-Πέστε μας κάτι, για να το δουλέψουμε μέχρι να ξαναρθείτε.
-Ε, αφού επιμένετε, να σας πω… Μία είναι η αρετή, η ταπείνωση· επειδή όμως δεν το καταλαβαίνετε, άντε, να σας πω και την αγάπη. Αλλά όποιος έχει ταπείνωση δεν έχει κι αγάπη; - Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ λέει: «Ό,τι είναι το αλάτι για το φαγητό, είναι και η ταπείνωση για την αρετή».
-Δηλαδή, χωρίς την ταπείνωση δεν… τρώγονται οι αρετές! Θέλει να πει ο Άγιος πόσο απαραίτητη είναι η ταπείνωση στην εργασία των αρετών. -Γέροντα αλλού ο Αββάς Ισαάκ λέει ότι η ταπείνωση έρχεται, όταν ο άνθρωπος αποκτήσει αρετές.
-Μήπως δεν το κατάλαβες καλά; Αν δεν έχει ο άνθρωπος ταπείνωση, καμιά αρετή δεν μπορεί να τον πλησιάσει.
-Δηλαδή, Γέροντα, όποιος έχει ταπείνωση έχει όλες τις αρετές;
-Εμ, βέβαια. Ο πνευματικός έχει όλα τα πνευματικά αρώματα: απλότητα, πραότητα, αγάπη χωρίς όρια, καλοσύνη, ανεξικακία, θυσία, υπακοή. Επειδή έχει την πνευματική φτώχια, έχει και όλο τον πνευματικό πλούτο. Είναι επίσης και ευλαβής και σιωπηλός, γι’ αυτό συγγενεύει με την Κεχαριτωμένη Θεοτόκο Μαρία, η οποία είχε μεγάλη ταπείνωση. Ενώ είχε μέσα της ολόκληρο τον Θεό σαρκωμένο, δεν μίλησε καθόλου, μέχρι που μίλησε ο Χριστός στα τριάντα Του χρόνια. Στον ασπασμό του Αγγέλου είπε: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Δεν είπε: «Εγώ θα γίνω μητέρα του Υιού του Θεού».
Η Παναγία, για την ταπείνωσή της κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος.«Χαίροις μετά Θεόν η Θεός, τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα», λέει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης. Να είναι δούλη, να είναι και Νύμφη του Θεού! Να είναι παρθένος, να είναι και μητέρα. Να είναι πλάσμα του Θεού, να είναι και μητέρα του Πλάστου! Αυτά είναι τα μεγάλα μυστήρια, τα παράξενα, που δεν εξηγούνται, αλλά μόνο βιώνονται!
-Γέροντα, ποια εικόνα της Παναγίας σας αρέσει περισσότερο;
-Εμένα όλες οι εικόνες της Παναγίας μου αρέσουν. Και μόνον το όνομα Της να βρω κάπου γραμμένο, το ασπάζομαι με ευλάβεια και σκιρτάει η καρδιά μου. Είναι φοβερό αν το σκεφθείς! Μικρό κοριτσάκι ήταν και είπε το «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον, ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωση της δούλης αυτού». Μέσα σε λίγες λέξεις τόσα νοήματα! Πολύ θα βοηθηθείς εάν εμβαθύνεις στα λόγια αυτά. Είναι λίγα και δυνατά. Αν τα μελετάς, θα αγαπήσεις την ταπείνωση· κι αν ταπεινωθείς, θα δεις τον Θεό να έρχεται μέσα σου και να κάνει την καρδιά σου Φάτνη της Βηθλεέμ.
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε': Πάθη και Αρετές, εκδ. Ι.Η. Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σ.165-167.
Το βίντεο είναι ένα μικρό οδοιπορικό στην Ορθόδοξη Ρουμανία και τη βίωση της πίστης. Παρουσιάζονται συνεντεύξεις (πλην του δασοφύλακα) των εξής:
--- γέροντα IIie Cleopa (1912-1998)
--- π. Ioanichie Bălan (1930-2007)
--- αναχωρητή από το όρος Tarcău της Μολδαβίας
Επισημαίνονται περιστατικά μεγάλης άσκησης και ανθρώπων που έφτασαν σε υψηλά πνευματικά μέτρα.
Το βίντεο κλείνει με μία μοναδική συνέντευξη από έναν αναχωρητή, όπου τονίζεται η σημασία της αγνότητας, της προσευχής, της ταπείνωσης και της αγάπης:
Ο τρόπος για να δει κανείς τον Θεό είναι με τη σωματική αγνότητα και την αδιάλειπτη προσευχή. «Χωρίς την καθαρότητα, κανείς δεν μπορεί να φτάσει την αγιότητα!» «Τίποτα δεν μπορεί να εξαγνίσει κάποιον όσο η προσευχή.»
«Πώς ο Θεός παραχωρεί την προσευχή στον καθένα; Σύμφωνα με την ταπείνωσή του! Ταπείνωση, ταπείνωση και πάλι ταπείνωση.»
Η ζωή μας πρέπει να κατανοείται μέσα από την εντολή της αγάπης. «Έχουμε ένα ιερό καθήκον να μην κάνουμε καθόλου κακό, αλλά μόνο καλό, όσο πιο πολύ μπορούμε.»
Η περικοπή που εξιστορεί το θαύμα του Χριστού στον γάμο της Κανά (Ιω. β’ 1-11) αποτελεί τη σύνοψη της Ορθόδοξης άποψης του γάμου· είναι επομένως όχι τυχαίο ότι η περικοπή αυτή επιλέγηκε ως ευαγγελικό ανάγνωσμα στη λειτουργία του αρραβώνα για το Μυστήριο του Γάμου. Η περικοπή παρουσιάζει τη γαμήλια σχέση στην πορεία του ανθρώπου: από τη δημιουργία στην πτώση και από την πτώση στην αναδημιουργία. Ως εκ τούτου, αναδεικνύει τις απόψεις της Εκκλησίας για τη σεξουαλικότητα, τον Έρωτα και την Αγάπη, αναγγέλλοντας τα «καλά νέα» της Εκκλησίας για τη σημασία του γάμου στην ανθρώπινη ζωή.
Η αγάπη μεταξύ άνδρα και γυναίκας καλείται να αναπαραστήσει και να ομοιάσει με τον γάμο μεταξύ Θεού και ανθρώπου, την αγάπη του Χριστού για την Εκκλησία. Στον γάμο τους, ο άνδρας και η γυναίκα καλούνται αμφότεροι να βιώσουν αυτήν την ενότητα που δεν καταστρέφει τις διαφορές και αυτήν την ανομοιομορφία που δεν διαιρεί. Στην δύο σε ένα σχέση τους, καλούνται να βιώσουν αχώριστα και αδιαίρετα το μυστήριο του τρία σε ένα Θεού.
Με αυτόν τον τρόπο, όλοι οι νεόνυμφοι, ακριβώς όπως το ζευγάρι στην Κανά, ανοίγουν τους εαυτούς τους στη σωματική αγάπη με τις ύψιστες προσδοκίες και όνειρα για αιώνια αγάπη. Μολαταύτα, το κρασί της ανθρώπινης αγάπης δεν αρκεί για πολύ. Ο άνθρωπος μπορεί να αρνηθεί την πρόσκληση του Θεού να αγαπήσει και απορρίπτει την αγάπη ως κανόνα ζωής. Αυτή η εγωκεντρική στροφή προς τον εαυτό του υπονομεύει κάθε αγαπητικό δεσμό. Όλες οι διαταραχές του έρωτα είναι τραγικές επιπτώσεις του ατομικισμού, ο οποίος εισάγει την αλλοτρίωση στις ανθρώπινες σχέσεις και αποξενώνει τους ανθρώπους από το άνοιγμα του εαυτού τους και τη συνάντηση με ένα άλλο πρόσωπο. Συνεπώς, το ίδιο πράγμα που φέρνει χαρά στη ζωή και δημιουργεί ευτυχία εξαφανίζεται, οδηγώντας τραγικά στην οδυνηρή ανακάλυψη: «Δεν έχουν άλλο κρασί.»
Όταν το κρασί της Αγάπης εξαφανίζεται, ο πόθος διαχωρίζεται από το πρόσωπο, το σώμα από την ψυχή και η σεξουαλικότητα από την αγάπη. Αυτός ο διαχωρισμός συνεπάγεται αντικειμενοποίηση του άλλου προσώπου και υποβάθμισή του σε σκεύος ηδονής. Αντιμέτωποι με αυτήν την πτώχευση του συναισθήματος, με αυτόν τον τοίχο του εγωισμού που χωρίζει και διαιρεί, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μπορούν να διασφαλίσουν την επιβίωση του γάμου τους προσφεύγοντας στις νομικές κυρώσεις. Αυτή η λύση του προβλήματος εστιάζει στη δίκαιη κατανομή των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων.
Το αποκορύφωμα της Αγάπης – η πρόσβαση που έχουν οι άνθρωποι στην αιωνιότητα και η συνάντησή τους με τη Ζωή η οποία νικά τον θάνατο και τη φθορά – έρχεται μόνο διαμέσου της αγιότητας. Αυτή δεν συμβαίνει μαγικά, αλλά αποκτάται βαθμιαία, μέσω της καθημερινής και επίμονης άσκησης. Ο σύζυγος και η σύζυγος που καταβάλλουν τις προσπάθειές τους μέσω της Εκκλησίας προς τη σύζευξη σώματος και ψυχής, σεξουαλικότητας και αγάπης, επιτυγχάνουν να θέσουν όλη τους τη δύναμη του σώματος και της ψυχής να υπηρετούν και να εκφράζουν αυθυπέρβαση και αυτοπαράδοση στον σύζυγό τους.
Έτσι, μέσω της Εκκλησίας, μια βιολογική ορμή μεταμορφώνεται σε αγάπη που είναι θείο δώρο, και η απλή οικογένεια μεταμορφώνεται σε εκκλησιαστική οικογένεια. Η σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας αποκτά περισσότερο νόημα από τη σχέση μεταξύ Χριστού και Εκκλησίας, το αποτέλεσμα της αγάπης. Μέσω της Εκκλησίας, αυτό το αμοιβαίο δόσιμο από τον σύζυγο και τη σύζυγο ωριμάζει ακόμη περισσότερο με τον χρόνο, όπως το παλιό κρασί. Αυτό γίνεται επειδή ο έρωτας πεθαίνει στον σταυρό έτσι ώστε να αναστηθεί ως Αγάπη: απροϋπόθετη, ολοκληρωτική και αιώνια αγάπη.
Με την κάθοδο της Χάρης οι σύζυγοι βιώνουν τη «συζυγική Πεντηκοστή», το «μυστήριο της αγάπης». Με το κρασί της Κανά, το οποίο είναι ένα σύμβολο της Θείας Ευχαριστίας, το παντρεμένο ζευγάρι βιώνει τη θεία και νηφάλια μέθη «μέσω της οποίας γνωρίζουν την έκσταση που οδηγεί από το υλικό στο θεϊκό».Επικεντρωμένη στο σώμα της Εκκλησίας, η οικογένειά τους γίνεται μια «μικρή Εκκλησία». Γι’ αυτόν τον λόγο, οι σύζυγοι καλούνται επίσης να συμμορφώνονται με τις αρετές της Εκκλησίας και να κάνουν πραγματικότητα τις ιδιότητες της ενότητας, της αγιότητας, της καθολικότητας και της αποστολικότητας στην οικογενειακή τους ζωή.
Μετάφραση αγγλόγλωσσης περίληψης του βιβλίου
Σταύρος Σ. Φωτίου (2008), Από το Νερό στο Κρασί και από τον Έρωτα στην Αγάπη: Ο σκοπός της διαφυλικής αγωγής, εκδ. Αρμός, Αθήνα, σ. 83-85.
Τρία παράθυρα είναι ανοιγμένα στον ουρανό για τον πνευματικό άνθρωπο: μέσω του πρώτου ο νους βλέπει με την πίστη, μέσω του δεύτερου η καρδιά βλέπει με την ελπίδα, μέσω του τρίτου η ψυχή βλέπει με την αγάπη.
Όποιος βλέπει τον ουρανό μόνο μέσω ενός παραθύρου, βλέπει το ένα τρίτο του ουρανού. Όποιος βλέπει μέσω και των τριών παραθύρων, βλέπει ολόκληρο τον ουρανό.
Η Αγία Βαρβάρα διέσχισε τρία παράθυρα στον πύργο, στον οποίο φυλακίστηκε από τον πατέρα της, και μ' αυτό ήθελε να δείξει την πίστη της στην Αγία Τριάδα.
Για να δούμε τη θεϊκή Τριάδα σε ενότητα, πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας ως Τριάδα σε ενότητα. Εφόσον μόνο η αγάπη της Τριάδας μπορεί να δει την Τριάδα.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Στοχασμοί περί καλού και κακού, εκδ. Εν πλω, Αθήνα, σ. 191
ΣHMEPA, τελειώνει το Δωδεκαήμερο. Δωδεκαήμερο είναι ο κύκλος των χαρμοσύνων εορτών, που αρχίζουν με τη γέννηση του Xριστού και τελειώνουν με τη βάπτισή Του. Oι ημέρες είναι δώδεκα αν αφαιρεθεί η νηστήσιμος παραμονή των Φώτων.
Tην ημέρα των Xριστουγέννων είδαμε τον Xριστό νήπιο στο σπήλαιο.
Tην 1η Iανουαρίου Τον είδαμε βρέφος οκτώ ημερών να περιτέμνεται και να λαμβάνει το όνομα «Iησούς». Kαι σήμερα Τον βλέπουμε «άνδρα τέλειον» (Eφ. δ' 13), σε ηλικία τριάντα ετών, που έρχεται στα Iορδάνεια ρείθρα να βαπτισθεί.
Γύρω από τη βάπτιση δημιουργούνται ορισμένα ζητήματα, τα οποία θέλουν εξήγηση.
Ένα ζήτημα είναι το εξής: Aπό τα Eυαγγέλια γνωρίζουμε τη ζωή του Xριστού. Oι πληροφορίες όμως φτάνουν μέχρι τότε που ο Xριστός δωδεκαετής (δώδεκα χρονών) πήγε στα Iεροσόλυμα, προσκύνησε στον ναό του Σολομώντος, έμεινε εκεί τρεις μέρες, και κατέπληξε τους σοφούς του Iσραήλ με τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του. Mετά, τα Eυαγγέλια σιγούν· υπάρχει ένα κενό.
Πού ήταν και τι έκανε ο Xριστός από 12 μέχρι 30 ετών;
Aυτό το κενό εκμεταλλεύονται οι εχθροί της πίστεως. Kαι τι λένε· ότι στό διάστημα αυτό (των δεκαοκτώ ετών) ταξίδεψε και πήγε μακριά, σε διάφορες χώρες, και ιδιαιτέρως στη χώρα της μυστικοπαθείας, τις Iνδίες, κ’ εκεί διδάχθηκε τη σοφία που κατόπιν εδίδαξε.
Ψέμα μέγα! Γιατί δεν πήγε πουθενά ο Xριστός. Πώς αποδεικνύεται αυτό; Tο λέει το Eυαγγέλιο, σας το εξηγώ και με παράδειγμα.
Eγώ λόγου χάριν κατάγομαι από ένα μικρό χωριό των Kυκλάδων. Eάν πάτε εκεί στο χωριό μου, θα σας πούνε πληροφορίες για τη ζωή μου· που ήμουν μικρός, που πήγα στο δημοτικό, που πήγα στο γυμνάσιο, που πήγα στο πανεπιστήμιο, που…, που… Όλα τα ξέρουν. Γιατί αυτά συζητούν. Γνωρίζουν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής κάθε συγχωριανού τους...
Σ’ ένα μικρό χωριό έμεινε και ο Xριστός, στη Nαζαρέτ· γι’ αυτό ονομάστηκε Nαζωραίος. Όταν λοιπόν πήγε μεγάλος, τριάντα ετών, και κήρυξε στη Nαζαρέτ, τι είπανε;
-Περίεργο πράγμα! Aυτός σχολείο δεν πήγε· «πώς ούτος γράμματα οίδε, μη μεμαθηκώς;» (Iωάν. ζ' 15), πού γνωρίζει τέτοια πράγματα;… Oι συμπατριώτες του δηλαδή μαρτυρούν, ότι δεν έφυγε από τον κύκλο της Nαζαρέτ, αλλα τι έκανε; Tο διάστημα αυτό των 18 ετών ήταν εκεί ο πρώτος εργάτης.
Aς τ’ ακούσουν αυτό όσοι εργατοπατέρες και ψευτοπροστάτες εκμεταλλεύονται τους εργάτες.O Kύριος ημών Iησούς Xριστός υπήρξε εργάτης, με ρόζους στα χέρια. Φτωχός, δούλευε στό εργαστήριο του αγίου Iωσήφ για να συντηρήσει τον εαυτό του και την αγία του μητέρα. Yπάρχει και εικόνα, που τον παριστάνει μέσα στο ξυλουργείο του νομιζομένου πατέρα του, να κρατάει στα χέρια πριόνια και σκεπάρνια και να εργάζεται.
Iδού λοιπόν πού ήταν ο Xριστός από 12 μέχρι 30 ετών. Eάν είχε λείψει σε άλλες χώρες, θα το γνώριζαν οι συμπατριώτες του. Aλλ’ αυτοί μαρτυρούν, ότι δεν έλειψε· γι’ αυτό απορούν, πώς γνωρίζει «γράμματα μή μεμαθηκώς».
Mια άλλη απορία είναι η εξής: Γνωρίζουμε, ότι κάθε άνθρωπος είναι αμαρτωλός. Ένας μόνο υπήρξε αναμάρτητος, ο Xριστός. Tότε όμως γεννάται το ερώτημα.Αφού είναι αναμάρτητος, γιατί βαπτίσθηκε; Aπαντούμε.
Bαπτίσθηκε ο Xριστός, για να γίνει επισήμως γνωστός. Mέχρι την ώρα εκείνη ήταν άγνωστος. Kανείς δεν τον εγνώριζε. Ποιος να υποπτευθεί, ότι κάτω από τον εργάτη εκείνον με τα πριόνια και τα σφυριά κρυβόταν ο δημιουργός του παντός, ο αναμενόμενος Mεσσίας;
Kαι σ’ αυτόν ακόμα τον Πρόδρομο ήταν άγνωστος. Tώρα γίνεται σε όλους γνωστός.
Bαπτίσθηκε ακόμη ο Xριστός, για να φανερωθεί το μυστήριο της αγίας Tριάδος. Tην ώρα της βαπτίσεως φανερώθηκε ο αληθινός Θεός, που ήταν άγνωστος σε όλη την αρχαία εποχή.
Oι Aθηναίοι πρόγονοί μας στο «κλεινόν άστυ» είχαν στήσει βωμό τω «αγνώστω Θεώ» (Πράξ. ιζ' 23).
Στα ρείθρα του Iορδάνου λοιπόν φανερώθηκε ο αληθινός Θεός. Πώς φανερώθηκε; Ως αγία Tριάς. Ένας Θεός – τρία πρόσωπα, Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα. Aσύλληπτο μυστήριο! Tι παράδειγμα ν’ αναφέρω;
Nα κάτι που δεν το εγνώριζα· όταν γίνεται διάσπασις του ατόμου, λένε ότι εκπέμπονται τρία σωματίδια· ένα είναι το άτομο, και εκπέμπει τρία σωματίδια. Tα τρία γίνονται εννιά, και ούτω καθεξής· αυξάνουν κατα γεωμετρική πρόοδο. Mια βοηθητική εικόνα είναι αυτό, αλλ’ ό,τι και να πούμε δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το μέγα μυστήριο.
Mήπως άλλωστε μπορούμε να εξηγήσουμε τα μικρότερα μυστήρια της φύσεως;
O μέγας μαθηματικός Aϊνστάιν λέει: «Kολυμπούμε σε ωκεανό μυστηρίων…».
Γι’ αυτό εδώ, πέρα από το λογικό και τις πέντε αισθήσεις, χρειάζεται η «έκτη αισθησις», δηλαδή η πίστις.Διά της πίστεως εγγίζουμε το μέγα μυστήριο και, σκώληκες εμείς, μικρά και ασήμαντα όντα, σκύβουμε τον αυχένα και λέμε: Aγία Tριάς, Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Φανέρωσις της αγίας Tριάδος σήμερα· Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα. Aνοίξαν τα ουράνια. Tαράχθηκαν τα νερά. «O Iορδάνης εστράφη εις τα οπίσω» (Ψαλμ. ριγ' 3). Περιστερά παρουσιάστηκε, σύμβολο της αγνότητος και καθαρότητος. Kαι φωνή ακούστηκε·«Oυτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ο ευδόκησα» (Mατθ. γ' 17).
Bαπτίσθηκε ακόμη ο Xριστός και για να γίνει υπόδειγμα των Xριστιανών. O ίδιος δεν είχε ανάγκη από βάπτισμα· εμείς έχουμε ανάγκη από την κάθαρση που χαρίζει το μυστήριο. Tο νερό της κολυμβήθρας δεν είναι κοινό νερό – αν πιστεύεις βέβαια· αν δεν πιστεύεις, δικαίωμά σου...
Aφ’ ης στιγμής ο ιερεύς βάζει πετραχήλι και ευλογεί, από την ώρα εκείνη το νερό παίρνει πλέον θαυματουργό δύναμη, ορατή διά της πίστεως, και μέσα στην κολυμβήθρα θάβεται ο παλαιός Aδάμ με όλα τα αμαρτήματά του, και ο άνθρωπος βγαίνει πιο λευκός κι από το χιόνι. Aυτή είναι η πίστις μας. Έγινε λοιπόν το βάπτισμα του Xριστού υπόδειγμα για μας.
Tέλος ένα ακόμη ερώτημα. Bαπτίζεται κάθε μεγάλος άνθρωπος γιατί είναι αμαρτωλός· τα αθώα νήπια όμως γιατί να βαπτίζονται;
Aπάντησις· διότι φέρουν το προπατορικό αμάρτημα. Mερικοί θα γελάσουν ακούγοντας αυτά· αλλα έρχεται σήμερα η επιστήμη, η ψυχολογία, να βεβαιώσει, ότι αυτό είναι αληθές· μόνο που το λέει με άλλα λόγια. Δεν έχω καιρό να σας μιλήσω για το προπατορικό αμάρτημα. Σύντομα λέω μόνο, ότι ο άνθρωπος, μόλις γεννηθεί, φέρει μέσα του το σπέρμα της φθοράς, το σπέρμα της αμαρτίας.
Aυτό με τή γλώσσα της επιστήμης λέγεται «κληρονομικότης», και το παραδέχονται όλοι. Άμα όμως το πεις «προπατορικό αμάρτημα», ενοχλούνται.
Tο παιδί, λοιπόν, έχει κι αυτό κάποια ενοχή· και γι’ αυτό γίνεται η βάπτισις, για να σβήσει η ενοχή, η οποία προέρχεται από το προπατορικό αμάρτημα.
Λύσαμε, αγαπητοί μου, μερικές απορίες. Tι έκανε ο Xριστός από δώδεκα μέχρι τριάντα ετών. Γιατί ο Xριστός, ενώ είναι αναμάρτητος, βαπτίσθηκε στον Iορδάνη. Γιατί βαπτίζονται και τα μικρά παιδιά. Tώρα θα μου πείτε·
-Eμείς βαπτισθήκαμε, και έπρεπε εν συνεχεία να κρατήσουμε άσπιλο τον χιτώνα, να μη διαπράξουμε αμαρτία μετά το βάπτισμα. Aλλά δυστυχώς και μετά το ιερό μυστήριο πέσαμε πάλι και είμεθα βουτηγμένοι σε αμαρτίες. Πρέπει λοιπόν ν’ απελπισθούμε;
Όχι, όχι! Εάν και χίλιες φορές ν’ αμαρτήσεις και να πέσεις, μη απελπισθείς.
Σήκω πάλι επάνω.
Διότι υπάρχει κ’ ένα άλλο βάπτισμα, όπως λένε οι πατέρες της Eκκλησίας· είναι το δάκρυ της μετανοίας και Εξομολογήσεως.Tα δάκρυα του Πέτρου, της αμαρτωλής γυναίκας, τα δάκρυα μυριάδων μετανοούντων ανθρώπων…
Πολλά τα δάκρυα στον κόσμο. Yπάρχει άνθρωπος που δεν έκλαψε; «Kοιλάς κλαυθμώνος» λέγεται η γη (Ψαλμ. π' 6), κοιλάδα δακρύων. Aλλ’ αυτά συνήθως είναι δάκρυα μάταια, άχρηστα. Διότι όσο και να κλάψεις λ.χ. για ένα νεκρό, δεν μπορείς να τον αναστήσεις.
Yπάρχουν όμως και κάποια άλλα δάκρυα πολύτιμα, δάκρυα σπάνια. Eίναι τα δάκρυα της μετανοίας. Δώστε μου, δώστε μου, αμαρτωλοί, ένα τέτοιο δάκρυ!
Tο δάκρυ αυτό, που χύνεις εδώ για τ’ αμαρτήματά σου, ισοδυναμεί με τον Iορδάνη. Aυτό το δάκρυ γίνεται Iορδάνης ποταμός, γίνεται ωκεανός, μέσα στόν οποίο πλένονται τα αμαρτήματα του κόσμου, όλων των γενεών. Kαι τότε δοξάζεται και υμνείται ο Xριστός εις πάντας τους αιώνας. Aμήν.
Mητροπολ. Φλωρίνης π. Aυγουστίνος Kαντιώτης
Απόσπασμα ομιλίας στον Ι.Ν. Αγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης, 6/1/1985
Άκουγα το νέο τραγούδι με τον ομώνυμο τίτλο. Παρατήρησα ότι είναι στιγμές που το μυαλό παρασύρεται από το ηχόχρωμα του ερμηνευτή και τη μελωδία των τραγουδιών και παραβλέπει τον στίχο, ή έστω την αξία του υποβιβάζει. Αλήθεια, συλλογίστηκα για μια στιγμή, δεν είναι τραγικό να ζητά τόσο απεγνωσμένα ένα ψέμα; (Κι ο συλλογισμός παίρνει ξαφνικά τον δικό του δρόμο...)
Μήπως τη ζωή μας τη κτίσαμε στο ψέμα; Έστω το καλύτερο, μα παραμένει ψέμα. Είπε ο Κύριός μας να αναζητούμε την αλήθεια, να μην αντιφάσκουμε, να μην ψευδόμαστε. Το ναι μας – ναι, το όχι – όχι. Μολοντούτο εμείς ψευδώς ζούμε, μιλούμε, κινούμαστε στην πολιτεία, ακόμη και στον μικρόκοσμο των «οικείων» μας, που και μ’ αυτούς καταστρέψαμε τις σχέσεις και τις ισορροπίες στο όνομα μάλιστα κάποτε και της ειλικρίνειας και της αλήθειας.
Την ασυδοσία τη βαφτίσαμε ελευθερία, την παρανομία - εξυπνάδα, την κλοπή - επιτυχία, την κοροϊδία - χιούμορ. Αδιαφορούμε για τον πόνο του δίπλα και για το σύνολο. Μάθαμε να θεωρούμε ανύπαρκτο το ξένο. Αγανακτούμε για τα ατομικά «δικαιώματά» μας. Εξουδενώσαμε την υπομονή μας και πρωτίστως την υπακοή μας, στους νόμους, στους μεγαλυτέρους, στο χρέος. Αχ, αυτό το χρέος που δεν υπάρχει πλέον! Όλοι νομίζουμε πως οι άλλοι μονίνως μας χρωστούν, κανείς μας δεν αντιλαμβάνεται το χρέος προς τον πλησίον του, προς τις γενιές που ήρθαν και τις γενιές που θα 'ρθουν σ’ αυτήν τη γη.
Επαναστατούμε για τα λάθος πράγματα. Ξεριζώνουν συνθέμελα την πατρίδα και την ελληνική ταυτότητά μας κι εμείς χασμουριόμαστε, αν δεν συναινούμε! Στην κατεχόμενη Κύπρο οι λιγοστοί εναπομείναντες εγκλωβισμένοι δεν μπόρεσαν φέτος να γιορτάσουν Χριστούγεννα. Δεν τους επετράπη από το καθεστώς! Ο κατεχόμενος Πενταδάκτυλος δεν απόσεισε –κατά τον ποιητή– κανέναν, όμως εμείς δεν υπάρχει περίπτωση να διενεργήσουμε τέτοια πράξη ενάντια στην κίβδηλη ειρήνη της ωστόσο βιασμένης ζωής μας.
Μαθαίνουμε να μεγαλώνουμε ολοένα και πιο απάνθρωπα, με περισσότερο τσιμέντο και σε πεπιεσμένους αγχώδεις ρυθμούς και με λιγότερη διαπροσωπική επαφή, χωρίς τη θέα του δέντρου και την αφή του χώματος. Περιπλέκουμε την απλότητα της ζωής και ξεγυμνωτικά απλουστεύουμε το μετέπειτα και το επέκεινα. Μια αόριστη ανώτερη δύναμη, λέει ο ένας. Είναι τεχνάσματα των παπάδων, λέει ο άλλος. Όλοι επαναπαυόμαστε!
Αρνούμαστε, δεν δοκιμάζουμε να βιώσουμε την Αλήθεια του Χριστού, ενώ ριψοκινδυνεύουμε κορώνα-γράμματα καθημερινά τη ζωή μας στους δρόμους, στη λευκή σκόνη. Αποφαινόμαστε μ’ ευκολία ότι είναι ακατόρθωτος ο αγώνας της νηστείας, ενώ μπορούμε να ακολουθήσουμε εξαντλητικό πρόγραμμα αυστηρής δίαιτας για να αποκτήσουμε καλλίγραμμο σώμα για την παραλία!
Δυστυχώς, μαθαίνουμε να μένουμε στην επιφάνεια, στην εικόνα και δεν εμβαθύνουμε στην ψυχή και στην ουσία. Δεν κοπιάζουμε να φθάσουμε στο βάθος. Γιορτάζουμε Χριστούγεννα με πολλά φωτάκια, δώρα, «Αγιοβασίληδες», μα χωρίς Χριστό. Τυπικά επικοινωνούμε και συναλλασσόμαστε και δεν κοινωνούμε αληθινά. Βιαζόμαστε να διεκπεραιώσουμε εντολές κι επιθυμίες. Από μικροί βιαζόμαστε να τα ζήσουμε όλα στον υπέρτατο βαθμό και χάνουμε την ουσία της ζωής. Τα ζούμε πρόωρα και βουτηγμένα στο ψέμα!
Συγκαλύψαμε τον εαυτό μας, την εικόνα του Θεού, με επάλληλα στρώματα εγωισμού. Αρνούμαστε να δώσουμε ένα μηδαμινό οβολό σ’ ένα ζητιάνο, γιατί μάθαμε πως υπάρχουν κυκλώματα ψεύτικων ζητιάνων. Μα συχνότερα ο οβολός δεν είναι μεγάλος για κάποια νεοεμφανισθείσα υλική «ανάγκη» μας, μέχρι πρότινος απελευθερωτικά ανύπαρκτη. Κι ακόμη τραγικότερα, σκεπάζουμε την πραγματική δυστυχία του διπλανού μας, γιατί «πονάει» η ψυχή μας και «δεν αντέχει», λέμε! Ναι, έτσι λέμε.
Όπως άκουσα κάποτε, φοράμε μαύρα γυαλιά να μη δείχνουμε τα δάκρυά μας στην κηδεία, ή έτι χειρότερα, να μη δείχνουμε πως δεν κλαίμε. Φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε την αλήθεια. Κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, να ξεγελάσουμε την αλήθεια, να ξεγλιστρίσουμε από τις ευθύνες, να μη θιγεί ο εαυτούλης μας. Δεν θιγόμαστε οι δύστηνοι από το ψέμα; Δεν ασφυκτιούμε κάτω από τα προσωπεία;
Τέτοιες σκέψεις μεταμεσονύκτιες. Σκέψεις σκληρές μα κι αυτοκριτικές, για όλους μας, ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ! Δεν προσποιούμαι τον άγιο. Σε τέτοια και χειρότερα κι εγώ όπως κι εσύ έχω περιπέσει. Και περιπίπτω!
Το τραγούδι φτάνει στο τέλος. Ζητά να τον ξεγελάσει, να του πει ένα ψέμα, να μην αντιληφθεί την πραγματική απώλεια, να μη βιώσει τον πόνο. Τρέμουμε στην ιδέα του πόνου, αυτού του λυτρωτικού, χειρούργου και θείου Πόνου! Μας σκιάζει η ιδέα ενός εαυτού ματωμένου μα πνευματικά καθαρού, αληθινού, χωρίς ικανοποιούμενο εγωισμό, ελεύθερο από πάθη. Προτιμούμε το ψέμα του εύκολου, του υλικού και πρόσκαιρου. Την ψευδαίσθηση της παροντικής ευτυχίας. Μα χάνουμε το μετά, την αίωνιο ζωή, τα πάντα!
Θεέ μου λυπήσου μας. Είναι τόσο αληθινά ζεστή η αγκαλιά Σου να την απαρνιόμαστε, τόσο τρυφερό το χάδι Σου να το αποδιώχνουμε. Συγχώρησέ μας, μη μας κρίνεις αυστηρά. Καταπάτησε κάθε ιδέα ανθρώπινης δικαιοσύνης στην κρίση Σου. Δείξε το έλεός Σου στους αναξίους. Χάρισέ μας ΑΛΗΘΕΙΑ και ΟΥΣΙΑ στη ζωή μας και στις σχέσεις μας, με τους συνανθρώπους μας... με Σένα. Χάρισέ μας αληθινό πνεύμα θυσίας, πίστεως, ελπίδας και αγάπης να ζήσουμε αληθινά!
Έχουμε μια προσωπική μαρτυρία, της αείμνηστης γερόντισσας Μακρίνας μοναχής, από την Πορταριά του Βόλου, που τη διηγείτο τακτικά. Την άκουσα κι εγω, προσωπικά, παρουσία και άλλων χριστιανών.
Μία νεαρά σχετικώς κυρία, είχε υποστεί κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να παραλύσει τελείως από τη μέση και κάτω, έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω, και ελαφρά από τη δεξιά της πλευρά. Το μυαλό της, όμως, και η ομιλία της δεν πειράχτηκαν καθόλου. Από τη γερόντισσα Μακρίνα, αυτή η συγκεκριμένη κυρία είχε μάθει, πριν από τέσσερα – πέντε χρόνια, την ευχή και επικαλείτο συνεχώς, όχι μόνο το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, κατάκοιτη και ακίνητη, όπως ήταν, με το ελεύθερο αριστερό της χέρι, έκαμε συνέχεια κομποσχοίνι στο όνομα της Παναγίας, λέγοντας και φωνάζοντας με πόνο και θέρμη: «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι». «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με». «Παναγία μου, σώσε με, είμαι αμαρτωλή».
Ύστερα από αρκετές ημέρες συνεχών επικλήσεων, ω του θαύματος θα ανακράζαμε όλοι μαζί, παρουσιάστηκε ένα βράδυ την ώρα που ήτο ξυπνητή, και απευθυνόταν προς την Παναγία με το κομποσχοινάκι της, παρουσιάστηκε Εκείνη ολόλαμπρη μπροστά της.Φωτεινή σαν τον ήλιο. Και είχε τέτοια ομορφιά που θαμπώθηκε, όχι μόνον από την θεϊκή ακτινοβολία της, αλλά και από την απερίγραπτη ωραιότητά της. Το ανάστημά της ήτο μεγαλοπρεπέστατο, ουράνιο και ακατάληπτο. Ενώ πίσω της εφαίνοντο πολύ καθαρά ένα πλήθος από τάγματα αγγέλων και αρχαγγέλων. Ταυτόχρονα είχε την ορατή αίσθηση ότι με τη θεία της παρουσία η Παναγία σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο.
Και μέσα στο ιερό δέος της, τον θαυμασμό και την κατάπληξή της, άκουσε την ουράνια φωνή Της να την ρωτάει:
- Τι θέλεις να σου κάνω, Μαρία, παιδί μου;
Μαρία την λέγανε. Και η άρρωστη αλλά η ευλαβής εκείνη χριστιανή, χωρίς δισταγμό, Της απάντησε:
- Θέλω να γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο, γιατί είμαι παράλυτη απ’ τη μέση και κάτω, και δεν μπορώ. Κουράστηκε η πλάτη μου απ’ την ακινησία. Ιδιαιτέρως, όμως, θέλω να σωθώ. Τη σωτηρία μου ποθώ, γι’ αυτό και Σε φωνάζω.
Και η Υπεραγία Θεοτόκος, η γλυκυτάτη Παναγία μας, που συμπονάει με τους πόνους μας και τα βάσανά μας, της απάντησε: - Αυτά θα σου τα δώσω. Και, γι’ αυτό ήλθα, επειδή με φωνάζεις κάθε μέρα, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί θέλω να με φωνάζετε! Να με φωνάζετε συνεχώς. Και γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζεις, της είπε.
Θέλω να με φωνάζετε όλοι σας, όλοι οι χριστιανοί, αυτό εννοούσε τώρα.
Πλημμύρισε, όχι μόνον το δωμάτιο από την υπέρλαμπρη φωτοχυσία της, και το ουράνιο άρωμά της, αλλά και ολόκληρο το σπίτι της. Όλα τα μέλη της οικογένειάς της, κατά την μαρτυρία της αείμνηστης γερόντισσας, έζησαν αυτό το ολοζώντανο θαύμα.Η δε ουράνια αυτή ευωδία παρέμεινε διάχυτη για μέρες μέσα στο σπίτι, και ιδιαίτερα στο δωμάτιο της άρρωστης. Το πρόσωπο της Μαρίας έλαμπε από την πολλή χάρη που έλαβε. Και όχι μόνον άρχιζε να κινεί το σώμα της, και να γυρίζει πλευρό με ευκολία, αλλά σε λίγες μέρες έγινε τελείως καλά και σηκώθηκε υγιεστάτη.
Εγώ όμως δεν θα μείνω στο καταπληκτικό αυτό θαύμα της θείας παρουσίας της Υπεραγίας Θεοτόκου, ούτε στο θαύμα της θεραπείας της άρρωστης. Αλλά θα παραμείνω σ’ αυτά που είπε η Παναγία μας, η Μητέρα όλων μας. Τι είπε;
«Θέλω να με φωνάζετε».
«Θέλω να με επικαλείσθε. Κι εγώ ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζετε.»
«Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ με», «Υπεραγία Θεοτόκε σώσε με», «Υπεραγία Θεοτόκε σώσε το παιδί μου», και ό,τι άλλο νομίζετε ότι μπορείτε να φωνάξτε απ’ το βάθος της καρδιάς σας, αυτό που μας πονάει συνήθως περισσότερο.