Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Λειτουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Λειτουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Η προσευχή και οι μορφές της στον σύγχρονο κόσμο




Επιστολή 4

Η προσευχή και οι μορφές της στον σύγχρονο κόσμο.
Η λειτουργική προσευχή. Πώς πρέπει να προσευχόμαστε.
 
Ste Genevieve-des-Bois
11 Δεκεμβρίου 1958

(…) Η προσευχή είναι εσωτερική πράξη του πνεύματός μας. Το πνεύμα μας μπορεί να εκφραστεί με τις πιο ποικίλες μορφές. Όχι σπάνια, και ενδεχομένως μάλιστα ιδιαίτερα συχνά, με τη σιωπή μας ενώπιον του Θεού. Σιωπούμε, γιατί ο Θεός γνωρίζει όλο το βάθος της σκέψεώς μας, όλες τις προσδοκίες της καρδιάς μας, αλλά δεν είμαστε πάντοτε ικανοί να τις εκφράσουμε με λόγια. Ο Θεός όμως κατανοεί τις μυστικές κινήσεις της καρδιάς μας και απαντά σε αυτές.

Φοβούμαι λίγο ότι εσύ δεν υπολογίζεις αυτό ακριβώς που είπαμε πιο επάνω· ότι τείνεις να εκλάβεις την προσευχή ως στάση μπροστά στις εικόνες με τον προφορά τυπικών εκφράσεων που θεσπίστηκαν από αιώνες (προσευχές Όρθρου και Εσπερινού ή Ψαλμών και τα παρόμοια). Βέβαια και στο είδος αυτό της προσευχής μπορεί κάποιος να συνηθίσει από τη νεότητά του και να το επιτελεί κάθε ημέρα. Αυτό όμως είναι τελείως ανεπαρκές, και η προσευχή αυτή δεν εξαντλεί καθόλου το θέμα της προσευχής.

Παρατηρώ ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι γίνονται ολοένα  και λιγότερο ικανοί γι’ αυτό ακριβώς το είδος της προσευχής. Το φαινόμενο αυτό το αποδίδω στην εντεινόμενη διανοητική δραστηριότητα των ανθρώπων. Ο νους μας βρίσκεται σε συνεχή σχεδόν διέγερση από το πλήθος των κάθε είδους εντυπώσεων που μας προσεγγίζουν κατά τη διάρκεια της ημέρας· των εντυπώσεων της οράσεως και της ακοής. Από το πρωί αρχίζει ο εγκλωβισμός των ανθρώπων των πόλεων, αλλά τώρα και των χωριών, στην κοσμική ζωή, που παρασύρει τον νου και τη φαντασία μας στην εξέλιξη των γεγονότων και τα αισθήματά μας στη συμμετοχή σε αυτά.

Πώς λοιπόν με τους όρους αυτούς να αναχθούμε σ’ εκείνη την ησυχία του νου και την ηρεμία της καρδιάς, που είναι πράγματα τόσο απαραίτητα για την προσευχή; Να το ερώτημα. Σε αυτό θα επανέλθουμε πάλι κάποτε, αν ο Θεός ευδοκήσει, ενώ τώρα θα μεταφερθώ λίγο σε άλλο θέμα, στην προσωπική σου περίπτωση.

Γράφεις ότι, όταν βλέπεις την ανικανότητά σου να βρεις την προσευχή, όταν σταθείς σε προσευχή, συναισθάνεσαι τη μηδαμινότητά σου. Και αυτό σε αποκαρδιώνει. Μην αποθαρρύνεσαι. Μην ανησυχείς πολύ με αυτή την περίπτωση. Να παρασταθεί κάποιος ενώπιον του Θεού δεν σημαίνει καθόλου να «σταθεί μπροστά στις εικόνες», αλλά να Τον αισθανθεί στο βάθος της συνειδήσεώς του ως Εκείνον που γεμίζει με την παρουσία Του τα πάντα. Να Τον ζήσει ως την αληθινή Πρωταρχική Πραγματικότητα από την οποία προέρχεται ο κόσμος στην τάξη της κατώτερης, δεύτερης δημιουργημένης κτιστής πραγματικότητος. Γι’ αυτό μπορεί να είναι κατάλληλη η κάθε στάση στην οποία βρίσκεται το σώμα: είτε κατακλίνεται, είτε βαδίζει, είτε κάθεται, είτε στέκεται και τα παρόμοια.

Αν ο νους και η καρδιά σου δοκιμάζουν προσευχητική διάθεση κατά την ανάγνωση της Αγίας Γραφής, τότε μένε σε αυτήν όσο δεν διακόπτεται η προσευχητική αυτή διάθεση. Ο κανόνας είναι ο εξής: Κάθε λόγος, κάθε θέση του σώματος, στα οποία ο νους και η καρδιά ενώνονται σε μια ζωή της μνήμης του Θεού, δεν πρέπει να αλλάζει, ωσότου εξαντληθεί ο νους ή η καρδιά ή το σώμα.

Οι παρατηρήσεις μου επάνω στους σύγχρονους ανθρώπους με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι βολικότερο γι’ αυτούς να προσεύχονται στους ναούς, ιδιαίτερα κατά τη Λειτουργία. Η λειτουργική προσευχή με τη συχνή θεία μετάληψη αποτελεί το πλήρωμα. Αλήθεια, για να πραγματοποιηθεί αυτό, είναι απαραίτητο να την ζει κάποιος και να την κατανοεί. Τότε αποκαλύπτεται ότι η Λειτουργία αγκαλιάζει με τη χάρη της όλη τη ζωή μας· σ’ αυτήν περικλείονται όλα τα επίπεδα του είναι μας κατά την αναφορά του προς τον Θεό. Η Λειτουργία, αν βεβαίως βιώνεται με όλο το είναι μας, επιτρέπει να τη ζήσουμε ως αληθινά Θεία Πράξη, που περιλαμβάνει όχι μόνο αυτό τον ορατό κόσμο, αλλά και όλον εκείνον που άπειρα ξεπερνά τα όριά του. Μη εμβαθύνοντας στον χώρο αυτό ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να περιπέσει στη συνήθεια που τον ερημώνει και τον νεκρώνει. Είναι απαραίτητο να αυξάνει αδιάκοπα στη γνώση του Θεού και να μην επιτρέψει να μετατραπεί η Λειτουργία σε λεπτομέρεια της ευσεβούς βιοτής μας. Επειδή ακριβώς η ζωή μας έγινε φτωχότερος χώρος για τη Λειτουργία, ζήσαμε όλοι τη βαθιά κρίση. Οι άνθρωποι άρχισαν να στρέφονται με μεγάλη ικανοποίηση σε κάθε είδους ανάγνωσμα ή διασκέδαση, προτιμώντας αυτά αντί της Λειτουργίας. Με αυτό τον τρόπο αναπαύονταν καλύτερα και μάλιστα ικανοποιούσαν την απαίτηση να αυξάνουν τις γνώσεις τους. Αυτό είναι πλήρως κατανοητό και δικαιολογημένο. Ο άνθρωπος κατά τη φύση του είναι ον που τείνει προς την τελειότητα, προς τη γνώση, και ακόμη προς την απόλυτη γνώση και το πλήρωμα του Είναι. Να λοιπόν το παράδοξο: Εξαιτίας της τάσεως αυτής προς την απόλυτη τελειότητα, που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση, οι άνθρωποι απομακρύνονται από εκείνο τον «χώρο», ο οποίος δόθηκε από τον Θεό ακριβώς για την απόκτηση της γνώσεως και της ζωής αυτής.

Θα σου πω λίγα λόγια και για ένα επιπλέον πρόβλημα της εποχής μας. Δυστυχώς οι μορφές της εκκλησιαστικής ζωής και των ακολουθιών που θεσπίστηκαν διά μέσου των αιώνων δεν ανταποκρίνονται  εντελώς στις αναζητήσεις και τις ανάγκες των συγχρόνων ανθρώπων. Και αυτό είναι κατανοητό. Οι μορφές αυτές δεν σχηματίστηκαν σε δικές μας εποχές, αλλά για ανθρώπους άλλης διανοητικής και ψυχολογικής αναπτύξεως και άλλης εμπειρίας της ζωής. Το πρόβλημα όμως αυτό στην Εκκλησία είναι εξαιρετικά περίπλοκο, και ως εκ τούτου η επίλυσή του προς το παρόν για ιδιαίτερες περιπτώσεις επιτυγχάνεται με αυτό τον τρόπο: Μερικοί άνθρωποι μη αποκομίζοντας από τις μορφές των εκκλησιαστικών ακολουθιών απαντήσεις για όλες τις ανάγκες τους, αισθάνονται επιπλέον την ανάγκη να αναπληρώσουν αυτή την έλλειψη στο σπίτι τους με μεγάλο τίμημα απώλειας δυνάμεως και χρόνου.

Ο επίσκοπος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ πριν από εκατό περίπου χρόνια έγραφε ότι ήδη στον καιρό του ακόμη και οι μοναχοί στα μοναστήρια, μη αποκομίζοντας από τις εκκλησιαστικές ακολουθίες και την προσωπική χειραγώγηση όλα όσα τους χρειάζονται, είχαν την ανάγκη να διαβάζουν εντατικά τη Γραφή και τα έργα των Πατέρων. Χωρίς αυτά δεν μπορούσαν να προοδεύσουν. Ακόμη περισσότερο ισχύουν όλα αυτά για τους συγχρόνους μας που ζουν στον κόσμο, και μάλιστα στον κόσμο που δεν προσεύχεται και έχει λησμονήσει τον Θεό.

Έτσι λοιπόν, μην ανησυχείς για την ανικανότητά σου να συγκεντρωθείς, όταν στέκεσαι στην προσευχή. Κράτησε πριν απ’ όλα τη μνήμη του Θεού και την ειρήνη της καρδιάς. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για σένα, εφόσον δεν το κατέχεις ισχυρά. Πρόσεχε, μη δαπανάς χωρίς όφελος τις λίγες σωματικές σου δυνάμεις.

Για να βρεις τον σωστό δρόμο, είναι καλύτερο απ’ όλα να το ζητήσεις από τον ίδιο τον Θεό στην προσευχή:  
«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου… Δίδαξέ με να σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες… Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου… Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια… Εγώ  με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα, στο τέλος της ζωής μου, διόρθωσέ τα όλα Εσύ ο ίδιος, και ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά Σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού… Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι… αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ω Φως του κόσμου».

Κι έτσι, με δικά σου λόγια, να προσεύχεσαι για όλα με τον ίδιο τρόπο. Θα περάσει κάποιος χρόνος και η δύναμη των λόγων αυτών θα εισχωρήσει στο εσωτερικό της υπάρξεώς σου, και τότε θα ρεύσει αυτομάτως ζωή, όπως ακριβώς θέλει ο Κύριος. Κρίνοντας όμως εξωτερικά δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τίποτε.

Αλήθεια, όλο το νόημα της ζωής βρίσκεται στο να ζει ο νους και η καρδιά μας με τον Θεό· να γίνει ο Θεός η ζωή μας. Αυτό και μόνο ο ίδιος ζητά. Γι’ αυτό και δημιουργηθήκαμε, για να ζήσουμε τη ζωή Του, και μάλιστα σε όλη την απειρότητά της. Ο λόγος αυτός μπορεί να μας τρομάζει όταν βλέπουμε την τωρινή οικτρή κατάστασή μας, αλλά έτσι είναι, και δεν πρέπει να χάσουμε την πίστη αυτή. Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι να υποβιβάσουμε και να μειώσουμε την ιδέα του Θεού για τον άνθρωπο. Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε «προσωπικές» σχέσεις μαζί Του, σχεδόν «ανθρώπινες»… Ελπίζω ότι με αντιλαμβάνεσαι. Καταλαβαίνεις ότι με τον όρο αυτό εννοώ τον εσωτερικό, ενδόμυχο σύνδεσμο με τον Θεό. Γιατί ο άνθρωπος κλήθηκε για τη ζωή εν Αυτώ, δηλαδή όχι μόνο η ανώτερη ικανότητά του για θεωρία, το «πνεύμα», αλλά και τα αισθήματα, η ψυχή, ακόμη και το σώμα.

Πηγή: Αρχιμανδρίτη Σωφρονίου Σαχάρωφ, Γράμματα στη Ρωσία, εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας: 2009, σ. 41-42.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Παιδιά της Ανάστασης


Με το Χριστός Ανέστη αρχίσαμε τη σημερινή μας γιορταστική μας σύναξη. Με αναστάσιμους ύμνους και τραγούδια συνεχίσαμε. Με το Χριστός Ανέστη θα κατακλείσουμε τη συγκέντρωσή μας αυτή. Κι όλα αυτά είναι τόσο φυσικά. Διερχόμαστε το πενηνταήμερο του Πάσχα!

Όμως για κάθε ορθόδοξο η Ανάσταση δεν αποτελεί θέμα εορταστικό για 50 μέρες τον χρόνο μονάχα. Η Ανάσταση αποτελεί το κέντρο της λατρείας του για όλη τη διάρκεια του χρόνου. Γι' αυτό και κάθε Κυριακή οι ορθόδοξοι, και μάλιστα όσοι προσέρχονται στη Θεία Κοινωνία, κάνουν Πάσχα. Αναστάσιμοι είναι οι ύμνοι κάθε Κυριακής. Και με τον ίδιο Πασχαλινό αμνό τρέφονται κάθε Κυριακή, και σε κάθε λειτουργία των καθημερινών, οι πιστοί,


«Πάσχα θα κάμω σήμερα
κι είν' η λαχτάρα μου μεγάλη!
Πάσχα θα κάμω σήμερα
γιατί θα κοινωνήσω πάλι»
(Βερίτης)

Η Ανάσταση του Κυρίου μας αποτελεί λοιπόν το κέντρο της λατρευτικής μας ζωής. Αλλά και αυτής της ίδιας δικής μας ύπαρξης. Ο Αναστημένος Χριστός παίρνει δικαιωματικά την κεντρικότερη θέση μέσα στη σκέψη των πιστών. Μέσα στο κέντρο του συναισθηματικού τους κόσμου. Μέσα στην καρδιά τους. Όπως όλος ο λατρευτικός μας κύκλος περιστρέφεται γύρω από το Πάσχα και την Ανάσταση, έτσι κι η ζωή μας, άξονά της έχει την Ανάσταση του Σωτήρα μας.

Η Ανάσταση είναι το καύχημά μας. Η παρηγοριά μας. Η χαρά μας. Ο θρίαμβός μας! Η Ανάσταση του Χριστού μας ανάστησε τον άνθρωπο σε μια άλλη ζωή, αγνή, ηθική, άγια, παραδεισένια. Χάρισε στον άνθρωπο περιεχόμενο. Άνοιξε σ' αυτόν πλατιούς ορίζοντες. Του φανέρωσε ότι ο θάνατος ο επίγειος δεν αποτελεί τέρμα. Αλλά αφετηρία για μια ζωή καινούργια. Μέσα στο φως του Θεού. Μέσα στην αγάπη του Θεού. Μέσα στην αγκαλιά του Θεού!

Νέοι και παιδιά των Χριστιανικών μας Ομάδων και Κατηχητικών! Είσθε, συνειδητοποιήστε το αυτό καλά, οι οπαδοί του Χριστού μας. Είσθε τα παιδιά και τα βλαστάρια της Ανάστασης! Μπορεί νάσθε μικροί στην ηλικία και λίγοι στον αριθμό. Όμως, για να επαναλάβουμε κάποια λόγια ενός Χριστιανού στοχαστή της εποχής μας, «όσο μικροί, όσο λίγοι κι αν είσθε, εσείς οι φίλοι του Χριστού, πολλοί θα ζεσταθούν από τη φλόγα σας. Πολλοί θα επωφεληθούν από το φως σας!» (Φρ. Μωριάκ).

Τι θέση έχετε σεις οι νέοι και τα παιδιά στη σκέψη και στους πόθους του Ιησού μας, φανερώνεται από τις δυο από τις τρεις νεκραναστάσεις που έκαμε προσωπικά ο Ίδιος, πριν από το πάθος Του. Αυτό είναι συμβολικό. Είναι αποκαλυπτικό. Ανάστησε, όπως ξέρετε, τη δωδεκάχρονη θυγατέρα του Ιαείρου, τον έφηβο γυιο της χήρας της Ναΐν και τον τετραήμερο, στον τάφο, φίλο Του Λάζαρο.

Στις δυο πρώτες περιπτώσεις άπλωσε ο Αρχηγός και χορηγός της ζωής το χέρι και άγγιξε χωριστά το παιδικό και το νεανικό, αυτά τα δυο χέρια, που νέκρωσε ο θάνατος και μ' ένα Του πρόσταγμα τους ξανάφερε στη ζωή: «Η παις εγείρου», είπε στην πρώτη.

«Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι», είπε στον δεύτερο. Οι αναστάσεις πραγματοποιήθηκαν αυτοστιγμεί!

Πριν προχωρήσουμε στην εξαγωγή συμπερασμάτων, ας ρίξουμε μια ματιά στα σημερινά παιδιά, στους σημερινούς νέους.

Άνεμοι ποικίλης προέλευσης, άλλοι όλοι παγωνιά κι άλλοι σαν τον λίβα, πυρωμένοι, καψάλισαν τα φτερά πολλών παιδικών ψυχών. Πάγωσε μέσα στις καρδιές τα όμορφα και ζωηφόρα ιδανικά αναρίθμητων νέων. Όμως ο αιώνιος οδοιπόρος και αναζητητής των ψυχών έρχεται μπροστά στις νεκρωμένες ψυχές. Απλώνει το ζωοπάροχο χέρι Του και λέγει στη μια: «Η παις εγείρου!» Κόρη μου σήκω από τη σκιά του θανάτου. Έλα κι αντίκρισε σε μένα και τη διδασκαλία μου το φως της ζωής.

Και στον άλλο επαναλαμβάνει: «Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι!» Νέε μου, εγώ σου λέγω, αναστήσου απ' τον τάφο σου. Άνοιξε τα μάτια σου κι ατένισέ με τον Πλάστη σου, την πηγή της ζωής.

Νέες και Νέοι, ακούστε τον θριαμβευτή πάνω στον θάνατο αρχηγό μας! Ξεσηκωθείτε ηρωικά κι επαναστατείτε στο κράτος της αμαρτίας, που ζητά να σας καταπλακώσει. Υψώστε ψηλά το λάβαρο της Ανάστασης και παλέψτε ενάντια στο ψέμα και την υποκρισία. Πολεμήστε τις μικρότητες και τα πάθη. Ποδοπατήστε το μίσος. «Πλατύνθητε», όπως παραγγέλλει ο Παύλος, ο στρατηγός ο δόκιμος αυτός του χριστιανικού πιστεύω, και αγαπήστε ολόψυχα τον Θεό μας και τους συνανθρώπους μας. Αφήστε το «εγώ», το αποτρόπαιο αυτό είδωλο και ξανοιχτείτε στο «συ». Γίνετε φορείς του Ευαγγελίου της Ανάστασης. Μικροί απόστολοι του Ιησού μας μέσα στις οικογένειές σας. Μέσα στα σχολεία σας. Μέσα στην κοινωνία μας.

Θέστε τις καρδιές σας κι όλο το «είναι» κάτω από το άγρυπνο και διεισδυτικό βλέμμα του Κυρίου μας. Καλέστε Τον να γίνει μόνιμος κάτοικος μέσα στην ύπαρξή σας. Δώστε Του το τιμόνι της ζωής σας. Υποτάξτε τη θέληση, το σώμα και την ψυχή σας στη δικιά Του θέληση. Μπείτε αποφασιστικά στον αγώνα κάτω από τη δική Του προσταγή. Κι ανοίξτε τότε τα στήθια για να πλημμυρίζουν από τις χαρές για τις νίκες και τους θριάμβους πάνω στον εαυτό σας. Πάνω στο κράτος της αμαρτίας. Η ζωή σας θα κυλά μέσα στην αναστάσιμη ατμόσφαιρα. Η ζωή σας θα καταλήξει στην απαρχή της αιώνιας ζωής, που θα χαίρονται για πάντα όλοι οι αναστημένοι.

Παιδιά μου, ποτέ μην το ξεχνάτε. Είσθε παιδιά της Ανάστασης. Ζείτε πια σαν πραγματικά αναστημένοι!


Ομιλία στους νέους στις 27/5/1979
Πηγή: Ενοριακό Δελτίο οικοδομής και ενημέρωσης Ιερού Ναού Χρυσελεούσης Στροβόλου, έτος Κ', αρ. 4, Απρίλιος 2012, σ. 64-66.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Αυτό που θα ζήσω αύριο!




















Αὔριο θά πάω στό Ναό. Ἐκεῖ θά ζήσω ἕνα μεγάλο μυστήριο. Τό μυστήριο πού λέγεται Ἐκκλησία.

Εἴχα σχηματίσει μιά πολύ πλανεμένη ἀντίληψι. Ὅταν πρόφερα τή λέξι Ἐκκλησία, τό μυαλό μου πήγαινε στό οἰκοδόμημα, τό λαμπρό ἤ ἀπέριττο, μέσα στό ὁποῖο ἀντηχοῦν οἱ προσευχές καί προσφέρεται στούς πιστούς ἡ Χάρις τῶν μυστηρίων.

Ἀργότερα ἔκανα μιά ἀνακάλυψι. Διαβάζοντας τό ἱερό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, εἶδα τούς πρώτους πιστούς νά μήν ἔχουν τεράστιους καί καλοστολισμένους ναούς, νά μήν ἔχουν κἄν μικρά κι’ ἀπέριττα ἐκκλησάκια, σάν αὐτά πού στεφανώνουν τίς κορυφές τῶν βουνῶν καί ἀναπαύονται στούς κάμπους μας, ἀλλά νά ἔχουν μιά ἱερή σύναξι, τήν ὁποία ὠνόμαζαν, καί ἦταν στήν πραγματικότητα, Ἐκκλησία. Συναγμένοι στόν ἴδιο τόπο, «ἐπί τό αὐτό», συγκροτοῦσαν ἕνα σῶμα λατρευτικό, τό ὁποῖο κύκλωνε τό Θυσιαστήριο – θρόνο τοῦ Ἐσταυρωμένου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί χαιρόταν τήν παρουσία του καί τόν λάτρευε καί, μετέχοντας στό Ποτήριο τῆς Εὐχαριστίας, τρεφόταν μέ τό Ἅγιο Σῶμα του καί μέ τό τίμιο Αἷμα του. Ἔτσι γινόταν τό πραγματικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Νύμφη του, γιά τήν ὁποία Ἐκεῖνος ἔδωκε τό πιο ἀκριβό τίμημα, τό ἅγιο Αἷμα του.

Αὐτή ἡ ἀνακάλυψι μέ συνεκλόνισε. Ξανοίχτηκε μπροστά μου μιά καινούρια πραγματικότης. Ἡ πραγματικότης πού λέγεται Ἐκκλησία.

Εἶμαι κι ἐγώ ἕνας βαφτισμένος. Εἶμαι ἕνας Χριστιανός. Ἕνας Χριστιανός, ὅπως ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Χριστιανοί τῆς πρώτης Ἐκκλησίας.

Ἀνακαλύπτοντας τήν Ἐκκλησία, ἀνακάλυψα τή θέσι μου. Δέν εἶμαι μόνο ἕνας στρατιώτης σέ μιά ἀπέραντη στρατιά. Μέ τήν παράταξι τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ μου δέν μέ συνδέει μόνο τό ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ καί ἡ παραδοχή τοῦ περιεχομένου τοῦ μηνύματός του. Συνδέομαι ὀργανικά. Εἶμαι ἕνα μέλος τοῦ Σώματός του. «Ὑμεῖς δε ἐστε σῶμα Χριστοῦ καί μέλη ἐκ μέρους» (Α΄ Κορινθ. ιβ΄ 27). Μέ τό Βάπτισμά μου ἑνώθηκα μ’ ἀυτόν. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ΄ 27). Ἐφόρεσα τόν Χριστόν. Ἔγινα ἕνα μαζί Του.

Αὔριο θά ζήσω στή γνησιώτερη μορφή της καί στή δυνατώτερή της ἔντασι αὐτή τήν ἑνότητά μου μέ τόν Κύριο καί τήν ἐνσωμάτωσί μου στήν Ἐκκλησία Του. Στό Ναό, πού θά πάω, θά εἶναι συγκεντρωμένα ὅλα τά μέλη Του. Ἡ Ἐκκλησία Του «ἐπί τό αὐτό». Καί μαζί μέ τήν Ἐκκλησία Του θά παρίσταται ὁ Ἴδιος, ἡ Κεφαλή. Αὐτός, πού «ἠγάπησε τήν Ἐκκλησίαν καί ἑαυτόν παρέδωκεν ὑπέρ αὐτῆς» (Γαλ. ε΄ 25).

Αὐτό πού θά ζήσω αὔριο, θά εἶναι ἡ «Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ». Θά εἶναι ἡ σύναξι, τήν ὁποία συγκαλεῖ ὁ Θεός, τό Δεῖπνο, τό ὁποῖο ἑτοιμάζει ὁ βασιλεύς καί οἰκοδεσπότης ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας, καί στό ὁποῖο θά λάβουν μέρος «οἱ κλητοί» Του, γιά νά πάρουν τή Χάρι καί τή χαρά καί νά προσφέρουν τή λατρεία. Ὅλο αὐτό τό ἱερό σῶμα θά εἶναι αὔριο πυρακτωμένο ἀπό τή φωτιά τῆς ἀγάπης καί τῆς λατρείας.

Ἐκεῖνος, προσφέροντας τό Αἷμα Του, θά προσφέρῃ τήν ἀπέραντη θεϊκή του ἀγάπη. Κι ἐμεῖς, κυκλώνοντας τόν ἐπίγειο θρόνο Του, τό Ἅγιο Θυσιαστήριο, θά ψελλίζουμε, μ’ ὅση δύναμι διαθέτουμε, τούς ὕμνους τῆς ἀφοσιώσεώς μας καί τῆς ἀγάπης μας.

Αὐτή ἡ σύναξις, αὐτή ἡ ἐνσωμάτωσι εἶναι ἕνα κομμάτι τῆς βασιλείας Του. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ βασιλεία Του. Ἡ αἰώνια βασιλεία, πού ἀξιώνομαι ἀπό τώρα νά τήν ψηλαφῶ καί νά τήν προγεύωμαι. Εἶναι μιά προαπόλαυσι τῆς χαρᾶς τῆς αἰωνιότητος σέ τούτη τή γῆ. «Κἀγώ διατίθεμαι ὑμῖν βασιλείαν, ἵνα ἐσθίητε καί πίνητε ἐπί τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου» (Λουκ. κβ΄ 29,30).

Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς βασιλείας. Σ’ αὐτή, ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία ἀπολαμβάνει τή χαρά τῆς παρουσίας τοῦ Λυτρωτοῦ της.

Αὔριο στή Λειτουργία, θά ζήσω τί εἶναι καί τί θά πῇ Ἐκκλησία. Θά ζήσω γιά λίγο στήν κοινωνία τοῦ Οὐρανοῦ καί στή ζωή τοῦ οὐρανοῦ. Καί θά πάρω δύναμι, γιά νά ζήσω σάν πολίτης τοῦ Οὐρανοῦ τή ζωή μου στή γῆ.

Ἡ αὐριανή μου ἡμέρα εἶναι μιά μεγάλη ἡμέρα.


Πηγή: Μητροπολίτης Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος κ. Νικόδημος, Στοχασμοί τοῦ Σαββάτου, Ἐκδ. «Σπορά», Ἀθήνα: 1998, σελ.12-16.

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Μνημονεύουμε γιατί αγαπάμε




Γιατί τα ονόματα;

Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι' αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;

Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.

Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους, για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά. Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας. Του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στην ολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.

Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι' αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι' αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος. Το πρώτο από όλα. Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη: «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.

Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».


Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης
περιοδ.  Ο Άγιος Λάζαρος, έκδ. Ι.Ν. Αγ. Λαζάρου, Δεκέμβριος 2011, σ. 3
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...