Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Ο Μεγάλος Αναμενόμενος


«Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ κυρίου διὰ τοῦ προφήτου...» (Ματθ. α' 22)

Όλες οι προφητείες στρέφονται γύρω από ένα πρόσωπο, τον αναμενόμενο Μεσσία και γύρω από ένα θέμα, τη λύτρωση του ανθρώπου. Το διορατικό βλέμμα των προφητών δεν περιορίζεται από τα πυκνά φράγματα του παρόντος. Διασχίζει τους αιώνες και αντικρίζει Αυτόν, ο οποίος αποτελούσε την ελπίδα του Ισραήλ, και των εθνών την προσδοκία. Μπροστά στο αντίκρισμά Του, άλλοτε σκιρτά η καρδιά τους από αγαλλίαση και χαρούμενοι διαλαλούν τον ερχομό Του. Άλλοτε σπαράζουν από αγωνία και τα τρομερά τους «ίνα τι;» συνταράζουν τα πλήθη, που τους ακούνε. Άλλοτε γεμίζουν από θάμβος και έκσταση και ακράτητο ενθουσιασμό, που τον μεταδίδουν και στους άλλους. Σ' όλες τις περιπτώσεις αντικρίζουν ανάλογες σκηνές από τη ζωή και το έργο του Μεγάλου Λυτρωτή με πλήρεις λεπτομέρειες. [...]

Μια συναρμολόγηση όλων [...] των προφητειών δίδει μια πλήρη ιστορία του Χριστού. Και όμως η ιστορία γράφηκε αιώνες πριν από την πραγματοποίησή της και η συγγραφή της κράτησε 1.500 χρόνια!

Όλα αυτά ένα πράγμα υπογραμμίζουν: τη θεία προσωπικότητα του Σωτήρα. Μπροστά λοιπόν σ' Αυτόν που προκατήγγειλαν οι μεγάλοι γενάρχες της ανθρωπότητας και οι προφήτες και που με λαχτάρα προσδοκούσε η ανθρωπότητα, τι θέση παίρνουμε εμείς σαν άτομα; Σε λίγες μέρες θα τρέξουμε να μετάσχουμε τις χαρμόσυνες εορτές των Χριστουγέννων. Εξωτερικά όλα θα είναι γιορταστικά και χαρμόσυνα. Τα σπίτια θα στολισθούν. Μεγάλοι και μικροί θα ομορφοντυθούν. Ευχές, δώρα και επισκέψεις θ' ανταλλαγούν. Όλα θα συντελούν στην όσο το δυνατό περισσότερο θερμή και άνετη ατμόσφαιρα. Αλλά εσωτερικά τι θα συμβαίνει; Θα έχει πανηγύρι και η καρδιά; Θα έχει στρωμένη και καλοστολισμένη τη μεγάλη της αίθουσα; Θα είναι τα βάζα γεμάτα με δροσερά και μυρωδάτα λουλούδια; Και στην πολυθρόνα της θα κάθεται ο μεγάλος της Επισκέπτης;

Αν ναι, τότε ασφαλώς θα νιώσουμε Χριστούγεννα. Η ενανθρώπηση του Χριστού δεν θα είναι για μας ένα απλό ιστορικό γεγονός. Αλλά ένα γεγονός, που σαν λαμπρό αστέρι θα σκορπά μέσα μας και γύρω μας μύριες ακτινοβολίες. Γι' αυτό, Χριστιανέ μου, αν θέλεις και ποθείς να νιώσεις πραγματικά Χριστούγεννα, τρέξε να ενωθείς με τους ποιμένες της Βηθλεέμ και τους Μάγους της Ανατολής. Μείνε μαζί τους ολονυκτίς άγρυπνος με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό. Κλείσε τις πόρτες των αισθήσεών σου σ' όλα τα γήινα και άφησε την ακοή της ψυχής σου να συλλάβει τα μυστικά κύματα τόσων ελπίδων και προσδοκιών, που επίμονα εξαποστέλλουν τόσοι και τόσοι νοσταλγοί του χαμένου παραδείσου. Ζήσε και συ όλο πιο έντονα μπορείς το μεγάλο μυστήριο της αναμονής, για να νιώσεις και στον υπέρτατο βαθμό τον ύμνο των Αγγέλων: «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

Αγαπητοί, οι μέρες πλησιάζουν. Η κτίση όλη πήρε ήδη στάση ευλαβικού συναγερμού. Το σπήλαιο προετοίμασε τη φάτνη, οι Μάγοι ξεκίνησαν με τα δώρα της αγάπης τους και ο Αστέρας προπορεύεται χαράσσοντας την πορεία τους. Οι φύλακες άγγελοι ετοιμάζονται ν' ανοίξουν τις προαιώνιες ουράνιες πύλες, για να ξεχυθεί στη γη ο χείμαρρος των αγγέλων. Ο ουρανός σκύβει για να μη χάσει από τα μάτια του το ασύλληπτο και υπερφυές μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως. Η γη σκιρτά από αγαλλίαση, γιατί σε λίγο θα φιλοξενήσει τον Κτίστη της και ο Υμνωδός απευθυνόμενος στον Ισραήλ λέγει: «Δεύρο Ισραήλ βραδυκάρδιε, απόθου το εν τη ψυχή επικείμενόν σοι νέφος, επίγνωθι τον πλάστην εν σπηλαίω τικτόμενον».

Ανταποκρινόμενοι κι εμείς στην πρόσκληση αυτή του Υμνωδού, ας απομακρύνουμε κάθε σκιά και νέφος από την ψυχή μας και με αγνούς και καθαρούς «τους ένδοθεν λογισμούς» ας σύρουμε τα βήματά μας μπροστά στην ταπεινή φάτνη, ευλαβικοί προσκυνητές του Θείου Βρέφους με τη θερμή προσευχή στα χείλη:
«Σ' ευχαριστούμε που καταδέχτηκες
στη φάτνη τούτη να ξανάρθεις:
Ω, μείνε χρόνια, χρόνια ατέλειωτα
μέσα μας, αφέντης και μονάρχης.»
Γ. Βερίτης


Πηγή: Ιερός Ναός Χρυσελεούσης Στροβόλου: Ενοριακό Δελτίο Οικοδομής και Ενημέρωσης, έτος ιθ', αρ. 12, Δεκέμβριος 2011, σ. 227-229

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Είναι πολύ αργά;



Ο απόστολος Παύλος σε μία από τις επιστολές του λέει ότι πρέπει να βιαστούμε να ζήσουμε, επειδή ο χρόνος είναι απατηλός. Ζούμε όλες τις μέρες της ζωής μας σαν να γράφουμε βιαστικά, απρόσεχτα, ένα πρόχειρο γραφτό που μια μέρα θα καθαρογραφεί.

Είναι σαν να ετοιμαζόμαστε να κτίσουμε και μαζεύουμε όλα τα χρειώδη που αργότερα θα οργανωθούν σε ομορφιά, αρμονία και νόημα. Ζούμε μ' αυτό τον τρόπο, χρόνο με το χρόνο, δίχως να ολοκληρώνουμε ή να τελειοποιούμε αυτά που μπορούμε να κάνουμε, επειδή έχουμε καιρό μπροστά μας.

Λέμε στον εαυτό μας: αργότερα θα κάνω κάτι, αυτό μπορεί να γίνει αργότερα, κάποια μέρα θα κάνω το καθαρογράψιμο. Αλλά τα χρόνια περνούν και δεν κάνουμε τίποτε.

Αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή πλησιάζει ο θάνατος, αλλά επειδή σε κάθε περίοδο της ζωής μας δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε όσα η προηγούμενη περίοδος μας έχει επιτρέψει να κάνουμε.

Δεν μπορούμε να επιτύχουμε μια όμορφη και γεμάτη νεότητα κατά την περίοδο της ωριμότητας, όπως δεν μπορούμε, σε μεγάλη ηλικία, να αποκαλύψουμε στον Θεό και στον κόσμο αυτό που πιθανώς θα ήμασταν στα χρόνια της ωριμότητας.

Υπάρχει ο κατάλληλος καιρός για όλα τα πράγματα, αλλά, μόλις περάσει, δεν είναι πλέον δυνατόν να γίνουν αυτά.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έλεγε ότι υπάρχει φωτιά στα μάτια των νέων, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και φως στα μάτια των γερόντων.

Ο καιρός της δυνατής φωτιάς περνά, ο καιρός του φωτός πλησιάζει, αλλά όταν έλθει ο καιρός για να γίνουμε φως, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε αυτά τα πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει την εποχή που ήμασταν φωτιά.

Ο χρόνος είναι απατηλός.

Όταν μας λένε ότι πρέπει να θυμόμαστε τον θάνατο, δεν είναι για να μας δώσουν φόβο για τη ζωή, αλλά για να μας κάνουν να ζήσουμε με όλη την ένταση που θα είχαμε αν συνειδητοποιούσαμε ότι κάθε στιγμή είναι μόνο η στιγμή που κατέχουμε, και ότι η κάθε στιγμή της ζωής πρέπει να είναι τέλεια: μας υποδεικνύεται όχι το βάθος αλλά η κορυφή του κύματος, όχι μια ήττα αλλά ένας θρίαμβος.

Έτσι, η μνήμη θανάτου φαίνεται ότι είναι η μόνη δύναμη που κάνει τελικά τη ζωή έντονη.

Εκείνοι που είχαν την ευκαιρία να ζήσουν για κάποια περίοδο μ' έναν ετοιμοθάνατο, μ' ένα πρόσωπο που γνωρίζει τον ερχομό του θανάτου, και έχουν συνειδητοποιήσει κι αυτοί αυτό το γεγονός, θα πρέπει να κατανοήσουν το τι μπορεί να σημαίνει για μια σχέση η παρουσία του θανάτου.


Σημαίνει πως κάθε λέξη οφείλει να περιλαμβάνει όλο το σεβασμό, όλη την ομορφιά, όλη την αρμονία και την αγάπη που πιθανώς να βρισκόταν σε κατάσταση νάρκης σ' αυτήν τη σχέση.


Σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε το ασήμαντο, επειδή όσο ασήμαντο κι αν είναι κάτι, μπορεί να γίνει είτε έκφραση αγάπης ή ακόμη και άρνησή της.

Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό, επειδή χρωματίζει όλη μας τη στάση απέναντι στον θάνατο. Μπορεί να τη μετατρέψει σε μεγάλη πρόκληση, σε κάτι που θα μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε στο πλήρες μέτρο της ηλικίας και στο να προσπαθούμε συνεχώς να είμαστε όλα όσα μπορούμε να γίνουμε, χωρίς ελπίδα να βελτιωθούμε αργότερα αν δεν φροντίσουμε να είμαστε σωστοί από σήμερα.

Ο Ντοστογιέφσκυ, στους «Αδελφούς Καραμαζώφ», μιλά για την κόλαση. Λέει πως η κόλαση μπορεί να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: «πολύ αργά!»


Μόνο η μνήμη του θανάτου μας επιτρέπει να ζήσουμε αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να αντιμετωπίσουμε υπό το βάρος αυτής της φοβερής συνειδητοποίησης: είναι πολύ αργά.


π. Αντώνιος Μπλουμ, Θάνατος και Απώλεια
Αποδελτίωση: Με παρρησία (7/9/2011)

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Όποιος θάβει τα δικά του χαρίσματα, ζηλεύει τα χαρίσματα των άλλων


- Γέροντα, πώς θα βοηθηθεί κάποιος που ζηλεύει να ξεπεράσει τη ζήλεια;

- Αν γνωρίσει τα χαρίσματα με τα όποια τον έχει προικίσει ο Θεός και τα αξιοποιήσει, τότε δεν θα ζηλεύει και η ζωή του θα είναι Παράδεισος. Πολλοί δεν βλέπουν τα δικά τους χαρίσματα· βλέπουν μόνον τα χαρίσματα των άλλων και τους πιάνει η ζήλεια. Θεωρούν τον εαυτό τους αδικημένο, μειωμένο, κι έτσι βασανίζονται και κάνουν τη ζωή τους μαύρη. «Γιατί αυτός να έχει αυτά τα χαρίσματα κι εγώ να μην τα έχω;», λένε. Μα εσύ έχεις άλλα χαρίσματα, εκείνος άλλα. Θυμάστε τον Κάιν και τον Άβελ; Δεν έψαξε ο Κάιν να βρει τα δικά του χαρίσματα, αλλά κοιτούσε τα χαρίσματα του Άβελ· οπότε καλλιέργησε τον φθόνο προς τον αδελφό του, μετά τα έβαλε και με τον Θεό και τελικά από τον φθόνο έφθασε στον φόνο. Και μπορεί αυτός να είχε περισσότερα και μεγαλύτερα χαρίσματα από τον Άβελ.

- Γέροντα, πώς μπορεί κανείς, όταν βλέπει τα χαρίσματα των άλλων, να μη ζηλεύει, αλλά να χαίρεται;

- Αν αξιοποιεί τα δικά του χαρίσματα και δεν τα θάβει, τότε θα χαίρεται με τα χαρίσματα των άλλων. Χρόνια τώρα βλέπω εδώ μια αδελφή τι φωνή έχει, τι ευλάβεια, και όμως δεν πάει να ψάλει. Και επειδή το δικό της χάρισμα το θάβει και δεν ψάλλει, μαραζώνει, όταν ακούει την άλλη που δεν έχει και τόσο καλή φωνή να ψάλλει. Δεν σκέφτεται ότι σ' αυτήν έδωσε ο Θεός καλύτερη φωνή, αλλά δεν την καλλιεργεί.

Γι' αυτό, λέω, ο καθένας να ψάξει να δει μήπως το χάρισμα που βλέπει στον άλλον και το ζηλεύει το έχει και αυτός, αλλά δεν το καλλιεργεί, ή μήπως ο Θεός του έδωσε άλλο χάρισμα. Γιατί ο Θεός δεν αδικεί κανέναν, στον καθέναν έχει δώσει ένα διαφορετικό χάρισμα που θα τον βοηθήσει στην πνευματική του πρόοδο.

Όπως ο ένας άνθρωπος δεν μοιάζει με τον άλλο, έτσι και το χάρισμα του ενός δεν μοιάζει με του άλλου. Προσέξατε καμμιά φορά τα αγριομπίζελα που έχετε εκεί κάτω στον φράχτη; Όλα είναι από μία ρίζα, αλλά έχουν διαφορετικά χρώματα και το ένα είναι πιο όμορφο από το άλλο. Και όμως το ένα δεν ζηλεύει το άλλο... Το καθένα χαίρεται με το χρώμα που έχει. Βλέπετε και τα πουλιά; Το καθένα έχει τη χάρη του, το δικό του κελάηδημα.

Ας βρει λοιπόν ο καθένας τα χαρίσματα που του έδωσε ο Θεός, ας δοξάζει τον Καλό Θεό, όχι εγωιστικά, φαρισαϊκά, αλλά ταπεινά, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχει ανταποκριθεί στις δωρεές του Θεού, και ας τα αξιοποιήσει στο εξής.

- Γέροντα, ζηλεύω μερικές αδελφές, γιατί έχουν ορισμένα χαρίσματα που εγώ δεν τα έχω.

- Σ' εσένα ο Θεός έδωσε τόσα χαρίσματα κι εσύ ζηλεύεις τα χαρίσματα των άλλων; Μου θυμίζεις την κόρη ενός ζαχαροπλάστη που είχαμε στην Κόνιτσα. Ο πατέρας της της έδινε κάθε μέρα ένα μικρό κομμάτι ραβανί, για να μην την πειράξει το μεγάλο, και αυτή έβλεπε τα παιδιά στο σχολείο που έτρωγαν μεγάλο κομμάτι μπομπότα [1] και τα ζήλευε. «Τι μεγάλο κομμάτι τρώνε αυτά! έλεγε. Έμενα ο πατέρας μου μικρό μου δίνει». Ζήλευε την μπομπότα που έτρωγαν τα άλλα παιδιά, ενώ αύτη ειχε ολόκληρο ζαχαροπλαστείο και έτρωγε ραβανί! Θέλω να πω, κι εσύ δεν εκτιμάς τα μεγάλα χαρίσματα που σου έδωσε ο Θεός, αλλά βλέπεις τα χαρίσματα των άλλων και ζηλεύεις.

Ας μην είμαστε αχάριστοι προς τον Καλό Πατέρα μας Θεό, ο Όποιος έχει προικίσει όλα τα πλάσματά Του με χαρίσματα διάφορα, γιατί Αυτός γνωρίζει τι χρειάζεται ο καθένας μας, ώστε να μη βλαφθούμε. Εμείς όμως πολλές φορές κάνουμε σαν τα μικρά παιδιά και παραπονιόμαστε, γιατί δεν έδωσε και σ' εμάς ο Πατέρας ένα φράγκο ή ένα δίφραγκο [2], όπως έδωσε στα αδέλφια μας, ενώ σ' εμάς έχει δώσει ολόκληρο εκατοστάρικο.

Νομίζουμε ότι αυτό που έδωσε σ' εμάς δεν είναι τίποτε, γιατί περνάμε το εκατοστάρικο για χαρτί, και μας συγκινεί το φράγκο ή τό δίφραγκο που έδωσε στα αδέλφια μας και κλαίμε και αγανακτούμε με τον Καλό Πατέρα μας!


Γέροντας Παΐσιος

[1] μπομπότα = ψωμί από αραβοσιτάλευρο.
[2] φράγκο = δραχμή, δίφραγκο = δίδραχμο

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Μόνο με την αγάπη


Μακάριος είναι ο άνθρωπος που μπορεί ν’ αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους· αυτός αγαπάει πραγματικά. Όποιος αγαπάει τους δικούς του ανθρώπους, αγαπάει μόνο για ν’ αγαπηθεί. Γι’ αυτούς που έχουν δοκιμάσει την πραγματική αγάπη, η συγγένεια του αίματος δεν προσθέτει τίποτε. Όταν αγαπάει κανείς πραγματικά, η διάθεσή του για τους άλλους ανθρώπους δεν εξαρτάται από τις ιδέες τους, αλλά αποβλέποντας στην ανθρώπινη φύση, που όλοι έχουμε κοινή, τους αγαπάει όλους εξίσου.

Τίποτε δεν μαστίζει τόσο το ανθρώπινο γένος, όσο η κατάψυξη της αγάπης, και τίποτε δεν το ανορθώνει, όσο η με κάθε τρόπο επιδίωξή της. Η κατάψυξη της αγάπης δημιουργεί και τις διχογνωμίες και τις ιδεολογικές συγκρούσεις, γιατί με το να μην αγαπούμε τους αδελφούς μας, τους φθονούμε όταν ευδοκιμούν και ο φθόνος γεννά τη φιλαρχία και η φιλαρχία τις ιδεολογικές συγκρούσεις. Τίποτε δεν ψυχραίνει την αγάπη τόσο, όσο οι διχόνοιες και τίποτε δεν αυξάνει τόσο το κακό, όσο η ψύχρανση της αγάπης. Γιατί η ψύχρανση της αγάπης οδηγεί στον εγωκεντρισμό και ο εγωκεντρισμός διαιρεί, διαλύει και διασπά την ενότητα των ανθρώπων.

Η ψυχική υγεία δεν επιτυγχάνεται στον χωρισμό αλλά στην ενότητα, που έχει τη δύναμη περισσότερο από κάθε τι άλλο να μας εξασφαλίζει το έλεος του Θεού. Άλλος τρόπος να σωθεί ο άνθρωπος δεν υπάρχει παρά διά του πλησίον. Η σχέση με τον συνάνθρωπο είναι φάρμακο της ζωής και της αθανασίας.

Η απομόνωση του ανθρώπου, είναι το πρώτο πράγμα που ο Θεός χαρακτήρισε ως κακό. Η μοναξιά και η απομόνωση είναι αντιφάσεις στη δημιουργική πράξη του Θεού. Ο Θεός έφτιαξε το άνθρωπο για να ζει με άλλους κ ο πρώτος «άλλος» ήταν η γυναίκα. Η κατανόηση των τόσο θεμελιώδους σημασίας για τον άνθρωπο ανθρωπίνων σχέσεων, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη μελέτη και κατανόηση του γάμου, που θα πρέπει να είναι η κατ’ εξοχήν ανθρώπινη σχέση.

π. Φιλόθεου Φάρου – π. Σταύρου Κοφινά, Γάμος, έκδ. Ακρίτας, 2005, σσ. 37, 39-40.

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Μνημονεύουμε γιατί αγαπάμε




Γιατί τα ονόματα;

Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι' αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;

Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.

Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους, για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά. Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας. Του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στην ολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.

Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι' αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι' αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος. Το πρώτο από όλα. Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη: «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.

Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».


Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης
περιοδ.  Ο Άγιος Λάζαρος, έκδ. Ι.Ν. Αγ. Λαζάρου, Δεκέμβριος 2011, σ. 3

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο άγιος της συγγνώμης


Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 μ.Χ. στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δραγανίγος ή Γραδενίγος Σιγούρος (ή Σηκούρο). Η οικογενειά του ήταν εύπορη και κατείχε μεγάλη έκταση γης, ενώ οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό ιδίωμα. Ο πατέρας του λεγόταν Μώκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο Άγιος είχε για ανάδοχο τον Άγιο Γεράσιμο*.

Ο Άγιος Διονύσιος, ανατράφηκε με τα διδάγματα του Ευαγγελίου. Έτσι γρήγορα διακρίθηκε στα γράμματα και την αρετή. Νωρίς, μόλις ενηλικιώθηκε, ασχολήθηκε με τη διδασκαλία του θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως να συντρέχει στην ανακούφιση των φτωχών. Κατόπιν έγινε μοναχός στη βασιλική Μονή των Στροφάδων, παίρνοντας το όνομα Δανιήλ, όπου ασκήθηκε στην αγρυπνία, την εγκράτεια και τη μελέτη των Γραφών.

Αργότερα ο Διονύσιος, θα χριστεί ιερέας παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις λόγω της βαριάς ευθύνης της ιεροσύνης, από τον επίσκοπο Κεφαληνίας και Ζακύνθου, Θεόφιλο. Έπειτα, το 1577 μ.Χ., πήγε στην Αθήνα, για να βρει καράβι προκειμένου να ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα. Αλλά ο τότε αρχιερέας των Αθηνών, Νικάνορας, άκουσε κάποια Κυριακή το λαμπρό του κήρυγμα και μετά από πολλές παρακλήσεις τον έκανε επίσκοπο Αιγίνης, με την επίσημη κατόπιν έγκριση της Εκκλησίας Κωνσταντινούπολης, δίνοντας του το όνομα Διονύσιος.

Τα ποιμαντικά του καθήκοντα, επιτέλεσε άγρυπνα και άοκνα. Αναδείχτηκε διδάσκαλος, πατέρας και παιδαγωγός του ποιμνίου του. Η φήμη του είχε διαδοθεί παντού, αλλά αυτός παρέμενε απλός και ταπεινός.

Ασθένησε όμως από τους πολλούς κόπους και παραιτήθηκε. Γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου μέχρι το 1579 μ.Χ. ήταν προσωρινός επίσκοπος. Μετά αποσύρθηκε στη Μονή της Θεοτόκου της Αναφωνητρίας, όπου ασκήτευε και με αγάπη κήρυττε και βοηθούσε τους κατοίκους του νησιού.

Οι οικογένειες Σιγούρου και Μονδίνου από διασωθέντα έγγραφα που ανάγονται στα αρχεία της Βενετίας, φαίνεται να είχαν θανάσιμο μίσος. Συμπλοκές μεταξύ των δυο οικογενειών συνέβαιναν διαρκώς. Σε μια από αυτές ο αδελφός του Αγίου, Κωνσταντίνος, δολοφονήθηκε. Στην προσπάθεια όμως να διαφύγει ο δολοφονός του Κωνσταντίνου αναζήτησε καταφύγιο στο μοναστήρι που βρισκόταν ο Άγιος, χωρίς όμως να γνωρίζει τη συγγένεια. Όταν ο δολοφόνος έφτασε στη Μονή, ερωτήθη από τον Διονύσιο, που ήταν ο ηγούμενος της Μονής, γιατί ζητεί καταφύγιο, αφού κανονικά δεν επιτρέπετο να εισέλθει. Ο ίδιος απάντησε πως τον κυνηγούσαν οι Σιγούροι, ενώ μετά από διαρκείς ερωτήσεις ομολόγησε πως δολοφόνησε τον Κωνσταντίνο Σιγούρο. Ο Διονύσιος παρά τη θλίψη του, όχι μόνο έκρυψε τον δολοφόνο αλλά και τον φυγάδευσε. Έτσι με αυτόν τρόπο κατάφερε να αποτρέψει ένα ακόμα έγκλημα και ταυτόχρονα να δώσει τη δυνατότητα μετανοίας στον δολοφόνο, παρά την πικρία για το χαμό του αδελφού του, δίνοντας ένα παράδειγμα συγχωρητικότητας και υψηλής εφαρμογής των Χριστιανικών ιδεωδών. Για τον λόγο μάλιστα αυτό ονομάστηκε και «Άγιος της Συγνώμης».

Ο Διονύσιος πέθανε σε βαθιά γεράματα, 17 Δεκεμβρίου 1622 μ.Χ. Τάφηκε στη Μονή Στροφάδων και κατά την εκταφή το λείψανό του βγήκε ευωδιαστό και αδιάφθορο.

Η αγιότητά του αναγνωρίσθηκε από το οικουμενικό πατριαρχείο το 1703 μ.Χ., αλλά στο νησί ένεκα του βίου του, αλλά και του λειψάνου του ετιμάτο ως άγιος αρκετά νωρίτερα.

Στις 24 Αύγούστου του 1717 μ.Χ. μετεκομίσθη το Σεπτό Σκήνωμά του στη Ζάκυνθο για να προστατευθεί από τους πειρατές. Αρχικά φυλάχτηκε στον Ιερό Ναό του Μετοχίου της Ι. Μονής, στο προάστιο Καλλιτέρος. Το 1764 μ.Χ. εναποτέθηκε οριστικά στην ομώνυμη Ιερά Μονή του, που έχτισαν oι Μοναχοί των Στροφάδων. Από τότε το Σεπτό Σκήνωμά του αποτελεί μέχρι σήμερα πόλο έλξεως χιλιάδων προσκυνητών και πηγή συνεχών ιάσεων και θαυμάτων. [...]


Απολυτίκιο
Ἦχος α'. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς Ζακύνθου τὸv γόνον καὶ Αἰγίvης τὸν πρόεδρον, τὸv φρουρὸν μονῆς τὼv Στροφάδωv, Διοvύσιοv ἅπαντες, τιμήσωμεv συμφώνως οἱ πιστοί, βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικριvῶς· Tαῖς λιταῖς τοὺς τὴv σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας σῶσον καὶ βοῶντάς σοι· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι· δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖv, πρέσβυν ἀκοίμητον.




Κυριάκος Διαμαντόπουλος


*Εννοεί τον Άγιο Γεράσιμο Κεφαλληνίας.

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Η πίστη είναι υπόθεση της καρδιάς



Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρὸς φοιτητής. Μὲ πολλὴ διστακτικότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔνταση τοῦ ἀπαιτητικοῦ ἀναζητητῆ, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος, ποὺ ὅμως θὰ ἤθελε πολὺ νὰ πιστέψει, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Χρόνια προσπαθοῦσε καὶ ἀναζητοῦσε, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Συνομίλησε μὲ καθηγητὲς καὶ μορφωμένους. Ἀλλὰ δὲν ἱκανοποιήθηκε ἡ δίψα του γιὰ κάτι σοβαρό. Ἄκουσε γιὰ μένα καὶ ἀποφάσισε νὰ μοιρασθεῖ μαζί μου τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη του. Μοῦ ζήτησε μία ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ.

Ξέρεις ὁλοκληρώματα ἢ διαφορικὲς ἐξισώσεις; τὸν ρώτησα. Δυστυχῶς ὄχι, μοῦ ἅπαντα. Εἶμαι τῆς Φιλοσοφικῆς. Κρῖμα! διότι ἤξερα μία τέτοια ἀπόδειξη, εἶπα ἐμφανῶς ἀστειευόμενος. Ἔνιωσε ἀμήχανα καὶ κάπου σιώπησε γιὰ λίγο. Κοίταξε, τοῦ λέω. Συγγνώμη ποὺ σὲ πείραξα λιγάκι. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐξίσωση, οὔτε μαθηματικὴ ἀπόδειξη. Ἂν ἦταν κάτι τέτοιο, τότε ὅλοι οἱ μορφωμένοι θὰ τὸν πίστευαν. Νὰ ξέρεις, ἀλλιῶς προσεγγίζεται ὁ Θεός. Ἔχεις πάει ποτὲ στὸ Ἅγιον Ὄρος; Ἔχεις ποτὲ συναντήσει κανέναν ἀσκητή; Ὄχι, πάτερ, ἀλλὰ σκέπτομαι νὰ πάω, ἔχω ἀκούσει τόσα πολλά... Ἂν μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ πάω καὶ αὔριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νὰ πάω νὰ τὸν συναντήσω;

-Τί προτιμᾷς; Μορφωμένο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ζαλίσει, ἢ ἅγιο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ξυπνήσει;

-Προτιμῶ τὸν μορφωμένο. Τοὺς φοβᾶμαι τοὺς ἁγίους.

-Ἡ πίστη εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς. Γιὰ δοκίμασε μὲ κανέναν ἅγιο. Πῶς σὲ λένε; ρωτῶ. Γαβριήλ, μοῦ ἀπαντᾷ.

Τὸν ἔστειλα σὲ ἕναν ἀσκητή. Τοῦ περιέγραψα τὸν τρόπο προσβάσεως καὶ τοῦ ἔδωσα τὶς δέουσες ὁδηγίες. Κάναμε κι ἕνα σχεδιάγραμμα. Θὰ πᾶς, τοῦ εἶπα, καὶ θὰ ρωτήσεις τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Εἶμαι ἄθεος, θὰ τοῦ πεῖς, καὶ θέλω νὰ πιστεύσω. Θέλω μία ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ. Φοβᾶμαι, ντρέπομαι, μοῦ ἀπαντᾷ. Γιατί ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι τὸν ἅγιο καὶ δὲν ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι ἐμένα; ρωτῶ. Πήγαινε ἁπλὰ καὶ ζῆτα τὸ ἴδιο πρᾶγμα.

Σὲ λίγες μέρες, πῆγε καὶ βρῆκε τὸν ἀσκητὴ νὰ συζητάει μὲ κάποιον νέο στὴν αὐλή του. Στὴν ἀπέναντι μεριὰ περίμεναν ἄλλοι τέσσερις καθισμένοι σὲ κάτι κούτσουρα. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Γαβριὴλ βρῆκε δειλὰ τὴν θέση του. Δὲν πέρασαν περισσότερα ἀπὸ δέκα λεπτὰ καὶ ἡ συνομιλία τοῦ Γέροντα μὲ τὸν νεαρὸ τελείωσε.

Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Ἔχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Ἔχετε πιεῖ λίγο νεράκι; Εὐχαριστοῦμε, Γέροντα, ἀπήντησαν, μὲ συμβατικὴ κοσμικὴ εὐγένεια. Ἔλα ἐδῶ, λέει ἀπευθυνόμενος στὸν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Θὰ φέρω ἐγὼ τὸ νερό, πᾶρε ἐσὺ τὸ κουτὶ αὐτὸ μὲ τὰ λουκούμια. Καὶ ἔλα πιὸ κοντὰ νὰ σοῦ πῶ ἕνα μυστικό: Καλὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἄθεος, ἄλλα νὰ ἔχει ὄνομα ἀγγέλου καὶ νὰ εἶναι ἄθεος; Αὐτὸ πρώτη φορὰ μοῦ συμβαίνει.

Ὁ φίλος μας κόντεψε νὰ πάθει ἔμφραγμα ἀπὸ τὸν ἀποκαλυπτικὸ αἰφνιδιασμό. Ποῦ ἐγνώρισε τὸ ὄνομά του; Ποιὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸ πρόβλημά του; Τί, τελικά, ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ ὁ γέροντας;

- Πάτερ, μπορῶ νὰ σᾶς μιλήσω λίγο; Μόλις ποὺ μπόρεσε νὰ ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τὸ λουκούμι, πιὲς καὶ λίγο νεράκι καὶ πήγαινε στὸ πιὸ κοντινὸ μοναστήρι νὰ διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νὰ μιλήσουμε, δὲν γίνεται; Τί νὰ ποῦμε, ρὲ παλληκάρι; Γιὰ ποιὸν λόγο ἦλθες;

Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔνιωσα ἀμέσως νὰ ἀνοίγει ἡ ἀναπνοή μου, ἀφηγεῖται. Ἡ καρδιά μου νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πίστη. Ὁ μέσα μου κόσμος νὰ θερμαίνεται. Οἱ ἀπορίες νὰ λύνονται χωρὶς κανένα λογικὸ ἐπιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρὶς τὴν ὕπαρξη μιᾶς ξεκάθαρης ἀπάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αὐτομάτως ὅλα τὰ ἄν, τὰ γιατί, τὰ μήπως καὶ ἔμεινε μόνον τὸ πῶς καὶ τὸ τί ἀπὸ δῶ κι ἐμπρός.

Ὅ,τι δὲν τοῦ ἔδωσε ἡ σκέψη τῶν μορφωμένων, τοῦ τὸ χάρισε ὁ εὐγενικὸς ὑπαινιγμὸς ἐνὸς ἁγίου, ἀποφοίτου μόλις τῆς τέταρτης τάξης τοῦ δημοτικοῦ. Οἱ ἅγιοι εἶναι πολὺ διακριτικοί. Σοῦ κάνουν τὴν ἐγχείρηση χωρὶς ἀναισθησία καὶ δὲν πονᾷς. Σοῦ κάνουν τὴν μεταμόσχευση χωρὶς νὰ σοῦ ἀνοίξουν τὴν κοιλιά. Σὲ ἀνεβάζουν σὲ δυσπρόσιτες κορυφὲς δίχως τὶς σκάλες τῆς κοσμικῆς λογικῆς. Σοῦ φυτεύουν τὴν πίστη στὴν καρδιά, χωρὶς νὰ σοῦ κουράσουν τὸ μυαλό.


Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικολάου
Περιοδικὸ Πεμπτουσία, τ. 22, Δεκέμβριος 2006 - Μάρτιος 2007
Αποδελτίωση: www.nectarios.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...