Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

«Άνθρωπε, δεν έχεις ελπίδα!!!»



[...] Ας σταθούμε για κάμποση ώρα μόνοι με τον εαυτό μας. Ας αναλογιστούμε ό,τι ηχεί μέσα μας. Ίσως, αρκετοί από μας αισθανόμαστε ένα μακρύ ατέλειωτο κατάλογο αμαρτιών να διέρχεται κάθε μας κύτταρο, να εισχωρεί βαθιά στην καρδιά και τη σκέψη μας. Ένας κατάλογος που μας τυλίγει απειλητικά στην πνιγηρή του ατμόσφαιρα και κάνει τη ζωή μας να μοιάζει δίχως διέξοδο, χωρίς ελπίδα. Όταν νιώθουμε, ότι παντού γύρω και μέσα μας στήνουν χορό αμέτρητες αμαρτίες· όταν νομίζουμε πως η ζωή μας δεν είναι τίποτ' άλλο από ένα στείρο διάλογο με τις παγίδες που ο διάβολος στήνει ανάμεσα σε μας και τον Θεό· τότε, ορθώνεται μπροστά μας ο πιο καίριος πειρασμός. Είναι ο τελευταίος πειρασμός πριν από το σωτήριο βήμα. Αυτός ο πειρασμός έχει δύο όψεις. 

Με τη μια του όψη μοιάζει να μας λέει: «Η γη είναι γεμάτη αμαρτίες, οι άνθρωποι κατακλύζονται από αυτές. Ό,τι κι αν κάνεις κινδυνεύεις, κινδυνεύεις από τους άλλους ανθρώπους, κινδυνεύεις από τη σχέση σου μαζί τους, κινδυνεύεις απ' ό,τι δημιούργησε ο Θεός, κινδυνεύεις, κινδυνεύεις... Δεν σου μένει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει άλλη λύση, παρά μόνο μία: Να αποφεύγεις την ανθρώπινη συναναστροφή, να τρέμεις κάθε σου επαφή με τον κόσμο που μας περιβάλλει. Δεν σου μένει παρά να νιώθεις βαρύ πάνω σου το χέρι ενός αδυσώπητου τιμωρού Θεού.»

Κι έρχεται ο ίδιος πειρασμός με την άλλη όψη του που μας κραυγάζει: «Άνθρωπε, μη φοβάσαι τίποτα· δεν υπάρχουν αμαρτίες, δεν υπάρχει διάβολος. Αυτά είναι εφευρέσεις των παπάδων για να κατευθύνουν τη ζωή μας. Μην τους ακούς. Ζήσε και γλέντησε τη ζωούλα σου· κάνε ό,τι επιθυμεί η καρδιά σου· μη σταματάς σε κανένα εμπόδιο. Δεν υπάρχει αμαρτία· υπάρχει μονάχα ό,τι σε ευχαριστεί. Μια ζωή την έχεις· γλέντα την κι ας καταστραφεί όλος ο κόσμος, φτάνει να ζήσεις εσύ.»

Ο ίδιος πειρασμός με τις δύο του μορφές μοιάζει να μας λέει εντελώς αντίθετα πράγματα: από τη μια «τα πάντα είναι αμαρτία», από την άλλη «τίποτα δεν είναι αμαρτία». Κι όμως αυτές οι δύο τόσο αντιφατικές απόψεις δεν λένε παρά μονάχα ένα και το αυτό πράγμα: «Άνθρωπε, δεν έχεις ελπίδα!» Κι εδώ είναι το μέγιστο ψεύδος, και η μεγάλη παραπλάνηση αυτού του πειρασμού. Και με τη μία όψη και με την άλλη έχει ως στόχο να μας απελπίσει· να μας κόψει κάθε ελπίδα σχέσεως με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.  

Γιατί αν παντού τα πάντα είναι αμαρτία, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα· το μόνο που σου μένει είναι να τρέμεις τον Θεό και να φυλάγεσαι από τους ανθρώπους. Δηλαδή, δεν έχεις ελπίδα ούτε τον Θεό να συναντήσεις (αφού Τον τρέμεις, θα κρύβεσαι σαν τον Αδάμ όταν άκουσε τη φωνή Του), ούτε με τους άλλους ανθρώπους θα μπορείς να σχετισθείς (εφ' όσον αποτελούν κίνδυνο να αμαρτήσεις).

Και πάλι, αν «τίποτα δεν είναι αμαρτία», το ίδιο ανέλπιδο αποτέλεσμα ακολουθεί. Γιατί όταν ζούμε όπως μας ευχαριστεί χωρίς να υπολογίζουμε κανένα, τότε αναπόφευκτα δεν μπορούμε ούτε τον Θεό, ούτε τους ανθρώπους να αγαπήσουμε. Πώς να αγαπήσεις κάποιους όταν δεν ενδιαφέρεσαι γι' αυτούς;

[...] Ανάμεσα στην απελπισία του «τα πάντα είναι αμαρτία» και του «τίποτα δεν είναι αμαρτία», υπάρχει η χρυσή οδός της Εκκλησίας του Χριστού. Ο Χριστός ήρθε να συναντήσει τον αμαρτωλό άνθρωπο. Γνωρίζει καλά ότι είναι αδύνατο να μην είναι κανείς αμαρτωλός. Δεν μας ζητάει λοιπόν να γίνουμε αναμάρτητοι για να συναντηθούμε μαζί Του. Αρκεί να έχουμε μια συναίσθηση αμαρτωλότητας και εμπιστοσύνης στη χάρη του Θεού. Εκεί που σε μας τα πάντα φαίνονται αδύνατα, για τον Θεό όλα είναι δυνατά. «Τὰ ἀδύνατα παρ' ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι.» 

Το μυστήριο της μετανοίας και της εξομολογήσεως είναι όντως μυστήριο. Προσέρχεται κανείς σ' αυτό μ' ένα στοιχειώδες αίσθημα αμαρτωλότητος και μετά την εξομολόγηση αισθάνεται  εντονότερα αμαρτωλός. Σιγά-σιγά όμως, αν έχει αγαθή προαίρεση, μαθαίνει με τρόπο μυστηριακό, ότι όση άβυσσο κι αν κρύβει η ψυχή του, ο Χριστός είναι εκεί κοντά του, μέσα του· τον δέχεται και τον αγαπάει, έτσι όπως είναι -αμαρτωλό. Το μυστήριο της μετανοίας κι εξομολογήσεως μάς φανερώνει πόσο αμαρτωλοί είμαστε και ταυτόχρονα γεννοβολάει μέσα μας την ελπίδα. Μέσα στην εξομολόγηση μαθαίνουμε πόσο δύσκολη και οδυνηρή είναι η πραγματική μετάνοια· όμως μαζί μ' αυτήν τη γνώση θεριεύει το θάρρος να συναντήσουμε τον Χριστό, έτσι ακριβώς όπως είμαστε: αμαρτωλοί γεμάτοι ελπίδα· αποτυχημένοι γεμάτοι πίστη· φίλοι Του αγαπημένοι, με θάρρος στην αγάπη Του, με ελπίδα στη χάρη Του.

Και αν ακόμα ο φόβος και η αμφιβολία φωλιάζουν στην ψυχή μας, ας ακούσουμε τη φιλάνθρωπη φωνή Του: 
«Ἐγὼ πατήρ, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφεύς, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ. Μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ δουλεύσω. Ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος καὶ ξένος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφὸς καὶ μήτηρ. Πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ, καὶ ἀλήτης διὰ σέ, ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ διὰ σέ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ, ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις;»

Αρχιμ. Νεκτάριος Αντωνόπουλος, Επιστροφή: Μετάνοια και εξομολόγηση, επιστροφή στον Θεό και στην Εκκλησία Του, εκδ. Ακρίτας, 2007, σ. 96-100.

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Εσύ ποιος ληστής θέλεις να είσαι;



[...] Ας στρέψουμε το βλέμμα μας στον Γολγοθά, εκεί όπου ο Υιός του Θεού σήκωσε την αμαρτία του κόσμου και με το αίμα Του μας λύτρωσε από τη δουλεία της. Στον Γολγοθά στάθηκαν τρεις σταυροί, σύμβολα των ανθρώπινων σταυρών. Όλοι οι άνθρωποι σηκώνουν στη ζωή τους κάποιο σταυρό, που μοιάζει μ' έναν απ' αυτούς τους τρεις.

  • Οι λίγοι, οι άγιοι, οι φίλοι κι εκλεκτοί του Θεού, σηκώνουν τον σταυρό του Χριστού. 
  • Αρκετοί σηκώνουν τον σταυρό του δεξιού ληστή, τον σταυρό της μετάνοιας, που τον οδήγησε στη σωτηρία. 
  • Οι πολλοί, δυστυχώς, σηκώνουν τον σταυρό του αριστερού ληστή, τον σταυρό της αμετανοησίας, που τον οδήγησε στην απώλεια.
Εμείς ας σηκώσουμε τουλάχιστον τον σταυρό του δεξιού ληστή, που ήταν άσωτος και ληστής όχι μόνο στην αμαρτία, αλλά και στη μετάνοια. Γι' αυτό και «λήστεψε» ακόμη και τον παράδεισο! Είτε το δεχόμαστε, είτε όχι, είμαστε όλοι «ληστές». Τουλάχιστον ας γίνουμε «δεξιοί ληστές»!


Αρχιμ. Νεκτάριος Αντωνόπουλος, Επιστροφή: Μετάνοια και εξομολόγηση, επιστροφή στον Θεό και στην Εκκλησία Του, εκδ. Ακρίτας, 2007, σ. 95.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως


Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1846 στη Σηλυβρία της Τουρκοκρατούμενης Θράκης, από ευσεβείς και φτωχούς γονείς -τους Δήμο (Δημοσθένη) και Μπαλού (Βασιλική) Κεφαλά. Ο πατέρας του καταγόταν από τα Ιωάννινα, ναυτικός στο επάγγελμα, και η μητέρα του καταγόταν από την Σηλυβρία. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας και είχε πέντε ή έξη αδέρφια. Κατά την βάπτιση του, του δόθηκε το όνομα Αναστάσιος. Τα πρώτα γράμματα μαζί με χριστιανικές διδαχές τα έλαβε από τη μητέρα του. Στη Σηλυβρία τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο. Ήταν ένα ευφυέστατο παιδί με πολύ καλή μνήμη, που έδειξε την διδασκαλική και θεολογική του κλίση από πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε ηλικία μόλις επτά ετών, έραβε φύλλα χαρτιού μεταξύ τους με σκοπό να φτιάξει βιβλία για να γράψει σε αυτά τα λόγια του Θεού, όπως ο ίδιος είπε στη μητέρα του.

Κατόπιν μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε στην αρχή σε καπνοπωλείο, τόσο για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του όσο και για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκείνο τον καιρό άρχισε να μελετά και να συλλέγει ρητά και αποφθέγματα Αγίων Πατέρων και κλασικών φιλοσόφων, τα οποία αποτέλεσαν το δίτομο βιβλίο «Ιερών και φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα», που εξέδωσε το 1895. Τα συγκέντρωνε όχι μόνο για δική του χρήση αλλά και για να μπορέσει να τα μεταφέρει στους συνανθρώπους του και να τους ωφελήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλευράς του χαρακτήρα του είναι ότι έγραφε κάποια από αυτά τα γνωμικά στις χάρτινες καπνοσακούλες του καπνοπωλείου, ώστε να τα διαβάσουν και να ωφεληθούν όσοι τις χρησιμοποιούσαν. Η πρακτική αυτή, έλυνε και το πρόβλημα της δημοσίευσης τους από εκείνον, ελλείψει χρηματικών πόρων.

Πριν ακόμα συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας του, προσελήφθηκε ως παιδονόμος στο, εν Κωνσταντινούπολη, σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου (διευθυντής του σχολείου αυτού ήταν ο θείος του -από την πλευρά της μητέρας του- Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) όπου συνέχισε τις σπουδές του, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν διδάσκοντας τις μικρότερες τάξεις. Την ίδια περίοδο έλαβε χώρα και το πρώτο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου. Ενώ βρισκόταν σε ιστιοφόρο και ταξίδευε για να πάει από την Κωνσταντινούπολη στην ιδιαίτερη πατρίδα του -για να γιορτάσει μαζί με την οικογένεια του τα Χριστούγεννα- έπιασε μεγάλη τρικυμία. Με την παραίνεση και τις προσευχές όμως του Αγίου, το πλοίο κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του και έτσι γλίτωσαν την ζωή τους οι συνεπιβάτες του και φυσικά ο ίδιος.

Μετά την Κωνσταντινούπολη ήρθε η σειρά της Χίου να φιλοξενήσει τον «Άγιο του 20ου αιώνα». Στην αρχή εργάστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λιθί, ενώ παράλληλα κήρυττε σε Ιερούς ναούς της περιοχής. Μετά την πάροδο επτά ετών, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην «Νέα Μονή», της Χίου, σε ηλικία 27 ετών. Τρία χρόνια αργότερα έγινε μοναχός (στις 7 Νοεμβρίου 1876) και έλαβε το όνομα Λάζαρος, ενώ άρχισε να εργάζεται ως γραμματέας του μοναστηριού. Λίγους μήνες αργότερα (στις 15 Ιανουαρίου 1877) χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο. Κατά τη χειροτονία του, ήταν που έλαβε το όνομα Νεκτάριος.

Το ίδιο έτος (1877) έφυγε από την Νέα Μονή με άδεια και πήγε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι τα έξοδα των σπουδών του αυτών, κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη -ο Ιωάννης και ο Δημοσθένης Χωρέμης. Στο νησί της Χίου επέστρεψε μετά από τρία έτη, έχοντας στις αποσκευές του το πτυχίο του Γυμνασίου.

Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1882 μετέβη στην Αλεξάνδρεια όπου παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Σωφρόνιο και του εξέθεσε την επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του, δίνοντας του και μια συστατική επιστολή από τον Ηγούμενο της Νέας Μονής, Νικηφόρο. Ο Σωφρόνιος όντως τον βοήθησε (αναλαμβάνοντας το Πατριαρχείο τα ένα μέρος από τα έξοδα των σπουδών, τα υπόλοιπα τα κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη) θέτοντας του όμως ως όρο μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και να εργαστεί για το Πατριαρχείο.

Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος, πήρε για άλλη μια φορά τον δρόμο για την Αθήνα όπου γράφτηκε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα.
Ήταν τέλη του 1885 ή αρχές του 1886 όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή Αθηνών. Φτάνοντας εκεί ανέλαβε αμέσως καθήκοντα ιεροκήρυκα. Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Σάββα από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ανήλθε στο αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εργάστηκε ως γραμματέας του Πατριαρχείου και κατόπιν ως Πατριαρχικός Επίτροπος στο Κάιρο.

Τον Ιανουάριο του 1889 ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, αναγνωρίζοντας την αξία του Αγίου και βλέποντας την αγάπη με την οποία τον περιέβαλαν οι πιστοί, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ο Άγιος ασκούσε τα καθήκοντα του με ζήλο και υποδειγματικό τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ποίμνιο του να τον αγαπά όλο και περισσότερο, ενώ -στον αντίποδα- κάποιοι στο Πατριαρχικό περιβάλλον άρχισαν να τον συκοφαντούν -ζήλευαν την αγάπη που του είχαν οι χριστιανοί αλλά και το μεγαλείο του χαρακτήρα του.

Οι συκοφάντες έριξαν τους σπόρους τους, κι εκείνοι βρήκαν γόνιμο έδαφος στον υπερήλικο Πατριάρχη και φύτρωσαν. Αποτέλεσμα; Να αφαιρεθούν από τον Άγιο Νεκτάριο τα αξιώματα του, και να του επιτραπεί μόνο να διαμένει στο δωμάτιο του, χωρίς να μπορεί να κινείται στην περιοχή του Καΐρου και στις γύρω κωμοπόλεις. Οι συκοφάντες όμως δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Συνέχισαν το βδελυρό τους έργο και έτσι, στις 11 Ιουλίου του 1890 εκδόθηκε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας «απολυτήριο», με το οποίο υποχρέωναν τον Άγιο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο, παρόλο που εκείνος είχε συμμορφωθεί απόλυτα και χωρίς διαμαρτυρίες στις εντολές του Σωφρόνιου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «απολυτήριο» δεν ήταν σύμφωνο με τους κανόνες της Εκκλησίας -δεν είχε γίνει εκκλησιαστική δίκη- αλλά και δεν του καταβλήθηκαν οι μισθοί που του χρωστούσε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας από την μέρα που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως έως και την ημέρα που τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από την Αίγυπτο.

Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος πήρε για τρίτη φορά τον δρόμο για την Αθήνα. Οι συκοφάντες είχαν πετύχει το στόχο τους. Από την στιγμή που έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα, άρχισε να αναζητά κάποια θέση που θα του επέτρεπε να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του στους ανθρώπους. Μετά από ένα χρόνο -δύσκολο λόγω της άσχημης οικονομικής του κατάστασης- διορίστηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος ιεροκήρυκας Ευβοίας, στις 15 Φεβρουαρίου του 1891. Κοντά στους εκεί χριστιανούς έμεινε δυόμιση χρόνια, έως τον Αύγουστο του 1893, όπου μετατέθηκε στο νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Στην νέα του θέση παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.

Το ήθος του, ο εξαίσιος χαρακτήρας του, η ευσέβεια του, αλλά και οι πράξεις του, έκαναν το ποίμνιο του να τον αγαπά σαν πατέρα και την φήμη του να εξαπλώνεται συνεχώς. Όταν αυτή η φήμη έφτασε στα αρμόδια "αφτιά", στην Αθήνα, αποφασίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος να διοριστεί διευθυντής της Ριζαρείου σχολής, πράγμα που έγινε τον Μάρτιο του 1894. Στη διεύθυνση της Ριζαρείου παρέμεινε για 14 ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτών των ετών έδωσε νέα πνοή στο ίδρυμα και βοήθησε στην εκπαίδευση και την ανάδειξη πλήθους κληρικών και επιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε -με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση- το συγγραφικό του έργο. Μια ασχολία που τον συνόδευε από τα νεανικά του χρόνια και που χάρισε σε εμάς πνευματικούς θησαυρούς γεννημένους στο μυαλό και την ψυχή του Αγίου Νεκταρίου.

Τις περισσότερες ώρες της ημέρας εργαζόταν για τις ανάγκες της σχολής και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του τον μοίραζε στην προσευχή, στην μελέτη, στην συγγραφή και στην αγαπημένη του ασχολία: την φροντίδα λουλουδιών και δέντρων.

Κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών της σχολής, το καλοκαίρι του 1898, ο Άγιος Νεκτάριος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, όπου και περιόδευσε στις εκεί μονές για σχεδόν δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό μελέτησε εκτενώς τα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των μονών, προς αναζήτηση υλικού για τις επιστημονικές εργασίες του.

Παράλληλα με τα καθήκοντα του διευθυντού της Ριζαρείου, αναλαμβάνει και φιλανθρωπική δράση συνδράμοντας όσους είχαν ανάγκη σε πνευματικό και υλικό επίπεδο. Η έντονη σωματική και πνευματική δράση εκείνων των ετών, έδρασε αρνητικά την υγεία του Αγίου, ο οποίος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Τότε ήταν που στο μυαλό του γεννήθηκε η ιδέα της επιστροφής στον μοναστικό βίο και ζήτησε από την Νέα Μονή Χίου το απολυτήριο του, ώστε να μπορέσει να μονάσει όπου ήθελε. Το εν λόγω απολυτήριο εστάλη από την Νέα Μονή στον Άγιο Νεκτάριο στις 24 Νοεμβρίου του 1900.

Όταν κάποια στιγμή ο Άγιος γνωρίστηκε με την Χρυσάνθη Στρογγυλού (μετέπειτα Ηγουμένη Ξένη), μια τυφλή και ευσεβή γυναίκα, μπήκε το πρώτο λιθαράκι για την δημιουργία της μονής στην Αίγινα. Η Χρυσάνθη μαζί με μερικές ακόμα γυναίκες επιθυμούσαν να μονάσουν και αναζητούσαν ένα πνευματικό οδηγό, τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Με παραίνεση του άρχισαν να αναζητούν τόπο για την δημιουργία ενός μοναστηριού, και τελικά κατέληξαν σε μια ερειπωμένη μονή -αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και διαλυμένη από το 1834 με διάταγμα των Βαυαρών- στην Αίγινα. Όταν επισκέφθηκε και ο Άγιος τον τόπο εκείνο, αποφασίστηκε να επισκευαστούν τα παλαιά κτήρια της μονής και να ξανατεθεί το μοναστήρι σε λειτουργία. Οι εργασίες για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν το 1904, η μονή θα ήταν αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Ο Άγιος από την Αθήνα -ήταν ακόμα διευθυντής στη Ριζάρειο- καθοδηγούσε τις μοναχές και όποτε έβρισκε χρόνο επισκεπτόταν την μονή στην οποία έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας πλέον αποφασίσει να αποσυρθεί στο μοναστήρι της Αίγινας και να ασχοληθεί με την οργάνωση του και την πνευματική καθοδήγηση των καλογριών που το στελέχωναν, υπέβαλε την παραίτηση του στο διοικητικό συμβούλιο της Ριζαρείου στις 7 Φεβρουαρίου του 1908. Η παραίτηση έγινε δεκτή από το συμβούλιο, το οποίο τον συνταξιοδότησε -ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου του- με το σημαντικό για την εποχή ποσό, των 250 δραχμών το μήνα.

Στη μονή εγκαταστάθηκε μετά το Πάσχα του ιδίου έτους, μιας και παρέμεινε στην θέση του διευθυντή της Ριζαρείου μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης. Με δικά του έξοδα έκτισε μια μικτή οικία, πλησίον αλλά εκτός της μονής, στην οποία θα κατοικούσε. Αξιοσημείωτο είναι ότι έλαβε ενεργά μέρος στο κτίσιμο, κουβαλώντας χώμα ή λάσπη και σκάβοντας, βοηθώντας τους τεχνίτες. Ποτέ, σε όλη του τη ζωή, δεν θεώρησε κάποια εργασία ανάξιά του. Πάντα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, με ιδιαίτερη χαρά, ζήλο και ταπεινοφροσύνη!

Μια υπόθεση στην οποία αφιέρωσε κόπο και χρόνο ήταν αυτή της επίσημης αναγνώρισης της Μονής από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αναγνώριση που τελικά επιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά την κοίμηση του, και ανακοινώθηκε στις μοναχές με επιστολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στις 15 Μαΐου του 1924.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έπασχε από χρόνια προστατίτιδα, η οποία του δημιουργούσε αφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στις συστάσεις των γιατρών και ήρθε στην Αθήνα στο Αρεταίειο νοσοκομείο. Εκεί νοσηλεύτηκε -στον 2ο θάλαμο του 2ου ορόφου (ήταν θάλαμος Γ θέσης: απορίας)- για δύο σχεδόν μήνες. Στο πλευρό του, καθ' όλη την διάρκεια της νοσηλείας του, ήταν συνεχώς -και εναλλάσσονταν σε βάρδιες- οι μοναχές Ευφημία και Αγαπία. Τελικά γύρω στα μεσάνυχτα της 8ης προς 9ης Νοεμβρίου του 1920 ανεχώρησε για τους Ουρανούς, σε ηλικία 74 ετών.

Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στην Αίγινα και από το λιμάνι μέχρι την Μονή το μετέφεραν στα χέρια τους οι πιστοί. Όλο το νησί θρηνούσε μα περισσότερο απ' όλους οι μοναχές που έχασαν τον Πατέρα και Οδηγό τους. Το ιερό του σκήνωμα ήδη είχε αρχίσει να αναδίδει ευωδία. Η ταφή του, έγινε στο προαύλιο της Μονής δίπλα στο αγαπημένο του πεύκο.

Όταν μετά από έξι μήνες άνοιξαν το μνήμα για να τοποθετηθεί μια επιτύμβια πλάκα -δωρεά της Ριζαρείου- το σκήνωμα του εξακολουθούσε να ευωδιάζει χωρίς να παρουσιάζει το παραμικρό σημάδι αλλοίωσης. Ενάμιση χρόνο αργότερα το μνήμα ξανανοίχτηκε και το ιερό σκήνωμα του εξακολουθούσε να παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον. Το ίδιο συνέβη και τρία χρόνια μετά την κοίμηση του. Συνολικά το σκήνωμα του παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για είκοσι ολόκληρα χρόνια!

Τριάντα δύο χρόνια, δε, μετά την κοίμηση του έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953, από τον Μητροπολίτη Προκόπιο. Η επίσημη αναγνώριση του, ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, έγινε το 1961 με Πατριαρχική Συνοδική Πράξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τότε καθορίστηκε και η 9η Νοεμβρίου ως ημέρα εορτής του Αγίου Νεκταρίου.

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Το θαύμα της Σπιναλόγκας

[...] Συνήθως λένε πως ο Θεός οργίζεται με τους ανθρώπους. Στη Σπιναλόγκα όμως για χρόνια ένιωθες πως συνέβαινε τ' αντίθετο. Οι Χανσενικοί ήταν οργισμένοι με τον Θεό. Ένας Γεραπετρίτης παπάς τόλμησε να τους επισκεφθεί και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί συντροφιά με τους νέους του κατοίκους. Λένε πως στην πρώτη λειτουργία δεν πάτησε ψυχή. Οι λεπροί άκουγαν πεισμωμένοι από τα κελιά τους την ψαλμωδία, κι άλλοτε την σκέπαζαν με τα βογκητά τους κι άλλοτε με τις κατάρες τους. Ο ιερέας όμως ξαναπήγε. Στη δεύτερη τούτη επίσκεψη ένας από τους ασθενείς πρόβαλε θαρρετά στο κατώφλι του ναού. 

- Παπά, θα κάτσω στην λειτουργία σου μ' έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις. Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις την κατάλυση και δεν θα φοβηθείς τη λέπρα μου. 

Ο ιερέας έγνευσε συγκαταβατικά.

Στα κοντινά κελιά ακούστηκε η κουβέντα κι άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι στο πλάι του ναού, εκεί που ήταν ένα μικρό χάλασμα, με λιγοστή θέα στο ιερό. Παραμόνευσαν οι Χανσενικοί στο τέλος της λειτουργίας κι είδαν τον Παπά δακρυσμένο και γονατιστό στην Αγία Τράπεζα να κάνει την κατάλυση.

Πέρασε μήνας. Οι Χανσενικοί τον περίμεναν. Πίστευαν πως θα 'ρθει τούτη τη φορά ως ασθενής κι όχι ως ιερέας.

Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής και ροδαλός κι άρχισε με ηθικό αναπτερωμένο να χτυπά την καμπάνα του παλιού ναΐσκου. Έκτοτε και για δέκα τουλάχιστον χρόνια η Σπιναλόγκα είχε τον ιερέα της. Οι Χανσενικοί αναστύλωσαν μόνοι τους της εκκλησία και συνάμα αναστύλωσαν και την πίστη τους. Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν πως το «θαύμα της Σπιναλόγκας» συνέβαινε ξανά και ξανά. [...]



Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Οι ιδιοτροπίες και οι φοβίες μας



- Γέροντα, αυτός που σιχαίνεται, γιατί το παθαίνει;
- Πες μου, εσύ τι σιχαίνεσαι;
- Όλα τα σιχαίνομαι.
-Τότε όλα σ' εσένα θα έρχονται! Και τα σκουλήκια στα φρούτα ή στα όσπρια και καμιά τρίχα στο ψωμί κ.λπ.
- Έτσι γίνεται, Γέροντα!
- Δόξα Σοι ο Θεός! Βλέπεις πόσο σε βοηθάει ο Θεός για να το ξεπεράσεις;
- Από τον λογισμό δεν ξεκινάει, Γέροντα, αυτό; Ας πούμε ότι βρήκε η αδελφή μια τρίχα. Ας τη βγάλει στην άκρη.
- Αυτό είναι ευλογία! Δώσ' την σ' εμένα, να την πάρω εγώ ευλογία!...

Αχ! Θυμάμαι, μια φορά στο Σινά πηγαίναμε κάπου με έναν μοναχό και του έδωσα δυο ροδάκινα. Τον βλέπω, δεν τα τρώει. Ήθελε να πάει να τα πλύνει για να τα φάει, και τα κρατούσε στα χέρια, μην τα βάλει στην τσέπη και κολλήσουν μικρόβια και από την τσέπη!

Ο αδελφός του που είχε οκτώ παιδιά μού έλεγε: Περισσότερο σαπούνι ξοδεύει αυτός, για να πλύνει τα χέρια του, παρά η γυναίκα μου με τα οκτώ παιδιά που πλένει! Και να δείτε τι έπαθε! Εκεί στο Σινά έδιναν σε κάθε καλόγερο και έναν Βεδουΐνο, για να τον εξυπηρετεί, να του πηγαίνει το φαγητό κ.λπ.Ο Βεδουΐνος που έδωσαν σ' αυτόν ήταν ο πιο βρώμικος απ' όλους. Κατάμαυρος! Μύριζαν τα
ρούχα του, μύριζε ολόκληρος. Μια εβδομάδα έπρεπε να τον βάλεις στο μουσκιό, για να καθαρίσει! Τα χέρια του ήταν..., μην τα ρωτάς! Έπρεπε να τα ξύσεις με τη σπάτουλα! Εν τω μεταξύ, όταν έπιανε το τσανάκι, για να του πάει το φαγητό, έβαζε τα δυο του δάχτυλα μέσα. Φύγε, φύγε..., του φώναζε εκείνος, μόλις τον έβλεπε. Τελικά αυτός ο μοναχός ούτε δυο εβδομάδες δεν κάθισε στο Σινά κι έφυγε.

Θυμάμαι, και στο Κοινόβιο είχαμε έναν μοναχό που ως λαϊκός ήταν νωματάρχης. Τον είχαν βάλει διαβαστή, γιατί ήταν μορφωμένος. Τόσα χρόνια ήταν στο μοναστήρι και σιχαινόταν. Πού να αγγίξει πόμολο! Με το πόδι άνοιγε την πόρτα ή σκουντούσε το μάνταλο με τον αγκώνα και μετά καθάριζε με οινόπνευμα το μανίκι που το ακούμπησε! Ακόμη και την πόρτα της εκκλησίας με το πόδι την άνοιγε. Και επέτρεψε ο Θεός, όταν γέρασε, να σκουληκιάσουν τα πόδια του, ιδίως το ένα με το όποιο άνοιγε τις πόρτες. Ήμουν παρανοσοκόμος, όταν ήρθε για πρώτη φορά στο νοσοκομείο της Μονής με δεμένο το πόδι. Μου είπε ο νοσοκόμος να το λύσω και εκείνος πήγε να φέρει κάτι γάζες. Όταν το άνοιξα, τι να δω! Πω, πω, ήταν γεμάτο σκουλήκια! Πήγαινε στην θάλασσα, του λέω, πλύν' το, να φύγουν τα σκουλήκια, και έλα να κάνουμε αλλαγή. Πού είχε φθάσει! Τι τιμωρία! Εγώ τα έχασα. Μου λέει ο νοσοκόμος: Κατάλαβες από τι είναι αυτό; Κατάλαβα, του λέω, επειδή ανοίγει την πόρτα με το πόδι!

- Και σ' αυτήν την κατάσταση, Γέροντα, συνέχιζε να ανοίγει την πόρτα με το πόδι;
- Ναι, με το πόδι! Και είχε γεράσει καλόγερος!
- Δεν το κατάλαβε;
- Δεν ξέρω. Μετά πήγα στη Μονή Στομίου στην Κόνιτσα. Τι θάνατο είχε, ποιος ξέρει! Και έβλεπες, εκεί στο Κοινόβιο μερικοί νέοι μοναχοί πήγαιναν και έτρωγαν από το περίσσευμα που άφηναν στα πιάτα τους τα γεροντάκια, για να πάρουν ευλογία! Μάζευαν τα περισσεύματα των κλασμάτων. Ή άλλοι ασπάζονταν το πόμολο, γιατί τα ακούμπησαν οι Πατέρες, και αυτός, όταν προσκυνούσε τις εικόνες, μόλις που ακουμπούσε το μουστάκι του στην εικόνα. Και το μουστάκι τι θα τραβούσε μετά με το οινόπνευμα!

- Όταν, Γέροντα, κάτι τέτοιο γίνεται σε ιερά πράγματα, δεν είναι ανευλάβεια;
- Μα από 'κεί ξεκινάει κανείς και φθάνει πιο πέρα. Έφθασε στο σημείο να μην την προσκυνάει, γιατί φοβόταν μήπως εκείνος που προσκύνησε πριν από αυτόν την εικόνα είχε καμιά αρρώστια!
- Δηλαδή, για να μη σιχαίνεται κανείς, δεν πρέπει να δίνει σημασία;
-Τις σαβούρες που τρώνε οι άνθρωποι δεν τις βλέπουν! Άμα κάνει κανείς τον σταυρό του, είτε φοβία έχει είτε νοσοφοβία, βοηθάει μετά ο Χριστός. Εκεί στο Καλύβι πόσοι περνάνε που έχουν διάφορες αρρώστιες! Και μερικοί απλοί κάνουν τον σταυρό τους, οι καημένοι, παίρνουν το κύπελλο που έχω εκεί και πίνουν νερό. Οι άλλοι που φοβούνται δεν το αγγίζουν. 

Ήρθε πριν από λίγες μέρες κάποιος που είχε πολύ μεγάλη θέση σε κάποια υπηρεσία. Τόσο φοβάται ο καημένος τα μικρόβια, που έχει ασπρίσει τα χέρια του, για να τα καθαρίζει με το οινόπνευμα. Ακόμη και το αυτοκίνητο του το τρίβει με οινόπνευμα! Τον λυπήθηκα!

Ξέρεις τι είναι να έχει τέτοια θέση και να κινείται έτσι; Του έδωσα λουκούμι, και δεν το πήρε, επειδή το έπιασα. Αλλά και στο κουτί να ήταν, πάλι δεν θα το έπαιρνε, γιατί θα σκεφτόταν ότι και στο κουτί θα το έβαλε κάποιος άλλος με τα χέρια του. Παίρνω το λουκούμι, το τρίβω στα παπούτσια του και το τρώω. Του έκανα κάμποσα τέτοια και τρόμαξα να τον κάνω να ελευθερωθεί λίγο από αυτό.

Να, και σήμερα ήρθε εδώ μια κοπέλα που είχε νοσοφοβία. Και όταν μπήκε μέσα δεν πήρε ευχή, γιατί φοβόταν μην κόλλησει μικρόβια, και όταν έφυγε, έπειτα από τόσα που της είπα, για να τη βοηθήσω, πάλι δεν πήρε ευχή. Δεν σου φιλώ το χέρι, μου λέει, γιατί φοβάμαι μην κολλήσω μικρόβια! Τι να πεις; Κάνουν έτσι μαύρη τη ζωή τους.



Πηγή: Γέρων Παΐσιος, Λόγοι Γ': Πνευματικός αγώνας, εκδ. Ι.Η. Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
Αποδελτίωση: ιστολόγιο Γέρων Παΐσιος (19/6/2010)

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Η ευλογία των εντολών


Είναι αλήθεια ότι η εποχή μας αδικεί μια μεγάλη ευλογία που έχει δώσει ο Θεός: την ευλογία των εντολών. Θεωρεί ότι η τήρηση των εντολών αποτελεί μια μηχανική, επιφανειακή ηθική και ότι ο λόγος περί τηρήσεως των εντολών είναι μία ηθικολογία που προάγει τον ευσεβισμό. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Αν προσέξουμε ,θα δούμε ότι και το Ευαγγέλιο και η πατερική γραμματολογία και η εμπειρία της Εκκλησίας είναι γεμάτα από προτροπές για τήρηση των εντολών και προσδιορίζουν την αγιότητα – μεταξύ άλλων- και ως έκφραση της τηρήσεως των εντολών∙ «εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», λέει ο ίδιος ο Κύριος. Η προσπάθεια τηρήσεως των εντολών μας μεταφέρει από την αμφιβολία και τους επικίνδυνους ακροβατισμούς των «βιωμάτων», στην πραγματικότητα των αδυναμιών μας.

Διαβάζουμε συχνά ένα βιβλίο, κάνουμε μα ωραία συζήτηση, μιλάμε για τον πλατυσμό της καρδιάς, για τις αναρριχήσεις του νοός, για τις πνευματικές αναβάσεις, και μετά από λίγο μας διακόπτει ο άντρας ή η γυναίκα μας στο σπίτι και αντιδρούμε με ένταση και εκνευρισμό. Τι έννοια έχουν τότε όλες αυτές οι συζητήσεις; Κρατάμε το κομποσχοίνι στο χέρι, τηρούμε ίσως τις νηστείες, επειδή έτσι μάθαμε, αλλά δεν μπορούμε να τηρήσουμε τις εντολές της αγάπης, της υπομονής, της αμοιβαίας ανοχής ,της συγχωρητικότητας. Και παρατηρείται το εξής φαινόμενο: Ενώ εμφανιζόμαστε με μια μοναχικού χαρακτήρα παραδοσιακότητα, είμαστε πολύ σκληρόκαρδοι άνθρωποι. Αυτό που μαλακώνει την ψυχή σαν σφυρί που τη χτυπάει, είναι οι εντολές και ο αγώνας τους.

Οι εντολές υπάρχουν για δύο λόγους: Πρώτον, για να μας ταπεινώνουν και, δεύτερον, για να μας δείχνουν την πορεία μας.

Πόσο αγώνα έχει μία εντολή! Πόση προσπάθεια! Είναι πιο εύκολο να διαβάσουμε ένα κομμάτι από τη Φιλοκαλία ή τα Ασκητικά του Αββά Ισαάκ, να νομίσουμε ότι το καταλάβαμε και να αισθανθούμε ότι φτάσαμε σε μια δήθεν «πνευματική κατάσταση», από το να προσπαθήσουμε να μην πούμε ένα ψέμα από αυτά που αποκαλούμε συμβατικά ψέματα, ή από το να δεχθούμε το παιδί μας όπως είναι, ή να ανεχθούμε τους γονείς μας, ή αμοιβαία ο ένας τον άλλο. Βλέπουμε λοιπόν, ότι όταν προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές δυσκολευόμαστε πολύ. Κι έτσι, ταπεινωνόμαστε ενώπιόν τους.

Οι εντολές όμως , πέρα από το γεγονός ότι μας ταπεινώνουν, λειτουργούν και ως οδοδείκτες στην πορεία μας. Βλέπει κανείς πολλές φορές στους ορεινούς δρόμους να υπάρχουν στα δεξιά και αριστερά της ασφάλτου, πάσσαλοι με φθορίζουσα ύλη πάνω τους, ώστε να δείχνουν το δρόμο, όταν αυτός καλύπτεται από τα χιόνια. Το ίδιο κάνουν και οι εντολές ∙ μας δείχνουν που πορευόμαστε.

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να αναζητήσει κανείς, με τη συμπαράσταση του πνευματικού του, να προσδιορίσει τις εντολές για τις οποίες πρέπει να αγωνιστεί στη ζωή του. Με αυτόν τον τρόπο μαθητεύει συνεχώς στο συγκεκριμένο αγώνα του. Δεν δικαιολογεί εύκολα τον εαυτό του όταν δεν τα καταφέρνει, δεν αδιαφορεί . Στέκεται με τιμιότητα απέναντι στην αλήθεια. Δεν ψεύδεται, ούτε ξεγελά τον εαυτό του, αλλά κοιτάζει ποιες από αυτές τις εντολές θα εφαρμόσει και σε ποιο βαθμό. Έτσι, διακρίνει το δρόμο και την πορεία του, και στη συνέχεια ζητάει με την προσευχή του την ενέργεια του Θεού και την ευλογία Του∙ ώστε, αν κάποια από τις εντολές μπορεί να μεταμορφωθεί σε εμπειρία προσωπική, αυτό να γίνει μόνο με τη χάρη του Θεού. Στην πνευματική ζωή, οι αρετές δεν αποτελούν κατάκτηση ή επίτευγμα, αλλά δώρο Θεού και καρπό του Αγίου Πνεύματος. Σε μας ανήκει η συναίνεση και η εμπιστοσύνη στη χάρη Του.

Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου, Άνθρωπος Μεθόριος, Από τα αναπάντητα διλήμματα στα περάσματα της «άλλης λογικής», εκδ. Εν πλω, σ. 94 - 97

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Η άρνηση του εγώ


Μικρός, γυμνός και αβοήθητος προχωρείς στην εφαρμογή μιας από τις πιο δύσκολες εντολές: «Να πολεμάς τις εγωιστικές σου επιθυμίες». Τελικά αυτό σημαίνει να «καταδιώκεις τον εαυτό σου» εναντίον του οποίου στρέφεται ο αγώνας σου. Γιατί όσο κυριαρχεί η εγωιστική σου θέληση, δεν μπορείς να προσεύχεσαι με καθαρή καρδιά στον Κύριο και να του λες: Γεννηθήτω το θέλημά Σου. Αν δεν μπορείς να απαρνηθείς τη μεγάλη ιδέα που έχεις για τον εαυτό σου δεν θα μπορέσεις με κανένα τρόπο να κατακτήσεις το αληθινό μεγαλείο. Αν δεν αρνηθείς την ελευθερία σου δεν θα γευτείς την αληθινή ελευθερία όπου μία μόνο θέληση κυριαρχεί, του Θεού.

Το βαθύ μυστικό των αγίων είναι τούτο: Μην επιθυμείς κανενός είδους εγωιστική ελευθερία και θα σου δοθεί η πραγματική ελευθερία.

«Ακάνθας και τριβόλους ανατέλει σοι η γη». Έτσι είπε ο Θεός στον πεσόντα άνθρωπο. Με τον ιδρώτα του προσώπου του και με μόχθο πρέπει να δουλέψει τη γη ο άνθρωπος. Και αυτή η γη είναι ο ίδιος ο εαυτός σου. «Με μεγάλο κόπο θα αποκτήσεις τον πνευματικό σου πλούτο», λέει ο άγιος Μακάριος. Γιατί δεν συντελεί στην πραγματοποίηση της σωτηρίας σου το να αποκτήσεις αγαθά χωρίς μόχθο. Αυτό σε κάνει περήφανο.

Πώς μπορεί κανείς να καταπολεμά τον εαυτό του; Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε. Πόλεμος εναντίον του εαυτού σου σημαίνει ν’ απαρνιέσαι τόσο τις μικρές όσο και τις μεγάλες σου εμπαθείς επιθυμίες. Οι άγιοι πατέρες συνιστούν να αρχίζουμε από τα μικροπράγματα, γιατί, λέει ο Εφραίμ ο Σύρος, «πώς θα μπορέσεις να σβήσεις μια μεγάλη φωτιά προτού μάθεις να σβήνεις μια μικρή; Θέλεις ν’ απελευθερωθείς από ένα μεγάλο πάθος; Νίκα τις μικρές επιθυμίες, λένε οι άγιοι πατέρες. Μη νομίζεις πως το ένα είναι δυνατόν να χωριστεί από το άλλο. Οι επιθυμίες και τα πάθη είναι δεμένα το ένα με το άλλο σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας.

Επομένως, δεν θα σου αποδώσει μεγάλα πράγματα το να προσβάλλεις μόνο τα μεγάλα ελαττώματα και τις κακές συνήθειές σου, που δύσκολά υποτάσσονται, χωρίς να καταπολεμάς συγχρόνως και τις μικρές «αθώες» αδυναμίες σου π.χ. τη λιχουδιά για τα γλυκίσματα, τη φλύαρη διάθεση, την περιέργειά σου, τη βιασύνη σου. Στο τέλος τέλος όλες μας οι επιθυμίες, μικρές και μεγάλες, χτίζονται στο ίδιο θεμέλιο, την συνήθεια να ικανοποιούμε μόνο το εγωιστικό μας θέλημα.

Η θέληση μας είναι διεφθαρμένη. Μετά το προπατορικό αμάρτημα, η θέλησή μας κατευθύνεται αποκλειστικά από σε ό,τι εγωιστικό. Γι’ αυτό κι ο αγώνας μας έχει σαν στόχο του αυτή τη διεφθαρμένη θέληση μας. Και πρέπει να συνεχίζεται ακούραστα χωρίς διακοπή. Θέλεις π.χ. να ρωτήσεις για κάτι όχι άξιο λόγου; Μη ρωτάς! Επιθυμείς να πιεις δυο φλιτζάνια καφέ; Πιες ένα! Θέλεις να κάνεις μια επίσκεψη που η αιτία της έχει μια διάθεση κουτσομπολιού; Μην την κάνεις!

Αυτό σημαίνει να κηρύξεις διωγμό εναντίον του ίδιου του εαυτού σου. Έτσι, με τη βοήθεια του Θεού πάντοτε, επιβάλλεις σιωπή στην κραυγαλέα σου κακή θέληση.

Ίσως όμως σου δημιουργείται μια απορία. Μα είναι τόσο απαραίτητο αυτό; Οι άγιοι πατέρες απαντούν με μια ερώτηση: Νομίζεις πως μπορείς πραγματικά να γεμίσεις ένα δοχείο με καθαρό νερό προτού αδειάσεις το ακάθαρτο νερό που ήδη έχει; Ή μπορείς να υποδεχτείς έναν πολύ αγαπητό σου φιλοξενούμενο σ’ ένα δωμάτιο που είναι γεμάτο σκουπίδια και παλιοπράματα; Όχι φυσικά. Όποιος ελπίζει, ότι θα μπορέσει να δει τον Κύριο «αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστι» (Α΄, Ιωάν. γ΄ 3)

Ας καθαρίσουμε λοιπόν τις καρδιές μας. Ας πετάξουμε όλα τα παλιοπράματα που είναι στοιβαγμένα μέσα της. Ας σκουπίσουμε το λερωμένο πάτωμα, ας καθαρίσουμε τα παράθυρα κι ας τα ανοίξουμε για να μπει φως και καθαρός αέρας στο δωμάτιο που ετοιμάζουμε το κατάλυμα του Κυρίου μας. Και εμείς οι ίδιοι ας ντυθούμε με καθαρά ρούχα, για να μη μας μολύνει πια η μούχλα του παλαιού ανθρώπου και δούμε τον εαυτό μας «εκβαλλόμενον έξω» από τη βασιλεία του Θεού. (Λουκ. ιγ΄ 28)

Μακάρι όλα αυτά να γίνουν ο κόπος της κάθε στιγμής και της κάθε ώρας της ζωής μας. […]


Τίτο Κολλιάντερ, Ο δρόμος των ασκητών, εκδ. Ακρίτας, σ. 35-37
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...