Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Προσευχές - κραυγές!


ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ

«και εβόησεν λέγων. Ιησού υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Και οι προάγοντες επετίμων αυτώ ίνα σιωπήσει. Αυτός δε πολλώ μάλλον έκραζεν. Υιέ Δαυίδ ελέησόν με.»

Τυφλός λοιπόν και ο Βαρτίμαιος όπως όλοι μας, μόνο που αυτός είχε την σωματική και όχι την πνευματική τύφλωση. Δεν έβλεπε με τα μάτια του σώματος, αλλά έβλεπε με τα μάτια της ψυχής. (το όνομά του το αναφέρει ο Μάρκος)

Πολλοί νομίζουμε ότι το κυριότερο είναι τα μάτια του σώματος, αλλά όταν είσαι πνευματικά τυφλός τα σωματικά μάτια δεν πρόκειται να σε ωφελέσουν. Μπορεί και να σε καταστρέψουν! Είδε λοιπόν τον Χριστό και κατάλαβε ότι ήταν η ευκαιρία της ζωής του, γι' αυτό και το πέτυχε. (την άρπαξε από τα μαλλιά). Τι πέτυχε; Ό,τι ζητούσε το έλαβε ο Βαρτίμαιος. Ήθελε το φως του, γιατί είχε γι' αυτόν μεγάλη σημασία (δεν ήταν εκ γενετής τυφλός) και έτσι βγήκε από μέσα του η ευχή, που δεν είναι παρά η μετέπειτα ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.

Έκανε λοιπόν ευχή προς τον Χριστό. Αν προσέξετε αυτό το οποίο ο Βαρτίμαιος είπε προς τον Χριστό, είναι η ευχή του Ιησού.

Η ευχή είναι «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Εδώ λέει «Ιησού, Υιέ Δαυίδ», που σημαίνει Κύριε, «ελέησόν με» είναι η ευχή. Η ευχή λοιπόν είναι εκείνη που κάνει τον Χριστόν να στρέφεται προς εμάς, και όχι η ακρόαση των λόγων Του, αν κάνουμε συγκεντρώσεις στο όνομά Του, αν μελετάμε βιβλία θρησκευτικά και διάφορα άλλα. Εάν Τον φωνάζουμε. Και αν προσέξετε, δεν μίλησε απλώς «Ιησού ελέησόν με» αλλά εβόησε λέει, έβγαλε κραυγή ο Βαρτίμαιος, έτσι λέει το κείμενο από την αρχή. Ξεκίνησε με βοή και εβόησε λέγων, και στο τέλος λέει: αυτός δε πολλώ μάλλον έκραζε «Υιέ Δαυίδ ελέησόν με». Ώστε η προσευχή που έχει άμεσα αποτελέσματα πρέπει να είναι βοή, πρέπει να είναι κραυγή προς Τον Χριστό. Δεν πρέπει να είναι κάτι το συνηθισμένο, κάτι το κρύο, το χλιαρό, το τυπικό, κάτι που το παίρνουμε συνήθεια και καμιά φορά όταν προσευχόμαστε σκεφτόμαστε και άλλα πράγματα. Και για να είναι κραυγή η ευχή του κομποσχοινιού, είτε γίνεται με το κομποσχοίνι, είτε όχι, για να είναι κραυγή προς τον Χριστό, ένα από τα δύο πρέπει να συμβαίνει. Ή να βρισκόμαστε σε μεγάλη απελπισία, όπως ήτανε ο τυφλός, είτε να αγαπάμε πολύ τον Χριστό.

Στην πρώτη περίπτωση ήταν ο Βαρτίμαιος, που χρόνια άκουγε για τον θεραπευτή που άνοιγε τα μάτια και δεν μπορούσε να τον δει, και εκείνη την στιγμή περνούσε από μπροστά του και δεν ήξερε αν θα ξανάρθει στη ζωή του η ευκαιρία να ξαναπεράσει από κοντά του ο Χριστός. Καταλαβαίνετε σε τι απελπισία είχε έρθει ο άνθρωπος, όταν προχωρούσε και εχάνετο. Έχανε την ευκαιρία της ζωής του. Ήταν δυνατόν λοιπόν να κάνει προσευχή όπως κάνουμε εμείς και σκεφτόμαστε άλλα; Ήτανε κεντρικό πρόβλημα της ζωής του και είχε ανάγκη από αυτό και θα ήτανε η απελπισία της ζωής του αν το έχανε.

Δικαιολογείται λοιπόν να μιλήσει ταπεινά και χλιαρά; Έκραξε ο άνθρωπος, εβόησε ο άνθρωπος. Και έτσι θέλει ο Χριστός. [...] Κάθε προσευχή έχει αποτελέσματα και η χλιαρή προσευχή και η μηχανική προσευχή που γίνεται έχει κάποιο αποτέλεσμα, θα το δούμε και στη συνέχεια, έχει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν πάει χαμένη, καταγράφεται. Αλλά οι προσευχές που έχουν άμεσα αποτελέσματα όπως του Βαρτιμαίου, είναι κραυγές, είτε κραυγές απελπισίας είτε κραυγές αγάπης προς τον Χριστό. Οι μεγάλοι άγιοι, οι Θεομένοι που αγαπούσαν τον Χριστό, εβόουν προς Αυτόν. Δεν μιλούσαν όπως εμείς. Όπως έχουμε συνηθίσει να προσευχόμαστε και όταν νυστάζουμε να μην το κάνουμε και το απόδειπνο ή να κάνουμε το μισό ή να κάνουμε τον σταυρό μας και να πέφτουμε στο κρεβάτι. Εβόουν, άλλοι από την απελπισία τους, όπ ως είναι ο Βαρτίμαιος, και άλλοι από την μεγάλη αγάπη τους προς τον Χριστό.

Η κραυγή, η βοή, δεν είναι ανάγκη να ακούγεται με το στόμα. Εδώ που ήτανε παρόν σωματικά και άκουε τον Χριστό, δικαιολογείται να ήτανε κραυγή με το στόμα. Διότι τον άκουε, ήταν παρών μπροστά ο Ιησούς και τον έβλεπαν όλοι. Όταν όμως ο Ιησούς είναι παρών εν πνεύματι, όπως είναι σήμερα, δηλαδή δεν τον βλέπουμε με τα μάτια μας, τότε η κραυγή μπορεί να μην ακούγεται κιόλας από τους άλλους, να είναι μυστική, αλλά να είναι βοή, να είναι κραυγή, κι ας μην ακούμε τίποτα. Αυτή είναι η προσευχή, η ευχή του Ιησού που όταν φτάσει στα μεγάλα στάδια γίνεται νοερά προσευχή όπως την λέμε.

Θέλετε ένα παράδειγμα;

Όταν ο Μωυσής βγήκε από την Αίγυπτο, και βάδιζε στην έρημο και είχε φτάσει σε στιγμή απελπισίας γιατί είχε επαναστατήσει ο λαός, και 'θελαν να φάνε και ζητάγανε χίλια δύο πράγματα, και να τον εκτελέσουν και τον Μωυσή, μέσα στην σκηνή του μαρτυρίου, μέσα στην αγωνία του και την απελπισία του τι να κάνει τα εκατομμύρια του λαού, του επαναστατημένου, εκεί μες την έρημο, προσηύχετο προς τον Θεό, αλλά λέει η γραφή, δεν ακουγόταν τίποτα. Και απήντησε μες την σκηνή του μαρτυρίου ο Θεός: τι βοάς προς με; Αυτός δεν μιλούσε, κανείς δεν άκουγε τίποτα. Αλλά ο Θεός άκουσε βοή, να έρχεται από τον Μωυσή. Έτσι είναι η ευχή αγαπητοί αφ’ ότου ανελήφθη ο Ιησούς και δεν τον βλέπουμε με τα σωματικά μάτια. Η προσευχή, η νοερά για να έχει άμεσα αποτελέσματα, η προσευχή του κομποσχοινιού, είτε γίνεται με το κομποσχοίνι είτε και χωρίς, η ευχή του Ιησού πρέπει να είναι βοή και κραυγή μυστική μέσα μας. Και ένα από τα δύο πρέπει να προϋπάρχουν για να συμβεί αυτό. Ή να βρισκόμαστε σε μεγάλη απελπισία, ή να αγαπάμε πάρα πολύ τον Χριστό.

Τους 4 όρους των αμέσων αποτελεσμάτων της προσευχής, θα μας τους πει, όταν είναι θέμα αγάπης προς τον Χριστόν, το πως η ευχή έχει άμεσα αποτελέσματα, ο Μακάριος ο μέγας ο Αιγύπτιος. «Η μη η ταπεινοφροσύνη και η αγάπη, η απλότης και η αγαθότης κατακοσμούσιν ημίν την ευχή, η ευχή αύτη μάλλον δε το πρόσχημα ευχής, ελάχιστα ημάς ωφελείν δύναται.»

Οι άγιοι συγκεντρώνουν και τους 4 όρους γιαυτό και έχουν άμεσα αποτελέσματα. Εμείς το κατά δύναμιν.

ΑΜΗΝ


π. Νικ. Φαναριώτης (εφημ. Ι.Ν. Οσ. Λουκά Πατρών)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...