Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Ο Μέγας Κανών


Η Πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στη συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δυο νέες μεγάλες ακολουθίες. Την Πέμπτη ο Μεγάλος Κανόνας και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος. Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθεί στην επόμενη, στην Έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα στη λατρεία μας έχουν τακτοποιηθεί από τους πατέρες με πολλή μελέτη και περίσκεψη. Με «διάκριση» κατά την εκκλησιαστική έκφραση. Μετά από την τελευταία εβδομάδα ακολουθεί η Μ. Εβδομάδα, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήσει μια περίοδος σχετικής αναπαύσεως, μια μικρή ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν ανθρώπινα αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάδα και την έξαρση του τέλους βαστάζει η πρότελευταια.

Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του Όρθρου της Πέμπτης της Ε΄ εβδομάδας. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξάρτητα από τον όρθρο, σαν μικρή αγρυπνία, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου. Έτσι διευκολύνονται περισσότερο οι χριστιανοί στην παρακολούθησή του. Μπορεί να τον βρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, το Τριώδιο, καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθηση του Κανόνα αυτού κατά την ώρα της ψαλμωδίας του είναι αρκετά δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ο ρυθμός της ψαλμωδίας γρήγορος. Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαίτερα απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα τον ύμνο αυτό. Τα παρακάτω ας αποτελέσουν μια σύντομη εισαγωγή και βοήθεια για την κατανόησή του και μια παρακίνηση για την παρακολούθηση της ψαλμωδίας του εκλεκτού αυτού λειτουργικού κειμένου.

Τον Μ. Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης ο οποίος γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ. Χ. από ευσεβείς γονείς. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αγάπη του τον φέρνει στα Ιεροσόλυμα όπου οι γονείς του τον αφιερώνουν στον Ναό της Αναστάσεως. Στα Ιεροσύλυμα απόκτησε μεγάλη παιδεία, την «θύραθεν» και τη θεολογική. Αν και το έργο του έγινε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη φέρει τον τίτλο του «Ιεροσολυμίτη» επειδή πέρασε από την αγία πόλη. Μοναχός της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα εγινε γραμματέας του Πατριάρχη Θεόδωρου. Το 685 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια και ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις και τέλος γύρω στο 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης.

Ο Μ. Κανόνας στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτη του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξει και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, έτσι ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μ. Κανόνα, ενώ οι συνήθης κανόνες έχουν γύρω στα 30. Σήμερα τα τροπάρια του Μ. Κανόνα είναι κατά 30 περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον Ανδρέα.

Ωδή α'

Βοηθός και σκεπαστής
εγένετό μοι εις σωτηρίαν
αυτός μου Θεός
και δοξάσω αυτόν
Θεός του πατρός μου
και υψώσω αυτόν
ενδόξως γαρ δεδόξασται.

Πόθεν άρξομαι θρηνείν
τας του αθλίου μου βίου πράξεις,
ποίαν απαρχήν
επιθήσω, Χριστέ,
τη νυν θρηνωδία;
Αλλ' ως εύσπλαγχνός μοι δος
παραπτωμάτων άφεσιν.

Τον πρωτόπλαστον Αδάμ
τη παραβάσει παραζηλώσας,
έγνων εμαυτόν
γυμνωθέντα Θεού
και της αϊδίου
βασιλείας και τρυφής
διά τας αμαρτίας μου.

Οίμοι τάλαινα ψυχή!
Τι ωμοιώθης τη πρώτη Εύα;
Είδες γαρ κακώς
και ετρώθης πικρώς
και ήψω του ξύλου
και εγεύσω προπετώς
της παραλόγου βρώσεως.

Αντί Εύας αισθητής
η νοητή μοι κατέστη Εύα
ο εν τη σαρκί
εμπαθής λογισμός
δεικνύς τα ηδέα
και γευόμενος αεί
της πικράς καταπόσεως.

Ο λησταίς περιπεσών
εγώ υπάρχω τοις λογισμοίς μου
όλως υπ' αυτών
τετραυμάτισμαι νυν
επλήσθην μωλώπων.

Αλλ' αυτός μοι επιστάς,
Χριστέ, σωτήρ ιάτρευσον.

Ιερεύς με προϊδών
αντιπαρήλθε και ο λευΐτης
βλέπων εν δεινοίς
υπερείδε γυμνόν.
Αλλ' ο εκ Μαρίας
ανατείλας Ιησούς,
συ επιστάς με οίκτερον.

Ωδή β'

Πρόσεχε,
ουρανέ και λαλήσω
και ανυμνήσω Χριστόν,
τον εκ Παρθένου,
σαρκί επιδημήσαντα.

Ζάλη με
των παθών περιέχει,
εύσπλαγχνε Κύριε,
αλλ' ως τω Πέτρω
καμοί την χείρα έκτεινον.

Ημαύρωσα,
της ψυχής το ωραίον
ταις των παθών ηδοναίς
και όλως όλον
τον νουν χουν απετέλεσα.

Ενδέδυμαι
διερρηγμένον χιτώνα
ον εξυφάνατό μοι
ο όφις
τη συμβουλή και καταισχύνομαι...

Απώλεσα
τον πρωτόκτιστον κάλλος
και την ευπρέπειάν μου
και άρτι
κείμαι γυμνός και καταισχύνομαι...

Περίκειμαι
τον στολισμόν της αισχύνης
καθάπερ φύλλα συκής
εις έλεγχον
των εμών αυτεξουσίων παθών.

Κατέχρωσα
της πριν εικόνος το κάλλος
Σώτερ τοις πάθεσιν
αλλ' ως πότε
την δραχμήν αναζητήσας ευρέ.

Ίδετε, ίδετε
ότι εγώ ειμί Θεός
η μάννα επομβρήσας
και το ύδωρ εκ πέτρας
πηγάσας πάλαι
εν ερήμω τω λαώ μου
τη μόνη δεξιά
και τη ισχύι τη εμή.

Τέτρωμαι, πέπληγμαι
ιδού τα βέλη του εχθρού
τα καταστίξαντά μου
την ψυχήν και το σώμα
ιδού τα τραύματα,
τα έλκη, αι πηρώσεις
βοώσι τας πληγάς
των αυθαιρέτων μου παθών.

Ωδή γ'

Επί την ασάλευτον, Χριστέ,
πέτραν των εντολών σου
την Εκκλησιαν σου στερέωσον.

Συ ει ο ποιμήν ο καλός
ζήτησόν με τον άρνα
και πλανηθέντα μη παρίδης με.

Συ εί ο γλυκύς Ιησούς
ο Πλαστουργός μου
εν σοι Σωτήρ δικαιωθήσομαι.

Στερέωσον, Κύριε,
επί την πέτραν των εντολών σου,
σαλευθείσαν την καρδίαν μου,
ότι μόνος άγιος υπάρχεις και Κύριος.

Μη μένης στήλη αλός
ψυχή στραφείσα εις τα οπίσω
το υπόδειγμα φοβείτω σε
των Σοδόμων άνω
εις Σηγώρ διασώθητι.

Μονάς άκτιστε απλή
φύσις η εν Τριάδι
υμνουμένη υποστάσεων
ημάς σώσον πίστει
προσκυνούντας το κράτος σου.

Τον εκ πατρός άχρονον,
Υιόν εν χρόνω θεοκυήτορ
απειράνδρως απεκύησας
ξένον θαύμα μείνασα
Παρθένος θηλάζουσα.

Ωδή δ'

Ακήκοεν ο Προφήτης
την έλευσίν σου, Κύριε, και εφοβήθη
ότι μέλλεις εκ παρθένου τίκτεσθαι
και αγγέλοις δείκνυσθαι και έλεγεν
Ακήκοα την ακοήν σου και εφοβήθην
Δόξα τη δυνάμει σου, Κύριε.

Εγγίζει ψυχή το τέλος,
εγγίζει και ου φροντίζεις ουχ ετοιμάζη
ο καιρός συντέμνει διανάστηθι
εγγύς επί θύραις ο Κριτής έστιν
ως όναρ, ως άνθος ο χρόνος του βίου τρέχει.
Τι μάτην ταραττόμεθα;

Εντεύθεν και κατεκρίθην,
εντεύθεν κατεδικάσθην εγώ ο τάλας
υπό της οικείας συνειδήσεως,
ης ουδέν εν τω κόσμω βιαιότερον
Κριτά, λυτρωτά μου και γνώστα,
φείσαι και ρύσαι
και σώσόν με τον δούλόν σου.

Η κλίμαξ ην είδε πάλαι
ο μέγας εν Πατριάρχαις δείγμα ψυχήν μου
πρακτικής υπάρχει επιβάσεως,
γνωστικής τυγχάνει αναβάσεως.

Ει θέλεις ουν πράξει και γνώσει και θεωρία
βιούν ανακαινίσθητι.

Το σώμα κατερρυπώθην,
το πνεύμα κατεσπιλώθην, όλως ηλκώθην
αλλ' ως ιατρός, Χριστέ, αμφότερα
διά μετανοίας μοι θεράπευσον
απόλουσον, πλύνον, δείξον χιόνος,
Σωτήρ μου, καθαρώτερον.

Το σώμά σου και το αίμα
σταυρούμενος υπέρ πάντων έθηκας, Λόγε,
το μεν σώμα ίνα αναπλάσης με,
το δε αίμα ίνα αποπλύνης με
το πνεύμα παρέδωκας ίνα εμέ προσάξης
Χριστέ, τω σω γεννήτορι.

Γενέσθω μοι κολυμβήθρα,
το αίμα το εκ πλευράς σου άμα και πόμα,
το πηγάσαν ύδωρ της αφέσεως
ίνα εκατέρωθεν καθαίρωμαι
χριόμενος, πίνων, ως χρίσμα και πόμα, Λόγε,
τα ζωηρά σου λόγια.

Κρατήρα η εκκλησία
εκτήσατο την πλευράν συ την ζωηφόρον,
εξ ης ο διπλούς ημίν εξέβλυσε
κρουνός της αφέσεως και γνώσεως
εις τύπον της πάλαι και νέας τω δύο άμα
διαθηκών, Σωτήρ ημών.

Αμέριστον τη ουσία
ασύγχυτον τοις προσώποις θεολογώ σε
την Τριαδικήν μίαν Θεότητα
ως ομοβασίλειον και σύνθρονον
βοώ σοι το άσμα το μέγα το εν υψίστοις
τρανώς υμνολογούμενον.

Και τίκτεις και παρθενεύεις
και μένεις δι' αμφοτέρων φύσει παρθένος
ο τεχθείς καινίζει νόμους φύσεως,
η νηδύς δε κύει μη λοχεύουσα.
Θεός όπου θέλει
νικάται φύσεως τάξις
ποιεί γαρ όσα βούλεται.

Ωδή ε'

Εκ νυκτός ορθρίζοντα, φιλάνθρωπε,
φώτισον δέομαι
και οδήγησον καμέ
εν τοις προστάγματί σου
και δίδαξόν με, Σωτήρ,
ποιείν το θέλημά σου.

Ιωσήφ τον δίκαιον και σώφρονα
μίμησαι τάλαινα
και αδόκιμε ψυχή
και μη ακολασταίνου
ταις παραλόγοις ορμαίς,
αεί παρανομούσα.

Ει και λάκκω ώκησέ ποτε
Ιωσήφ, Δέσποτα,
αλλ' εις τύπον της ταφής
και της εγέρσεώς σου.
Εγώ δε τι σοί ποτε
τοιούτο προσενέγκω;

Δι' εμέ Θεός ων εμορφώθης εμέ
έδειξας θαύματα;
ιασάμενος λεπρούς
και παραλύτους σφίγξας,
αιμόρρου στήσας, Σωτήρ,
αφή κρασπέδου ρύσιν.

Ει και φρέαρ, δέσποτα, υπάρχεις βαθύ
βλύσόν μοι νάματα
εξ αχράντων σου φλεβών
ίν' ως η Σαμαρείτις
μηκάτι πίνων διψώ
ζωής γαρ ρείθρα βλύζεις.

Σε, Τριάς, δοξάζομεν τον ένα Θεόν
Άγιος άγιος
Άγιος ει ο Πατήρ
ο Υιός και το Πνεύμα
απλή ουσία μονάς
αεί προσκυνουμένη.

Εκ σου ημφιάσατο το φύραμά μου
άφθορε, άνανδρε,
Μητροπάρθενε, Θεός
ο κτίσας τους αιώνας
και ήνωσεν εαυτώ
την των ανθρώπων φύσιν.

Ωδή στ'

Εβόησα εν όλη καρδία μου
προς τον οικτίρμονα Θεόν
και επήκουσέ μου,
εξ άδου κατωτάτου
και ανήγαγεν
εκ φθοράς την ζωήν μου.

Η χειρ ημάς Μωσέως πιστώσεται
ψυχή πως δύναται Θεός
λεπρωθέντα βίον
λευκάναι και καθάραι
και μη απογνώς
σαυτήν καν ελεπρώθης.

Ως έπληξε Μωσής ο θεράπων σου
ράβδω την πέτραν τυπικώς
την ζωοποιόν σου
πλευράν προδιετύπου
εξ ης πάντες πόμα
ζωής, Σωτήρ, αντλούμεν.

Ωδή ζ'

Ημάρτομεν, ηνομήσαμεν
ηδικήσαμεν ενώπιόν σου
ουδέ συνετηρήσαμεν
ουδέ εποιήσαμεν
καθώς ανετείλω ημίν
Αλλά μη παραδώης ημάς εις τέλος
ο των Πατέρων Θεός.

Τα κρύφια της καρδίας μου
εξηγόρευσα σοι τω Κριτή μου
ίδε μου την ταπείνωσιν
ίδε και την θλίψιν μου
και πρόσχες τη κρίσει μου νυν
και αυτός με ελέησον ως εύσπλαγχνος
ο των Πατέρων Θεός.

Κατέχρωσα την εικόνα σου
και παρέμφθειρα την εντολήν σου
όλον απημαυρώθη
το κάλλος και τοις πάθεσιν
εσβέσθη, Σωτήρ, η λαμπάς.
Αλλ' οικτείρας απόδος μοι ως ψάλλει
Δαβίδ την αγαλλίασιν.

Εξέλιπον αι ημέραι μου
ως ενύπνιον εγειρομένου
όθεν ως Εζεκίας
δακρύω επί κλίνης μου
προσθείναί μοι χρόνους ζωής.
Αλλά τις Ησαΐας παραστήσεταί σοι, ψυχή,
ει μη ο πάντως Θεός;

Τριάς απλή, αδιαίρετε,
ομοούσιε και φύσις μία,
φώτα και φως και άγια τρία
και εν άγιον υμνείται Θεός η Τριάς,
Αλλ' ανύμνησον, δόξασον ζωήν και ζωάς
ψυχή των πάντων Θεόν.

Υμνούμέν σε, ευλογούμεν σε,
προσκυνούμεν σε, θεογεννήτορ ότι
της αχωρίστου Τριάδος
απεκύησας τον ένα Υιόν και Θεόν
και την προηγέωξας ημίν
τοις εν γη τα επουράνια.

Ωδή η'

Ον στρατιαί
ουρανών δοξάζουσι
και φρίττει τα Χερουβίμ
και τα Σεραφίμ
πάσα πνοή και κτίσις
Υμνείτε, ευλογείτε
και υπερυψούτε
εις πάντας τους αιώνας.

Τους Νινευίτας
ψυχή ακήκοας
μετανοούντας Θεώ
σάκκω και σπουδώ
τούτους ουκ εμιμήσω
αλλ' ώφθης σκαιοτέρα
πάντων των προ νόμου
και μετά νόμον επταικότων.

Της παλαιάς
Διαθήκης άπαντας
παρήγαγόν σοι ψυχή
προς υπογραμμόν
μίμησαι των δικαίων
τας φιλοθέους πράξεις
έκφυγε δε πάλιν
των πονηρών τας αμαρτίας.

Ως εκ βαφής
αλουργίδος, άχραντε,
η νοητή πορφυρίς,
του Εμμανουήλ,
ένδον εν τη γαστρί σου,
η σάρξ συνεξυφάνθη
όθεν Θεοτόκον
εν αληθεία σε τιμώμεν.

Ωδή θ'

Ασπόρου συλλήψεως
ο τόκος ανερμήνευτος
μητρός ανάνδρου
άφθορος η κύησις.
Θεού γαρ η γέννησις
καινοποιεί τας φύσεις
διό σε πάσια αι γενεαί
ως Θεόνυμφον μητέρα
ορθοδόξως μεγαλύνομεν.

Ο νους τετραυμάτισται,
το σώμα μεμαλάκισται,
νοσεί το πνεύμα,
ο λόγος ησθένησεν,
ο βίος νενέκρωται,
το τέλος επί θύραις
διό μοι, τάλαινα ψυχή,
τι ποιήσεις όταν έλθη
ο κριτής ανερευνήσαι τα σα.

Ο νόμος ησθένησεν,
αργεί το ευαγγέλιον,
Γραφή δε πάσα,
εν σοι παρημέληται.
Προφήται ητόνησαν,
και πας δικαίου λόγος
αι τραυματίαι σου,
ω ψυχή επληθύνθησαν
ουκ όντος ιατρού του υγιούντός σε.

Χριστός επειράζετο
Διάβολος επείραζε
δεικνύς τους λίθους
ίνα άρτοι γένωνται
εις όρος ανήγαγεν
ιδείν τας βασιλείας
του κόσμου πάσας εν ριπή
φοβού, ω ψυχή, το δράμα,
νήφε, εύχου πάσαν ώραν Θεώ.

Τελώνης εσώζετο,
και πόρνη εσωφρόνιζε
και φαρισαίος
αυχών κατεκρίνετο
ο μεν γαρ Ιλάσθητι
η δε Ελέησον
ο δε εκόμπαζε βοών
Ο Θεός ευχαριστώ σοι
και εξής τα της ανοίας ρητά.

Ληστής κατηγόρει σου,
ληστής εθεολόγει σοι
αμφότεροι γαρ
σταυρώ συνεκρέμαντο
Αλλ' ω πολυεύσπλαγχνε,
ως τω πιστώ ληστή σου
των επιγνόντι σε Θεόν
καμοί άνοιξον την θύραν
της ενδόξου βασιλείας σου.

Τριάς ομοούσιε
Μονάς η τρισυπόστατος
σε ανυμνούμεν,
Πατέρα δοξάζοντες,
Υιόν μεγαλύνοντες
και Πνεύμα προσκυνούντες,
τον ένα φύσει αληθώς
Θεόν ζωήν τε και ζωάς
βασιλείαν ατελεύτητον.

Την πόλιν σου φύλαττε
θεογεννήτορ άχραντε.
Εν σοι γαρ αύτη
πιστώς βασιλεύουσα
εν σοι και κρατύνεται
και διά σου νικώσα
τροπούται πάντα πειρασμόν
και σκυλεύει πολεμίους
και διέπει το υπήκοον.

Κοντάκιο

«Ψυχή μου, Ψυχή μου,
ανάστα τι καθεύδεις;
Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι•
ανάνηψον ουν,
ίνα φείσηται σου Χριστός ο Θεός,

ο πανταχού παρών
και τα πάντα πληρών».


Πηγές: Ορθόδοξος Χριστιανική Γωνιά
Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εκδ. Φως, Αθήνα 2005, σελ. 156-200

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...