Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Η «ελευθερία» της δουλείας



Πολλές φορές ταξιδεύουμε με αυτοκίνητο που οδηγούμε οι ίδιοι σε δρόμους μεγάλης κυκλοφορίας και ταχύτητας. Συναντούμε στην πορεία και πολλές πινακίδες με οδηγίες και περιορισμούς. Αλλά σχεδόν πάντα βλέπουμε οδηγούς να είναι σταματημένοι και η τροχαία με ένα μπλοκ στο χέρι να τους δίνει την τιμωρία της παράβασής τους. Υπάρξουν όμως και εκείνοι που προχωρούν ήρεμοι και άφοβοι γιατί είναι σε όλα νομοταγείς. Έχουν τα απαραίτητα έγγραφα και τηρούν με υπομονή τις υποδείξεις.

Αυτά είναι παραδείγματα της ελευθερίας του καθενός. Ο ένας θεωρεί ότι μπορεί να ζει ελεύθερα όπως θέλει αδιαφορώντας για τον νόμο και για τα δικαιώματα των άλλων. Ο άλλος, που σέβεται τους νόμους, επίσης κινείται ελεύθερα χωρίς όμως να φοβάται και χωρίς να βλάπτει κανένα.δυο τύποι ελευθερίας που συναντούμε κάθε μέρα σε πάρα πολλές περιπτώσεις. Είναι Η ελευθερία που μας καλεί ο θεός να ζούμε είναι εκείνη που μας κάνει υπάκουους στο θείο νόμο. 

Το ερώτημα. Ζούμε με τη βοήθεια του θεού σύμφωνα μ' αυτόν; Τότε είμαστε ελεύθεροι με τη χάρη του Χριστού. Εάν παραβιάζουμε τους νόμους του θεού επικαλούμενοι «το δικαίωμα της ελευθερίας μας» τότε είμαστε στην πραγματικότητα δούλοι της αμαρτίας. Στο χέρι μας είναι τελικά να διαλέξουμε ποια ελευθερία θέλουμε...

πηγή: ιστολόγιο Εις Καπερναούμ (9/9/2010)

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Αγάπη...


ΑΓΑΠΗ είναι μια αγαθή διάθεση της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμά τίποτε άλλο περισσότερο από το να γνωρίσει το Θεό. Είναι αδύνατον όμως ν’ αποκτήσει σταθερά μέσα του αυτή την αγάπη, όποιος έχει εμπαθή προσκόλληση σε κάτι από τα γήινα.

Μην πεις ότι και μόνο η πίστη μου στο Χριστό μπορεί να με σώσει. Αυτό είναι αδύνατον, αν δεν αποκτήσεις και την έμπρακτη αγάπη. Η απλή πίστη, που δεν συνοδεύεται με έργα αγάπης, τίποτε δεν ωφελεί, αφού και τα δαιμόνια πιστεύουν και τρέμουν.

Όπως η μνήμη της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα, έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δεν φωτίζει την ψυχή με τη γνώση του Θεού.

Εκείνο που αγαπάει κανείς, σ’ αυτό και είναι προσηλωμένος, και, για να μην το στερηθεί, καταφρονεί όλα όσα τον αποσπούν απ' αυτό. Έτσι κι εκείνος που αγαπάει το Θεό, καλλιεργεί την καθαρή προσευχή και διώχνει από μέσα του κάθε πάθος που τον εμποδίζει απ' αυτήν.

Ο νους που ενώνεται με τον Θεό και παραμένει μαζί του με την προσευχή και την αγάπη, αυτός γίνεται σοφός, αγαθός, δυνατός, φιλάνθρωπος, σπλαχνικός, μακρόθυμος. Μ' ένα λόγο, έχει πάνω του όλα τα θεία γνωρίσματα. Όταν όμως απομακρύνεται από το Θεό και προσκολλάται στα γήινα, ή γίνεται σαν κτήνος, καθώς κυλιέται στις ηδονές, ή γίνεται σαν θηρίο, καθώς φιλονικεί με τους ανθρώπους για πράγματα υλικά.

Εκείνος που φοβάται τον Θεό, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη. Και η ταπεινοφροσύνη τον οδηγεί στην αγάπη και την ευχαριστία του Θεού. Σκέφτεται δηλαδή την προηγούμενη ζωή του, τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς του, και πώς απ' όλα αυτά τον γλύτωσε ο Κύριος και τον μετέφερε από τη ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο. Με τέτοιες σκέψεις λοιπόν αποκτάει και την αγάπη προς το Θεό, τον ευεργέτη και κυβερνήτη της ζωής του, τον οποίο αδιάλειπτα ευχαριστεί με πολλή ταπεινοφροσύνη.

Εκείνος που αγαπάει το Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στη γη. Νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται, και για κάθε άνθρωπο σκέφτεται πάντοτε το καλό.

Η αγάπη προς το Θεό παρακινεί όποιον την έχει να καταφρονεί κάθε πρόσκαιρη ηδονή και κάθε κόπο και λύπη. Ας σε πείσουν γι' αυτό όλοι οι άγιοι, οι οποίοι τόσα έπαθαν για το Χριστό.
Η ανέκφραστη ειρήνη που έχουν οι άγιοι άγγελοι οφείλεται σ' αυτά τα δύο: στην αγάπη προς το Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από τον Σωτήρα μας, ότι σ' αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των Προφητών (Ματθ. 22, 40).

Όποιος αγαπάει τον Θεό δεν είναι δυνατόν να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους, κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με αμέτρητη και ανείπωτη χαρά όταν τους βλέπει να διορθώνονται.

«Όποιος με αγαπάει», λέει ο Κύριος, «θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14, 23). «Και η δική μου εντολή είναι να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. 15,12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπάει τον πλησίον του, αθετεί την εντολή του Κυρίου. Και όποιος αθετεί την εντολή του Κυρίου, ούτε τον Κύριο είναι δυνατόν ν' αγαπήσει.

Μην καταφρονήσεις την εντολή της αγάπης γιατί μ' αυτή θα γίνεις παιδί του Θεού, ενώ παραβαίνοντάς την θα γίνεις παιδί της γέεννας.

Για τις εξής πέντε αιτίες οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλο:
- Για τον Θεό, όπως ο ενάρετος τους αγαπάει όλους, και όπως κάποιος αγαπάει τον ενάρετο, έστω κι αν ο ίδιος δεν έγινε ακόμα ενάρετος.
- Για φυσικούς λόγους, όπως οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, και αντιστρόφως.
- Από κενοδοξία, όπως αγαπάει κάποιος αυτόν που τον δοξάζει.
- Από φιλαργυρία, όπως εκείνος που αγαπά¬ει τον πλούσιο γιατί του δίνει χρήματα.
- Από φιληδονία, όπως εκείνος που αγαπάει ένα πρόσωπο γιατί του ικανοποιεί τη γαστριμαργία ή τη σαρκική του επιθυμία.
Απ' αυτές λοιπόν τις αιτίες, η πρώτη είναι αξιέπαινη, η δεύτερη ούτε επαινετή ούτε αξιοκατάκριτη, ενώ οι υπόλοιπες είναι εμπαθείς.

Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει το σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε. Αν δηλαδή τις κάνουμε γι' Αυτόν ή για κάτι άλλο. Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν' αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στον Θεό. Σ' Αυτόν ν' αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική Του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα.

Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία προς τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων.

Η διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία.

Εκείνος που αγαπάει το Χριστό, Τον μιμείται όσο μπορεί. Ο Χριστός, για παράδειγμα,
- δεν έπαυσε να ευεργετεί τους ανθρώπους.
- έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν
- υπέμεινε όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε.

Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον. Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μας βεβαιώνει: «Δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει "Κύριε, Κύριε", αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ. 7, 21). Και πάλι: «Όποιος με αγαπάει θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14,15).

«Εγώ σας λέω», είπε ο Κύριος, «αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σας μισούν, προσεύχεστε για όσους σας βλάπτουν» (Ματθ. 5, 44). Γιατί έδωσε αυτές τις εντολές; Για να σε ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και τη μνησικακία και να σε αξιώσει ν' αποκτήσεις την τέλεια αγάπη. Αυτή είναι αδύνατον να την έχει όποιος δεν αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως και ο Θεός τους αγαπάει όλους εξίσου.

Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι' αυτό ανεξαίρετα τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους ενάρετους τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν τον καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για να τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου.

Αγωνίσου, όσο μπορείς, ν' αγαπήσεις κάθε άνθρωπο. Αν αυτό δεν μπορείς να το κάνεις ακόμα, τουλάχιστον μη μισήσεις κανέναν. Αλλά ούτε αυτό θα μπορέσεις να το πετύχεις, αν δεν καταφρονήσεις τα πράγματα του κόσμου.

Αυτά που διώχνουν την αγάπη από τον άνθρωπο είναι τα εξής: η προσβολή, η ζημία, η συκοφαντία σε θέματα πίστεως ή διαγωγής, τα ξυλοκοπήματα, οι πληγές και τα παρόμοια, που συμβαίνουν είτε στον ίδιο είτε σε κάποιον συγγενή ή φίλο του. Εκείνος λοιπόν που για κάτι απ' αυτά διώχνει την αγάπη, δεν έμαθε ακόμα ποιος είναι ο σκοπός των εντολών του Χριστού.

Όλος ο σκοπός των εντολών του Σωτήρος είναι να ελευθερώσουν τον νου από την ακράτεια και το μίσος, και να τον οδηγήσουν στην αγάπη Αυτού και του πλησίον. Από αυτή τη διπλή αγάπη γεννιέται το φως της έμπρακτης πνευματικής γνώσεως.

Οσίου Μάξιμου του Ομολογητη

Πηγή: Ιστολόγιο Άγιον Όρος, το περιβόλι της Παναγίας

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Γάμος και Μοναχισμός


(Από την συζήτηση με τούς Φοιτητές τής Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας τού Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου)

Σε ποιο βαθμό ο μοναχικός τρόπος ζωής στην θεολογία τής θεωρίας είναι πιο υψηλά από την κατάσταση τού γάμου;

Όταν κανείς εισέρχεται στην Εκκλησία και βαπτίζεται έχει σκοπό να φτάσει στην θέωση. Η θέωση είναι για κάθε άνθρωπο, για κάθε Χριστιανό. Αυτό ακριβώς φαίνεται στην ακολουθία τού Βαπτίσματος και στην όλη πνευματική ζωή.

Υπάρχει ο εν Χριστώ γάμος και η εν Χριστώ παρθενία. Αν ο γάμος δεν είναι εν Χριστώ δεν σώζει. Και αν η παρθενία δεν είναι εν Χριστώ δεν σώζει. Το πρόβλημα δεν είναι γάμος ή παρθενία, αλλά το πώς ο άνθρωπος θα ζει εν Χριστώ και εν τη Εκκλησία.

Βέβαια, όταν κανείς είναι καλός μοναχός, τότε τού δίνονται μεγαλύτερες δυνατότητες για να σωθεί και να φτάσει σε υψηλό βαθμό πνευματικής ζωής. Γιατί στον γάμο πρέπει κανείς να συνυπάρχει με ένα άλλο πρόσωπο και να βαδίζουν με ένα ζυγό και οι δύο. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις πού ένας έγγαμος φθάνει σε μεγάλο ύψος πνευματικής ζωής και ένας μοναχός παραμένει στα χαμηλά επίπεδα πνευματικής ζωής.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι ο Προφήτης Ησαΐας ήταν έγγαμος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να φθάσει στην θεωρία τού Θεού. Γι' αυτό και λέω ότι, όταν κανείς έχει δίψα για τον Θεό, δεν τον εμποδίζει ούτε ο γάμος ούτε η παρθενία. Βέβαια υπάρχουν βαθμοί θεωρίας και αγιότητας.

Ο π. Παΐσιος κάποτε είπε ότι ο Θεός έχει την δική του αριθμητική. Η δική μας αριθμητική είναι διαφορετική από την αριθμητική τού Θεού. Για παράδειγμα, το εννιά για τον Θεό μπορεί να μην είναι άριστα, ενώ το τέσσερα ή το δύο να είναι άριστα. Και εξήγησε ότι ο Χριστός με την παραβολή των ταλάντων είπε ότι στον ένα δόθηκαν πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο και στον τρίτο ένα, για να τα διπλασιάσουν. Εκείνος πού πήρε τα πέντε τάλαντα, έπρεπε να τα κάνει δέκα για να πάρει το άριστα. Εάν τα έκανε εννιά, δεν πήρε το άριστα. Εκείνος πού πήρε τα δύο έπρεπε να τα κάνει τέσσερα, για να πάρει το άριστα. Για τον Θεό το εννέα δεν είναι άριστα, ενώ το τέσσερα είναι. Έτσι η αριθμητική τού Θεού είναι διαφορετική από την αριθμητική τού ανθρώπου.

Το θέμα είναι ότι ο Χριστιανός ό,τι κάνει στην ζωή του, πρέπει να το κάνει εν Χριστώ. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει ότι μερικοί μακάρισαν τον ερημικό βίο ως καλύτερο και άλλοι μακάρισαν τον κοινοβιακό βίο. Για μένα, λέγει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, καλύτερος είναι αυτός ο βίος πού γίνεται για τον Χριστό, για την δόξα τού Χριστού και σύμφωνα με το θέλημα τού Θεού.

Υπάρχουν έγγαμοι άνθρωποι που σώζονται, μπαίνουν στον Παράδεισο, και υπάρχουν μοναχοί που δεν θα σωθούν. Οπότε, το θέμα είναι να ζούμε εκκλησιαστική ζωή, να ρωτάμε τον Πνευματικό Πατέρα τι πρέπει να κάνουμε στην ζωή μας και αυτό που θα κάνουμε να το κάνουμε κατά Θεό.

Ο πατέρας μου ήθελε να γίνει μοναχός. Πήγε στο μοναστήρι αλλά την πρώτη εβδομάδα, πριν γίνει μοναχός, έγινε πόλεμος με τούς Ιταλούς και τον επιστράτευσαν. Ο ηγούμενος τού είπε να πάει στον πόλεμο και αν σωθεί και επιθυμεί να γίνει μοναχός μπορούσε να επανέλθει στο μοναστήρι. Κατά την διάρκεια τού πολέμου προσευχόταν, κοινωνούσε συχνά και όταν τελείωσε ο πόλεμος ο Πνευματικός τού είπε: «Εσύ πρέπει να παντρευτείς» και τού υπέδειξε ένα πρόσωπο. Εκείνος έκανε υπακοή και παντρεύτηκε. Κάποτε μού έγραψε σε γράμμα: «Εάν παντρεύτηκα το έκανα για δυο λόγους: πρώτον, γιατί ήθελα να κάνω υπακοή στον Πνευματικό μου Πατέρα και δεύτερον, ήθελα να κάνω παιδιά για να τα υπηρετήσω». Αγαπούσε πάρα πολύ τούς μοναχούς, διάβαζε μοναχικά βιβλία, διάβαζε το βιβλίο τού αγίου Ιωάννη τής Κλίμακος. Και η μητέρα μου ζούσε πολύ μοναχικά. Με προσευχή, με νηστεία. Εισήλθα μια φορά μέσα στο σπίτι και την είδα να κάνει μετάνοιες και να προσεύχεται. Εγώ δεν έχω την πίστη και την πνευματική ζωή πού είχαν οι γονείς μου.

Η μητέρα μου στο τέλος τής ζωής της ήταν για πέντε χρόνια κατάκοιτη και συνεχώς προσευχόταν στον Θεό. Τότε την ρώτησα αν είχε κάποιο παράπονο. Μού απάντησε: «Δεν έχω κανένα παράπονο, χίλιες δόξες να έχει ο Θεός. Δεν είμαι άξια να Τον δοξάζω». Και όμως ήταν κατάκοιτη. Ο πατέρας μου πέθανε στο Νοσοκομείο. Όταν τον έφεραν στο σπίτι, κάθισε δίπλα στο φέρετρό του, τον χάιδεψε στο μέτωπο και τού είπε: «Γιατί έφυγες; Γιατί δεν με χαιρέτισες; Τόσα χρόνια περάσαμε καλά, γιατί έφυγες τόσο ξαφνικά;». Και μετά είπε: «Άντε, δεν πειράζει. Πήγαινε στο καλό και καλή αντάμωση».

Οι γονείς μου σώθηκαν, εγώ δεν ξέρω ακόμη αν θα σωθώ. Γι' αυτό να προσεύχεσθε και εσείς για να σωθώ και εγώ και να μη διαψεύσω τούς γονείς μου που με γέννησαν και με αγάπησαν.

Επομένως, η παρθενία είναι μια ευλογημένη κατάσταση, η οποία δίνει πολλές προϋποθέσεις, για να ανεβεί κανείς σε μεγάλο ύψος πνευματικής ζωής. Όμως, όταν κανείς δεν τις αξιοποιεί, τότε αποτυγχάνει. Αλλά και ο γάμος ευλογείται από τον Θεό με το Μυστήριο τού γάμου και μπορεί ο άνθρωπος με την υπακοή στο θέλημα τού Θεού να σωθεί. Όλα πρέπει να γίνονται εν Χριστώ. Ο Απόστολος Παύλος μιλώντας για τον γάμο και την παρθενία λέγει: «Έκαστος ίδιον χάρισμα έχει εκ Θεού, ός μέν ούτως, ός δέ ούτως» (Α' Κορ. ζ', 7).

Πηγή: περιοδ. Εκκλησιαστική Παρέμβαση, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, τεύχ. 166, Μάιος 2010

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Η βίωση της χαράς



Ἡ βίωση τῆς χαρᾶς ἀποτελεῖ κοινό χαρακτηριστικό στή ζωή τῶν ἁγίων. Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή ζοῦν τό Χριστό μέσα τους, βιώνουν ἔντονα τή χαρά τῆς Ἀνάστασής Του. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό τό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ, ἑνός ἀσκητῆ πού ἔζησε τό 18ο αἰῶνα στή Ρωσία. Ὁ ἅγιος Σεραφείμ χαιρετοῦσε ὅλους τούς ἀνθρώπους ὁλόχρονα μέ τό «Χριστός ἀνέστη, χαρά μου!», γιατί ἀκριβῶς ζοῦσε τή χαρά τῆς Ἀνάστασης συνέχεια, κάθε στιγμή καί κάθε ἡμέρα τῆς ζωῆς του.

Στό βίο τοῦ ἁγίου Σεραφείμ διασῴζεται ἕνα περιστατικό, ὅπου παρουσιάστηκε φανερά ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σέ μία ἐπίσκεψή του στόν ὅσιο ἕνας Ρῶσος εὐγενής, ὁ Νικόλαος Μοτοβίλωφ, τόν ὁποῖο ὁ ἀσκητής εἶχε θεραπεύσει ἀπό φοβερούς ρευματισμούς, ἔθεσε τό ἐρώτημα ποιός εἶναι ὁ σκοπός στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Σεραφείμ ἦταν ξεκάθαρη: Σκοπός στή ζωή μας εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού χαρίζει τήν ἀληθινή χαρά στόν ἄνθρωπο. Αὐτή τή χαρά τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔζησαν καί οἱ δυό τους σ’ ἐκείνη τή συνάντηση.

Στή συνέχεια, παραθέτουμε αὐτούσια τήν ἀφήγηση τοῦ Μοτοβίλωφ σχετικά μέ τό περιστατικό τῆς συνάντησής του μέ τόν ἅγιο.

«Ἡ ἡμέρα ἦταν συννεφιασμένη· ἡ γῆ εἶχε καλυφθεῖ ἀπό παχύ στρῶμα χιονιοῦ, τό ὁποῖο ἔπεφτε συνεχῶς, ὅταν ὁ στάρετς Σεραφείμ μέ ἔβαλε νά καθίσω δίπλα του σ’ ἕνα πεσμένο κορμό δένδρου.

− Ὁ Κύριος μοῦ ἀποκάλυψε, μοῦ εἶπε, ὅτι στήν παιδική σας ἡλικία ἐπιθυμούσατε νά μάθετε ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Σᾶς συμβούλευαν νά ἐκκλησιάζεσθε, νά προσεύχεσθε, νά κάνετε καλές πράξεις, διότι σ’ αὐτά, σᾶς ἔλεγαν, συνίσταται ὁ σκοπός τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ ἀπάντηση, ὅμως, δέν μποροῦσε νά σᾶς ἱκανοποιήσει. Ὄντως, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ὅπως καί ὅλη ἡ χριστιανική ἄσκηση εἶναι καλά καθ’ ἑαυτά. Ἀλλά ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας δέν εἶναι μόνο νά ἐκπληρώσουμε αὐτά, διότι αὐτά εἶναι μόνο μέσα. Ὁ πραγματικός σκοπός τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι νά ἀποκτήσουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Πρέπει νά γνωρίζετε ὅτι μόνο ἐκεῖνο τό καλό ἔργο πού ἔχει γίνει ἀπό ἀγάπη πρός τό Χριστό φέρει τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σύμφωνα μ’ αὐτά, ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας.

− Μέ ποιά ἔννοια λέτε ὅτι πρέπει νά κερδίσουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐρώτησα ἐγώ, δέν τό καταλαβαίνω καλά αὐτό;

− Κερδίζω σημαίνει ἀποκτῶ, μοῦ ἀπάντησε. Ἐσεῖς γνωρίζετε σίγουρα τί σημαίνει ἀποκτῶ χρήματα. Αὐτό τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ σκοπός τῆς ἐπίγειας ζωῆς γιά τόν κοινό ἄνθρωπο εἶναι νά κερδίσει χρήματα ἤ ν’ ἀποκτήσει τιμές, διακρίσεις καί βραβεῖα. Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐπίσης κεφάλαιο, καί μάλιστα τό αἰώνιο κεφάλαιο, καί ὁ μοναδικός θησαυρός, ἀστείρευτος στόν αἰῶνα. Κάθε ἔργο πού ἔγινε ἀπό ἀγάπη Χριστοῦ, φέρει τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ὅμως τοῦτο κατορθώνεται εὐκολότερα μέ τήν προσευχή, διότι αὐτή ἀποτελεῖ τό ὄργανο πού διαθέτομε. Μπορεῖ νά τύχει νά θέλετε νά πᾶτε στήν ἐκκλησία, ἀλλά ἡ ἐκκλησία νά μήν εἶναι κοντά ἤ νά ἔχει τελειώσει ἡ ἀκολουθία. Ἤ ἔχετε, ἐνδεχομένως, ἐπιθυμία νά ἐλεήσετε κάποιο πτωχό, ἀλλά πτωχός δέν ὑπάρχει. Ἴσως ἐπιθυμεῖτε νά γίνετε ἀπαθής, ἀλλά δέν ἔχετε γι’ αὐτό δυνάμεις. Γιά τήν προσευχή, ὅμως, ὑπάρχει πάντοτε δυνατότητα· αὐτή εἶναι προσιτή, τόσο στόν πλούσιο, ὅσο καί στόν πτωχό, τόσο στόν ἐγγράμματο, ὅσο καί στόν ἁπλοϊκό, στόν ἰσχυρό, ὅσο καί στόν ἀδύναμο, στόν ὑγιῆ ὅσο καί στόν ἀσθενῆ, στό δίκαιο ὅσο καί στόν ἁμαρτωλό. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς εἶναι τεράστια καί περισσότερο ἀπ’ ὁτιδήποτε ἄλλο αὐτή ἑλκύει τό Ἅγιο Πνεῦμα.


− Γέροντα, εἶπα, ὅλη τήν ὥρα μιλᾶτε γιά τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποία πρέπει νά ἀποκτήσουμε, ἀλλά πῶς καί ποῦ μπορῶ νά τή δῶ; Τά καλά ἔργα εἶναι ὁρατά. Ἄραγε, τό Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νά γίνει ὁρατό; Πῶς μπορῶ νά γνωρίζω, ἄν αὐτό εἶναι μαζί μου ἤ ὄχι;

− Ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία μᾶς ἔχει δοθεῖ στό Βάπτισμα, λάμπει στήν καρδιά μας, παρά τίς ἁμαρτίες καί τά σκοτάδια πού μᾶς περικυκλώνουν. Αὐτή ἐμφανίζεται μέσα σέ ἄρρητο φῶς σ’ ἐκείνους, μέ τούς ὁποίους ὁ Κύριος ἀναγγέλλει τήν παρουσία Του. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι αἰσθάνθηκαν χειροπιαστά τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἐγώ τότε ρώτησα:
− Πῶς θά μποροῦσα νά γίνω καί ἐγώ προσωπικά μάρτυς αὐτοῦ του πράγματος;

Ὁ π. Σεραφείμ μέ ἀγκάλιασε καί μοῦ εἶπε:
− Ἀγαπητέ μου, ἐμεῖς εἴμαστε καί οἱ δύο τώρα ἐν Πνεύματι. Γιατί δέν μέ κοιτάζετε;

− Γέροντα, δέν μπορῶ νά σᾶς κοιτάξω, διότι τό πρόσωπό σας ἔγινε φωτεινότερο ἀπό τόν ἥλιο καί τά μάτια μου ἔχουν θαμβωθεῖ.

− Μή φοβᾶστε, διότι καί ἐσεῖς ἔχετε γίνει φωτοφόρος, ὅπως καί ἐγώ. Ἔχετε καί ἐσεῖς τώρα πληρωθεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλιῶς δέν θά μπορούσατε νά μέ δεῖτε ἔτσι ὅπως μέ βλέπετε.

Καί σκύβοντας κοντά μου, μοῦ ψιθύρισε:
− Παρακαλοῦσα τόν Κύριο μέ ὅλη μου τήν καρδιά νά σᾶς ἀξιώσει νά δεῖτε μέ τά σωματικά σας μάτια αὐτή τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί νά, μέ τό μέγα του ἔλεος παρηγόρησε τήν καρδιά σας, ὅπως θάλπει ἡ μητέρα τά παιδιά της. Λοιπόν, ἀγαπητέ μου, γιατί δέν μέ κοιτάζετε; Μή φοβᾶστε τίποτα, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σας!

Τόν κοίταξα καί μέ διαπέρασε ρῖγος. Φανταστεῖτε τόν ἥλιο στήν πιό δυνατή λάμψη τῆς μεσημβρινῆς ἀκτινοβολίας του καί στό κέντρο τοῦ ἡλίου νά βλέπετε πρόσωπο ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος συνομιλεῖ μαζί σας. Βλέπετε τίς κινήσεις τῶν χειλιῶν του, τήν ἔκφραση τῶν ματιῶν του, ἀκοῦτε τή φωνή του, αἰσθάνεσθε ὅτι τό ἕνα του χέρι εἶναι ἁπλωμένο γύρω ἀπό τόν ὦμο σας, ἀλλά δέν βλέπετε οὔτε αὐτό τό χέρι οὔτε τό πρόσωπο, παρά μόνο τό ἐκτυφλωτικό φῶς, πού ἁπλώνεται παντοῦ γύρω σας καί φωτίζει μέ τή λάμψη του τό χιόνι πού καλύπτει τό ξέφωτο καί τίς χιονονιφάδες πού πέφτουν.

− Τί αἰσθάνεσθε; μέ ρώτησε.

Ἡσυχία καί εἰρήνη ἀνέκφραστη, εἶπα.

− Καί τί ἀκόμη αἰσθάνεσθε;

− Νά γεμίζει ἡ καρδιά μου ἀπό ἄρρητη χαρά.

− Αὐτή ἡ χαρά πού αἰσθάνεσθε εἶναι μηδαμινή σέ σχέση μέ ἐκείνη τή χαρά γιά τήν ὁποία ἔχει γραφεῖ:
”Ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν” (Α΄ Κορ. β΄, 9). Σέ μᾶς δόθηκε μία σκιά μόνο τῆς χαρᾶς αὐτῆς, τί νά πεῖ κανείς γιά τήν πραγματική χαρά. Τί αἰσθάνεσθε ἀκόμη, φιλόθεε;

Ἀνέκφραστη θερμότητα, εἶπα.

− Τί εἴδους θερμότητα; Εἴμαστε στό δάσος, τώρα εἶναι χειμῶνας καί παντοῦ γύρω μας χιόνι... Τί εἴδους θερμότητα εἶναι αὐτή ποῦ αἰσθάνεσθε;

Καί ἐγώ ἀποκρίθηκα:
− Ὅπως ὅταν λούζομαι μέ ζεστό νερό. Αἰσθάνομαι ἀκόμη εὐωδία τέτοια, πού ποτέ μέχρι τώρα δέν ἔχω αἰσθανθεῖ.

− Ξέρω, ξέρω, εἶπε ἐκεῖνος· σᾶς ἐρωτῶ ἐπίτηδες. Αὐτή ἡ εὐωδία πού αἰσθάνεσθε εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί αὐτή ἡ θερμότητα γιά τήν ὁποία μιλᾶτε δέν ὑπάρχει στήν ἀτμόσφαιρα, ἀλλά μέσα μας. Θερμαινόμενοι ἀπό αὐτήν οἱ ἐρημῖτες δέν φοβοῦνταν τόν χειμῶνα, διότι φοροῦσαν τό χιτῶνα τῆς Χάριτος, ὁ ὁποῖος ἀντικαθιστοῦσε τό ἔνδυμα. “Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστίν” (Λουκ. ιζ΄, 21). Ἡ κατάσταση στήν ὁποία τώρα βρισκόμαστε τό ἀποδεικνύει. Νά τί σημαίνει νά εἶσαι πλήρης Πνεύματος Ἁγίου.

− Θά θυμᾶμαι τό ἔλεος αὐτό ποῦ μᾶς ἐπισκέφθηκε σήμερα; ρώτησα.

− Πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος θά σᾶς βοηθήσει νά τό διαφυλάξετε στήν καρδιά σας, διότι αὐτό δόθηκε ὄχι μόνο γιά μᾶς, ἀλλά διά μέσου ἡμῶν καί γιά τόν ὑπόλοιπο κόσμο. Πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ! Ὁ Κύριος καί ἡ Παναγία ἄς εἶναι μαζί σας!

Ὅταν τόν ἄφησα, τό ὅραμα δέν εἶχε παύσει. Ὁ γέροντας βρισκόταν στήν ἴδια θέση πού εἶχε στήν ἀρχή τῆς συνομιλίας μας καί τό ἄρρητο φῶς πού εἶχα δεῖ μέ τά μάτια μου συνέχιζε νά τόν περιβάλλει».

(Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Βίος Ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ, ἐκδ. «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας», Θεσσαλονίκη: 1995, σ. 70-73)


Ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁλοκληρώνει τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί χαρίζει σ’ αὐτόν τήν ἀληθινή χαρά. Ἡ χαρά αὐτή δωρίζεται ἀπό τό Θεό στόν ἄνθρωπο, ἀποτελεῖ καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό διακηρύττει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί ἐπιβεβαιώνει ὁ ἅγιος Σεραφείμ στό παραπάνω περιστατικό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δεχτεῖ τό Θεό μέσα του, τότε ὅλη ἡ ζωή του γεμίζει ἀπό χαρά· κάθε κομμάτι τῆς ζωῆς του, οἱ σχέσεις του μέ τούς ἄλλους ἀντανακλοῦν τή χαρά αὐτή, ὅπως βλέπουμε νά συμβαίνει στή ζωή τῶν ἁγίων. Ἡ βίωση τῆς χαρᾶς ὡς καρποῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν γίνεται μαγικά, ἀλλά προϋποθέτει τή συνεργία τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος τή χαρακτηρίζει «κατόρθωμα πνευματικόν».

Αντ. Χαραλάμπους
Πηγή: περιοδ. Παρέμβαση Εκκλησιαστική, εκδ. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, τεύχ. 12, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2010, σ. 620-3

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Μετανιωμένοι, στα γόνατα


ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΜΑΣ

Ποιος φταίει, λοιπόν;
Ποιος φταίει που το έθνος βρίσκεται σήμερα σε τούτη την εξαθλίωση;
-Φταίει η Κυβέρνηση.
-Όχι, φταίει η προηγούμενη Κυβέρνηση.
-Φταίνε οι πολιτικοί μας.
-Φταίνε οι τραπεζίτες.
-Φταίνε τα διεθνή trust, οι off-shore εταιρείες, η δημοσιονομική πολιτική, το Χρηματιστήριο, οι επιχειρήσεις...
-Φταίνε όλοι τους.

Λάθος, αδελφέ. Δεν φταίνε όλοι τους. Φταίμε όλοι μας. Μπορείς να το πιστέψεις ότι έχεις κι εσύ το μερίδιο της ευθύνης σου σ' αυτό το κατάντημα της χώρας μας; Μπορώ κι εγώ να το παραδεχθώ; Αυτό θα ήταν το πρώτο βήμα.

Το πρώτο βήμα είναι να παραδεχθούμε οι Έλληνες ότι φταίξαμε απέναντι στον Θεό. Αμαρτήσαμε. Παρέβημεν το θέλημά Του, τον άγιο Νόμο Του. Πορευθήκαμε «ἐν τοῖς θελήμασι τῶν καρδιῶν ἡμῶν». Αποστατήσαμε από τη Χάρη Του, τη σκέπη και προστασία Του, και είπαμε: «Ωραία· άρα λοιπόν μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς τις δεσμεύσεις του Νόμου του Θεού· καταθλιπτικά πράγματα· δεν μας χρειάζονται πια. Εμείς έχουμε τα λεφτά μας, που μάλιστα έχουμε ανακαλύψει τρόπους να τα αποκτούμε και πολύ εύκολα, χωρίς κόπο, χωρίς εργασία. Και μ' αυτά φτειάχνεις τη ζωή σου πολύ ωραία. Διασκεδάζεις, γλεντάς, αποκτάς αγαθά, ό,τι θέλεις, όσο θέλεις...»

Και βέβαια ας μην πούμε ότι αυτά δεν αφορούν εμάς, εμείς δεν ζήσαμε έτσι. Ας ανοίξουμε μόνο τις ντουλάπες μας να δούμε τα ρούχα που κρέμονται στις κρεμάστρες, κι ας ρωτήσουμε ειλικρινά τον εαυτό μας: «Αν είχα τα μισά, δεν θα μπορούσα να ζήσω;» Η απάντηση που θα δώσουμε θα μας δείξει εάν και εμείς δεν βρισκόμαστε στην ίδια νοοτροπία μ' αυτήν που κατά βάσιν απετέλεσε την αιτία του κακού και της γενικής εξαθλιώσεως του έθνους μας σήμερα. Και βέβαια, αν μπορούσα να ζήσω με τα μισά, τότε έχω κι εγώ παραβεί τον λόγο του Θεού που λέει «ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι» (Λουκ. γ' 11). Πώς λοιπόν μπορώ να λέω ότι έζησα σύμφωνα με τον Νόμο του Θεού;

Αυτό είναι το πρώτο βήμα.

Το δεύτερο είναι να πέσουμε στα γόνατα. Να πέσουμε στα γόνατα, αδελφοί. Εμείς πάλι. Όχι οι άλλοι. Δεν έχει σημασία τι κάνουν οι άλλοι. Σημασία έχει εμείς τι κάνουμε. Κι αν το κάνουμε αυτό όσοι τώρα διαβάζουμε ετούτο το άρθρο, χιλιάδες προσευχές θα αναπεμφθούν στον ουρανό...

Τρεις τους ήταν. Αθώοι μάλιστα. Μέσα στην κάμινο επιπλέον, τιμωρημένοι για την απείθειά τους να μην προσχωρήσουν στην προσκύνηση του ειδώλου και της ύλης. Κι όμως οι Τρεις Παίδες μέσα από την κάμινο του πυρός, της τιμωρίας, του αφανισμού, σήκωσαν μάτια και καρδιές στον ουρανό και προσευχήθηκαν...

Προσευχήθηκαν για το έθνος τους. Σε α' πληθυντικό πρόσωπο. Και τι προσευχή ήταν εκείνη! Λόγια μετανοίας, συντριβής ενώπιον του Θεού. Λόγια εξομολογήσεως. Πόσο, αλήθεια, ταιριαστή προσευχή για το έθνος μας σήμερα!

«Είσαι δίκαιος, Κύριε, Του είπαν. Οι αποφάσεις Σου είναι ορθές, αληθινές, δίκαιες. Και ό,τι επέτρεψες τώρα το έθνος μας να πάθει, την αιχμαλωσία μας δηλαδή σε ανθρώπους άνομους, σκληρούς, βάναυσους, το επέτρεψες πολύ σωστά και δίκαια. Διότι αμαρτήσαμε, Κύριε, Σε εγκαταλείψαμε και απομακρυνθήκαμε από τον Νόμο Σου, δεν υπακούσαμε στις σωτήριες εντολές Σου, ούτε φυλάξαμε με προσοχή όσα μας παρήγγειλες για να ευτυχήσουμε.

-Και τώρα...» Ακολουθεί έκθεση της καταστάσεως του έθνους τους. «Τώρα δεν μπορούμε ούτε το στόμα μας ν' ανοίξουμε, να πούμε μια δικαιολογία, ένα παράπονο. Καταντήσαμε ντροπή και εξευτελισμός, αντικείμενο χλευασμού και καταφρόνιας όλων. "Ἐσμικρύνθημεν παρὰ πάντα τὰ ἔθνη", είμαστε οι πιο περιφρονημένοι και εξευτελισμένοι σ' όλη τη γη. Κι αυτά όλα για τις αμαρτίες μας».

Κι έπειτα η ταπεινή ικεσία: «Μη μας παραδώσεις σε τέλεια και ολοκληρωτική καταστροφή και μην απομακρύνεις το έλεος και την ευσπλαχνία Σου. Δέξου την ικεσία μας, η οποία βγαίνει μέσα από καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη μπροστά Σου, ειλικρινά μετανιωμένη. Μη μας αποδοκιμάσεις· "μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς, ἀλλὰ ποίησον μεθ’ ἡμῶν κατὰ τὴν ἐπιείκειάν Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους Σου καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς", βγάλε μας μέσα από αυτήν την οικτρή κατάσταση που βρισκόμαστε τώρα. Κι ας αποβούν όλα αυτά προς δόξαν του ονόματός Σου» (βλ. Δανιήλ γ')

Πόσο, αλήθεια, ταιριαστή προσευχή για το έθνος μας σήμερα!

Δεν είμαστε σε θέση να προκαθορίσουμε τι θα φέρει η αυριανή ημέρα. Καλούμαστε, όμως, αδελφοί, όλοι μας σε συστράτευση προσευχής για το έθνος μας. Είναι πρωτοφανή αυτά που ζούμε. Προσευχή! Την προσευχή των Τριών Παίδων, αυτή να λέμε καθημερινά. Και με την ψυχική διάθεση των Τριών. Με συντριβή, μετάνοια, ταπείνωση. Ακόμη πιο καλά, να τη συνοδεύουμε και με κάποια στέρηση, κακοπάθεια σωματική: Νηστεία, μετάνοιες, αγρυπνία, ελεημοσύνη... «Ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ» σαν τους Νινευΐτες.

Ένας σεισμός να προκληθεί. Σεισμός προσευχής να κλονίσει τα ουράνια, βοή ισχυρή να ανεβεί στα «ώτα Κυρίου Σαβαώθ». Και τότε μπορούμε να ελπίζουμε. Είναι φιλάγαθος Εκείνος, μακρόθυμος και ελεήμων, και δεν θα μας αφήσει «εις τέλος». Για δέκα δεν θα άφηνε τα Σόδομα...


Δεν θα βρει δέκα μετανιωμένους και προσευχομένους μέσα στην Ελλάδα;

 περιοδ. Ο Σωτήρ, τεύχ. 2007, Σεπτέμβριος 2010, σ. 377-8

-----+-----

Προσευχή Αζαρίου

24 Οὕτως οὖν προσηύξατο Ανανίας καὶ Αζαρίας καὶ Μισαήλ καὶ ὕμνησαν τῷ κυρίῳ, ὅτε αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς προσέταξεν ἐμβληθῆναι εἰς τὴν κάμινον. 25 στὰς δὲ Αζαριας προσηύξατο οὕτως καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐξωμολογεῖτο τῷ κυρίῳ ἅμα τοῖς συνεταίροις αὐτοῦ ἐν μέσῳ τῷ πυρὶ ὑποκαιομένης τῆς καμίνου ὑπὸ τῶν Χαλδαίων σφόδρα καὶ εἶπαν·

26 Εὐλογητὸς εἶ, κύριε ὁ θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸν καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας, 27 ὅτι δίκαιος εἶ ἐπὶ πᾶσιν, οἷς ἐποίησας ἡμῖν, καὶ πάντα τὰ ἔργα σου ἀληθινά, καὶ αἱ ὁδοί σου εὐθεῖαι, καὶ πᾶσαι αἱ κρίσεις σου ἀληθιναί, 28 καὶ κρίματα ἀληθείας ἐποίησας κατὰ πάντα, ἃ ἐπήγαγες ἡμῖν καὶ ἐπὶ τὴν πόλιν σου τὴν ἁγίαν τὴν τῶν πατέρων ἡμῶν Ιερουσαλημ, διότι ἐν ἀληθείᾳ καὶ κρίσει ἐποίησας πάντα ταῦτα διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν. 29 ὅτι ἡμάρτομεν ἐν πᾶσι καὶ ἠνομήσαμεν ἀποστῆναι ἀπὸ σοῦ καὶ ἐξημάρτομεν ἐν πᾶσι καὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ νόμου σου οὐχ ὑπηκούσαμεν 30 οὐδὲ συνετηρήσαμεν οὐδὲ ἐποιήσαμεν καθὼς ἐνετείλω ἡμῖν, ἵνα εὖ ἡμῖν γένηται. 31 καὶ νῦν πάντα, ὅσα ἡμῖν ἐπήγαγες, καὶ πάντα, ὅσα ἐποί ησας ἡμῖν, ἐν ἀληθινῇ κρίσει ἐποίησας 32 καὶ παρέδωκας ἡμᾶς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν ἡμῶν ἀνόμων καὶ ἐχθίστων ἀποστατῶν καὶ βασιλεῖ ἀδίκῳ καὶ πονηροτάτῳ παρὰ πᾶσαν τὴν γῆν. 33 καὶ νῦν οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἀνοῖξαι τὸ στόμα, αἰσχύνη καὶ ὄνειδος ἐγενήθη τοῖς δούλοις σου καὶ τοῖς σε βομένοις σε. 34 μὴ παραδῷς ἡμᾶς εἰς τέλος διὰ τὸ ὄνομά σου καὶ μὴ διασκεδάσῃς σου τὴν διαθήκην 35 καὶ μὴ ἀποστήσῃς τὸ ἔλεός σου ἀφ’ ἡμῶν διὰ Αβρααμ τὸν ἠγαπημένον ὑπὸ σοῦ καὶ διὰ Ισαακ τὸν δοῦλόν σου καὶ Ισραηλ τὸν ἅγιόν σου, 36 ὡς ἐλάλησας πρὸς αὐτοὺς λέγων πληθῦναι τὸ σπέρμα αὐτῶν ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡς τὴν ἄμμον τὴν παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης. 37 ὅτι, δέσποτα, ἐσμικρύνθημεν παρὰ πάντα τὰ ἔθνη καί ἐσμεν ταπεινοὶ ἐν πάσῃ τῇ γῇ σήμερον διὰ τὰς ἁμαρ τίας ἡμῶν, 38 καὶ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἄρχων καὶ προφήτης οὐδὲ ἡγούμενος οὐδὲ ὁλοκαύτωσις οὐδὲ θυσία οὐδὲ προσφορὰ οὐδὲ θυμίαμα οὐδὲ τόπος τοῦ καρπῶσαι ἐνώπιόν σου καὶ εὑρεῖν ἔλεος· 39 ἀλλ’ ἐν ψυχῇ συντετριμμένῃ καὶ πνεύματι τεταπεινωμένῳ προσδεχθείημεν ὡς ἐν ὁλοκαυτώμασι κριῶν καὶ ταύρων καὶ ὡς ἐν μυριάσιν ἀρνῶν πιόνων· 40 οὕτω γενέσθω ἡμῶν ἡ θυσία ἐνώπιόν σου σήμερον καὶ ἐξιλάσαι ὄπισθέν σου, ὅτι οὐκ ἔστιν αἰσχύνη τοῖς πεποιθόσιν ἐπὶ σοί, καὶ τελειώσαι ὄπισθέν σου. 41 καὶ νῦν ἐξακολουθοῦμεν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ καὶ φοβούμεθά σε καὶ ζητοῦμεν τὸ πρόσωπόν σου, μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς, 42 ἀλλὰ ποίησον μεθ’ ἡμῶν κατὰ τὴν ἐπιείκειάν σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου 43 καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς κατὰ τὰ θαυμάσιά σου καὶ δὸς δόξαν τῷ ὀνόματί σου, κύριε. 44 καὶ ἐντραπείησαν πάντες οἱ ἐνδεικνύμενοι τοῖς δούλοις σου κακὰ καὶ καταισχυνθείησαν ἀπὸ πάσης δυναστείας, καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν συντριβείη· 45 γνώτωσαν ὅτι σὺ εἶ μόνος κύριος ὁ θεὸς καὶ ἔνδοξος ἐφ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην.

46 Καὶ οὐ διέλιπον οἱ ἐμβάλλοντες αὐτοὺς ὑπηρέται τοῦ βασιλέως καίοντες τὴν κάμινον. καὶ ἡνίκα ἐνεβάλοσαν τοὺς τρεῖς εἰς ἅπαξ εἰς τὴν κάμινον, καὶ ἡ κάμινος ἦν διάπυρος κατὰ τὴν θερμασίαν αὐτῆς ἑπταπλασίως, καὶ ὅτε αὐτοὺς ἐνεβάλοσαν, οἱ μὲν ἐμβάλλοντες αὐτοὺς ἦσαν ὑπεράνω αὐτῶν, οἱ δὲ ὑπέκαιον ὑποκάτωθεν αὐτῶν νάφθαν καὶ στιππύον καὶ πίσσαν καὶ κληματίδα. 47 καὶ διεχεῖτο ἡ φλὸξ ἐπάνω τῆς καμίνου ἐπὶ πήχεις τεσσαράκοντα ἐννέα 48 καὶ διεξώδευσε καὶ ἐνεπύρισεν οὓς εὗρε περὶ τὴν κάμινον τῶν Χαλδαίων. 49 ἄγγελος δὲ κυρίου συγκατέβη ἅμα τοῖς περὶ τὸν Αζαριαν εἰς τὴν κάμινον καὶ ἐξετίναξε τὴν φλόγα τοῦ πυρὸς ἐκ τῆς καμίνου 50 καὶ ἐποίησε τὸ μέσον τῆς καμίνου ὡσεὶ πνεῦμα δρόσου διασυρίζον, καὶ οὐχ ἥψατο αὐτῶν καθόλου τὸ πῦρ καὶ οὐκ ἐλύπησε καὶ οὐ παρηνώχλησεν αὐτούς.

Δανιήλ γ' 24-50

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Αγάπη και συναίσθημα


Η αγάπη, πρέπει να είναι αγάπη πρώτιστα στον Ιησούν και διά Ιησού η έκφρασή της στους αδελφούς μας. Θα πρέπει να αγνοηθεί ο ρόλος του συναισθήματος; Θα ήταν λάθος η παραγνώρισή του. Ο άνθρωπος δεν είναι άγγελος, για να αγαπάει σαν άγγελος. Και ως άνθρωπος έχει την ιδιοτυπία του στην έκφραση της αγάπης του. Μιλώντας για αγάπη δεν μπορούμε να αποφύγουμε να μιλήσουμε για τρυφερότητα καρδιάς, για ευαισθησία κ.λπ. Η αγάπη λειτουργεί μέσα μας όχι ως κάτι ξένο προς τον μηχανισμό του ψυχικού μας κόσμου. Όμως η χριστιανική αγάπη δεν είναι μόνο συναισθηματισμός. Είναι χάρισμα του Θεού, στο οποίο καλείται να συμμετάσχει και ο συναισθηματισμός μας εξαγιαζόμενος.

Ο Κύριός μας δεν καταργεί το συναίσθημα, αλλά το εξαγιάζει. Προσέχοντας στο παράδειγμά Του βλέπουμε πόση ανθρωπιά δείχνει, πόσο γλυκός είναι. Τον συγκινούν τα παιδιά, τα οποία παίρνει στην αγκαλιά Του και τα παρουσιάζει ως εικόνες για μια ώριμη και συνετή αθωότητα και παιδικότητα. Στενάζει μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, τον οποίο απαλείφει από πολλές καρδιές. Κλαίει μπροστά στο θέαμα του θανάτου, που θέτει τέρμα στην ομορφιά της ζωής. Και μιλάει λίγο πριν από το θείο πάθος Του, με μια απέραντη τρυφερότητα στους μαθητές Του, που δεν διστάζει να τους ονομάσει «τεκνία» Του. Θυμηθείτε την ωραία και τόσο παραστατική εικόνα, που χρησιμοποιεί απευθυνόμενος με θλίψη στην Ιερουσαλήμ για την άρνησή της να δεχθεί την αγάπη Του: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ!... ποσάκις ηθέλησα επισυνάξαι τα τέκνα σου ον τρόπον όρνις την εαυτής νοσιάν υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε!». Πόση θλιμμένη τρυφερότητα δεν κρύβει αυτό το παράπονο!

Και οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, που ακολούθησαν τα ίχνη του Κυρίου, δεν παραγνώρισαν τον μεγάλο θησαυρό της ευαισθησίας και της συναισθηματικότητας, προκειμένου να εκφράσουν την πεντακάθαρη αγάπη τους στα παιδιά του Θεού, τα πνευματικά τους αδέρφια
. Πρώτος και καλύτερος ο μεγάλος απόστολος Παύλος. Πόση ήταν η αγάπη του για τον Κύριο, το γνωρίζουμε καλά. Και δεν μας είναι άγνωστη η υπερβολή της αγάπης του για τους πιστούς, τους οποίους «εγέννησεν εν τω Ευαγγελίω». Έτσι σε μια στιγμή ξεσπάσματος της καρδιάς του αφήνει να ακουστεί ετούτη η κραυγή: «Τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν! Ήθελον δε παρείναι προς υμάς άρτι και αλλάξαι την φωνήν μου!» (Γαλ. δ' 19-20). Και σε άλλη περίπτωση: «Τις ασθενεί, και ουκ ασθενώ; Τις σκανδαλίζεται, και ουκ εγώ πυρούμαι;» (Β' Κορ. ια' 29), έκραζε με πόνο πολύ. Πώς να μη συγκινήσουν τις καρδιές τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης θεϊκής σε μεγαλείο και ντυμένης τόση ανθρωπιά και κατανόηση;

Ας ακούσουμε και δύο άλλες φωνές, από τις πάμπολλες, μέσα από την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας. Είναι κλασσικό και ανυπέρβλητο το χωρίο του Ισαάκ του Σύρου, όπου μιλάει για «καύσιν καρδίας». Να, τι λέει, για να το υπενθυμίσω στην αγάπη σας:

«Καρδία ελεήμων εστί καύσις υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος. Και εκ της μνήμης αυτών και της θεωρίας ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Και εκ της πολλής και σφοδράς ελεημοσύνης και συνεχούσης την καρδίαν και εκ της πολλής καρτερίας σμικρύνεται η καρδία αυτού (=του θεωρούντος και δακρύοντος) και ου δύναται βαστάσαι ή ακούσαι ή ιδείν βλάβην τινά ή λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένην. Διά τούτο υπέρ των αλόγων και υπέρ των εχθρών της αληθείας και υπέρ των βλαπτόντων αυτών εν πάση ώρα ευχήν μετά δακρύων προσφέρει του φυλαχθήναι αυτούς και ιλασθήναι αυτούς. Ομοίως και υπέρ φύσεως των ερπετών εκ της πολλής ελεημοσύνης της κινουμένης εν τη καρδία αυτού αμέτρως κατά την ομοιότητα του Θεού» (Ισαάκ του Σύρου, Τα ευρεθέντα ασκητικά, Λόγος πα'. εκδ. Σπανού, Αθήνα, σ. 306).

Και με απλά λόγια: Καρδιά ελεήμων, δηλαδή καρδιά γεμάτη τρυφερή αγάπη είναι τελικά θέρμη καρδιάς, που καίγεται κυριολεκτικά για όλα τα δημιουργήματα, για τους ανθρώπους, για τα πουλιά, για τα ζώα και για τους δαίμονες και γενικά για κάθε κτίσμα. Και στην ανάμνησή τους και στη θέα τους τα μάτια του ανθρώπου, που έχει ελεήμονα καρδιά, πλημμυρίζουν από δάκρυα. Από την πολλή και έντονη αγαπητική διάθεση, που συνέχει την καρδιά του, και από την πολλή καρτερικότητά της γίνεται πολύ ευαίσθητη και δεν μπορεί να ανεχθεί ή να ακούσει ή να ιδεί να συμβαίνει κάποια βλάβη ή κάποια μικρή λύπη στη Δημιουργία. Γι' αυτό και κάθε ώρα και στιγμή προσεύχεται με δάκρυα και για τα χωρίς λογικό δημιουργήματα και για τους εχθρούς της αλήθειας και γι' αυτούς, που του προξενούν ζημιές και βλάβες παρακαλώντας τον Θεό να φυλαχτούν και να συγχωρεθούν. Το ίδιο προσεύχεται ακόμη και για τα ερπετά (που γι' αυτά νιώθει κανένας ενστικτώδη αποστροφή). Και το κάνει αυτό εξαιτίας της άμετρης ευαισθησίας, που έχει στην καρδιά του, όπως ο Θεός.

Ένα άλλο δείγμα ιερής τρυφερότητας αναφέρεται στον διακριτικότατο και σοφότατο Αββά Ποιμένα, έναν από τους πιο μεγάλους Αββάδες.
«Παρέβαλόν τινες των γερόντων προς τον Αββάν Ποιμένα και είπον αυτώ. θέλεις, αν ίδωμεν τους αδελφούς νυστάζοντας εις την σύναξιν, ίνα νύξωμεν αυτούς ίνα γρηγορώσιν εις την αγρυπνίαν; Ο δε λέγει αυτοίς. εγώ τέως αν ίδω τον αδελφόν νυστάζοντα, τιθώ την κεφαλήν αυτού επί τα γόνατά μου και αναπαύω αυτόν» (Γεροντικόν, εκδ. «Αστέρος», Αθήνα 1970, σ. 99, Αββάς Ποιμήν).
Πήγαν, λέει η διήγηση, κάποιοι γέροντες στον Αββά Ποιμένα και του είπαν: επιτρέπεις, αν δούμε τους αδελφούς να νυστάζουν την ώρα της ιερής συνάξεως, να τους σκουντήσουμε λιγάκι για να μην κοιμούνται κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας; Ο Αββάς τους αποκρίθηκε: εγώ, αν δω τον αδελφό μου να νυστάζει, του βάζω το κεφάλι στα γόνατά μου και τον ξεκουράζω.

Αλήθεια, τι υπερβολή τρυφερότητας και κατανοήσεως του κόπου ή της αδυναμίας του άλλου!
Η υπερφυσική και ουράνια αγάπη δεν θα μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα, εξαγνισμένη και αγιασμένη εν Χριστώ, από τον τρόπο, με τον οποίο εκφράζονται και οι ανωτέρω Πατέρες, αλλά και πάρα πολλοί άλλοι. Γι' αυτό δεν σταυρώθηκε ο Κύριος και δεν αναστήθηκε, για να μεταμορφώσει τη φύση μας και να την κάνει από θηριώδη και αγριωπή, λεπτή, τρυφερή, πονετική, γεμάτη κατανοούσα αγάπη; Η μεταμορφώνουσα την «πεπτωκυίαν» φύση μας χάρις χύνεται πλούσια στην ανθρώπινη καρδιά, την ανασταίνει από την σκληρότητα και διαφθορά της, ώστε να μπορεί άνετα διά μέσου της να εκφράζονται τα πλούσια χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, ένα από τα οποία, το κυριότερο δε, είναι η αγάπη (Γαλ. ε' 22).

Επομένως, προκειμένου να εκφράσουμε την αγάπη μας προς τα έξω, δεν πρέπει να αλλοιώσουμε αφύσικα την καρδιά μας και να στραγγαλίσουμε την ευαισθησία της, αλλά κυρίως να αφήσουμε τη χάρη του Κυρίου να κατευθύνεται σωστά και να κυριαρχεί μεταμορφωμένη στον ίδιο τον εαυτό της, με πλήρη αυτολησμοσύνη της, χάριν του αγαπωμένου, «μη ζητούσα τα εαυτής». Δεν είναι το ίδιο να καταπνίγουμε την καρδιά μας και να τη διαστρέφουμε και να την μικραίνουμε και το ίδιο να τη θέτουμε στην υπηρεσία της πνευματικής αγάπης, να την ευαισθητοποιούμε πιο πολύ, να την κάνουμε πλατιά και ευρύχωρη, ξένη προς κάθε μικρότητα και κάθε φίλαυτη και εγωιστική επιδίωξη, που σ' αυτήν θα μας ωθούσε ευχαρίστως «ο παλαιός ημών άνθρωπος» (Ρωμ. ς' 6).

Ιερομ. Ευσεβίος Βίττης, Εμείς και η αγάπη μας, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Η εύλαλη σιωπή


Το να σιωπά κανείς δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι είναι αδιάφορος, αδρανής, νωχελής κι απρόσεκτος. Η εσκεμμένη σιωπή, η προσεγμένη ολιγολογία και η απόρριψη της φλυαρίας και του κουτσομπολιού αποτελεί προτίμηση σιγής κι αποφυγή της κουραστικής πολυλογίας, από την οποία συνήθως προέρχονται διάφορα προβλήματα, όπως φιλονικίες, ψυχρότητες και θόρυβοι. Οι σιωπηλοί άνθρωποι μιλούν με τη σοβαρή σιωπή τους. Δεν μιλούν όχι γιατί δεν γνωρίζουν να μιλήσουν, όχι από ακαταδεκτικότητα και κρυφή οίηση ότι δεν συμμετέχουν σε υψηλού επιπέδου συζητήσεις, αλλά από την ταπεινή αίσθηση ότι δεν έχουν κάτι σημαντικό να πουν. Όταν μάλιστα μιλούν, καταθέτουν λόγο μεστό περιεχομένου.

Οι σιωπηλοί άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένοι, αρεστοί και προτιμητέοι. Η κοινωνία σήμερα αναζητά τολμηρούς συζητητές. Μερικοί μάλιστα θεωρούν τους σιωπώντες νοσηρούς, μειονεκτικούς, δειλούς, φοβισμένους και προβληματικούς. Θα μπορούσε βεβαία ορισμένοι να είναι έτσι, όπως και αρκετοί φλύαροι. Οι γνήσια πάντως σιωπηλοί άνθρωποι «ζουν το άρωμα μιας άλλης ζωής, που δεν μπορούν να εννοήσουν οι άλλοι που αγάπησαν τις έκδηλες μορφές συμπεριφοράς. Η σιωπή γεμίζει την ψυχή τους χαρά και τους ανοίγει ορίζοντες μιας έντονης πνευματικής δράσης, την οποία δύσκολα μπορεί να κατανοήσει και να αξιολογήσει το ανθρώπινο περιβάλλον τους».

Από τα παραπάνω διαφαίνεται μια σιωπή με δύο μορφές. Η μια ως αδυναμία και η άλλη ως αρετή.

Μπορούμε να έχουμε σιωπή από φόβο ή δειλία, που προέρχεται από νοσηρές ψυχικές καταστάσεις. Μια νοσηρή σιωπή είναι σκοτεινή, άχαρη, δόλια, κουραστική και φθοροποιός. Ταλαιπωρεί τον ίδιο τον άνθρωπο, που δεν είναι ισορροπημένος, ξεκάθαρος, τίμιος, ειλικρινής, εκφραστικός και ντόμπρος. Μερικές φορές μπορεί να προσποιείται κανείς τον σιωπηλό και ταπεινό, ενώ μέσα του επικρατεί μεγάλη σύγχυση, ταραχή, θόρυβος, στενοχώρια και οίηση. Η προσποίηση αυτή είναι φοβερή κι αξιοκατάκριτη υποκρισία. Ένας φαινομενικά σιωπηλός απατά. Διατηρεί σιωπή από κακή διάθεση για τον πλησίον. Ή υπάρχει από έλλειψη θάρρους ή βαθύ εσωτερικό κενό. Ο ταπεινά σιωπηλός δεν είναι ακοινώνητος, φυγόκοσμος κι αφιλάδελφος. Ούτε κλείνεται στο καβούκι του ναρκισσευόμενος, μονολογώντας με τον σοφό εαυτό του κι απαξιώνοντας τον αδελφό του.

Υπάρχει λοιπόν καλή και κακή σιωπή, όπως κακός και καλός λόγος. Η εσωτερική ποιότητα του ανθρώπου χρωματίζει κι αρωματίζει και τη σιωπή και τον λόγο του. Το ευαγγέλιο δεν μας θέλει πάντοτε σιωπώντες. Μας καλεί συχνά σε κήρυγμα, ιεραποστολή, ομολογία, νουθεσία και συμβουλή. Ο Χριστός είπε στον Απ. Παύλο: «Μη φοβού, αλλά λάλει και μη σιωπήσης διότι εγώ ειμι μετά σου». Άφοβα του λέει, να κηρύττεις το ευαγγέλιο και να μη σιωπάς, γιατί είμαι μαζί σου. Τον λόγο του ενδυναμώνει η συνεχής παρουσία του Κυρίου. […]

Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ λέει: «Απόκτησε την εσωτερική σου γαλήνη και χιλιάδες άνθρωποι θα σωθούν γύρω σου, χωρίς εσύ να το ξέρεις». Δεν χρειάζεται συνέχεια να μιλάμε. Ο κόσμος κουράστηκε από τα πολλά, τα παχιά, τα αδιαφανή, τα υποκριτικά, τα ξύλινα λόγια. Οι άλλοι δεν βρίσκονται πάντοτε πλάι μας για να μας ακούνε, αλλά και για να τους ακούμε. Λέει ένας σοφός: «ο Θεός μας έδωσε δύο αυτιά και ένα στόμα – περισσότερο ν’ ακούμε και λιγότερο να μιλάμε». Εμείς κυκλοφορούμε σαν να έχουμε δέκα στόματα και κανένα αυτί. Μιλά ο άλλος και δεν τον ακούμε και σκεφτόμαστε τι θα πούμε εμείς.

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Η εύλαλη σιωπή, εκδ. Εν πλω, σ. 13-21

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Συνομιλία με τον Αδαμιαίο Θρήνο


(Αν δεν προσέγγισε η ψυχή σου
τον θρήνο του Αδάμ
είναι που χαμένη ακόμη γυρνά
και στο Φως δεν βγαίνει.)

«Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον αναζητώ. Πώς να μην Τον ζητώ; Όταν ήμουν μαζί Του, ευφραινόταν ειρηνικά η ψυχή μου και οι εχθροί δεν με πλησίαζαν. Τώρα, όμως, το πονηρό πνεύμα απέκτησε εξουσία επάνω μου και συγκλονίζει και τυραννεί την ψυχή μου.»

Εξουσία απέκτησε επάνω μου
και δεμένος πισθάγκωνα στη γωνιά
λούζομαι στιγμή ηδονής χωρίς χαρά
βουτώ σε βυθούς οδύνης χωρίς δάκρυ,
χωρίς μετάνοιας δάκρυ,
περπατώ στην κόλαση.

«Λειώνει η ψυχή μου για τον Κύριο μέχρι θανάτου. Το πνεύμα μου ορμά προς τον Θεό και τίποτε το γήνινο δεν με παρηγορεί. Η ψυχή μου δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, αλλά ποθεί με δίψα να Τον βλέπει πάλι και να Τον απολαμβάνει αχόρταγα.»

Λειών’ η ψυχή μου χωρίς Εσένα
παγών’ η καρδιά μου μακριά Σου
βουλιάζ’ η ζωή μου στη λάσπη
βουλιάζ’ η ζωή μου στη γη.

«Δεν μπορώ να Τον λησμονήσω ούτε στιγμή, και από τον πολύ μου πόνο στενάζω και οδύρομαι: “Ελέησόν με, ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα.”»

Παραπεταμένος στη σκοτεινή γωνιά
μακριά από τη θέα τ’ ουρανού
μισή καρδιά χωμένη στο χώμα και στα έντερά του
μισή καρδιά καρφωμένη στη χαραμάδα του τοίχου.
Μόνη ελπίδα και μόνιμη
να ελεηθώ κι ας δεν τ’ αξίζω!

«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου.
Δεν με έλκουν των ορέων τα ύψη.
Δεν με αναπαύει το κάλλος των δασών και των λιβαδιών.
Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου το κελάδημα των πουλιών.
Τίποτε, τίποτε δεν μου δίνει τώρα χαρά.
Η ψυχή μου ράγισε από την πολλή θλίψη.
Πρόσβαλα τον αγαπημένο Θεό μου.
Και αν με δεχόταν πάλι στον παράδεισο ο Κύριος,
και εκεί με πόνο θα θρηνούσα:
“Γιατί πίκρανα τόσο τον αγαπημένο μου Θεό;”»

Γιατί τον πίκρανα;
Γιατί τον πίκρανα, παραμιλώ στον ξύπνιο;
Γιατί, παραμιλώ στον ύπνο;
Γιατί να τον πικραίνω ακόμη
σε δρόμο χωρίς γυρισμό;
Γιατί, πονώ αλήθεια, γιατί;
Γιατί τον άλλο δρόμο δεν παίρνω;
Γιατί αληθινά δεν μετανοώ;
Σε ζητώ ετούτη τη στιγμή
μέσα στα γιατί μου... ΕΛΑ!

«Πού είσαι Κύριε;
Πού κρύφθηκε το κάλλος του Προσώπου Σου;
Η ψυχή μου πολύ καιρό τώρα δεν βλέπει το Φως Σου και πονεμένη Σε ζητά με δάκρυα.
Πού κρύφθηκε ο Κύριός μου;
Γιατί δεν Τον βλέπω στην ψυχή μου; Τι τον εμποδίζει να κατοικεί μέσα μου; Δεν υπάρχει λοιπόν μέσα μου η ταπείνωση του Χριστού και η αγάπη για τους εχθρούς.»

Δεν υπάρχει... Όντως, δεν υπάρχει.
Και πώς αποκτούνται δεν ξέρω.
Ή κι αν ξέρω δεν το παλεύω.
Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν.
Υπομονή κι επιμονή,
όσες φορές κι αν πέσεις
άλλες τόσες να σηκωθείς,
ίσως αυτή είναι η μόνη συνταγή...

«Σας αγαπά ο Κύριος, και εσείς να ζείτε με αγάπη· να υπακούετε στους προϊσταμένους σας, να ταπεινώνετε τις καρδιές σας, και τότε Πνεύμα Θεού θα κατοικήσει μέσα σας. Αυτό έρχεται ήρεμα και δίνει ειρήνη στην ψυχή και μαρτυρεί για τη σωτηρία της χωρίς λόγια.

Ψάλλετε στον Θεό με αγάπη και πνευματική ταπείνωση, γιατί ο Κύριος χαίρεται με αυτό.

Μετανοείτε και προσεύχεσθε.»

Κι εσύ ο αφελής θες το πρώτο
δίχως το δεύτερο...

«...Υπομένετε τους πόνους της μετάνοιας· αγαπάτε τις θλίψεις, αποξηραίνετε τα σώματά σας με άσκηση και εγκράτεια, ταπεινώστε τον εαυτό σας και αγαπάτε τους εχθρούς, για να κατοικήσει μέσα σας το Άγιο Πνεύμα.

Τότε θα γνωρίσετε και θα βρείτε τη Βασιλεία των Ουρανών.»

Κρατώ την ψυχή μου στον Άδη.
Στρέφω τα μάτια μου στον Ουρανό.
Κρατώ εκείνο το «τότε»
ελπίδα αδιαίρετη στην ψυχή μου.

«Παράδεισέ μου, παράδεισε, θαυμαστέ μου παράδεισε.»


Αποσπάσματα:
Αρχιμ. Σωφρόνιος (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, Αγγλία, σ. 534-41.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...