυχική αλλοίωση αξιοθαύμαστη: Όσα μέχρι τώρα θεωρούσαμε σπουδαία και ποθητά -το χρήμα, τις απολαύσεις, τις τιμές- τ' αποστρεφόμαστε πια και τα βλέπουμε ασήμαντα και βδελυκτά. Και όσα πριν περιφρονούσαμε ή περιγελούσαμε -την εργασία των αρετών, την κάθαρση, τον αγιασμό- τώρα τα επιζητούμε με ζήλο κι ενθουσιασμό. Γιατί; Επειδή η χάρη του Θεού μας φώτισε, μας άνοιξε τα μάτια και μας αποκάλυψε την πραγματικότητα.

Αυτή η μεταστροφή, αυτός ο φωτισμός, αυτή η αλλοίωση είναι η αρχή της θεραπείας της ψυχής μας. Η ολοκλήρωσή της είναι συνάρτηση της προαιρέσεώς μας, του πνευματικού μας αγώνα και της βοήθειας του Χριστού.

Άγιος Συμεών ο θεολόγος

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Ένα υπέροχο μυστικό!


ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ 8ΧΡΟΝΟΥ ΡΑΓΙΣΕ ΚΑΡΔΙΕΣ

Άφωνη άφησε δασκάλα σε Δημοτικό Σχολείο κοινότητας των Κοκκινοχωρίων, ένας οκτάχρονος μαθητής, όταν τυχαία, ανακάλυψε το «μυστικό» του πριν λίγες μέρες. Μέχρι εκείνη τη μέρα, το υπέροχο μυστικό, μοιραζόταν ο οκτάχρονος με συνομήλικο συμμαθητή και φίλο του. Ο φίλος του οκτάχρονου, μας ανέφερε η δασκάλα του με την παράκληση να τηρηθεί απόλυτη εχεμύθεια, είχε πατέρα άνεργο και φαίνεται ότι μια μέρα, είπε στον οκτάχρονο φίλο του, πως σε λίγες μέρες -του είπε η μάμα του- δεν θα είχε υλικά να του φτιάχνει σάντουιτς για το σχολείο και ήταν στεναχωρημένη. Ο οκτάχρονος, όπως είπε στη δασκάλα του, χωρίς να πει στη μητέρα του το γιατί, της ζήτησε να του μοιράζει το σάντουιτς από τη μέση, για να… μπορεί να το τρώει πιο εύκολα. Στην πραγματικότητα όμως, εδώ και βδομάδες, κάθε μέρα ο οκτάχρονος έδινε το μισό του σάντουιτς στο φίλο του. Κάθονταν στο παγκάκι στην πίσω μεριά του σχολικού γηπέδου το διάλειμμα, μοίραζαν το σάντουιτς και έτρωγαν μαζί. Μια μέρα η δασκάλα τους, το πρόσεξε και τις επόμενες δυο μέρες τα παρακολούθησε. Την τρίτη μέρα, την περασμένη Δευτέρα, δεν κρατήθηκε. Τους πλησίασε και απλά τους έσφιξε στην αγκαλιά της. Η δασκάλα κράτησε το μυστικό των δύο οκτάχρονων και όπως μας είπε, νιώθει μεγάλη χαρά που έχει στην τάξη της ένα τέτοιο μαθητή.


Πάμπος Βάσιλας

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Καταστραφήκαμε, επειδή αφήσαμε τον σταυρό!


 ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΕΟΣΥΛΛΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ


Ἀδερφοί µου, ὁ Θεός µας εἶναι Θεὸς τῶν ἐλεύθερων ἀνθρώπων καὶ ὄχι τῶν δούλων. Ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὴν γῆ ὄχι γιὰ νὰ στρατολογήσει µὲ τὴν βία τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γιὰ νὰ συγκεντρώσει ἐθελοντὲς στὴν στρατιά Του. Ὅποιος ἤθελε, ἤθελε. Ὅποιος δὲν ἤθελε, δὲν ἦταν ὑποχρεωµένος. Μόνο ποὺ ἐκεῖνος ποὺ δὲν θέλει νὰ γίνει ἐθελοντὴς τοῦ Χριστοῦ, γίνεται νεοσύλλεκτος τοῦ σατανᾶ, εἴτε τὸ θέλει, εἴτε δὲν τὸ θέλει, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶπε: Ὅποιος δὲν εἶναι µαζί µου, εἶναι ἐναντίον µου. Ἀρχηγὸς ὅλων ἐκείνων, ποὺ εἶναι ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐκεῖνος ὁ σκοτεινὸς στρατηγὸς τοῦ Ἅδη, ὁ σατανᾶς.

Ὁ λαός µας ἐθελοντικὰ ἀκολούθησε τὸν Χριστό, µὲ ἐλεύθερη βούληση καὶ ὄχι µὲ τὴν βία, ἐπειδὴ δὲν βαπτίστηκε µιὰ µέρα µὲ τὴν ἐντολὴ ἢ µὲ τὸν νόµο κάποιου ἀλλὰ σιγὰ – σιγὰ βαπτιζόταν ἐπὶ αἰῶνες. Ὁ σερβικὸς λαὸς πολέµησε γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ γιὰ τὸν τίµιο Σταυρό. Ἀπὸ παλιὰ τὸ συνθηµα τοῦ λαοῦ µας ἦταν: Πίστη καὶ ἐλευθερία. Ὅταν λοιπὸν λέµε πὼς πολεµήσαµε γιὰ τὴν πίστη, σηµαίνει πὼς πολεµήσαµε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Ὅταν λέµε πὼς πολεµήσαµε γιὰ τὴν ἐλευθερία, σηµαίνει πὼς θελήσαµε τὴν ἐλευθερία σύµφωνα µὲ τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: Ἔχει καταβληθεῖ τὸ ἀντίτιµο γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή σας. Εἶστε ἀγορασµένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ µὲ τίµηµα µεγάλο. Γι᾽ αὐτὸ µὴν ὑποδουλώνεστε στοὺς ἀνθρώπους (Α´ Κορ. ζ´ 23).

Σύµφωνα µὲ τὴν παράδοσή μας καλὸ εἶναι πάντα νὰ σεβόµαστε τὴν πίστη τοῦ λαοῦ µας. Ὅταν ἀγωνιζόµασταν γιὰ τὸν Σταυρὸ καὶ περιµέναµε τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὸν Θεό, σὰν δῶρο γιὰ τὸν ἀγώνα µας, ἦρθε ἡ ἀνάσταση. Ὁ δύσκολος ἀγώνας μας γιὰ τὸν σταυρὸ στὸν καιρὸ τῆς δουλείας ἔλαµπε σὰν ἥλιος καὶ ὅταν ἦρθε ἡ ἐλευθερία, μᾶς χάρισε τὴν ζεστασιὰ ποὺ ἐκπέµπουν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου. Τότε καταλάβαµε πὼς ὁ Θεὸς μᾶς ἐλέησε καὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ νίκησε τοὺς ἐχθρούς µας. Ἡ ἐλευθερία ἦρθε, σὰν δῶρο Θεοῦ. Καὶ ἂν πάλι τὸ ποτήρι ἀναποδογυρίσει καὶ ὁ Σταυρὸς σκοτεινιάσει, ἂν πάλι χαθεῖ ἡ ἐλευθερία, τότε θὰ καταλάβουµε πὼς ὁ Θεὸς μᾶς τιµωρεῖ γιὰ τὶς ἁµαρτίες µας, ἀφήνοντας τοὺς ξένους τυράννους νὰ μᾶς κυβερνοῦν. Λίγοι λαοὶ στὸν κόσµο εἶναι πιστοὶ ὅσο ὁ λαός µας. Λίγοι λαοὶ στὸν κόσµο, ὅπως ὁ λαός µας, ἑρµηνεύουν τόσο ἁπλὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ ποὺ τοὺς συµβαίνει καὶ ἔχουν ἕνα θετικὸ καὶ ξεκάθαρο συνθηµα στοὺς ἀγῶνες τους: Γιὰ τὸν Σταυρὸ καὶ γιὰ τὴν χρυσὴ Ἐλευθερία.

Αὐτὸ τὸ σύνθηµα ἀποτέλεσε πάντα τὸ µέτρο, µὲ τὸ ὁποῖο κρίθηκαν ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας τοῦ λαοῦ µας. Σύµφωνα µὲ αὐτὸ τὸ µέτρο µποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν καὶ ὅσα μᾶς συνέβησαν κατὰ τὸν Β´ Παγκόσµιο Πόλεµο: καταστραφήκαµε, ἐπειδὴ ἐγκαταλείψαµε τὸν Σταυρό, διαχωρίσαµε τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ ἔτσι σὰν τὸ κρέας πού, ὅταν τοῦ βγάλουµε τὸ ἁλάτι, χαλάει, καταστραφήκαµε. Αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω, οἱ ἄθεοι δὲν τὸ καταλαβαίνουν. Σ᾽ αὐτοὺς µάταια µιλάει κανείς, γιατί, εἴτε µιλάει κανεὶς σ᾽ αὐτοὺς εἴτε παίζει µουσικὴ στὰ βότσαλα τῆς θάλασσας, τὸ ἴδιο εἶναι. Ἐσεῖς ὄµως, θὰ καταλάβετε τὰ λόγια µου. Ἐσεῖς, ποὺ γνωρίζετε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴν ψυχή, ἐσεῖς ποὺ γνωρίζετε τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή. Ἡ πορεία τοῦ λαοῦ μας εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὴν ἱστορία µας. Ξεχάσαµε τὸν Σταυρὸ καὶ µολύναµε τὴν ἐλευθερία µας, καταλήξαµε στὸ µαστίγιο τῶν ἀθέων.

Ἀναστενάζαµε γιὰ ἐλευθερία, ὅπως οἱ µἐλλοθάνατοι. Παλέψαµε γιὰ τὴν ἐλευθερία µὲ τὸ σπαθί. Πάνω στοὺς τάφους τῶν ἀδερφῶν μας προσευχηθήκαµε µὲ δάκρυα γιὰ αὐτήν. Δυστυχῶς, ὅταν ἦρθε ἡ ἐλευθερία, δὲν τὴν προσέξαµε οὔτε µία ἠµέρα σὰν κάτι ἱερό. Ἀπὸ τὸ ξηµέρωµα τῆς πρώτης ἐλεύθερης µέρας ἀρχίσαµε νὰ παίζουµε µαζί της. Ὁ οὐρανὸς εἴκοσι χρόνια ἔβλεπε ἀπὸ ψηλὰ τὸν περιπαικτικό μας χορὸ µὲ τὴν ἐλευθερία. Ὁ θυµὸς τοῦ Κυρίου µαζεύτηκε ἀπὸ πάνω µας, ὅπως τὸ καλοκαίρι µαζεύονται τὰ σύννεφα µὲ τὸ χαλάζι. Ἑκατοµµύρια νέοι ποὺ θυσίασαν τὴν ζωή τους γιὰ τὴν ἐλευθερία μας ἔβλεπαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ φώναζαν προσευχόµενοι στὸν Ἅγιο Σάββα: Πατέρα µας, Ἅγιε Σάββα, γίνε σὰν τὸν προφήτη Ἠλία καὶ ζήτα ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ σοῦ ἐπιτρέψει νὰ χτυπήσεις µὲ κεραυνοὺς αὐτὴ τὴν ποταπὴ γενιά.

Ἐλευθερία σηµαίνει ἀπελευθέρωση ἀπὸ κακοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑπηρεσία στὸν πράο Θεό. Τὸ πρῶτο µέρος αὐτῆς τῆς πρότασης τὸ καταλαβαίνουµε, τὸ δεύτερο ὄµως ὄχι. Καταλαβαίνουµε πὼς ἐλευθερία σηµαίνει ἀπελευθέρωση ἀπὸ κακοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνουµε πὼς ἡ ἐλευθερία εἶναι καὶ ὑπηρεσία στὸν Μακρόθυµο Θεό. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀνυπακοῆς μας στὴν ἐκκλησία χάσαµε πάλι τὴν ἐλευθερία μας καὶ αὐτὸ συνέβη, γιατί δὲν θελήσαµε νὰ ὑπηρετήσουµε τὸν Θεό. Δὲν θελήσαµε νὰ ὑπηρετήσουµε τὸν Θεό, ἀντίθετα θελήσαµε νὰ ὑπηρετήσουµε τὰ σωµατικά μας πάθη. Εἴχαµε ἔτσι τὴν ἐλευθερία τοῦ σώµατος ἀλλὰ τὴν δουλεία τοῦ πνεύµατος. Αὐτὸ ἦταν σὲ ἀντίθεση µὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς συνέβαινε τὸν καιρὸ τῆς σκλαβιᾶς µας, γιατί τότε εἴχαµε τὸ πνεῦµα μας ἐλεύθερο ἀλλὰ τὸ σῶµα μας σκλαβωµένο στὶς ἁλυσίδες. Τὸν καιρὸ τῆς ἐλευθερίας φροντίσαµε µόνο τὸ σῶµα καὶ πικράναµε τὴν ψυχή µας. Ὑπηρετήσαµε µόνο τὸν ἑαυτό µας, καὶ ὄχι τὸν Θεό. Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία δὲν ἦταν ἐλευθερία ποὺ θὰ ἀπολαµβάνουν τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸ γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωµ. η´ 21), ἀλλὰ ἐλευθερία ποὺ ἔχει ἕνα φυλακισµένο περιστέρι.

Σύµφωνα πάλι καὶ µὲ τὰ λόγια του ἀποστόλου Πέτρου, ὄχι ἐκείνου τοῦ Πέτρου, τὸν ὁποῖο δοξάζουν οἱ πάπες τῆς Ρώµης σὰν προπάππο τους, ἀλλὰ σύµφωνα µὲ τὰ λόγια ἐκείνου τοῦ ὑπέροχου Πέτρου, τοῦ ἀδερφοῦ τοῦ Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος μᾶς προειδοποιεῖ: Καθὼς εἶστε ἐλεύθεροι, µὴ χρησιµοποιεῖτε τὴν ἐλευθερία σὰν πρόσχηµα γιὰ νὰ σκεπάζετε τὴν κακία, ἀλλὰ νὰ ζεῖτε σὰν δοῦλοι τοῦ Θεοῦ (Α´ Πέτρ. β´ 16). Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, Μακρόθυµε, ἁµαρτήσαµε. Πεθάναµε γιὰ τὸν Σταυρὸ καὶ στὴν συνέχεια καταπατήσαµε τὸν Σταυρό. Ὑποφέραµε γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ στὴν συνέχεια ἀπαξιώσαµε τὴν ἐλευθερία.λέησέ µας, λόγῳ τῆς ὀµολογίας μας καὶ τῆς µετανοίας µας. Ἂν ὑπάρχει κάτι καλὸ σὲ µᾶς, στοὺς ἁµαρτωλοὺς Σέρβους, εἶναι πὼς γιὰ κάθε μας δυσκολία δὲν κατηγοροῦµε τοὺς ἄλλους ἀλλὰ τὸν ἑαυτό µας. Αὐτὸ δὲν τὸ κάνουν οἱ ἄθεοι καὶ οἱ αἱρετικοί. Αὐτὸ τὸ κάνουν µόνο οἱ ἀληθινοὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Γι᾽ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ µόνο, γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο, ἐλέησέ μας καὶ σῶσε µας, Κύριε. Ἀµήν.


Πηγή: Αγίου Νικολάου Επισκόπου Αχρίδος, Μέσα από το παράθυρο της φυλακής: Μηνύματα στον λαό, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη: 2012, σ. 245-261. 

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Προσευχή: η υπέρτατη τέχνη



Ω Πνεύμα Άγιο, αιώνιε Βασιλιά
που δίνεις την αιώνια ζωή,
επίβλεψε με το αμέτρητο έλεός σου
στις αδυναμίες της φύσεώς μας.
Φώτισέ μας και αγίασέ μας.
το φως της γνώσεώς σου
ας λάμψει στις σκοτισμένες καρδιές μας,
και στα πήλινα σκεύη της φύσεώς μας
φανέρωσε την ακατανίκητη δύναμή σου.

Η προσευχή είναι μια ατέλειωτη δημιουργία, υπέρτατη τέχνη. Επανειλημμένα λαβαίνομε πείρα μιας ενσυνείδητης κινήσεως προς τα πάνω, προς το Θεό, που σαν επακόλουθο έχει την κάποια απομάκρυνσή μας από το φως του. Πότε- πότε αισθανόμαστε την ανικανότητα του νου μας να υψωθεί σ’ αυτόν. Υπάρχουν στιγμές που αισθανόμαστε τον εαυτό μας σε κατάσταση παραφροσύνης . «Μου έδωσες, Κύριε, την εντολή της αγάπης, αλλά δεν υπάρχει μέσα μου δύναμη γι’ αγάπη. Έλα και κάνε πραγματικότητα σ’ εμένα όσα συ μου παρήγγειλες, γιατί η εντολή σου είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Ο νους μου είναι τόσο ανίσχυρος να σε αντιληφθεί. Το πνεύμα μου δεν μπορεί να δει μέσα στα μυστήρια της βουλήσεώς σου. Οι μέρες μου περνούν σ’ ένα ατέλειωτο αγώνα. Βασανίζομαι από το φόβο μήπως σε χάσω εξαιτίας των εσωτερικών κακών σκέψεών μου».

Μερικές φορές η προσευχή φαίνεται να χαλαρώνει και τότε κραυγάζουμε: «Τάχυνον επ’ εμέ ο Θεός». Αλλ’ εάν δεν απομακρυνθούμε από το κράσπεδο του ιματίου του, η βοήθεια θα έλθει. Είναι ζωτικό να ζούμε «εν τη προσευχή» για να μπορέσουμε να αντιδράσουμε με σθένος στην καταστρεπτική επίδραση του έξω κόσμου.

Η προσευχή δεν μπορεί ν’ αποτύχει να αναζωογονήσει τη θεία πνοή, που ο Θεός ενεφύσησε στον Αδάμ, με τη δύναμη της οποίας ο Αδάμ έγινε «ψυχή ζώσα» (Γεν.2,7). Τότε το αναγεννημένο πνεύμα μας θα θαυμάσει το ύψιστο μυστήριο του ‘Οντος και οι καρδιές μας θα ηχήσουν τον ψαλμικό ύμνο των θαυμαστών έργων του Κυρίου. Θα κατανοήσουμε την έννοια των λόγων του Κυρίου: «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» ( Ιωάν. 10,10 ) .
Αλλά αυτή η ζωή είναι γεμάτη παράδοξα, όπως και όλη η διδασκαλία του Ευαγγελίου. «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην , και τι θέλω ει ήδη ανήφθη» ( Λουκ. 12,49) . Αν δεν περάσουμε μέσα απ’ αυτή τη φωτιά και δεν κατακαύσουμε τα πάθη που έχουμε ένεκα της πτώσεως της φύσεώς μας, δεν θα δούμε τη φωτιά να μεταμορφώνεται σε φως. Γιατί δεν έρχεται το φως πρώτο, αλλά η φωτιά. Στην κατάσταση της πτώσεως, η φωτιά προηγείται από το φως.

Ας δοξάσουμε επομένως το Θεό γι’ αυτό ,την καταστρεπτική φωτιά. Δεν γνωρίζομε εξ ολοκλήρου αλλά μόνον «εκ μέρους» ( Α΄Κορ. 13,9) ότι δηλαδή δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μας τους θνητούς να γίνομε «υιοί αναπαύσεως» ( Λουκ. 20,36 ) να βασιλέψουμε με το Χριστό. Όμως όσο οδυνηρή και αν είναι αυτή η αναδημιουργία, όσο απελπιστική και σπαρακτική η πορεία και γεμάτη αγωνία, είναι πράγματι ευλογημένη. Η πολυμάθεια απαιτεί μακρά εργασία, αλλά η προσευχή είναι σε πολλαπλάσιο βαθμό δυσκολότερη να γίνει κτήμα μας.
Όταν τα Ευαγγέλια και οι Επιστολές γίνουν για μας πραγματικότητα, βλέπομε πόσο αφελείς ήταν οι μέχρι τώρα θέσεις μας για το Θεό και για την «εν αυτώ» ζωή μας. Τόσο πολύ η πραγματικότητα υπερέχει από τη γνώση του ανθρώπου. «Οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» ( Α΄Κορ. 2,9 ) . Ακόμα και ένας ψίθυρος του Θείου, είναι δόξα, πέρα από κάθε σύγκριση, σε σχέση με κάθε περιεχόμενο της μακρά από το Θεό ζωής.

Στενός είναι ο δρόμος και γεμάτος αγκάθια και θλίψεις. Θα έχουμε πολλούς αναστεναγμούς στο δρόμο. Ο βασικός φόβος ο οποίος είναι «αρχή σοφίας» ( Ψαλμ. 111,10 ) θα κυριέψει τις καρδιές μας ,θα ανατρέψει ολόκληρο το είναι μας εξωτερικεύοντάς το, για να συγκεντρώσει την προσοχή σ’ αυτά που συμβαίνουν μέσα μας. Ανίκανοι ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό στεκόμαστε για λίγο τρομαγμένοι. « Προάγων ο Ιησούς τους μαθητάς αυτοί εθαμβούντο και ακολουθούντες εφοβούντο» ( Μαρκ. 10,32 ).

Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει τις θλίψεις αν θέλει να γεννηθεί σε μια νέα ζωή εν Θεώ, εάν θέλουμε να μεταμορφώσουμε το φυσικό μας σώμα σε πνευματικό σώμα. Όπως είπε ο Άγιος Παύλος: «σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν» ( Α΄Κορ. 15,44 ) . Μόνο η δύναμη της προσευχής υπερνικά την αντίσταση της ύλης και ελευθερώνει το πνεύμα από αυτό τον περιορισμένο και αδρανή κόσμο σε ανοικτούς χώρους που λάμπουν στο φως.

Το πνεύμα παραπλανάται από τις δοκιμασίες , οι οποίες επισυμβαίνουν στον αγώνα μας για προσευχή. Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς την αιτία και το είδος τους. Μέχρι ότου μπούμε «εις το θυσιαστήριο του θεού» ( Ψαλμ. 72,17 ) , πολλές φορές θα δειλιάσουμε, επειδή δεν είμαστε βέβαιοι ότι τα έργα μας είναι αρεστά στον πανάγιο Θεό. Αφού δεν είμαστε απαλλαγμένοι από την αμαρτία, μπορούμε μόνο να σκεφτόμαστε ότι τα δικά μας σφάλματα είναι εκείνα που προκαλούν τις καταιγίδες που μαίνονται γύρω μας. Ο απόστολος Πέτρος υπενθύμισε στους πρώτους χριστιανούς ,που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, ότι «πνεύμα δόξης» ( Α’ Πετρ. 4,14 ) επεκάθισε σ’ αυτούς. ‘Ένα πράγμα όμως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι θα έλθει η ώρα ,που όλες οι δοκιμασίες και οι ταραχές θα εξαφανιστούν στο παρελθόν. Τότε θα δούμε ότι οι πιο οδυνηρές περίοδοι της ζωής μας ήταν οι πιο καρποφόρες και θα μας συνοδεύουν πέρα από τα όρια αυτού του κόσμου και θα γίνουν θεμέλια της βασιλείας «μη σαλευόμενα» ( Εβρ. 12,28 ).

Ο παντοδύναμος Θεός μας κάλεσε από την ανυπαρξία . Εκ φύσεως είμαστε άδειοι ,παρ’ όλα αυτά όμως περιμένομε από το Θεό να μας σέβεται και να μας υπολογίζει. Ξαφνικά ο Παντοδύναμος αποκαλύπτει τον εαυτό του με άπειρη ταπεινότητα. Το όραμα υπερχειλίζει ολόκληρη την ύπαρξή μας και από ένστικτο υποκλινόμαστε με λατρεία. Ακόμα και αυτό δεν φαίνεται αρκετό, αλλά οπωσδήποτε όσο περισσότερο προσπαθούμε να ταπεινώσουμε τον εαυτό μας μπροστά του, ακόμα υστερούμε μπροστά στην ταπείνωσή του.

Η προσευχή σ’ αυτόν το Θεό της αγάπης και της ταπεινώσεως υψώνεται από τα βάθη της υπάρξεώς μας. Όταν η καρδιά μας γεμίσει με αγάπη για το Θεό, είμαστε εξ ολοκλήρου ενημερωμένοι ότι βρισκόμαστε κοντά του, αν και γνωρίζομε πολύ καλά ότι είμαστε «σποδός» (Γεν. 3,19 ) . Όμως στο ορατό σχήμα της φύσεώς μας ο αθάνατος Θεός περιέγραψε την εικόνα της αόρατης υπάρξεώς του, και έτσι αντιλαμβανόμαστε την αιωνιότητα. Με την προσευχή εισερχόμαστε στη Θεία ζωή, και ο Θεός προσευχόμενος μέσα μας είναι η αδημιούργητη ζωή, η οποία μας διαπερνά.

Αρχιμ. Σωφρόνιου Σαχάρωφ, Η ζωή Του ζωή μου, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1977

Πηγή: serafeimtousarof (02/11/2011)

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Μάρτυρας για τον σταυρό και την πίστη!


Ο Νεομάρτυρας Ευγένιος Ροντιόνωφ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 κοντά στη Μόσχα και συγκεκριμένα στο χωριό Κουρίλοβο, στην περιοχή της πόλεως Παντόλσκ. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του ονομάζεται Λιουμπόβ (=Αγάπη) Βασίλιεβνα.

Το 1989 η γιαγιά του πήρε τον μικρό Ευγένιο και τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δεν φορούσε Σταυρό και κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης του φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο μικρός Ευγένιος δεν τον έβγαλε ποτέ από πάνω του· μάλιστα, έφτειαξε ένα χονδρό κορδόνι και τον πέρασε εκεί. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον περιγελάσουν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε, αλλά και δεν την υπάκουσε.

Όταν τελείωσε τις σπουδές του το 1994, εργάστηκε ως επιπλοποιός, επάγγελμα που του απέφερε πολλά έσοδα.

Στις 25 Ιουνίου του 1995 παρουσιάστηκε στον Στρατό και μετά τη βασική του εκπαίδευση, στις 13 Ιανουαρίου του 1996, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ιγκουερίνας. Ακριβώς ένα μήνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1996, αιχμαλωτίστηκε. Η αιχμαλωσία έγινε ως εξής: η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες -μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο- να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από ένα συγκεκριμένο δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει καμιά προηγούμενη οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και καμιά ασφάλεια. Από αυτόν το δρόμο περνούσαν πολύ συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο ένα ασθενοφόρο. Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν πάνω από δέκα Τσετσένοι, πολύ καλά οπλισμένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Αυτό έγινε στις 3 τη νύχτα. Στις 4 η ώρα ήρθαν άλλοι στρατιώτες για αλλαγή φρουράς· φυσικά δεν τους βρήκαν και κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί.

Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για εξαφάνιση, αλλά για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην Τσετσενία, για να βρει το παιδί της. Έφτασε στην πόλη Χαγκαλά και μετά από πολλές προσπάθειες ήρθε σε επαφή με τους αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας προσπαθώντας να μάθει για την τύχη του Ευγένιου, διότι γνώριζε ότι οι Τσετσένοι δεν σκοτώνουν αμέσως τους αιχμαλώτους, αλλά περιμένουν μήπως πάρουν λύτρα και τους ελευθερώσουν. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της είπαν ότι ο γυιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού για να τον ψάξει, πέρασε από χωριά, από δρόμους με νάρκες, από μέτωπα συγκρούσεων, γνώρισε πολλούς αξιωματικούς Τσετσένους και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη».

Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν ψυχικά, ώστε να καταφέρουν -αν ήταν δυνατό- να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του, να βγάλει το Σταυρό, να γίνει μουσουλμάνος και να τον κάνουν δήμιο και φονιά των άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα πάμπολλα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει το σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν.

Αργότερα, οι ίδιοι οι αρχηγοί των ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γυιος σου γινόταν σαν ένας από εμάς, δεν θα τον αδικούσαμε».

Στις 23 Μαΐου του 1996, δηλαδή την ημέρα των γενεθλίων του, πήραν τους τέσσερεις αιχμαλώτους στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του. Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον Αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από τον λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με τον σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι.

Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Και πάλι ζήτησαν οι Τσετσένοι 4.000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα με το μαρτύριο του γυιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια.

Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε -μέχρι και ρούχα- για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λύτρα, αφετέρου δε να αντεπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κ.λπ., τα οποία δεν ήταν και λίγα.

Τελικά στις 20 Νοεμβρίου του 1996 μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα από τη λύπη του.

Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο άγιος μάρτυρας Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις:

Ένα κοριτσάκι που έμενε σε Ορθόδοξο ορφανοτροφείο διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε κάποτε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι είναι ο Ευγένιος, την έπιασε από το χέρι και τη οδήγησε στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «παραξενεύθηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δεν φορούν σήμερα τέτοιο μανδύα, και σκέφτηκα ότι αυτός πρέπει να είναι ο μανδύας του μάρτυρα».

Σε πολλές Εκκλησίες έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα, ο οποίος βοηθάει τους αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες κ.λπ.

Σε ένα νοσοκομείο τραυματιών πολέμου οι τραυματισμένοι στρατιώτες πιστοποιούν ότι ένας άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στον Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα και αναγνώρισαν αυτόν που τους βοήθησε.

Τον στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και οι φυλακισμένοι. Κυρίως βοηθάει τους πολύ καταβεβλημένους και συντετριμμένους ψυχικά λόγω της φυλακίσεως τους.

Το 1997 με ευλογία του Πατριάρχη Αλεξίου εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Νέος μάρτυς του Χριστού στρατιώτης Ευγένιος». Ένας ιερέας ονόματι Βαντίμ Σκλιαρένσκο από το Ντνεποπετρόφκ έστειλε στο Πατριαρχείο μία αναφορά όπου έγραφε ότι το εξώφυλλο του βιβλίου με τη φωτογραφία του αγίου μυροβλύζει.

Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο αρχηγός και όλη η ομάδα του, οι σφαγείς του Ευγένιου, σκοτώθηκαν από τους ίδιους τους Τσετσένους μετά από εμφύλιες αντιπαραθέσεις.

Καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα.


Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Χαιρετισμοί (Γ' Στάσις)


Γ' Στάσις

Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας·
Ἀλληλούια.

λως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας·
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος·
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούια.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Τι μπορούμε να κάνουμε για τους νεκρούς;


Ο καθένας από εμάς που επιθυμεί να εκφράσει την αγάπη του για τους νεκρούς και να τους βοηθήσει ουσιαστικά, μπορεί να το επιτύχει προσευχόμενος υπέρ των ψυχών τους, και ειδικότερα μνημονεύοντας αυτούς στη Θεία Λειτουργία, όταν οι μερίδες που αποκόπτονται για ζώντες και νεκρούς αφήνονται να πέσουν μέσα στο Αίμα του Κυρίου με τις λέξεις: «Απόπλυνον Κύριε τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αίματί σου τω Αγίω πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων σου των Αγίων. Αμήν.» Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε καλύτερο ή σπουδαιότερο για τους νεκρούς από το να προσευχόμαστε γι΄ αυτούς, προσφέροντάς τους μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία. Το έχουν πάντα ανάγκη, ειδικά κατά τη διάρκεια εκείνων των σαράντα ημερών όπου η ψυχή του απελθόντος πορεύεται προς τις αιώνιες κατοικίες. Το σώμα δεν αισθάνεται τίποτε τότε, δεν βλέπει τους οικείους που έχουν συγκεντρωθεί, δεν μυρίζει το ευωδιαστό άρωμα των λουλουδιών, δεν ακούει τους επικήδειους. Η ψυχή όμως αισθάνεται τις προσφερόμενες υπέρ αυτής προσευχές και είναι ευγνώμων στους ανθρώπους που τις απευθύνουν και βρίσκεται πνευματικώς κοντά τους.

Ω συγγενείς και αγαπημένοι του νεκρού! Πράξετε γι' αυτούς ότι έχουν ανάγκη και ότι είναι εντός της δικαιοδοσίας σας. Δώστε τα χρήματά σας, όχι για να καλλωπίσετε εξωτερικά το φέρετρο και το μνήμα, αλλά για να βοηθήσετε όσους το χρειάζονται, εις μνήμην των αγαπημένων σας που έφυγαν από τη ζωή, για να ενισχύσετε εκκλησίες, στις οποίες προσφέρονται προσευχές υπέρ αυτών. Ελεήστε τους νεκρούς, φροντίστε για τις ψυχές τους. Μας περιμένει όλους ο ίδιος δρόμος, και όταν κι εμείς βρεθούμε εκεί πόσο πολύ θα ευχόμαστε να μας θυμάται κάποιος στις προσευχές του! Αξίζει λοιπόν να ελεήσουμε εμείς οι ίδιοι τους νεκρούς.

Αμέσως αφού αναπαυθεί κάποιος, καλέστε ή ενημερώστε έναν ιερέα, ώστε να διαβάσει τις «Προσευχές για την Αναχώρηση της Ψυχής», τις οποίες η Εκκλησία έχει ορίσει να διαβάζονται πάνω από όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς μετά τον θάνατό τους. Προσπαθήστε, ει δυνατόν, να τελέσετε την κηδεία στην εκκλησία και να αναγνώσετε το Ψαλτήρι πάνω από τον απελθόντα μέχρι την κηδεία. Η κηδεία δεν χρειάζεται να είναι περίτεχνη, αλλά πρέπει απαραιτήτως να είναι πλήρης, χωρίς συντομεύσεις. Την ώρα εκείνη μη σκεφτείτε τον εαυτό σας και την άνεσή σας, αλλά τον απελθόντα, από τον οποίο χωρίζεστε διά παντός. Εάν υπάρχουν ταυτόχρονα και άλλοι απελθόντες που αναμένουν κηδεία στην εκκλησία, μην αρνηθείτε εάν σας προταθεί να τελέσετε την κηδεία για όλους μαζί. Είναι καλύτερο να τελείται μια κηδεία για δύο ή περισσότερους απελθόντες ταυτόχρονα, όταν οι προσευχές όλων των παρευρισκομένων προσφιλών προσώπων θα είναι ιδιαιτέρως ένθερμες, παρά να τελούνται ξεχωριστές, διαδοχικές κηδείες, και να συντομεύονται οι λειτουργίες εξ αιτίας έλλειψης χρόνου και ενέργειας αφού κάθε λέξη της προσευχής για τον αναπαυθέντα είναι ότι μία σταγόνα νερό για τον διψασμένο. Κανονίστε οπωσδήποτε εκείνη την ώρα τα σχετικά με την τέλεση σαρανταλείτουργου, δηλαδή καθημερινή μνημόνευση στη θεία Λειτουργία σε όλη τη διάρκεια των σαράντα ημερών. Συνήθως στους ναούς όπου τελείται καθημερινά Θεία Λειτουργία, οι απελθόντες οι οποίοι έχουν κηδευτεί εκεί μνημονεύονται επί σαράντα και πλέον ημέρες. Εάν όμως η κηδεία γίνει σε ναό όπου δεν τελείται καθημερινά Θεία Λειτουργία, τότε οι ίδιοι οι συγγενείς θα πρέπει να φροντίσουν να ζητήσουν την τέλεση του 40ήμερου μνημόσυνου οπουδήποτε τελούνται Θείες Λειτουργίες. Παρομοίως είναι καλό να στέλνουμε εισφορές για μνημόνευση των νεκρών σε μοναστήρια, όπως και στα Ιεροσόλυμα, όπου καθημερινά διεξάγεται προσευχή στους Αγίους Τόπους. Αλλά η διαδικασία της 40ήμερης δέησης υπέρ των νεκρών πρέπει να ξεκινήσει αμέσως μετά τον θάνατο, όταν η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη βοηθείας από την προσευχή επομένως, θα πρέπει να ξεκινούμε αυτό το μνημόσυνο στον κοντινότερο ναό όπου τελείται καθημερινώς Θεία Λειτουργία.

Αξίζει λοιπόν να φροντίσουμε γι' αυτούς που έφυγαν για τον άλλο κόσμο πριν από εμάς, προκειμένου να κάνουμε ό,τι μπορούμε για τις ψυχές τους, ενθυμούμενοι ότι: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί θα ελεηθούν».


Πηγή: π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά τον θάνατο

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Μη ρωτάτε γιατί.




«Ορκίσθηκα να πεθάνω για την Πατρίδα μου κι ετήρησα τον όρκο μου»
Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα.
«Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»

ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ (Δ'): ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ: ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΥΣ Ο ΠΙΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ!

Κορυφαίος από τους κορυφαίους. Νεαρός με το σφρίγος της νιότης του, με την ποίησή του να μαρτυρεί ένα παιδί ευαίσθητο και θαρραλέο, ένα παιδί -ακόμη- που μάθαινε να ερωτεύεται σαν όλοι οι ομήλικοί του, αλλά και να παραμένει αθεράπευτα ερωτευμένο με την Ελλάδα-Ελευθερία, τη μεγάλη αγαπημένη.
Ο Ευαγόρας γεννήθηκε στη Τσάδα της Πάφου το 1938. Ήδη από ηλικία 15 χρόνων, πρωτοστάτησε στις μαθητικές διαδηλώσεις κατά των εορτασμών της στέψης της βασίλισσας Ελισάβετ. Όταν το 1955 ξεκινούσε ο αγώνας του κυπριακού Ελληνισμού για την Ένωση, ο Ευαγόρας δεν μπορούσε να λείπει. Δεν ήταν γεννημένος για να γράψει απουσία!

Στις 17 Νοεμβρίου σε μία άλλη μαθητική διαδήλωση οργανωμένη από την ΑΝΕ κατά των Βρετανών δυναστών ο Ευαγόρας συνελήφθη και δύο ημέρες αργότερα οδηγήθηκε στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετέσχε σε οχλαγωγία. Παραμονή της εξ αναβολής παρουσίασής του ενώπιον του Άγγλου δικαστή, ο Ευαγόρας παίρνει την απόφαση να φύγει για το βουνό, να γίνει αντάρτης για το Φως ή τον Θάνατο. Ανακοινώνοντας την απόφασή του στον πατέρα του, Μιλτιάδη, θα πάρει την απάντηση:
«Παιδί μου, εκεί που θα πας πρόσεξε προ πάντων να ‘σαι τίμιος και ηθικός… πήγαινε στην ευχή μου!»
Η ώρα, ήταν, περασμένη και η επιθυμία του να αποχαιρετίσει τους συμμαθητές του, οδηγεί τον αθεράπευτο ποιητή να γράψει ένα ποίημα και να το καταλείψει στα έδρανα του σχολείου του. Την επόμενη ημέρα οι συμμαθητές του θα διαβάζουν:
«Παλιοί συμμαθηταί,
Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.


Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.


Θ’ αφήσω αδέλφια συγγενείς,
τη μάνα, τον πατέρα
μες τα λαγκάδια πέρα
και στις βουνοπλαγιές.


Ψάχνοντας για τη Λευτεριά
θα ‘χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι,
βουνά και ρεματιές.


Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,
θα ‘ρθει το καλοκαίρι
τη Λευτεριά να φέρει
σε πόλεις και χωριά.


Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.


Τα σκαλοπάτια θ’ ανεβώ,
θα μπω σ’ ένα παλάτι,
το ξέρω θάν’ απάτη,
δεν θάν’ αληθινό.


Μες το παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο
να κάθεται σ’ αυτό.


Κόρη πανώρια θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,
μονάχα αυτό ζητώ.


Γεια σας παλιοί συμμαθηταί.
Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας.
Κι όποιος θελήσει για να βρει
ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο,


Ας πάρει μιαν ανηφοριά
ας πάρει μονοπάτια
να βρει τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.


Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα.
Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης»
Ένα χρόνο αργότερα, ο Ευαγόρας θα συλληφθεί κατά τη μεταφορά πυρομαχικών και οπλισμού (ένα πολυβόλο Μπρεν). Παραπέμφθηκε σε μια δίκη παρωδία από τους κατακτητές. Η θανατική ποινή ήταν προδεδικασμένη και δεν διαφοροποιήθηκε παρ’ όλο που το όπλο ήταν αχρησιμοποίητο και σε μη άμεσα χρησιμοποιήσιμη μορφή (γρασαρισμένο και αποσυναρμολογημένο). Κατά τις μαρτυρίες ο Ευαγόρας υποβλήθηκε σε διάφορα βασανιστήρια και σε ορούς της αλήθειας, αλλά δεν υπέκυψε και δεν αποκάλυψε κάποια πληροφορία. Τότε «κατέφυγαν στον εκβιασμό του πονεμένου γονιού.

Ο Τούρκος βοηθός αστυνόμος της Πάφου εκάλεσε τον Μιλτιάδη στην Αστυνομία. Τον έβαλε να καθίσει απέναντί του κι άρχισε να του λέει:

-Η κατηγορία εναντίον του γυιου σου προνοεί καταδίκη σε θάνατο. Να, και το σχετικό διάταγμα του Κυβερνήτη. Διάβασέ το. Θέλεις να του μιλήσεις, για να μας πει κάτι; Πού έχουν π.χ. κρύπτη με όπλα, πού κρύβονται οι σύντροφοί του… Αν δώσει τέτοιες πληροφορίες, θ’ αποφύγει τον θάνατο… Λοιπόν, θέλεις να του μιλήσεις;…

Τινάχτηκε απ’ τη θέση του ο πλατύστερνος Μιλτιάδης. Τέτοιο ανοσιούργημα δεν θα το ‘κανε ποτέ, ποτέ!

-Όχι, είπε. Xίλιες φορές όχι. Και καθώς τα ‘λεγε, άστραψε η θωριά του.

-Μ’ αυτές τις προτάσεις δεν θέλω ούτε να δω τον Ευαγόρα, ούτε να του μιλήσω…

Έφυγε γυρίζοντας με ολοφάνερη περιφρόνηση την πλάτη στον πληρωμένο Τούρκο.
Φτάνοντας σπίτι, διηγήθηκε το γεγονός στη μάνα. Τινάχτηκε κι εκείνη κι είπε:

-Δε γέννησα εγιώ παιδί, που θα το πουν προδότη! Χαλάλιν της πατρίδας μου το γαίμαν του παιδκιού μου!

Την παλληκαριά της οικογένειας συμπλήρωσε και τράνεψε ο νεαρός Ευαγόρας. Πορεύθηκε αγέρωχος στη δίκη. Στη δίκη «ο Άγγλος δικαστής Σω διάβασε το “κατηγορητήριο”. Τελειώνοντας σήκωσε το κεφάλι, στράφηκε προς τον κατηγορούμενο, τον κοίταξε ερευνητικά. Διασταυρώθηκαν τα βλέμματα. Γεμάτο απορία το βλέμμα του δικαστού. Ίσως -ποιος ξέρει;- να μη πίστευε και τόσο σε τούτη τη δίκη. Περήφανο και γαλήνιο το βλέμμα του ήρωός μας.

-Παραδέχεσαι; τον ρώτησε ο λειτουργός του άνομου νόμου.

-Παραδέχομαι, είπε απερίφραστα ο έφηβος.

-Έχεις τίποτε να πεις, για να μη καταδικασθείς σε θάνατο; ρώτησε και πάλι ξερά ο δικαστής.

-Γνωρίζω ότι θα καταδικασθώ σε θάνατο, είπε ο Ευαγόρας. Θα με κρεμάσετε, το ξέρω. Ό,τι έκαμα, το έκαμα σαν Έλληνας Κύπριος, που ζητά τη λευτεριά του. Εύχομαι να είμαι ο τελευταίος Κύπριος που θ’ αντικρύσει την αγχόνη. Ζήτω η Ένωσις της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα! Τίποτε άλλο!

Φυσικά ο Ευαγόρας δεν άφησε και πολλά περιθώρια υπεράσπισης, αφού παρά τις υποδείξεις των δικηγόρων του παραδέχθηκε ενοχή. Ως Έλληνας Κύπριος… που ζητά την Ελευθερίαν του, τόσο απλά, τόσο ατόφυια.

Την επομένη της καταδίκης του όλος ο κόσμος αρχίζει μια τιτάνια προσπάθεια από τον σύμπαντα Ελληνισμό σε Κύπρο, Ελλάδα και αλλαχού να του απονεμηθεί χάρη. Τα βασικά επιχειρήματα ήταν πως έπρεπε να σωθεί η ζωή ενός νέου, αλλά και το ότι οι Άγγλοι δεν τον είχαν κατηγορήσει για εκτέλεση ή συμμετοχή σε μάχη, αλλά μόνο για μεταφορά οπλισμού. Ωστόσο, οι αποικιοκράτες παραμένουν ασυγκίνητοι. Ο κυβερνήτης της Κύπρου Χάρτινγκ, η Βρετανική κυβέρνηση και η βασίλισσα Ελισάβετ απορρίπτουν το αίτημα.
Παραμονή της εκτέλεσης της ποινής, οι συγγενείς επισκέπτονται τον μελλοθάνατο Ευαγόρα για να του δώσουν κουράγιο, αλλά τελικά είναι ο Ευαγόρας που δίνει θάρρος στους άλλους. Αφού συνέστησε στον πατέρα του να μη λυπάται, τον παρακάλεσε να στείλουν μια λαμπάδα στον Άη Γιώργη και τη μητέρα του να του φέρει τον σταυρό του -την έσχατή του ελπίδα- τον οποίο του αφαίρεσαν όταν τον συνέλαβαν.

Την τελευταία ημέρα του ήρωα ήρθαν ξανά να τον δουν. Δεν τους άφησαν όμως να τον φιλήσουν για στερνή φορά, γιατί έτσι όριζε ο νόμος.
«Μέσα απ’ τα κάγκελα, πίσω από μια σιδερένια και άλλη μια συρμάτινη πόρτα ο Ευαγόρας. Απ’ έξω η μάνα, πατέρας, συγγενείς. Του ‘φεραν και τον σταυρό και τον παρέδωσαν στον Άγγλο αξιωματικό, για να του τον δώσει. Πάντα χαρούμενος ο Ευαγόρας, αφάνταστα ήρεμος και γαλήνιος. Άστραψε όμως πιο πολύ τώρα το εφηβικό του πρόσωπο και πεταλούδισαν τα βλέφαρά του, καθώς πέρασε στον λαιμό του το σύμβολο του θριάμβου. Τώρα θα βγει συντροφιά μαζί του. Θα βαδίσει άφοβα προς την αθανασία…»
Ήλπιζε πως κάτι θα γινόταν; Έτσι είπε. Αλλά στα τελευταία λόγια στην αδερφή του παράγγελλε:

-Δεν θέλω να λυπηθείτε, ό,τι και να γίνει.
«Βγήκαν κάποτε από τη φυλακή ο γέρος κι η γριά μάνα. Οι δημοσιογράφοι τους κύκλωσαν. Βλέπουν τον πατέρα ακμαίο, μ’ ένα χαμόγελο ταπεινό και θριαμβευτικό και τρίβουν τα μάτια τους. “Τι σόι άνθρωποι είναι τούτοι;” ακούστηκε να λέει απορημένος ένας Εγγλέζος δημοσιογράφος. “Φαίνεται πως η ελληνική μυθολογία με τους τίτλους και τους ήρωας δεν είναι καθόλου μυθολογία!” “Έλληνες!” τ’ απάντησε κάποιος άλλος, που τον έπνιγε η αγανάκτηση. “Αλλ’ αυτή η λέξη δεν μεταφράζεται στ’ αγγλικά, κι αν μεταφρασθεί, δεν θα την καταλάβετε!” Ο γέρος αντί ν’ αναλυθεί σε δάκρυα, αντί να πει κάτι επαινετικό για τα τελευταία λόγια και τις τελευταίες ηρωικές στιγμές του παιδιού του, σταμάτησε. Πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε ν’ απαγγέλλει τούτους τους στίχους, ενώ στο πρόσωπό του καθρεφτιζόταν όλο το μεγαλείο της αδάμαστης ελληνικής ψυχής:
Το δέντρον, που φυτεύτηκεν
‘εν τζι εν ματζιδονήσιν,*
που θέλει κόπριν τζιαι νερόν
για να καρποφορήσει!
Τα δέντρα που φυτέψασιν
για να καρποφορήσουν
θέλουν λεβέντικα κορμιά
γαίμαν να τα ποτίσουν!
(*δεν είναι μαϊντανός)
Τίποτε δεν κατάλαβαν οι ξένοι δημοσιογράφοι. Έμειναν μόνο να τον κοιτάζουν εκστατικοί. Μα οι Έλληνες έσκυψαν, του ‘σφιξαν το χέρι, του το φίλησαν με βαθύ σεβασμό. Αυτοί κατάλαβαν…»
Εμείς μήπως καταλάβαμε έστω και κάτι; Έστω λάβαμε ένα χτύπο της καρδιάς τους;
Στα τελευταία του λόγια, στο τελευταίο του γράμμα δηλώνει:
«Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»
Λίγες ώρες αργότερα ο 18χρονος Ευαγόρας Παλληκαρίδης, με το βάρος του ονόματος ενός αρχαίου επαναστάτη βασιλιά της Σαλαμίνος στις πλάτες του και με την παλληκαριά της Ρωμιοσύνης, σήκωσε τον σταυρό του και πορεύτηκε το στερνό ταξίδι προς την αγχόνη. Με την πίστη στον Θεό και με τη σκέψη στην πεντασύλλαβη λέξη, σ’ εκείνη για την οποία ήρθε «ως εδώ», στην «πανώρια κόρη» σ’ «ΕΚΕΙΝΗΝ, την οποίαν κάθε άνθρωπος επιθυμεί πιο πολύ απ’ όλα», όπως έγραφε στο τελευταίο γράμμα του προς την αδερφή του. Έτσι ολοκλήρωσε ακόμη ένας υπέροχος νέος της Κύπρου του χθες την «πιο όμορφη μέρα της ζωής του».

Η αβάστακτη σύγκριση
Σήμερα, εμείς στα ίδια χώματα περπατώντας και την ίδια λαλιά μιλώντας, με το ίδιο αίμα και την ίδια ιστορία κουβαλώντας βαυκαλιζόμαστε με κούφιες «αξίες» των πρόσκαιρων και τον ανόσιων. Διαγράφουμε βαθμηδόν τις χθεσινές σελίδες απ’ το βιβλίο, τις σελίδες που οφείλαμε να θυμόμαστε. Βαφτίσαμε αυτές τις σελίδες «ανεπιθύμητες» και «ακραίες» και τις παραπετάξαμε σε κάποια γωνιά μιας ξεχασμένης αίθουσας. Δεν μας κάνουν πια, δεν πάνε με το κίτρινο lifestyle. Η ξανθή του τηλεοπτικού γυαλιού και η άλλη που ξεγυμνώθηκε μπροστά σ’ όλους θεωρούνται σαν τα μόνα άξια λόγου σε μια χώρα που βούλιαξε στα χρέη, σ’ ένα νησί που αντικρίζει καθημερινά τη λαβωματιά του στον Πενταδάκτυλό, σ’ ένα έθνος που έπαψε να έχει όραμα για το μέλλον!

Στενέψαμε την οπτική μας και σμικραίνουμε την καρδιά μας. Δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε χάνοντας την πυξίδα μας. Δυσκολευόμαστε να θυσιάσουμε κάτι, πόσο μάλλον να θυσιαστούμε. Είμαστε δεμένοι πισθάγκωνα στο ερέβινο κενό. Η νύκτα η δικιά μας σ’ αυτό το ψεύτικο κουτί δεν έχει ήλιους, μόνο δίκτυα αράχνης που μας κρατούν μακριά απ’ το φως. Στον θάνατον… ακαταπαύστως! Πολλοί από μας θα φύγουν «μια μέρα από τη ζωή χωρίς να έχουν πάρει καν είδηση τι τους συνέβη…» (Ο. Ελύτης: Ιδιωτική Οδός)! Πολύ φοβάμαι πολλοί από μας θα φύγουμε χωρίς να έχουμε καταλάβει τίποτε!

Υ/Γ. Μεταξύ της καταδίκης και της εκτέλεσης του Ευαγόρα Παλληκαρίδη μεσολάβησε ένας μήνας και σ’ αυτόν τον χρόνο έγινε μεγάλη δραστηριοποίηση διεθνώς και διαβήματα σε ξένες χώρες και διεθνή βήματα για να δοθεί χάρη και να απαλλαγεί από τη θανατική ποινή ο Ευαγόρας.

«Συγκινούνται όσοι αγαπούν την ελευθερία. Ένας Αμερικανός γερουσιαστής, γοητευμένος από την αντρίκια συμπεριφορά του εφήβου, τηλεγράφησε ικετευτικά στον Χάρντινγκ. “Τον υιοθετώ”, του έλεγε. “Θα τον στείλω εδώ για ανώτερες σπουδές.” Αλλά ο Κυβερνήτης με ύπουλη διπλωματικότητα απέρριψε την ανθρωπιστική πρόταση.

Ευτυχώς, Χάρντινγκ! Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης θα μείνει στην αιωνιότητα ως ένας εραστής της Ελευθερίας, οραματιστής και ήρωας και όχι σαν ένας σπουδασμένος, «επιτυχημένος» και βολεμένος «πρώην αγωνιστής»!

Βασικές πηγές: (α) Νικόλαος Π. Βασιλειάδης (1995), Εθνομάρτυρες του Κυπριακού Έπους: 1955-59, Σωτήρ, Αθήνα, σ. 149-158.  (β) Βικιπαίδεια, λήμμα Ευαγόρας Παλληκαρίδης (http://el.wikipedia.org/wiki/Ευαγόρας_Παλληκαρίδης)
Σχετικά βίντεο και τραγούδια:
(α) Η πιο όμορφη ώρα, Ευαγόρας Παλληκαρίδης (ταινία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου)
(β) Ευαγόρας Παλληκαρίδης (απόσπασμα αφιερώματος του ΡΙΚ)
(γ) Θα πάρω μιαν ανηφορά (μελοποιημένη ποίηση Ε. Παλληκαρίδη)
(δ) Όποιον πάρει (μελοποιημένη ποίηση Ε. Παλληκαρίδη)
(ε) Ηρώων γη (μελοποιημένη ποίηση Ε. Παλληκαρίδη)
(στ) Των αθανάτων (μελοποιημένη ποίηση Ε. Παλληκαρίδη)
(ζ) Του Βαγορή (τραγούδι στην κυπριακή διάλεκτο για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη)


Ευαγόρας Γονέμης
Πηγή: Ερετικό Ιστολόγιο (13/4/2010)
Αναδημοσίευση: Εμπροσθοφύλακας (14/4/2010)


ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ

Θα πάρω μια ανηφοριά


Την Ελλάδα αγαπώ


Ηρώων γη


Των Αθανάτων


Όποιον πάρει


Όλα ζητούν τη λευτεριά


Στην Κύπρο σαν θα πάμε


Για σένα Κύπρο αθάνατη

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Και όταν είναι μόνος δεν είναι μόνος!


ΟΠΟΙΟΣ ΑΓΑΠΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΟΤΕ ΜΟΝΑΞΙΑ 

Όποιος είναι αληθινά ταπεινός δεν έχει κανένα φόβο. Αυτός που αγαπά τον Θεό και τον συνάνθρωπο και όταν είναι μόνος δεν είναι μόνος. Ο ταπεινός έχει ασφάλεια, αφοβία, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, πραότητα, αγαθοσύνη, εγκράτεια, ελευθερία, χάρη. Ένας γνήσιος χριστιανός που αγαπά, προσφέρεται, θυσιάζεται, ζει για τους άλλους, δεν μπορεί να μην είναι ταπεινός. Ο αληθινά ταπεινός χαίρεται περισσότερο να δίνει παρά να παίρνει. Δεν έχει απαιτήσεις από τους άλλους. Τους υπομένει, τους αποδέχεται, τους καλοδέχεται, προσεύχεται γι’ αυτούς. Έτσι δεν στενοχωρείται. Στενοχωρούμεθα με τους άλλους γιατί έχουμε πολλές απαιτήσεις από αυτούς. Είμαστε αρκετά αυστηροί μαζί τους, ενώ με τον εαυτό μας είμαστε αρκετά επιεικείς. Θέλουμε μόνο να μας προσέχουν, να μας ακούν, να μας αγαπούν. Είμαστε φειδωλοί στην προσοχή, στην ακοή, στην αγάπη απέναντι των άλλων. Αποζητάμε την εκτίμηση, τον έπαινο, το πλήρες ενδιαφέρον των άλλων. Εμείς όμως είμαστε τσιγγούνηδες σε προσφορά.

Στεναχωριούνται εύκολα οι άνθρωποι, αποθαρρύνονται, απογοητεύονται, θλίβονται και μελαγχολούν, γιατί η πίστη τους δεν είναι θερμή, η εμπιστοσύνη τους στο Θεό είναι χαλαρή κι η ελπίδα τους απομακρυσμένη. Ο πιστός έχει πληροφορία βεβαιότητος, ενισχύσεως, εμπιστοσύνης και ελπίδος. Δεν σημαίνει ότι δεν έχει προβλήματα, αλλά τα προβλήματα τα αντιμετωπίζει ελπιδοφόρα. Η ελπίδα στον Παντοδύναμο και πανταχού παρόντα Θεό χαρίζει στον πιστό ειρήνη, γαλήνη, ηρεμία, παρηγορία, έλεος. Γέροντες και γερόντισσες παλαιότερων εποχών με μεγαλύτερα και περισσότερα προβλήματα οπωσδήποτε, έκαναν με νόημα το σταυρό τους, καρτερούσαν φιλότιμα, υπόμεναν επίμονα και το «πρώτα ο Θεός» ή «έχει ο Θεός» ή «δόξα τω Θεώ» δεν ήταν διόλου σχήμα λόγου. Οι σημερινοί φουσκωμένοι από έπαρση άνθρωποι θεωρούν μεγάλη ντροπή να σταυροκοπηθούν ή να επικαλεσθούν το Θεό και πιστεύουν πως η ευφυΐα τους, η πολυγνωσία τους, η πολυπραγμοσύνη τους θα λύσει όλα τους τα προβλήματα. Να που όμως δεν τα λύνουν και είναι γεμάτες οι τσέπες τους αγχολυτικά, αναλγητικά, καταπραϋντικά, αντικαταθλιπτικά και υπνωτικά.

Όσοι δε πίστεψαν στη θεοποιημένη λογική τους και στο υπερφίαλο εγώ τους πλανέθηκαν από μία επικίνδυνη αυτάρκεια, ένα μοντέρνο χριστιανισμό μιας φαρισαϊκής αγιότητος κι έγιναν παίγνια δαιμόνων. Η αγιότητα δεν είναι ποτέ αταπείνωτη, υποκριτική, εγωκεντρική, αφιλάδελφη και απομονωμένη. Οι άγιοι δεν πιστεύουν στον εαυτό τους και στα έργα τους αλλά ελπίζουν και επικαλούνται συνεχώς το άπειρο έλεος του Πανάγαθου Θεού. Οι άγιοι παρακινούν κι εμάς τους αμαρτωλούς να συγκινηθούμε και να συνετισθούμε από τα παραδείγματα των μεγάλων αμαρτωλών που μετανόησαν και έγιναν άγιοι…


μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Η εύλαλη σιωπή, εκδ. «Εν πλω», σ. 56-58. (αποσπάσματα)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...