Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Μάρτυρας της πίστεως και της πατρίδος

 

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός γεννήθηκε στον Στρόβολο το 1756 και εισήλθε σε πολύ μικρή ηλικία ως δόκιμος μοναχός στην Ιερά Μονή Μαχαιρά, όπου και φοίτησε στο εκεί Ελληνικό Σχολείο, από τα πρώτα του είδους του.

Το 1783 χειροτονήθηκε διάκονος και μαζί με τον θείο του Αρχιμανδρίτη Χαράλαμπο, αδελφό της Μονής, απεστάλη στη Βλαχία προς συλλογή χρημάτων, διότι η Μονή βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση.

Στη Μολδοβλαχία ο Ηγεμόνας Μιχαήλ Σούτσος εκτιμώντας την αρετή του νεαρού διακόνου, τον προέτρεψε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος, διορίζοντάς τον εφημέριο στον ηγεμονικό ναό, και παράλληλα τον βοήθησε να συμπληρώσει την εγκύκλιο παιδεία του στην εκεί ανώτερη σχολή.

Το 1802 ο Κυπριανός επέστρεψε στην Κύπρο μαζί με τον θείο του Αρχιμανδρίτη Χαράλαμπο, όπου έφεραν την οικονομική βοήθεια που είχε τόση ανάγκη η Μονή. [...] Έπειτα ο Κυπριανός ανέλαβε τη διαχείριση του μετοχίου της Μονής στον Στρόβολο. [...]

Αφού λοιπόν φανερώθηκαν οι διοικητικές ικανότητες του Κυπριανού, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρύσανθος, που βρισκόταν σε μεγάλη ηλικία, τον διόρισε οικονόμο της Αρχιεπισκοπής και του ανέθεσε όλα τα εκκλησιαστικά και πολιτικά ζητήματα. Όταν το 1804 οι Τούρκοι Οθωμανοί, κάτοικοι της Λευκωσίας, έκαναν εξέγερση για δήθεν έλλειψη σιταριού και επιτέθηκαν στον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, ο οικονόμος Κυπριανός αποδείχθηκε, σύμφωνα με ένα Άγγλο περιηγητή, «άγγελος φύλακας των ομοεθνών του», αφού κίνησε τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων και μεσολάβησε με τους αγάδες για την ειρήνη. [...]

Στις 30 Οκτωβρίου του 1810 ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός χειροτονείται Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Η ανάδειξή του σε Αρχιεπίσκοπο σημαίνει την έναρξη μιας νέας περιόδου στα εκκλησιαστικά πράγματα του νησιού.

Εξοφλά τα οικονομικά χρέη της Αρχιεπισκοπής και την ανορθώνει οικονομικά, καθιστώντας την πνευματικό και μορφωτικό κέντρο. Διακρίνει ότι «η Κύπρος πάσχει μέγαν αυχμόν ελληνικών μαθημάτων, τα οποία είναι το μόνον μέσον όπου στολίζει τον ανθρώπινον νουν και όπου αποκατασταίνει τον άνθρωπον άξιον τω όντι άνθρωπον», αφού πίστευε ότι η απαιδευσία είναι πηγή της κακοήθειας και πολλών δεινών. Έτσι ιδρύει στη Λευκωσία την πρώτη Ελληνική Σχολή, το σημερινό Παγκύπριο Γυμνάσιο, σε μετόχι που παραχώρησε η Μονή Μαχαιρά, ενώ το ίδιο κάνει και για τη Λεμεσό. Ο ίδιος έλεγε ότι ήθελε «να διδάσκονται οι παίδες της πολιτείας την πάτριον πίστιν αυτών, το μόνον πολιτιμότατον και αναγκαιότατον, και να εκπαιδεύωνται εν ταυτώ ήθη χρηστά, όπου με το μέσον της μαθήσεως προβαίνοντες εις την ανδρικήν ηλικίαν να γίνωνται άνδρες θεοσεβείς, φρόνιμοι, χρηστοήθεις, δίκαιοι, φιλοπάτριδες». [...]

Το ωραιότερο όμως έργο που έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και το πολυτιμότερο δώρο που προσέφερε στην πατρίδα του, ήταν η μαρτυρική του θυσία [...]

Το 1821, λίγο μετά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο Τούρκος Κυβερνήτης της Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ Σιλαχσιόρ έκανε γραπτή καταγγελία προς την Υψηλή Πύλη, ότι οι Έλληνες της Κύπρου προετοιμάζονται να επαναστατήσουν, προβάλλοντας και ένα επαναστατικό φυλλάδιο που κυκλοφόρησε από τον Αρχιμανδρίτη Θεοφύλακτο Θησέα. Τότε ο Μαχμούτ ο Β', εξέδωσε Σουλτανικό Φιρμάνι, με το οποίο παραχωρούσε την άδεια στον Κιουτσούκ Μεχμέτ «να παιδεύση διά κεφαλικής τιμωρίας», παρεκτός αν απαρνηθούν την πατρώα πίστη τους και εξισλαμιστούν. Μαζί με το σχετικό διάταγμα αποστάληκε και ένας κατάλογος με τα ονόματα αυτών που έπρεπε να φονευθούν, όπως του Αρχιεπισκόπου, των τριών Μητροπολιτών, των Ηγουμένων των Μοναστηρίων και όλων των υπολοίπων επισήμων κληρικών.

Ο Κιουτσούκ Μεχμέτ, άνθρωπος αιμοδιψής και επιτήδειος σε τέτοιες ενέργειες, έσπευσε να καλέσει του Αρχιερείς στη Λευκωσία [...] Αφού κατέφθασαν λοιπόν ανύποπτοι στη Λευκωσία, φυλακίστηκαν από τον Κιουτσούκ μέχρι την ημέρα εκτελέσεως της καταδικαστικής θανατικής αποφάσεως.

Στις αρχές Ιουλίου κατέφθασαν στη Λευκωσία όλοι οι πρόκριτοι αγάδες της Κύπρου μετά από πρόσκληση του Κιουτσούκ για να λάβουν μέρος σε επίσημη συνεδρία, όπου ο αιμοβόρος και χαιρέκακος Διοικητής διάβασε τη σουλτανική καταδικαστική απόφαση. Ήταν φανερό ότι οι Τούρκοι ήθελαν να αφήσουν ακέφαλη την Κυπριακή Εκκλησία και τον λαό ορφανό από εκκλησιαστικούς ηγέτες, έρμαιο στα χέρια των αιμοδιψών Τούρκων, που επιθυμούσαν ακόρεστα τη διαρπαγή των περιουσιών των προειρημένων. [...]

Μετά την ανάγνωση της σουλτανικής καταδικαστικής απόφασης, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός απηύθυνε ένα απαράμιλλου σθένους και πνευματικής λεβεντιάς λόγο στον Τούρκο Διοικητή:

«Οποίοι είσθε σεις, και τι ζητείτε από τεσσάρων ήδη αιώνων εις τας Ελληνικάς ημών χώρας, ως βδέλλαι εκμυζώντες το αίμα μας, και ως δαίμονες της κολάσεως κατατυραννούντες τα πτωχά σώματά μας; Οποίοι είσθε σεις, οι δίκην τίγρεων εισβαλόντες εις το ποίμνιον του Κυρίου και κατασπαράσσοντες τας σάρκας των αθώων προβάτων Του; Τρέφεσθε εκ των αχνιζόντων από του αίματος σπλάγχνων των! Τα πονηρά πνεύματα κρημνισθήσονται και αύθις εις τα σκότη του Άδου και εξαφανισθήσονται από προσώπου της γης, και ο Σταυρός υψωθήσεται... 

Χριστέ μου! Τώρα εννοώ ποία μαρτύρια εδοκίμασας, όταν υβρίζεσο και ερραπίζεσο υπό των δημίων Σου! Θεέ μου, ενδυνάμωσόν με, όπως πίω το ποτήριον τούτο εν χριστιανική υπομονή και θεία καρτερία, χάριν του Μεγάλου Ονόματός Σου και του πολυπαθούς Έθνους μου! Η ημέρα της θανατώσεώς μου θα είναι η ενδοξοτέρα της ζωής μου».

Έτσι λοιπόν στις 9 Ιουλίου 1821, ημέρα Σάββατο, κλείστηκαν όλες οι πύλες της Λευκωσίας για να μην μπορεί να βγει ή να μπει κανείς στην πόλη, ενώ οι δρόμοι γέμισαν από στρατιώτες. Επίσης επέβαλε αποκλεισμό όλων των Ελλήνων Χριστιανών στα σπίτια τους και διέταξε να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα κλειστά.

Οι πρώτοι που οδηγήθηκαν στον τόπο του μαρτυρίου ήταν οι τρεις Επίσκοποι Πάφου, Κιτίου και Κηρυνείας, οι οποίοι καρατομήθηκαν.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός οδηγήθηκε τελευταίος στο μαρτύριο και κατά την υπόσχεση του Κιουτσούκ δεν αποκεφαλίστηκε, αλλά κρεμάστηκε από μία συκαμινιά της πλατείας του Σεραγιού. Ο Αρχιεπίσκοπος αφού προσευχήθηκε χωρίς να λιποψυχήσει ούτε για μία στιγμή, αγέρωχος οδηγείται στην αγχόνη. Αρνείται την εύκολη λύση της φυγής και προτιμά τον θάνατο χάριν του ποιμνίου του ως ο «Καλός Ποιμήν». Αφού λοιπόν ευλόγησε το σχοινί της αγχόνης, προσευχόμενος στράφηκε προς τον δήμιο και του είπε: «Εκτέλεσον ήδη, την προσταγήν του απηνούς κυρίου σου...». Μ' αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός παρέδωσε μάθημα αυτοθυσίας και ηρωισμού στους αιμοδιψείς Τούρκους και ιδιαίτερα στον σκληρό και αιμοβόρο Τούρκο Διοικητή Κιουτσούκ Μεχμέτ. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός δέχθηκε τρεις φορές πρόταση από τον Κιουτσούκ Μεχμέτ να αλλάξει την πίστη του με αντάλλαγμα τη ζωή του και αρνήθηκε.

Έτσι λοιπόν, τελειώθηκε ο Εθνομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ο Μαχαιριώτης, λαμπρώς, όπως λαμπρή υπήρξε και η ζωή του. [...]

Το μαρτύριο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού δεν διαφέρει σε τίποτα από το μαρτύριο των υπολοίπων αγίων, αφού μαρτύρησε για την πίστη στον Χριστό και για την ιδιότητά του ως Ποιμένος και Αρχιεπισκόπου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου.

Ο εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης αφιέρωσε σ' αυτόν ένα έπος με τον τίτλο «Η ενάτη Ιουλίου». Σ' αυτό υπάρχουν οι χαρακτηριστικοί στίχοι που παρουσιάζουν τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό να λέει
«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζαιρη του κόσμου,
κανένας 'εν εβρέθηκεν για να την ιξιλείψει,
κανένας γιατί σέπει την που τα 'ψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί,
όντας ο κόσμος λείψει»
και αλλού
«το 'νιν αντά να τρώει την γη,
τρώει την γη θαρκέται,
μα πάντα τζείνον τρώεται
τζαι τζείνον καταλυέται»
και αλλού
«αμμά 'ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάτζιν,
τριγύρω του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια».

Έτσι λοιπόν και σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, αποτελεί οδοδείκτη και φάρο στον αγώνα μας για την ελευθερία, διότι, πραγματικά η Ρωμιοσύνη, ο Ελληνισμός, που τόσο δόξασε την Ορθοδοξία, έχει το ακαταμάχητο χέρι του Θεού να την σκέπει από κάθε εχθρό και πολέμιο. Ο Θεός δόξασε, δοξάζει και θα δοξάζει τη Ρωμιοσύνη μέχρι τη συντέλεια των αιώνων, ενώ οι εχθροί του και στην προκειμένη περίπτωση οι Τούρκοι, που νομίζουν ότι με το να σφάζουν και να λεηλατούν θα αφανίσουν τη χριστιανική πίστη και το ελληνικό έθνος, πλανώνται και τελικά αυτοί πάντα θα είναι οι χαμένοι. Όσους Έλληνες και να σφάζουν, πάντοτε, «τρακόσια παραπούλια» θα φυτρώνουν από το αίμα των Εθνομαρτύρων που ποτίζει αενάως το δέντρο της Ελευθερίας. Το αίμα λοιπόν του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού ας είναι για μας έλεγχος, αλλά και συνάμα ελπίδα για την εκπλήρωση των εθνικών μας πόθων και προπαντός της πολυπόθητης Ελευθερίας. Αμήν.


μακαριστού Ηγουμένου Ι.Μ. Μαχαιρά Αρχιμανδρ. Αρσενίου
Πηγή: Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός: Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος, έκδ. Ι.Β.Σ. Μονής Μαχαιρά, 2008, σ. 15-20

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...