Υ/γ. Ήμασταν κι εμείς εκεί, για να δώσουμε κάτι από το -ακόμα- περίσσευμά μας. Μακάριοι όσοι έδωσαν και δίνουν από το υστέρημά τους.
Ο Θεός μαζί μας...
Ο πατέρας και η μητέρα έρχονται στον ένδοξο ναό του και το τοποθετούν κοντά στα λείψανα του Δικαίου, ζητώντας τη βοήθειά του και τη λύτρωση από την τριπλή αυτή συμφορά που υπέφερε· οι ίδιοι βέβαια νήστευαν, εκοιμώντο στο χώμα, έκλαιγαν, έκαμναν εκτεταμένες ικεσίες και με κάθε τρόπο παρακαλούσαν τον Άγιο να επιτύχουν τη μέγιστη βοήθειά του, γιατί δεν ημπορούσαν να υποφέρουν πλέον τη θλίψη της πάρα πολύ μεγάλης συμφοράς τους. Επειδή όμως πολύ χρόνο έμεναν εκεί κάνοντας αυτά και το παιδί τους δεν είδε την παραμικρή ωφέλεια, ούτε βέβαια οι ίδιοι έλαβαν κάποια παρηγοριά για τη δυσκολία που είχαν (δεν δέχθηκαν ούτε όνειρο, ούτε όραμα, ούτε κάποιο σημείο ότι θα ελευθερωθούν από τα κακά) έπαθαν κάτι το ανθρώπινο. Αυτό ήταν η ασθένεια της μικροψυχίας, η οποία καθώς αυξάνει, καταλήγει συνήθως στη διαβολική απόγνωση. Μάρτυς αυτού του πάθους ο Ιούδας και η θηλιά που είναι γέννημα της απελπισίας, δημιούργημα της διαβολικής απογνώσεως και τιμωρός της προδοσίας του διδασκάλου Χριστού. Έτσι όσοι έφθασαν, όμοια με τον Ιούδα, σε υπερβολική θλίψη, εδοκίμασαν την απόγνωση που γεννάται από αυτήν.
Κινούμενοι λοιπόν από το πάθος αυτό, ο πατέρας του παιδιού συζητά με τη μητέρα του, σπέρνοντας στην ψυχή της την απόγνωση, και προσπαθεί να την πείσει να αναχωρήσουν μαζί για το σπίτι τους. Μέχρι πότε, έλεγε, γυναίκα, θα καθόμαστε εδώ άσκοπα χάνοντας τον καιρό μας και χωρίς να ωφελούμεθα καθόλου από τη μακρά μας παραμονή εδώ, απεναντίας μάλιστα ζημιωνόμαστε πάρα πολύ; Γιατί και το σπίτι μας όλο χάθηκε και η περιουσία μας εξαφανίστηκε και όλα τα υπάρχοντά μας καταστράφηκαν, γιατί εφθάρησαν και φθείρονται συνέχεια από τη μακρόχρονη απουσία μας. Έλα λοιπόν και άκουσέ με που σε συμβουλεύω και πριν ανατείλει ο ήλιος (ήταν βράδυ όταν έλεγε αυτά τα λόγια στη σύζυγό του), αφού ευχαριστήσουμε τον Θεό που με τη δίκαιη κρίση του οικονόμησε έτσι τις δικές μας υποθέσεις, και μαζί με τον Ιώβ τον μεγάλο ομολογήσουμε «όπως εφάνη καλό εις τον Κύριο, έτσι κι έγινε· ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου εις τους αιώνας», να φύγουμε στο σπίτι μας, αποδίδοντας το αθεράπευτο του παιδιού και τη σκληρότητα του Αγίου προς αυτό, στις πολλές μας αμαρτίες.
Με αυτά τα λόγια έπεισε τη σύζυγό του και την ώρα που όρισαν πήραν τα παλαιά ρούχα τους και τα παλαιά ψαθιά που έστρωναν για τους εαυτούς τους, και με τα οποία σκεπάζονταν όταν κοιμώνταν, και δακρυσμένοι και λυπημένοι έφευγαν από τον ναό, με τρόπο που δεν πίστευαν ότι θα επιστρέψουν πίσω όταν έρχονταν σ' αυτόν.
Βλέποντας όμως ο συμπαθής και πλήρης οικτιρμών Τύχων να αναχωρούν τόσο σκυθρωποί, τους λυπήθηκε και δέχθηκε τον στεναγμό και το δάκρυ εκείνης μόνον της ώρας με περισσότερη ευμένεια από όλες τις προσευχές και τις παρακλήσεις τόσο πολλού χρόνου. Γι' αυτό, αφού τους συμπόνεσε, παρουσιάστηκε αμέσως, ενώ ήταν ξύπνιοι, και τους συνάντησε την ώρα που πήγαιναν προς την έξοδο του ναού, εμφανιζόμενος με τη μορφή και το σχήμα κάποιου από τους λειτουργούς του. Έτσι ο Άγιος εμφανίσθηκε πρόσωπο με πρόσωπο ενώπιόν τους και προσπάθησε να εμποδίσει την έξοδό τους.
Ο πατέρας του άρρωστου παιδιού τότε, μέσα στη στενοχώρια της ψυχής του, απαντά προς αυτόν. Με ποια ελπίδα, άνθρωπε, να πεισθούμε στις προτροπές σου και να μείνωμε; Τι μπορούμε να περιμένουμε ύστερα από τόσο καιρό που εδώ καθισμένοι μάταια πραγματικά εξοδέψαμε παθαίνοντας και οι ίδιοι πολύ μεγάλες ζημιές αλλά και χωρίς να μπορέσουμε να προσφέρουμε καμία εντελώς ωφέλεια στο άρρωστό μας παιδί, ώστε αποκτώντας έστω και κάποια μικρή ελπίδα από αυτό, να περιμένουμε και την ολοκληρωτική του θεραπεία; Γνωρίσαμε μόλις τώρα τα πολλά αμαρτήματά μας εξ αιτίας των οποίων και ο Θεός μάς αποστρέφεται τόσο πολύ και αυτός ακόμη ο Άγιος Τύχων, που σ' όλους προσφέρει θεραπείες, για μας έγινε σαν πέτρα κατάξερη.
Μόλις άκουσε αυτά με ανεξικακία ο Άγιος (έβλεπε ολοφάνερα τη δυσκολία της ψυχής που έλεγε τέτοια), με παρακλητικά λόγια πάλι τους απαντά· σκεφθήτε, έλεγε, αδελφοί μου, την ωφέλεια της τελείας υπομονής («αυτός που θα κάνει υπομονή μέχρι το τέλος, αυτός, σύμφωνα με την εντολή του Σωτήρος, θα σωθεί»), η οποία βγαίνει από τη θλίψη σε όσους υπομένουν «γνωρίζοντας ότι η θλίψις δημιουργεί υπομονή, η δε υπομονή αρετή, η δε αρετή φέρει την ελπίδα, η δε ελπίδα δεν ντροπιάζει», σύμφωνα με τον μεγάλο Απόστολο. Μη φύγετε εξ αιτίας της ραθυμίας σας, αλλά δείξτε μεγαλοψυχία για να δεχθείτε την πολύ μεγάλη εύνοια Χριστού του Θεού και τη γλυκύτατη επίσκεψη του Τύχωνος. Μην απελπίζεσθε καθόλου. Οπωσδήποτε αν δεν απελπισθείτε θα λάβετε και την ποθητή θεραπεία του παιδιού σας και την απαλλαγή από τη μικροψυχία σας.
Όμως, επειδή, μολονότι είπε αυτά, δεν τους έπεισε να επιστρέψουν και να κάνουν υπομονή, υψώνει τη δεξιά του προς τον ουρανό και με δυνατή φωνή είπε προς αυτούς που τον άκουγαν. Πετάξτε από πάνω σας, αδελφοί μου, την αδάμαστη εναντίωση της ανυπακοής, πετάξτε την και μην επιμένετε συνεχώς να τη μεταχειρίζεσθε άπρεπα. Επειδή η απείθεια προξενεί μεγάλα κακά σ' αυτόν ο οποίος δεν πείθεται στις παραινέσεις του Χριστού. Γι' αυτό θελήστε να πειθαρχήσετε και να επιστρέψετε στη θέση σας. Οπωσδήποτε ο φιλάνθρωπος Χριστός θα σας ευσπλαχνισθεί και τώρα και θα σας ελευθερώσει από τον δάιμονα που σας ταλαιπωρεί. Στον ίδιο τον Χριστό ελπίζω, αδελφοί, και έχω ακλόνητη την πεποίθηση ότι, εάν ακούσετε τη συμβουλή μου, θα φύγετε από εδώ γεμάτοι χαρά και θα φθάσετε σπίτι σας με ευφροσύνη μεγάλη.
Αφού είπε αυτά προς αυτούς ο μακάριος, μόλις τα είπε και τη στιγμή ακριβώς που ολοκλήρωσε τον λόγο του, έγινε άφαντος μπροστά στα μάτια όλων. Προτού δε προχωρήσουν να φύγουν ή να επιστρέψουν στο μέρος που ήταν πριν, το παμπόνηρο εκείνο δαιμόνιο προκάλεσε στο άρρωστο παιδί σπασμούς και το έριψε μπροστά στους γονείς του που στέκονταν, δημιουργώντας σ' αυτό τριγμούς των οδόντων, υποχρεώνοντάς το να βγάζει από το στόμα του αφρούς, να συστρέφει τα μάτια του, να στρεβλώνει τα χείλη του πολύ φοβερά και ανάλογα να λυγίζει όλα τα μέλη του σώματός του. Αυτά δε όλα συνέβαιναν έτσι πιο άγρια και πιο σκληρά απ' ό,τι πριν, ώστε να πιστέψουν τότε οι γονείς ότι το παιδάκι τους πεθαίνει πια αμέσως.
Καθώς δε οι γονείς πάλευαν με αυτούς τους λογισμούς και περίμεναν πλέον τον θάνατο του παιδιού τους, το ακάθαρτο και κωφό και άλαλο πνεύμα, το οποίο ποτέ δεν είχε μιλήσει, μίλησε και έβγαλε φωνή ασυνήθιστη και δυνατή χρησιμοποιώντας το στόμα του παιδιού ως υπηρέτη για να ομολογήσει: Αλί μου, πόση δύναμη έχει ο Τύχων αλίμονο, πόση παρρησία προς τον Θεό έχει αποκτήσει! Αυτή με καταδιώκει με μαστίγιο, μου στερεί με βία την κατοικία μου και με εξορίζει από αυτή την εστία μου.
Αυτά είπε ο μισόκαλος διάβολος και αφού φανερά ομολόγησε τη δύναμη του δικαίου, χωρίς τη θέλησή του, όπως είπε, εκδιώκεται από το παιδί. Αυτός ο λόγος του πονηρού, παρ' όλο που πάντοτε ψεύδεται, βγήκε αληθινός, γιατί βέβαια και αυτόν ακούσια και χωρίς να το θέλει τον είπε. Μόλις λοιπόν έφυγε το δαιμόνιο, έγινε καλά το παιδί και γρήγορα δυνάμωσε και στο σώμα και στην ψυχή και στον νου.
Τότε άκουσε με τα αφτιά του την πρώτη φωνή που δεν είχε ποτέ ξανακούσει, και με το στόμα του άρθρωσε φωνή, την οποία δεν εγνώριζε πριν. Αυτά είδαν οι γονείς και περιήλθαν σε μεγάλη πραγματικά έκσταση. Άναυδοι και έκπληκτοι είχαν παραμείνει για πάρα πολλές ώρες. Αφού όμως συνήλθαν από την απορία και την έκπληξη, δοξολογούσαν με ύμνους πρώτα τον Θεό των όλων και ποιητή πάντων των θαυμασίων. Μετά στεφάνωσαν με προσευχές και αίνους τον θεράποντα του Θεού Τύχωνα, γιατί τον θεωρούσαν μετά τον Θεό ιατρό του παιδιού τους. Αφού σχεδόν σε όλη την πόλη και σε όλα τα περίχωρά της έκαναν γνωστές τις ευεργεσίες του Αγίου προς αυτούς, και φανερά και καθαρά ομολόγησαν το θαύμα, σκιρτώντας από χαρά και έχοντας βαθιά αγαλλίαση στην καρδιά τους, επέστρεψαν στο σπίτι τους, όπως ακριβώς και ο Άγιος Τύχων τους το είχε προαναγγείλει.
«Ορκίσθηκα να πεθάνω για την Πατρίδα μου κι ετήρησα τον όρκο μου»Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα.«Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»
«Παιδί μου, εκεί που θα πας πρόσεξε προ πάντων να ‘σαι τίμιος και ηθικός… πήγαινε στην ευχή μου!»
«Παλιοί συμμαθηταί,
Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Θ’ αφήσω αδέλφια συγγενείς,
τη μάνα, τον πατέρα
μες τα λαγκάδια πέρα
και στις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά
θα ‘χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι,
βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,
θα ‘ρθει το καλοκαίρι
τη Λευτεριά να φέρει
σε πόλεις και χωριά.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ’ ανεβώ,
θα μπω σ’ ένα παλάτι,
το ξέρω θάν’ απάτη,
δεν θάν’ αληθινό.
Μες το παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο
να κάθεται σ’ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,
μονάχα αυτό ζητώ.
Γεια σας παλιοί συμμαθηταί.
Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας.
Κι όποιος θελήσει για να βρει
ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο,
Ας πάρει μιαν ανηφοριά
ας πάρει μονοπάτια
να βρει τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα.
Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης»
«Μέσα απ’ τα κάγκελα, πίσω από μια σιδερένια και άλλη μια συρμάτινη πόρτα ο Ευαγόρας. Απ’ έξω η μάνα, πατέρας, συγγενείς. Του ‘φεραν και τον σταυρό και τον παρέδωσαν στον Άγγλο αξιωματικό, για να του τον δώσει. Πάντα χαρούμενος ο Ευαγόρας, αφάνταστα ήρεμος και γαλήνιος. Άστραψε όμως πιο πολύ τώρα το εφηβικό του πρόσωπο και πεταλούδισαν τα βλέφαρά του, καθώς πέρασε στον λαιμό του το σύμβολο του θριάμβου. Τώρα θα βγει συντροφιά μαζί του. Θα βαδίσει άφοβα προς την αθανασία…»
«Βγήκαν κάποτε από τη φυλακή ο γέρος κι η γριά μάνα. Οι δημοσιογράφοι τους κύκλωσαν. Βλέπουν τον πατέρα ακμαίο, μ’ ένα χαμόγελο ταπεινό και θριαμβευτικό και τρίβουν τα μάτια τους. “Τι σόι άνθρωποι είναι τούτοι;” ακούστηκε να λέει απορημένος ένας Εγγλέζος δημοσιογράφος. “Φαίνεται πως η ελληνική μυθολογία με τους τίτλους και τους ήρωας δεν είναι καθόλου μυθολογία!” “Έλληνες!” τ’ απάντησε κάποιος άλλος, που τον έπνιγε η αγανάκτηση. “Αλλ’ αυτή η λέξη δεν μεταφράζεται στ’ αγγλικά, κι αν μεταφρασθεί, δεν θα την καταλάβετε!” Ο γέρος αντί ν’ αναλυθεί σε δάκρυα, αντί να πει κάτι επαινετικό για τα τελευταία λόγια και τις τελευταίες ηρωικές στιγμές του παιδιού του, σταμάτησε. Πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε ν’ απαγγέλλει τούτους τους στίχους, ενώ στο πρόσωπό του καθρεφτιζόταν όλο το μεγαλείο της αδάμαστης ελληνικής ψυχής:
Το δέντρον, που φυτεύτηκεν
‘εν τζι εν ματζιδονήσιν,*
που θέλει κόπριν τζιαι νερόν
για να καρποφορήσει!
Τα δέντρα που φυτέψασιν
για να καρποφορήσουν
θέλουν λεβέντικα κορμιά
γαίμαν να τα ποτίσουν!
(*δεν είναι μαϊντανός)
Τίποτε δεν κατάλαβαν οι ξένοι δημοσιογράφοι. Έμειναν μόνο να τον κοιτάζουν εκστατικοί. Μα οι Έλληνες έσκυψαν, του ‘σφιξαν το χέρι, του το φίλησαν με βαθύ σεβασμό. Αυτοί κατάλαβαν…»
«Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»