Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Κύριε, δεν μπορώ μόνος! Δώσε να Σε γνωρίσει όλος ο κόσμος.



[...] Όσο πύκνωναν οι επισκέψεις της χάρης σε δύναμη και διάρκεια, αύξανε και η ευγνωμοσύνη προς τον Θεό στην ψυχή του Σιλουανού.

«Κύριε, δεν μπορώ να Σε ευχαριστήσω όπως πρέπει για το νέο άρρητο έλεός Σου, γιατί αποκαλύπτεις τα μυστήριά Σου σε έναν αμαθή και αμαρτωλό, όπως είμαι εγώ. Ο κόσμος χάνεται αλυσοδεμένος στην απόγνωση, ενώ ανοίγεις σε μένα, τον τελευταίο και χειρότερο από όλους, την είσοδο στην αιώνια ζωή. Κύριε, δεν μπορώ μόνος... Δώσε να Σε γνωρίσει όλος ο κόσμος.»

Βαθμηδόν αρχίζει να επικρατεί στην προσευχή του η λύπη για τον κόσμο, γι' αυτούς που δεν γνωρίζουν τον Θεό. «Να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα», έλεγε ο Γέροντας, που διδάχθηκε την άμωμη αγάπη του Χριστού από το Πνεύμα το Άγιο.

Η αγάπη του Χριστού είναι μακαριότητα, που δεν συγκρίνεται με τίποτε στον κόσμο, και συγχρόνως είναι πάθος, μεγαλύτερο από κάθε άλλο πάθος, μαρτύριο μέχρι θανάτου.

Να αγαπάς με την αγάπη του Χριστού σημαίνει να πίνεις το «ποτήριον» εκείνο, που και ο Ίδιος ο Άνθρωπος Χριστός παρακάλεσε τον Πατέρα να μην το πιει.

Με την καθαρά νοερή προσευχή διδάσκεται ο ασκητής τα μεγάλα μυστήρια του Πνεύματος. Μπαίνοντας με τον νου στην καρδιά, πρώτα στη σαρκική καρδιά, αρχίζει να διεισδύει σε εκείνα τα βάθη της, όπου δεν είναι πια σάρκα. Βρίσκει τη «βαθιά» καρδιά, την πνευματική, τη μεταφυσική και μέσα της βλέπει πως η ύπαρξη όλης της ανθρωπότητας δεν είναι γι' αυτόν κάτι ξένο, αλλότριο, αλλά είναι δεμένη αχώριστα με την προσωπική του ύπαρξη.

«Ο αδελφός μας είναι η ζωή μας», έλεγε ο Γέροντας.

Με την αγάπη του Χριστού αισθανόμαστε όλους τους ανθρώπους ως αναπόσπαστο μέρος της υποστατικής μας υπάρξεως. Ο Γέροντας άρχισε να κατανοεί την εντολή «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» όχι ως ηθικό κανόνα. Διέβλεπε πλέον ότι η λέξη «ὡς» αναφερόταν όχι στον βαθμό της αγάπης, αλλά στην οντολογική ενότητα των ανθρώπων.

«ὁ Πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ... ὅτι Υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί.» (Ιωάνν. ε' 22 και 27). Αυτός ο Υιός του ανθρώπου, ο Μέγας Κριτής του κόσμου, θα πει κατά την Κρίση πως «εἶς τούτων τῶν ἐλαχίστων» είναι Αυτός ο Ίδιος. Με άλλα λόγια περικλείει στη δική του υποστατική ύπαρξη την ύπαρξη κάθε ανθρώπου. Ο Υιός του ανθρώπου φέρει στον Εαυτό του όλη την ανθρωπότητα και έπαθε για «όλον τον Αδάμ». Ο Απόστολος Παύλος λέει πως εμείς πρέπει να κάνουμε δικό μας τον ίδιο τρόπο ζωής, να καλλιεργούμε το ίδιο φρόνημα, «ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλιππ. β' 5).

Το Άγιο Πνεύμα, που δίδασκε στον Σιλουανό την αγάπη του Χριστού, του έδινε και το χάρισμα να ζει αληθινά αυτήν την αγάπη, που αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η προσευχή σε όλη την ένταση, με βαθύ πένθος για όλο τον κόσμο, τον εξοικείωσε και τον έδεσε με ισχυρούς δεσμούς με «όλον τον Αδάμ». Κι αφού βίωσε την ανάσταση της ψυχής του, ήταν φυσικό πια γι' αυτόν να δέχεται κάθε άνθρωπο ως τον αιώνιο αδελφό του. Στην επίγεια ζωή υπάρχει μια διαδοχή, μια σειρά, αλλά στην αιωνιότητα όλοι είμαστε ένα, και γι' αυτό ο καθένας μας πρέπει να φροντίζει όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για την ενότητα όλων.

Μετά την εμπειρία των βασάνων του άδη, μετά την υπόδειξη του Θεού «κράτα τον νου σου στον άδη», ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική για τον γέροντα Σιλουανό η προσευχή για τους νεκρούς, που «υπάρχουν εν βασάνοις». Προσευχόταν επίσης για τους ζωντανούς και τις μέλλουσες γενεές. Στην προσευχή του, που έβγαινε από τα όρια του χρόνου δεν υπήρχε πια καμιά αναφορά στα παροδικά φαινόμενα της πρόσκαιρης ζωής. Παράλληλα με τη θλίψη του για τον κόσμο έλαβε και το χάρισμα να διακρίνει τους ανθρώπους σε αυτούς που γνώρισαν τον Θεό και σε αυτούς που δεν Τον γνώρισαν. Ήταν αφόρητη γι' αυτόν η σκέψη ότι οι άνθρωποι θα βασανίζονται στο «σκότος το εξώτερον».

Θυμόμαστε τη συνομιλία του με κάποιον ερημίτη, ο οποίος έλεγε:
-Ο Θεός θα τιμωρήσει όλους τους αθέους. Θα καίγονται στο πυρ το αιώνιο.

Προφανώς η ιδέα πως οι άθεοι θα τιμωρούνταν στο αιώνιο πυρ τού προκαλούσε ικανοποίηση, κατά το ψαλμικό: «Εὐφρανθήσεται δίκαιος, ὅταν ἴδῃ ἐκδίκησιν» (Ψαλμ. νγ', 11-12)*.

Με ολοφάνερη συγκίνηση ο Γέροντας απήντησε:

-Πες μου, όμως, σε παρακαλώ, αν σε βάλουν στον παράδεισο και δεις από εκεί πως κάποιος καίγεται στις φλόγες του άδη, θα μπορούσες τάχα να έχεις ανάπαυση;
-Αλλά τι μπορεί να γίνει; Αυτοί οι ίδιοι φταίνε, λέει εκείνος.

Τότε ο γέροντας είπε με θλιμμένο βλέμμα:
-Η αγάπη δεν μπορεί να το υποφέρει... Πρέπει να προσευχόμαστε για όλους.

Και πράγματι εκείνος προσευχόταν για όλους. Ήταν παράξενο γι' αυτόν να προσεύχεται μόνο για τον εαυτό του· «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ' 23). Γι' αυτόν που είδε, στο μέτρο που του δόθηκε, τη δόξα του Θεού που βίωσε τη στέρησή της, ακόμη και η σκέψη της στερήσεως αυτής έγινε αβάστακτη. Η ψυχή του «έλειωνε» στη σκέψη ότι πολλοί άνθρωποι ζουν, χωρίς να γνωρίζουν τον Θεό και την αγάπη Του, και προσευχόταν εκτενώς να γνωρίσουν όλοι τον Θεό και ο Κύριος, κατά την άφατή Του αγάπη, να δώσει να Τον γνωρίσουν με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος.

Ως το τέλος της ζωής του, παρά την εξάντληση των δυνάμεών του και τις ασθένειές του, διατήρησε τη συνήθεια να κοιμάται μόνο κατά διαστήματα. Του έμενε πολύς χρόνος για την κατ' ιδίαν προσευχή και προσευχόταν αδιαλείπτως, μεταβάλλοντας ανάλογα με την περίσταση τον τύπο της προσευχής. Ιδιαιτέρως, όμως, και εκτενέστερα προσευχόταν τη νύχτα, πριν από τον όρθρο.

Τότε παρακαλούσε για ζωντανούς και νεκρούς, για φίλους και εχθρούς, για όλους.



Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, σελ. 55-58.


* Ακολουθώντας την έκδοση της Αποστολικής Διακονίας: Ψαλμ. νζ', 11.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Η προσευχή για τους νεκρούς



Ένα κομποσχοίνι που κάνεις για τον αδελφό σου, για τον συγγενή σου, δεν πάει χαμένο. Ο Θεός θα τον βοηθήσει, όταν βρεθεί σε δύσκολη θέση. Το κομποσχοίνι, όχι βοηθάει, αλλά και ψυχή από την κόλαση μπορεί να βγάλει! Τόση δύναμη έχει η προσευχή.

Εγώ μνημόνευα τον παππού μου, ο οποίος ήτο ιερεύς. Τότε ήμασταν ζηλωταί· πριν λάβουμε τις πληροφορίες. Δεν τον μνημονεύαμε εις την λειτουργία, διότι ήτο νεοημερολογίτης. Του έκανα πολλά κομποσχοίνια, και παρακαλούσα το Θεό λέγοντας: «Κύριε, τόσες λειτουργίες σου έκανε, τόσες εξομολογήσεις κλπ., ελέησον αυτόν». Τούτο έπραττα επί καιρόν.

Ένα βράδυ τον είδα εις τον ύπνο μου (όραμα· ήτο αποκάλυψις Θεού), να με φιλεί και να μου λέει: «Ευχαριστώ, παιδί μου, τώρα βρίσκομαι σε καλύτερη θέση!» Τότε βλέπω και τη γιαγιά μου, να με πιάνει από το χέρι και να μου λέει: «Παιδί μου, προσευχήσου και για μένα, ίνα πάω εκεί που είναι και ο παππούς σου τώρα». Ήταν ολοζώντανο αυτό που έβλεπα. Αισθανόμουνα ότι ήσαν νεκροί.


Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης


Υ/γ. Σ' ένα άνθρωπο-ράκο, χαρακωμένο από τα βάσανα στην ψυχή και το σώμα, που έφυγε σήμερα από τη ζωή αυτή για την αιωνιότητα. Είχα ακούσει κάποτε πως οι ψυχές των νεκρών δεν απαλλάσσονται μόνο από τα άρρωστα σώματά τους, αλλά απελευθερώνονται και από τα ψυχικά νοσήματα. Μακάρι σκέφτηκα...  Ελεύθερη πια ας αξιωθεί ν' ανεβεί κι η δική σου ψυχή προς τον θρόνο Του κι εκεί να βρει ανάπαυση. Θα 'μαστε καλά θείε, μακάρι να είσαι κι εσύ καλά!

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Amor omnia


«Το πρόβλημα της αριστεράς είναι ότι οι περισσότεροι που έγιναν κομμουνιστές το διάλεξαν από μίσος για τους πλούσιους και όχι από αγάπη για τους φτωχούς», έλεγε ο Μαρκ Τουέιν.

Ο φίλος μου ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, πριν από λίγα χρόνια, επιστρέφοντας από ταξίδι του στο Άγιον Όρος, μου διηγόταν ότι ο ηγούμενος της Μονής Ιβήρων Βασίλειος Γοντικάκης ισχυρίζεται πως: «Όσοι έρχονται να μονάσουν εδώ πάνω, χωρίς πρώτα να τα έχουν βρει με τον κόσμο, διαλύονται…»

Ας αναλογιστούμε τις συνέπειες που έχουν με τον καιρό τέτοια κριτήρια επιλογής πορείας· συνέπειες στην ιδεολογία, συνέπειες στην Εκκλησία, συνέπειες στη γενική και προσωπική υγεία. Ας αφεθούμε να το επεκτείνουμε σε περισσότερα πρόσωπα αυτό, σε πάρα πολλά πρόσωπα, σε σύνολα, ομάδες, κοινωνίες, όπως όντως συμβαίνει. Τη σκιά της γενικής υποκρισίας και της παράνοιας να αναλογιστούμε. Ας παραδεχτούμε πως ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο αγριότερος, γι’ αυτό τον λένε και αλληλοσπαραγμό. Ας παραδεχθούμε πως καλύτερα να πολεμάς τον Θεό παρά να τον υπερασπίζεσαι. Ο Χριστός υπήρξε πολύ καλός με τον ειδωλολάτρη εκατόνταρχο, τον αμφισβητία Νικόδημο, με τις συναισθηματικές πόρνες, τους θλιμμένους πότες, τους θερμοκέφαλους φυλακισμένους, τους αλλόπιστους Σαμαρείτες. Τους σεβόταν, τους αναζητούσε, τους έκανε παρέα, συνομιλούσε ως ίσος προς ίσον μαζί τους. Την πρώτη Του νύχτα μετά τη Σταύρωση, πήρε ένα ληστή από το χέρι και εισήλθαν μαζί στον Παράδεισο. Ο πρώτος άνθρωπος στον Παράδεισο δεν ήταν αρχιερέας, δεν ήταν νομοθέτης, δεν ήταν δάσκαλος ή φιλόσοφος, ήταν ένας παράνομος, ένας ληστής. Μόνο με τους θρησκευόμενους Φαρισαίους, με το ιερατείο της θρησκείας του γινόταν έξαλλος. Έξαλλος! Τίποτα δεν τον θύμωνε όσο η υποκρισία. Και η ανοησία, η δειλία, η αδράνεια. Οι τρεις μεγάλοι δαίμονες του νου.

Είναι άραγε, όντως ανάγκη αυτό που θεωρούμε ανάγκη και το προσκυνούμε, του παραδιδόμαστε; Πόσοι από μας καταλήγουμε να πιστέψουμε πως η μόνη όντως ανάγκη μας είναι η αγάπη; Κι ας ακούγεται αντιφατικό. Η αγάπη, η ελεύθερη, που δεν μπορεί να είναι ανάγκη, είναι η μόνη ανάγκη μας. Η αγάπη και ό,τι είναι αγάπη. Όποιος είναι αγάπη…

Η αγάπη ας είναι το μοναδικό κριτήριο. Εκεί ξεχωρίζει η ανδρεία, ξεχωρίζει και η εξυπνάδα. Δεν είναι ηθικολογικό ζήτημα η προτροπή πως μόνο ό,τι επιλέγουμε από αγάπη, καθαρή αγάπη και κλίση, έχει προοπτική. Προοπτική στην προκοπή, στην πληρότητα, στη δημιουργία που αγνίζει και χαροποιεί, στη νιότη του πνεύματος όσο το σώμα γερνάει. Είναι γεγονός πως, όταν ηλικιώνεται και γερνάει κανείς φυσιολογικά, το μεν σώμα εξασθενεί, το δε πνεύμα φρεσκάρεται και δυναμώνει, κερδίζει δηλαδή, από την πείρα και την ταπείνωση, διάκριση. Είναι ζήτημα υπαρξιακό, απτό. Ζήτημα συμφέροντος! Για όσους θέλουν τη ζωή τους να είναι ζωή και όχι σούρσιμο σε εξορία. Σε γη έρημη, ξένη από τη μέσα ποθεινή πατρίδα, που όλο καλεί, όλο αιμορραγεί από νοσταλγία κάποιου Παραδείσου, όταν αχνά θυμάται, αιμορραγεί και στάζει και ποτίζει το σκουρόχρωμο ρόδο της ξενιτιάς, το γεμάτο αγκάθια. Δεν υπάρχει χαμένος Παράδεισος, όπως αρέσκονται να θρηνούν οι ευαίσθητοι ποιητές. Ο Παράδεισος είναι πάντα στο μέλλον.

Θυμάμαι καλά, όταν πήγαινα στο δημοτικό και ζούσαμε στα Χανία, ένα βραδάκι τη μητέρα μου να επιστρέφει στο σπίτι. Σπάνια, σπανιότατα, έβγαινε έξω, όμως τότε πήγε κάπου κοντά να αναζητήσει κάποια γυναίκα που θα βοηθούσε στη λάτρα. Ήρθε μέσα κατάπληκτη. Είπε σε όσους ήμασταν παρόντες πως, όταν πλησίασε στο χαμόσπιτο της καθαρίστριας με τα πολλά παιδιά, άκουσε γέλια. Κάθονταν, λέει, όλοι γύρω από ένα μικρό τραπέζι σ’ ένα γυμνό άθλιο δωμάτιο με πατημένο χώμα για πάτωμα, και έδειχναν να χαίρονται με την καρδιά τους. Της έκανε μεγάλη εντύπωση τόση χαρά μέσα σε τόση φτώχεια. Το δικό μας το σπίτι κατά κανόνα ήταν μελαγχολικό.

Από εκείνα τα χρόνια, αλλά και από όσα γενικά έμαθα, αν έμαθα, έφτασα να μη λυπάμαι αυτόματα και απερίσκεπτα τους φτωχούς ανθρώπους. Τα φτωχά παιδιά δεν με κάνουν λιώμα με την πρώτη όταν τα προβάλλουν οι φιλάνθρωπες εκπομπές στην τηλεόραση, και μάλιστα όταν πλησιάζουν Χριστούγεννα κι άλλες γιορτές που μας απαιτούν «εποχιακά καλούς». Όχι πως η φτώχεια δεν είναι φρικτό βάσανο, όμως κάτι μέσα μου ρίζωσε από νωρίς έτσι ώστε να μην τη θεωρεί το πρώτο και το χειρότερο βάσανο. Η έλλειψη αγάπης με κάνει κομμάτια. Αυτού του είδους την πενία, αυτού του είδους τη ζητιανιά, όταν τη βλέπω σε μάτια και μάλιστα σε παιδικά μάτια, με κάνει κομμάτια. Για να επιλέξει να γεννηθεί σε πάμφτωχη φάτνη αλόγων, στο άχυρο, ένας βασιλιάς, σημαίνει πως κι εκείνος κάτι τέτοιο θέλει να πει. Για τις προτεραιότητες να πει.

Όταν πήγαινα στο δημοτικό, κυκλοφορούσαν κάτι μαντιλάκια για τη μύτη που τα έστελναν με τα άλλα δώρα συγγενείς από την Αμερική. Πάνω τους ήταν τυπωμένα στα αγγλικά κάποια λόγια, που τα θαυμάζαμε σαν πολύ έξυπνα και τα μεταφέραμε κι εμείς σε λευκώματα, όταν προσπαθούσαμε να εντυπωσιάσουμε τον κτήτορα και τους άλλους: Το να αγαπάς είναι τίποτα. Το να σ’ αγαπούν είναι λίγο. Το ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν είναι το παν!
Φαίνεται απλοϊκό, φαίνεται λαϊκίστικο, φαίνεται τετριμμένο και κοινότοπο, εγώ όμως όσο μεγαλώνω και μαζεύω τέλος πάντων απ’ τις εικόνες και τους ήχους της ζωής, τείνω να καταλήξω πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι ανάποδα. Μόνο όποιος μπορεί να αγαπά είναι καλά. Έχει το παν. Δεν λέω πως δεν θέλει κι αυτός την ανταπόκριση της αγάπης του, όμως όποιος αγαπά, και με το ελάχιστο που του επιστρέφεται, χαίρεται, ενώ εκείνος που δεν μπορεί ν’ αγαπά είναι πίθος των Δαναΐδων. Όση αγάπη κι αν του προσφέρουν, κλαίγεται και τρώγεται. Τίποτα δεν τον γεμίζει.

Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα: 2008, σ. 226, 244-248

Η ευθύνη μας



Ο εγωισμός, αυτή η συστηματική γεννήτρια νόσων, είναι πάντα στο χέρι μας. Είναι πάντα στη δική μας ευθύνη. Όλοι οι σοφοί του κόσμου, όλοι οι μύστες, όλοι οι ιδρυτές θρησκειών, όλο το κήρυγμα του Ιησού, αυτό επιβεβαιώνουν: ο εγωισμός μας είναι ευθύνη μας. Καταλογίζεται. Τίποτα εντέλει δεν είναι περισσότερο στο χέρι μας και στην επιλογή μας όσο ο εγωισμός μας. Δεν είναι μικρόβιο, δεν είναι ίωση, είναι επιλεγμένη στάση ζωής. Μια στάση ζωής, μάλιστα, που διαρκώς επανεπιλέγεται και επανατροφοδοτείται.


Πηγή: Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδ. «Ψυχογιός», σ. 166-167.

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Η αξόδευτη αγάπη



Αν στέρηση είναι να μην έχεις αυτό που επιθυμείς, ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περίμενες να σου προσφέρει. Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική. O άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου. Κι αν, όταν στερείσαι, μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς, μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις -όχι απ’ αυτά που δεν έχεις αλλά απ’ αυτά που έχεις-, δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις.

Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αξίες, φιλότιμο. Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν. Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη. Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις. Όσο κι αν αγαπιέσαι, το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει. Γεμίζουμε μονάχα απ’ την αγάπη που εμείς δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, από όσα δικά μας χαρίζουμε.  

Ακόμη κι η ψυχή διά της απωλείας της κερδίζεται. Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα; Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή, γι’ αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με τον μίζερο εαυτό μας που τη στενεύει. Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε· προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο. Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση, η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται, σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας. Λέγεται πως: «Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη...»


Πηγή: Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδ. «Ψυχογιός»

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Το υπερωκεάνιο του Θεού


Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ’ ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος. Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία, εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του, κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών. Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός έκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη. Ο ναυαγός, που πρώτα δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία του, τώρα αναλύθηκε σε δάκρυα. «Γιατί Θεέ μου», άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή.

Κι ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του άκουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου. Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία. «Πώς με βρήκατε σε τούτη την ερημιά;» τους ρώτησε. «Είδαμε, του είπαν, το σινιάλο του καπνού απ’ την φωτιά που άναψες»!

Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι. Περίμενε και θα προβάλει ανέλπιστα το υπερωκεάνιο του Θεού. Γιατί στ’ αλήθεια: «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. 8, 28).

Και μην πεις στο τέλος ότι ήταν τυχαίο!


Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Εις την Θεομήτοραν Κόρην


Δέσποινά μου Θεοτόκε
η ελπίς μου η ισχύς μου
η το αγαλλίαμά μου
η του κόσμου σωτηρία
η των εναθλούντων μόνη
έτοιμος επικουρία,
Σε Παρθένε ικετεύω
και θερμώς επικαλούμαι,
την Σην χάριν μοι παράσχου
ολοψύχως εξαιτούμαι.
Ίλεων μοι τον Θεόν μου
προσπαθώ να αποκτήσω
και ασκήσεσι και πόνοις
Αυτώ να ευαρεστήσω.
Αλλά όσον κοπιάζω
αγωνίζομαι στενάζω,
τόσον εν τη αμαρτία
τη φρικτή αλαζονεία
εν τω φθόνω εν τω μίσει
τη οργή και τη κακία
ανευρίσκω ότι κείμαι
και ως δέσμιος κρατούμαι.
Πάντα πόνον καταβάλλω
πάσαν την προσπάθειάν μου
όπως Κόρη κατορθώσω
επί τέλους ν’ αποκτήσω
εκ των αρετών καμμίαν
την αγάπην την φιλίαν
της ψυχής μου την γαλήνην
της καρδίας την ειρήνην
την προς τον Θεόν λατρείαν
ένθερμον, αγνήν, αγίαν
αφοσίωσιν τελεία
και αγάπην επαξίαν·
την ελπίδα την βεβαίαν
και την πίστην την εδραίαν.
Αι δυνάμεις ατονούσι
και ουδόλως ενεργούσι
προς την τελειότητά μου
προς την αγιότητά μου.
Οίδα ως ουδέν ανύω
άνευ θείας βοηθείας,
οίδα ότι καταλύω
άνευ θείας συνεργείας.
Δια τούτο Σοι προσπίπτω
και θερμώς παρακαλώ Σε,
Δέσποινα μου Παναγία,
δυσωπώ αντιβολώ Σε
τον Δεσπότην τον Θεόν μου
τον σοφόν Δημιουργόν μου,
ίλεων απέργασαί μοι
ευμενή δε ποίησόν μοι,
όπως κοινωνόν με δείξη
της αγίας χάριτός Του
και καλώς με ενισχύση
διά της δυνάμεως Του,
όπως, Κόρη, εξαγνίση
την ψυχήν και την καρδίαν
και δωρήσησηταί μοι χάριν
σύνεσίν τε και σοφίαν,
πλημμυρίση την καρδίαν
θείας και σφοδράς αγάπης
και παράσχη μοι ελπίδα
ακλινή τε και βεβαίαν,
σταθεράν μοι δω δε πίστιν
ζώσαν, ενεργόν, εδραίαν.
Διαψιλεύση μοι ειρήνην
και χαράν και ευφροσύνην
και παράσχοι μοι γαλήνην
την Θεόδοτον εκείνην.
Ταύτα πάντα Σαις πρεσβείαις
δύναμαι, ω Παναγία,
ο Σος δούλος ν’ αποκτήσω
εις Θεόν δε να πλουτήσω
και Αυτώ ευαρεστήσω
και τη θεία ευδοκία
προς τας τρίβους τας ευθείας
τας οδούς της σωτηρίας
τας αμώμους τας αγίας
απροσκόπτως να βαδίσω
και τη του Θεού δυνάμει
και τη θεία βοηθεία
δύναμαι να κατισχύσω
εν τη πάλη του αγώνος
κατά του απατεώνος
του σκοτίου του αιώνος·
δύναμαι δε να νικήσω
εν τω δρόμω εν σταδίω
ως στερρός Χριστού οπλίτης
φέρων θείαν πανοπλίαν
την των θείων χαρισμάτων
άτρωτος να διαμείνω
και υπάρχων στεφανίτης
προς τον Κύριόν μου δράμω
τον δοτήρα των χαρίτων
και της θείας απολαύσω,
όψεως ποθεινοτάτης
και ακούσω του Κυρίου
της φωνής της γλυκυτάτης
δεύρο είσελθε ω δούλε,
σ’ την χαράν του σου Κυρίου.



Αγίου Νεκταρίου, Ύμνοι και ωδές προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον, σ. 33-36.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Αγάπη αληθινή


Η σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας αφενός αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο το ουσιαστικό μυστήριο της θείας ζωής, και αφετέρου προσφέρει, αν κατανοηθεί σωστά, το καλύτερο πλαίσιο για την τελειοποίηση της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται στη Χριστιανική παράδοση με την ίδια την Ενσάρκωση.

Το άγιο Πνεύμα ευαγγελίζεται και ο θείος Λόγος γεννιέται με ανθρώπινη μορφή μόνο αφότου ο Ιωσήφ παίρνει υπό την προστασία του την Παναγία και η Παναγία δέχεται τον Ιωσήφ ως μέλλοντα σύζυγό της. Μπορούμε να μπούμε στον Παράδεισο, όχι αύριο ή μετά τον θάνατό μας, αλλά εδώ και τώρα, αρκεί να εκπληρώσουμε τους όρους του.

Αν ο εραστής αναγνωρίζει πως η αγάπη με την οποία και διά της οποίας βλέπει την αγαπημένη είναι μια θεία ιδιότητα, τότε θα μπορεί να τη βλέπει «εν Θεώ». Θα τη βλέπει στο φως της αγάπης που στην ουσία της είναι θεία. Δεν θα την αγαπά λοιπόν έξω ή ξεχωριστά απ’ τον Θεό. Στην περίπτωση όμως του «πεπτωκότος ανθρώπου» - ή σύμφωνα με το βέβηλο τύπο συνείδησης – μπορεί ένας άνδρας και μια γυναίκα να αγαπιούνται έξω και μακριά από τον Θεό, τουλάχιστον κατά το μέτρο που αυτοί νομίζουν πως αυτό ανταποκρίνεται στις προθέσεις τους, και να βλέπουν ο ένας τον άλλο ως πλάσματα που δεν έχουν καμιά σχέση με τον Θεό και πως ζουν εντελώς ανεξάρτητα απ’ Αυτόν. Αλλά στην παραδείσια κατάσταση, ο άνδρας και η γυναίκα αγαπιούνται «εν Θεώ», γνωρίζοντας ότι μονάχα εφόσον μετέχουν στον Θεό μπορούν να αγαπούν.

Αλλά δεν είναι μόνο πως ο ένας αγαπά τον άλλο «εν Θεώ». Όταν ο ένας αγαπά τον άλλο, αυτόν που αγαπά ουσιαστικά είναι τον Θεό, όπως αποκαλύπτεται στον καθένα μέσα απ’ τον άλλο. Ο καθένας γίνεται μια εικόνα για τον άλλο· κι επειδή ο Θεός αποκαλύπτεται στον καθένα ως εικόνα μέσα απ’ τη μορφή του ζωντανού ανθρώπου που είναι ο αγαπημένος, όταν αγαπά αυτόν τον άνθρωπο ο εραστής, αγαπά τον Θεό. Στην εικόνα είναι ο Θεός που φανερώνει τον εαυτό Του· και αυτό που ο άνδρας αγαπά στη γυναίκα είναι ακριβώς το μυστήριο που αυτή φανερώνει ως μια τέτοια εικόνα, όπως ακριβώς αυτό που η γυναίκα αγαπά στον άνδρα είναι το μυστήριο που αυτός φανερώνει κατά παρόμοιο τρόπο.

Πράγματι, σ’ αυτή την παραδείσια μορφή αγάπης μεταξύ άνδρα και γυναίκας, ο αληθινός εραστής – η πραγματική υπόσταση που κινεί την αγάπη μέσα στους ανθρώπινους εραστές – είναι ο ίδιος ο Θεός, ο Κύριος της αγάπης. Ο άνδρας και η γυναίκα αγαπούν τον Θεό ο ένας στον άλλο όχι χάρη στον ίδιο τους τον εαυτό, αλλά χάρη στον Θεό. Ή μάλλον μέσα από τον καθένα είναι που ο Θεός αγαπά τον άλλο.

Philip Sherrard, Το ιερό στη Ζωή και την Τέχνη, εκδ. Ακρίτας, 1994, σσ. 150, 160, 161
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...