Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άσκηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άσκηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο φθάσας την αγάπην του Θεού


Δεν σώζεις τον άνθρωπο με εξωτερικές συμβουλές και προτροπές. Ούτε του προσφέρεις ελευθερία με το να του πεις: Κάμε ό,τι θέλεις.

Θα πρέπει να μπορεί η αγάπη σου άφωνα, σαν ήλιος στοργής και καθαρός αέρας κουράγιου, να του χαρίζει υγεία και να του γεννά όρεξη προσωπική για να ζήσει.

Αυτό γίνεται με τον Αββά Ισαάκ. Φλέγεται ολόκληρος και μεταλαμπαδεύει το πυρένδροσο μυστήριο της Εκκλησίας. Εκπορεύει από την ύπαρξή του αγάπη, που παρέχει χώρο ελευθερίας στον άλλο. Και του χαρίζει δυνατότητες για να πραγματοποιήσει τον εαυτό του. Αγκαλιάζει τον άλλο με το να τον αφήνει ελεύθερο στο σύνολό του. [...]

Σε γνωρίζει. Σε κατανοεί. Σ' αφήνει ελεύθερο να κινηθείς, να γνωρίσεις το είναι σου και την αντοχή σου, τη φύση των όντων και το κάλλος τους.

Η ελευθερία σε τούτη τη ζωή και το κλίμα δεν είναι κατάσταση ανεκτή αλλά απαραίτητη προϋπόθεση. [...]

Μας αφήνει μόνους να καταλάβομε πού βρισκόμαστε, να διαγνώσομε την αρρώστια μας. [...]

Και προτρέπει: «Σπούδασον εισελθείν εις το ταμείον το ένδοθέν σου και όψει το ταμείον το ουράνιον· εν γάρ εστι τούτο κακείνο». «Ειρήνευσον εν σεαυτώ, και ειρηνεύσει σοι ο ουρανός και η γη.»

[...] Κατά τον χρόνο της ζωής μόνο στην ταπείνωση βρίσκει την ανάπαυση. Σ' αυτή μόνο εμπιστεύεται: [...] Και «προ του εισελθείν εις την πόλιν της ταπεινώσεως, εάν ίδης σαυτόν ότι ανεπαύθης εκ της οχλήσεως των παθών, μη πιστεύσης σεαυτώ... Ουκ απαντάς ανάπαυσιν εκ του μόχθου σου, ουδέ εκ των επιβουλών άνεσιν έξεις, έως αν φθάσης το κατάλυμα της αγίας ταπεινώσεως.» [...]

Η ταπείνωση είναι το τέλος, η κατάληξη.

Όλοι οι αγώνες, η άσκηση, οι αρετές, έχουν σκοπό να μας φέρουν στην ταπείνωση. «Χωρίς ταύτης πάντα τα έργα ημών μάταιά εισι και πάσαι αι αρεταί και πάσαι αι εργασίαι.» [...]

Την ταπείνωση γνωρίζει ως θέωση («πάσιν ως Θεός ψηφίζεται ο ταπεινόφρων»). Και όταν πάει να μιλήσει γι' αυτήν, διστάζει και «πληρούται φόβου», σαν κάποιον που ξέρει ότι πρόκειται να μιλήσει για τον Θεό. [...]

Όλους αγαπά και γι' αυτόν όλοι είναι καθαροί.

«Όταν πάντας ανθρώπους καλούς θεωρή και ου φαίνηταί τις αυτώ ακάθαρτος και βέβηλος, τότε εστίν αληθώς καθαρώς τη καρδία ο άνθρωπος». [...]

Δεν θα ήταν πλήρης, αν δεν αγαπούσε έτσι. Κόλαση είναι το να μη μπορείς να αγαπάς. Αυτός προχώρησε στην αγάπη τη μείζονα. Η καύσις της καρδίας του λειώνει όλη τη δημιουργία. Αγκαλιάζει με θεϊκή στοργή όλα τα πλάσματα, «τους εχθρούς της αλήθειας» και τον ίδιο τον διάβολο. Μόνο τότε, «ότε φθάσομεν την αγάπην, εφθάσαμεν εις τον Θεόν.» [...]

Έπεσε στην έλξη που τον ξεπερνά. Έπεσε στην κραταιά ως ο θάνατος αγάπη του Θεού. Δεν μπορεί να κάμει τίποτε άλλο.

«Ο φθάσας την αγάπην του Θεού, ουκ έτι πάλιν επιθυμεί διαμείναι ενταύθα.»

Αυτός που μας αγαπά θέλει να φύγει από κοντά μας; Όχι. Μας δείχνει μόνο ότι η απόσταση δεν μας χωρίζει πια ποτέ. Πάει να μας ετοιμάσει τόπο. Βρίσκεται όντως μαζί μας και μέσα μας.

Ποιον έκαμες φίλο σου σε τούτη τη ζωή, για να σε υποδεχθεί εκεί την ημέρα της εξόδου σου; ερωτά κάπου.

Κι εμείς τολμούμε να πούμε:
Εσένα θεωρούμε φίλο, Αββά, που μας κατάλαβες και μας πόνεσες.
Αυτοί που σαν τον Αββά Ισαάκ σιωπούν, μιλούν.
Αυτοί που λείπουν, είναι μαζί μας μ' άλλο τρόπο, «εν ετέρα μορφή».
Η «άγνοιά» τους καινοτομεί οδούς γνώσεως.
Η «ανυπαρξία» τους μας κρατά στην ύπαρξη.

Η «έφεσις του θανάτου ώσπερ ζωής» μας δίνει κουράγιο να αντιμετωπίσομε, να υπομείνομε, να ξεπεράσομε τους όποιους πειρασμούς μας.

Ο θάνατος καταργήθηκε. Το κενό γέμισε. Η αγάπη νίκησε δι' αυτών εν Χριστώ Ιησού, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.

Πηγή: Αρχιμ. Βασιλείου, Αββάς Ισαάκ ο Σύρος: Ένα πλησίασμα στον κόσμο του, Ι.Μ. Ιβήρων, 2003, σ. 18-20, 39-42, 44-47.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Σὺν τῇ συζύγῳ τὸ στέφος δεξάμενος



ΚΑΙ Ο ΤΙΜΙΟΣ ΓΑΜΟΣ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ

Στὶς 26 Αὐγούστου ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν ἱερὰ μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀδριανοῦ καὶ Ναταλίας οἱ ὁποῖοι ἦταν σύζυγοι. Ἀξίζει τὸν κόπο πρὶν ἀναφέρωμε ὁτιδήποτε ἄλλο, νὰ σημειώσωμε κάποια στοιχεῖα ἀπὸ τὴν ὡραία, συγκινητικὴ καὶ θαυμαστὴ ζωὴ τῶν δύο Ἁγίων.

Ἔζησαν, στήν Νικομήδεια, στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (298). Ἡ Ναταλία ἦτο Χριστιανή, ἐνῶ ὁ Ἀδριανὸς εἰδωλολάτρης. Παρὰ τὶς προσπάθειες τῆς συζύγου του, ὁ Ἀδριανὸς παρέμενε στὴν «πατρώαν ἀσέβειαν», ὡς ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἱερὸς Ὑμνογράφος.

Ὅμως, οἱ προσευχὲς τῆς θεοσεβοῦς συζύγου του ἔπιασαν τόπο, εἰσακούστηκαν ἀπό τόν Θεὸ καὶ ἔτσι ὁ Ἀδριανὸς, κατὰ τὴν τοῦ Θεοῦ οἰκονομία, ὁδηγήθηκε στὴν εὐσέβεια. Σὲ ἡλικία 28 ἐτῶν, εἶδε 23 νέους, πιστοὺς Χριστιανοὺς, νὰ ὁδηγοῦνται στὸ Μαρτύριο, ἐνῶ τὰ πρόσωπά τους ἔλαμπαν ἀπὸ χαρὰ καὶ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐντυπωσιασμένος ὁ Ἀδριανὸς ἀπὸ ὅσα εἶδε καὶ ἄκουσε, εἶπε στοὺς εἰδωλολάτρες, ὅτι καὶ αὐτὸς πλέον πιστεύει στὸν ἀληθινό Θεό. Συνελήφθη, ἐφυλακίσθη καὶ ἐβασανίσθη φρικτά.

 Ἡ εὐσεβὴς Ναταλία, γεμάτη χαρὰ γιὰ τὴν μεταστροφὴ τοῦ συζύγου της στὴν εὐσέβεια, μὲ προσευχὲς καὶ λόγια θερμὰ καὶ μὲ τὴν παρουσία της στὴ φυλακή, στήριξε τὸν σύζυγό της, ὁ ὁποῖος μὲ ἀγαλλίαση καί θαυμαστή καρτερία ὑπέστη θάνατον μαρτυρικό. Ἡ Ναταλία ἔζησε ἀπό κοντά τό μαρτύριο τοῦ συζύγου της καί μέ εὐλάβεια ἀσπαζόταν τά δεσμά του.Οἱ εἰδωλολάτρες θέλησαν νὰ κάψουν τὸ μαρτυρικό του σῶμα, μαζί μέ τά λείψανα τῶν ἄλλων Μαρτύρων, ἀλλὰ δυνατὴ βροχή, σημεῖο μέγα καὶ αὐτό ἀπὸ τὸν Θεό, κατέσβεσε τὴν φωτιά. Ἔτσι ἡ Ναταλία ἔλαβε τὸ σῶμα τοῦ καλλινίκου Μάρτυρος συζύγου της καὶ τὸ ἐνταφίασε μὲ τὶς δέουσες χριστιανικὲς τιμές. Μετὰ ἀπὸ λίγο, ὑπέστη καὶ ἐκείνη θάνατον μαρτυρικὸ γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν ἀγάπη καὶ ἐτάφη δίπλα στὸν Ἅγιο σύζυγό της.

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία γηθοσύνως* ψάλλει κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τῶν δύο Ἁγίων Μαρτύρων:

«Γυναικὸς θεόφρονος τοὺς θείους λόγους ἐν καρδίᾳ θέμενος, Ἀδριανὲ μάρτυς Χριστοῦ ἐν τοῖς βασάνοις προσέδραμες, σὺν τῇ συζύγῳ τὸ στέφος δεξάμενος».



Πολλοὶ ἄνθρωποι πιστεύουν ὅτι μόνο οἱ Μοναχοὶ ἁγιάζουν, ἢ γιὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, ὅτι εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ φτάσουν στὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴν θέωση οἱ μοναχοὶ καὶ ἀσκητὲς καὶ πολὺ δύσκολο νὰ ἁγιάσουν οἱ ἔγγαμοι.

Τὸ ὅτι εἶναι δύσκολος ὁ δρόμος τῆς ἁγιότητος, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστό. Ὅπως ἐπίσης εἶναι γνωστὸ, ὅτι καί οἱ δύο δρόμοι, μοναχισμός δηλ. καί ἔγγαμος βίος, ὁδηγοῦν στὴν ἁγιότητα. Ὁ κάθε δρόμος ἔχει τὶς δικές του δυσκολίες, τὰ προβλήματά του, τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ καὶ τὶς ὀμορφιές του∙ τὴν γλυκύτητά του καὶ τὶς ἀνεπανάληπτες πνευματικὲς στιγμές.

Τόσον οἱ Μοναχοὶ, ὅσον καὶ οἱ ἔγγαμοι ποὺ βιώνουν τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή καὶ πολιτεία εἶναι ἥρωες καὶ μάρτυρες μέσα στὴν κοινωνία καὶ μάλιστα στὴν ἐποχή μας, ἡ ὁποία οὐδόλως διευκολύνει τὶς προσπάθειες γιὰ πνευματικοὺς ἀναβαθμούς.

Δὲν θὰ ἀναφερθῶ σὲ Ἁγίους Ἀσκητὲς καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ θὰ ἀναφέρω παραδείγματα ἐγγάμων Ἁγίων, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ προαναφερθέν, τὰ ὁποῖα μᾶς βεβαιώνουν ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ περιλαμβάνει εὐωδέστατα ἄνθη, ζεύγη ἁγιόλεκτα, τὰ ὁποῖα μετά ἀπό ἀγῶνες καὶ θυσίες κατὰ Θεὸν, μετά ἀπό πνευματικὴ ζωή, ὁμολογία πίστεως, πόνους καὶ κόπους γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν τους καὶ πολλάκις μαρτύριο τοῦ αἵματος, κοσμοῦν τὸ οὐράνιο στερέωμα.

Τρανὰ παραδείγματα εἶναι:
1.      Ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα, οἱ γονεῖς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
2.      Ὁ Ζαχαρίας καὶ ἡ Ἐλισάβετ, οἱ γονεῖς τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
3.      Ὁ Ἀκύλας καὶ ἡ Πρίσκιλλα (ἑορτάζουν στὶς 13 Φεβρουαρίου).
4.      Οἱ Μητέρες τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Ἐμμέλεια, Νόνα καὶ Ἀνθοῦσα (Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τους τὴν Κυριακή, μετὰ τὴν Ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς).
5.      Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Εὐστάθιος μέ τήν σύζυγό του Θεοπίστη καί τά παιδιά τους (20 Σεπτεμβρίου).

Καὶ ἄλλους θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναφέρωμε, ἀλλὰ περιοριζόμεθα στοὺς παραπάνω καὶ θεωροῦμε πολὺ ὠφέλιμο νὰ κάνωμε λόγο γιὰ τόν ἀγῶνα καὶ τὶς ἀρετὲς ἐγγάμων Ἁγίων, διότι οἱ ἔγγαμοι ἀδελφοί μας σήμερα, ζοῦν σὲ δύσκολους καιροὺς καὶ σηκώνουν βαρὺ σταυρό, μεγαλώνοντας παιδιὰ μὲ δυσκολίες καί ἀντιμετωπίζοντας πλεῖστα προβλήματα.

Ὑποκλινόμεθα ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος καὶ ἐνθυμούμεθα τὸν ἀγῶνα τῶν ἰδικῶν μας γονέων, οἱ ὁποῖοι σὲ ἐποχὲς ἀκόμα πιὸ δύσκολες, ἀγωνίστηκαν καὶ κατώρθωσαν νὰ μᾶς ἀναθρέψουν μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως στὸ Θεὸ, ὥστε νὰ δυνηθοῦμε νὰ ὑπηρετήσωμε τὴν κοινωνία μας, ὁ καθεὶς ἀπὸ τὸ δικό του «μετερίζι» καὶ μὲ τὸν δικό του τρόπο κατὰ τὴν χάρη καὶ τὰ τάλαντα, τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ δοσμένα.

Σημειώνομε, λοιπόν, τά ἐξῆς, ἐνδεικτικά ὡς πρός τά ἐφόδια πού εἶναι ἀπαραίτητα γιά νὰ σταθῇ ἕνα ζευγάρι στὰ πόδια του καὶ νὰ προχωρήσῃ ὑπερνικώντας τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς, φτάνοντας στόν ἁγιασμό καί τήν σωτηρία:

α)  Ἡ ἀκλόνητη πίστη στὸ Θεὸ. Ὅταν τό σπίτι στηρίζεται σ’ αὐτή τήν βάση, ποτέ δέν θά πέσῃ, ὅπως λέγει ὁ ποιητής, μέ τόν δικό του τρόπο:

«Μή φοβηθεῖς τό σπίτι π’ ἄνοιξε
στήν γῆ βαθιά τά θέμελά του
κι ἄς ἔλθουν χίλιοι ἀνεμοστρόβιλοι
καί τήν σκεπή του ἄς ρίξουν κάτω».
( Ἰ. Πολέμης)

Ἄν ἀντιθέτως ὑπάρχουν μόνο τά ὑλικά ἀγαθά καί δέν ὑπάρχει ὁ θεμέλιος, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός, τό οἰκοδόμημα εὔκολα κατακρημνίζεται καί σωριάζεται σέ φρικτά ἐρείπια.

Αὐτὴ ἡ πίστη γεννᾶ τὴν ἀσφάλεια, τὴν προσευχή, τὴν βεβαιότητα τῆς εὐτυχίας, ἡ ὁποία διασφαλίζεται μὲ τὴν μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης ἡ πίστη στὸ Θεὸ γεννᾶ καὶ στηρίζει τὴν ἀγάπη μέσα στὸ γάμο, ἡ ὁποία κεῖται ὑπεράνω τῆς σαρκικῆς σχέσεως καί συναφείας καὶ ἐκφράζει τὴν θεμελιώδη ἀνθρώπινη ὑπόσταση σύμφωνα μὲ τὴν θεία Εἰκόνα. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὀνομάζει τὸν Γάμο, «Μυστήριο τῆς ἀγάπης». Κατ’ ἀντιστοιχίαν καὶ ὁ Μοναχισμὸς καλεῖται «θεῖον Μυστήριον τῆς ἀγάπης».

β) Ἡ ὑπομονή. Ἡ ζωή εἶναι δύσκολη και γι’ αὐτό χρειάζεται καρτερία, μέ τήν ὁποία τίποτε δέν μπορεῖ νά συγκριθῇ. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει περί τῆς ὑπομονῆς: «Ὑπομονῆς ἴσον οὐδέν, ἀλλά αὕτη μάλιστα ἐστίν ἡ βασιλίς τῶν ἀρετῶν, ὁ θεμέλιος τῶν κατορθωμάτων, λιμήν ὁ ἀκύμαντος, ἡ ἐν πολέμοις εἰρήνη, ἡ ἐν κλύδωνι γαλήνη» (Εἰς Ὀλυμπιάδα, Ἐπιστ. ΙΓ΄, 4δ, ΕΠΕ 37, 528)

Εἶναι ἄξιοι θαυμασμοῦ οἱ σύζυγοι, πού μέσα ἀπό πολλές θλίψεις καί δυσκολίες, ἀνέχεια ὑλικῶν ἀγαθῶν καί ἄλλα δεινά, ἔφτασαν νά ζήσουν μαζί δεκάδες ἐτῶν, ἕως τῆς τελευτῆς τοῦ βίου των, καυχώμενοι γιά τόν ἀγῶνα τους καί τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν τους. Εἶναι ἐπίσης ἄξιοι ἐπαίνου ὅσοι κατά τούς δύσκολους καιρούς μας, ἀνεβαίνουν μαζί τό δύσκολο δρόμο τῆς ζωῆς γιά νά φτάσουν, μέσα ἀπό τούς ἀγῶνες τῆς εὐλογημένης συζυγίας, στήν θέωση.

γ) Ἡ ταπείνωση, ἡ ὁποία εἶναι λίθος ἄσειστος στό οἰκοδόμημα τῆς οἰκογένειας. Δέν ζεῖ ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά ὅλοι μαζί, ὡς κοινωνία προσώπων, μέσα στήν οἰκογένεια. Ἡ ἀρετή αὐτή πρέπει νά ὑπηρετῆται καί νά καλλιεργῆται ἀπό τούς συζύγους πρῶτον, ὥστε καί τά παιδιά νά χαίρωνται στήν ἀτμόσφαιρα τῆς γαλήνης πού προσφέρει ἡ ταπείνωση, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς κατανικῶνται τά πάθη.

«Πόσα οὖν τίκτει ὑμῖν ἀγαθά ἡ ταπεινοφροσύνη; Τί βούλει; Τό ἀνεξίκακον, τό ἀόργητον, τό φιλάνθρωπον, τό νήπτικόν, τό προσεκτικόν...» (Εἰς Φιλιπ., Ὁμιλ. Η΄, 5, ΕΠΕ 21, 554).  Ἀντιθέτως ὁ ἐγωισμός γκρεμίζει τίς σχέσεις, καταστρέφει τήν κοινωνία, ξεθεμελιώνει τά σπίτια, διαλύει τίς συζυγίες.

Φαίνεται, λοιπόν, ἀπό ὅσα ἀναφέραμε παραπάνω, ἀλλά μαρτυρεῖται καί ἀπό τήν ἰδια τήν ζωή, ὅτι καί μέσα στό γάμο ὄχι μόνο εἶναι δυνατόν, ἀλλά ἐπιβάλλεται νά ὑπάρχῃ πνευματική ἄσκηση, ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν εὐτυχία καί τήν προκοπή τῶν συζύγων καί ὅλης τῆς οἰκογενείας, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τόν στέφανον παρά Κυρίου, πού δίδεται στούς ἀγωνιστάς, οἱ ὁποῖοι νομίμως ἀθλοῦνται στῆς ζωῆς τό στάδιο.

Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, σχετικά μέ τό θέμα μας, πάλι γίνεται δάσκαλός μας. «Μή κώλυμα (τῆς ἁγιότητος) ὁ γάμος;... Ὁ Προφήτης οὐ γυναῖκα εἶχε; Καί οὐκ ἐγένετο κώλυμα τοῦ πνεύματος ὁ γάμος... Ὁ Μωυσῆς οὐ γυναῖκα ἔσχε; Καί πέτρας ἔρρηξε καί ἀέρα μετέβαλε καί Θεοῦ διελέγετο καί θεήλατον ὀργήν ἀνέστειλεν. Τί δέ Πέτρος, ἡ κρηπίς τῆς Ἐκκλησίας, ὁ μανικός ἐραστής τοῦ Χριστοῦ... ὁ τήν οἰκουμένην περιδραμῶν καί σαγηνεύσας τήν θάλασσαν... οὐκ εἶχε καί οὖτος γυναῖκα; Ναί εἶχεν» ( Εἰς Ἠσ. ὁμιλ. Δ΄, 2,3 ΕΠΕ 8Α,388).

Πιστεύομε, ὅτι πρέπει οἱ νέοι ἄνθρωποι νά πάρουν στά σοβαρά τήν ὑπόθεση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου καί νά ἀντιληφθοῦν ὅτι ὁ Γάμος μέ ἀσφάλεια καί σιγουριά, ὅπως καί ἡ μοναχική Πολιτεία, ὁδηγεῖ στόν ἁγιασμό καί τήν κατά Χριστόν Ἰησοῦν τελείωση. Οἱ ἐπιπολαιότητες σχετικά μέ τό, ὡς εἴρηται θέμα, ὁδηγοῦν σέ τραγικά ναυάγια καί τούς συζύγους καί ὁλόκληρη τήν οἰκογένεια.

Ὁ Ἱερέας, ὅταν τελειώνῃ τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου, λέγει τὴν εὐχή: «Παράλαβε ( Κύριε) τοὺς στεφάνους αὐτῶν ἐν τῇ Βασιλεία σου...».

Ὁ ἀπώτερος σκοπὸς τοῦ Γάμου εἶναι νὰ βοηθήσῃ τοὺς συζύγους, διά τῆς ἀμοιβαίας καὶ ἀδιαπτώτου ἀγάπης, τῆς κοινῆς μαρτυρικῆς πορείας καὶ ἀσκητικῆς ζωῆς, διά τῆς δημιουργίας ἀπογόνων, ἐφ’ ὅσον δώσει ὁ Θεὸς αὐτὴ τὴν εὐλογία, ὥστε νὰ εἰσέλθουν στὴν Οὐράνια καὶ ἀτελεύτητη Βασιλεία Του.

Δέν μπορεῖ νά σταθῇ σπίτι χωρίς Χριστό, χωρίς ὑπομονή, ταπείνωση, ἀγάπη, προσευχή, πνευματικό ἀγῶνα. Νά λοιπόν, πῶς μέσα ἀπό τήν ἄσκηση τοῦ Γάμου ἁγίασαν, ἁγιάζουν καί θά ἁγιάζουν ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, τά εὐλογημένα ἀνδρόγυνα.

Τὶς σκέψεις αὐτὲς ἀφιερώνομε μὲ πολλὴ πατρικὴ ἀγάπη σὲ ὅλους τους ἀδελφούς μας, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται μέσα ἀπὸ τὸν τίμιο Γάμο γιὰ τόν ἁγιασμό καί τήν θέωση.

Τοὺς προβάλλομε ὡς παραδείγματα μιμήσεως σὲ ὅσους δὲν βλέπουν τὸν Γάμο ὡς δρόμο ἁγιότητος, ἀλλὰ ὡς ἕνα προσωρινὸ σταθμὸ, ἢ ὡς μιά πρόσκαιρη κατάσταση στὴ ζωή τους. Κυρίως στὰ παιδιά μας ποὺ ἑτοιμάζονται νὰ ἔλθουν εἰς Γάμου κοινωνίαν, ὥστε νὰ ὁλοκληρωθοῦν ὡς προσωπικότητες, κερδίζοντας ὄχι μόνο τοὺς ἐπιγείους ἄθλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς οὐρανίους στεφάνους.

Τέλος, παρακαλοῦμε ὅλους τούς, «ἐν τῷ μοναχικῷ βίῳ ἐνασκουμένους καὶ ἱερῶς ἡσυχάζοντας», στὶς προσευχὲς καὶ τὶς λιτὲς των, νὰ μνημονεύουν καὶ τῶν ἐν τιμίῳ Γάμῳ διαβιούντων ἀδελφῶν μας καὶ νά δέωνται ὑπὲρ σωτηρίας τῶν κλυδωνιζομένων ἕνεκα, ὀλιγοπιστίας, ἐλλείψεως ἀγάπης καὶ ὑπομονῆς οἰκογενειῶν, ὥστε νὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς Ἀληθείας καί νά σωθοῦν.

μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος
Πηγή: εφημερίδα Ο Εκκλησιολόγος
Αποδελτίωση: Αναστάσιος (25/8/2012)

Σημείωση
* γηθοσύνως = ασμένως, με χαρά, με ευχαρίστηση

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Ο πόλεμος της πορνείας και το χάρισμα της αγνότητος



Εις όλην αυτήν την περίοδον, που ήσαν χωρίς συνοδίαν, είχαν αυστηράν νηστείαν, και ιδίως ο Γέροντας [Ιωσήφ ο Ησυχαστής]. Λάδι μόνον το Σαββατοκύριακον έτρωγαν και όχι πάντοτε, αλλά όταν έβρισκαν. Κατά την περίοδον των πρώτων χρόνων μετά τον θάνατον του Γέροντός τους και εις συνέχειαν οκτώ ολοκλήρων ετών, ο Γέροντας είχεν σαρκικόν πόλεμον και αυτό συνέτεινε εις το να έχουν τόσον αυστηράν νηστείαν. Ο Γέροντας έτρωγε κάθε ημέραν μετά την ενάτην ώραν εικοσιπέντε δράμια παξιμάδι, και αν καμμιά φορά είχαν χόρτα ή όσπρια βραστά και πάλιν πολύ ολίγα. Μας έλεγεν ότι συνέχειαν, επί οκτώ χρόνια, όσον ήτο ο πόλεμος, αυτός δεν εκοιμήθη εις το πλευρόν, ούτε πλάγιασε παντελώς, αλλά καθήμενος εις το σκαμνί κοιμόταν τας ώρας που είχε διορισμένας.

Μας έλεγε: «Πάντοτε εις την περίοδον αυτήν ήτο ο σαρκικός πόλεμος σφοδρός, ιδίως όμως εις το τέλος κατά το έβδομον και όγδοον έτος, τόσον είχε επιδεινωθεί, που κόντεψε να απελπισθώ. Όλα τα μέσα που γράφουν οι άγιοι Πατέρες από αγωνιστικής απόψεως τα είχα εξαντλήσει, μα ο πόλεμος δεν υποχωρούσε. Από την πολλήν νηστείαν και την αγρυπνίαν το σώμα μου έπεσε τελείως και το πάθος δεν ελαττώθηκε. Κατά καιρούς ταπεινωνόταν ολίγον αλλ’ ύστερα άρχιζε σφοδρότερον.»

Είχε συνήθειαν, όταν τον ενοχλούσε κανένα πάθος να παραμερίζει μόνος του και να κτυπά τον εαυτόν του με ένα ξύλον, μέχρις ότου η οδύνη των πληγών τον απαλλάξει από τον πόλεμον. Τόσον δε πολύ είχε κτυπήσει κάποτε τον εαυτόν του, που όπως μας έλεγεν, επέρασαν εβδομάδες και ήτο πιασμένος από την μέσην και κάτω, από τον πολύν δαρμόν. «Έκλαιγα, μας έλεγε, με πόνον πολύν και παρακαλούσα την Κυρίαν μας Θεοτόκον, επέμενα όσο ημπορούσα, αλλά τίποτε. Υποχωρούσε το πάθος ολίγον και πάλιν άρχιζε. Η θέσις μου πλέον ήτο δύσκολη, γιατί άρχισε να κλονίζεται η πίστις μου και νόμιζα ότι με εγκατέλειψε ο Θεός. Όπως ήμουν έτσι καταβεβλημένος και απελπισμένος, κάθισα πάλιν εις το σκαμνί μου και έλεγα την ευχήν, γιατί αυτή ήτο η μόνη μου παρηγοριά και είχα τα μάτια μου κλειστά. Νύκτα ήτο και βρισκόμενος εις το δωμάτιόν μου –αν πρέπει να λεχθεί δωμάτιον αυτό, γιατί ήτο πολύ στενό– αισθάνθηκα ότι κάποιος με ψηλαφά εις τα κάτω μέρη του σώματος και άνοιξα τα μάτια μου. Βλέπω τότε το πνεύμα της πορνείας να κάθεται μπροστά μου οφθαλμοφανώς, όπως ακριβώς το περιγράφουν οι Πατέρες, το κεφάλι του γυμνόν με μικρά όρθια κέρατα, το πρόσωπόν του πελιδνόν[1] και αρρωστημένον και τα μάτια του μικρά και στρογγυλά και το σώμα του με τρίχες και ανέδιδε τρομεράν δυσωδίαν. Από την οργήν μου που κατάλαβα τις ήτο, όρμησα επάνω του με όσην ταχύτητα ημπορούσα, και να τον κρατήσω φυσικά δεν ήτο δυνατόν, τον ψηλάφησα όμως με τα χέρια μου καθώς έφυγε από την πόρτα και μέχρι σήμερον είναι εις την μνήμην μου ακόμη η αίσθησις εκείνη της τραχύτητος, όπως που να κρατήσει κανείς αγριόχοιρον, και η δυσωδία του επί οκτώ ημέρες δεν έφευγε. Από τότε, Χάριτι Θεού, έπαυσε τελείως ο πόλεμος της σαρκός και ξανά δεν με ενόχλησε παντελώς, ούτε τέτοιος λογισμός με ενόχλησε.

Πάντοτε μας τόνιζε τούτο: «Αν θέλετε να αισθανθείτε ευκρινώς βοήθειαν από την θείαν Χάριν, να έχετε υπ’ όψιν σας ότι θα κάμετε πολλήν υπομονήν. Εάν ο άνθρωπος δεν καταβάλει όσην έχει δύναμιν και δεν δείξει με την πράξιν ότι αγαπά τον Θεόν περισσότερον της ιδικής του υπολήψεως και της ζωής, φανερά την Χάριν του Θεού δεν βλέπει. Όταν ο άνθρωπος αξιωθεί να φθάσει εις το σημείον αυτό και να λάβει βοήθεια φανερά από την Χάριν του Θεού μέσω της υπομονής του από μεγάλους πειρασμούς, τότε αισθάνεται προκοπήν εις το πνευματικόν του στάδιον και γίνεται, τρόπον τινά, ανδρειότερος εις τον εαυτόν του και αισθάνεται ότι απέκτησε περισσοτέραν δύναμιν. Τότε γίνεται τολμηρότερος εις τους κινδύνους και από τα σκώμματα των ανθρώπων μένει ανεπηρέαστος. Το μεγαλύτερον δε, δυναμώνει εις την πίστιν, γιατί έχει ως ενέχυρον την προλαβούσα πείραν της θείας αντιλήψεως

Άλλοτε πάλιν μας έλεγεν: «Επήγαμεν με τον πατέρα Αρσένιον να αγοράσομεν ολίγον σιτάρι από το λιμάνι της Κερασιάς[2] για πρώτην μας φοράν. Εύκολα δεν εχαλούσαμεν το "τυπικό" μας εις το να φάγομεν κάτι πριν της ενάτης ώρας, έτσι και τότε επήγαμεν νηστικοί. Επήραμεν από είκοσι πέντε οκάδες και κινήσαμεν προς επιστροφήν· δεν προλάβαμεν όμως να φθάσομεν ούτε εις την μέσην της αποστάσεως και δεν ημπορούσα πια. Ένα σώμα αδύνατον και καταβεβλημένον από τόσες κακουχίες, δεν ήτο εύκολον να αχθοφορεί και σε τόσον ανηφορικόν δρόμον όπως είναι αυτός. Όσον προέβαινε η ώρα, άρχιζε και η ζέστη και μετά η δίψα που ενίσχυσαν την εξάντλησίν μου περισσότερον. Η εξάντλησίς μου ήτο τόση, που ούτε ξεφόρτωτος δεν ημπορούσα να περπατήσω πια. Επιχείρησα κατ’ επανάληψιν, αλλά ματαίως. Βλέποντας ότι αφ’ εαυτού μου δεν ήτο δυνατόν να συνεχίσω και ότι για τον Θεόν το κάμνω αυτό, έστρεψα όλον μου τον λογισμόν μέσα μου και έκλαψα λέγοντας «τι αδυνατεί εις τον Θεόν;». Στις δύσκολες στιγμές φαίνεται η θεία βοήθεια και έτσι λέγοντας και πιστεύοντας αισθάνθηκα μέσα μου κάτι που ανεκαίνισε τας δυνάμεις μου και όλη εκείνη η προτέρα αθυμία και εξάντλησις έφυγεν. "Πάμε Αρσένιε", λέγω και εκινήσαμεν. Από τότε μέχρι να ανεβόμεν επάνω, αισθανόμουν ότι κάποιος με σπρώχνει από πίσω και ανέβηκα έτσι φορτωμένος που δεν ημπορούσα να ανέβω αδειανός. Γι’ αυτό σας λέω να έχετε πίστιν και υπομονήν

Κατά την περίοδον αυτήν έκαμε πολλούς κόπους και υπέφερε πολλούς πειρασμούς, εξ όσων μας έλεγε κατά καιρούς. Όταν μας πολεμούσε η μικροψυχία και η αμέλεια μας παρακινούσε και μας έλεγε κάτι που ο ίδιος έπαθε.

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Θείας χάριτος εμπειρίες: Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής – Επιστολιμαία βιογραφία – Ανέκδοτες επιστολές και ποιήματα, σειρά «Ψυχωφελή Βατοπαιδινά», έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος: 2006, σ.46-50

Σημειώσεις:
[1] πελιδνός = ωχρός και μελανός
[2] Κερασιά = περιοχή με κελιά στο νότιο άκρο του Αγίου Όρους, η οποία υπάγεται στην Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας.

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Η ωραιότερη ζωγραφιά των αρετών!

«Δέσποινα
κανένα φόρεμα τη γύμνια μου
δε φτάνει να σκεπάσει
...
Πρόστρεξε, Μυροφόρα,
μονάχα εσένα πίστεψα
και λάτρεψα μονάχα εσένα,
κι ως τώρα μέσ' στα αιματοστάλαχτα
μιας οργισμένης δύσης
Δέσποινα, στήριξέ με εσύ
και μη μ' αφήσεις...»

«...Α! δείξου στο μικρό και στον ανήμπορο
και δείξου καθώς δείχνεσαι στους ταπεινούς
και φτάσε καθώς φτάνεις στους αμαρτωλούς
και δείξου καθώς δείχνεσαι στους σκλάβους
η Αγία Ελεούσα...» (Κ. Παλαμάς)

Αναμφισβήτητα για κάθε Χριστιανό το σημαντικότερο πρόσωπο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, μετά το Χριστό, είναι η μητέρα Του, η Θεοτόκος Μαρία. Είναι, όπως την ονομάζουν οι άγιοι Πατέρες μας, το μεθόριο μεταξύ κτιστής και άκτιστης φύσης. Είναι άνθρωπος σαν και εμάς. Γεννήθηκε όπως όλοι οι άνθρωποι με φυσικό τρόπο. Όμως, της δόθηκε το μοναδικό προνόμιο να γίνει και μητέρα του Θεού, αφού ο άνθρωπος τον οποίο γέννησε «ασπόρως» δεν έχει κτιστή υπόσταση. Είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, Θεός αληθινός, ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα, ως προς τη θεότητα, όπως είναι ομοούσιος με τη μητέρα Του την Παναγία, ως προς την ανθρωπότητα, η οποία δεν έχει δική της υπόσταση.

Η γέννηση της Παναγίας δεν ήταν μόνο «φύσεως τόκος» λέγει ο [άγιος] Νικόλαος Καβάσιλας, αλλά και καρπός της ενάρετης ζωής και της προσευχής των γονέων της. Η ενάρετη ζωή και προσευχή των γονέων της είχαν σαν αποτέλεσμα, η δημιουργία της Παναγίας να μην είναι μόνο εκ του σαρκικού θελήματος των γονέων της αλλά και εκ Πνεύματος Αγίου.

Η Παναγία αξιοποιώντας μόνο τα κοινά γνωρίσματα του «κατ' εικόνα», φανέρωσε τον αληθινό άνθρωπο καθαρό και ακέραιο, όπως είχε δημιουργηθεί από τα χέρια του Θεού. Η Παναγία είναι εκείνος ο άνθρωπος, που ενώ μπορούσε ν' αμαρτήσει, εν τούτοις δεν αμάρτησε και με τη δική της δύναμη, ζέση και προθυμία παρέμεινε αναμάρτητη. Αυτή την ψυχική ομορφιά και αγνότητα εκτίμησε ο πλάστης μας, ο οποίος θελχθείς από την αγιότητά της ήρθε και σκήνωσε σ' αυτήν.

Συνεπώς η έλευση του Αγίου Πνεύματος δε σημαίνει κάθαρση της Παναγίας, αλλά προσθήκη χαρισμάτων, όπως συμβαίνει με τους αγγέλους που δεν έχουν καμία σχέση με την αμαρτία. Η Παναγία απλώς μετά την έλευση του Αγίου Πνεύματος έμεινε αμετακίνητη στο αγαθό, όπως οι άγγελοι μετά την ελεύθερη εκλογή της αρετής έμειναν σταθεροί στο καλό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σε ομιλία του για τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου, λέει χαρακτηριστικά ανακεφαλαιώνοντας την πατερική σκέψη πάνω στο θέμα αυτό: «Η καθαρά καθαίρεται και η αγία αγιάζεται έτι μείζονα αγιασμόν της».

Η Παναγία, πριν φανερώσει το Θεό σωματικά στον κόσμο, τον αποτύπωσε και τον απεικόνισε πρώτα με τα ίδια της έργα, πάνω στον εαυτό της.

Γι' αυτό ο Θεός την έκανε ναό και μητέρα του. Σκήνωσε και στην ψυχή και στο σώμα της. Η Παναγία ήταν ιερότερη από το θυσιαστήριο του ναού του Σολομώντος. Γι' αυτό το σώμα της δεν το επισκίαζαν άγγελοι, αλλά ο ίδιος ο Θεός. «Δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι». Το αίμα της δεν δέχθηκε το θυσιαστήριο, αλλά το πήρε ο ίδιος ο Θεός. Το αίμα της έγινε αίμα Θεού.

Πρώτη απ' όλες τις αρετές της, η ταπείνωση, προσείλκυσε το Θεό. Αυτή έγινε η πύλη της σωτηρίας. Αυτή σώζει και κάθε άνθρωπο, γιατί μέσα της υπάρχει η αλήθεια της φύσης μας. Η φυσική μας κατάσταση απέναντι στο Θεό είναι η ταπείνωση. Η βαθιά γνώση της ευτέλειας, της φθαρτότητας και θνητότητας της ανθρώπινης φύσης. Αυτή την ταπείνωση είχε η Θεοτόκος. Σε αυτήν επέβλεπε ο Θεός και επισκέφθηκε «διά των πυλών της» το ανθρώπινο γένος. Η Παναγία σε όλο της το βίο, παρά τις μεγάλες και μοναδικές ευλογίες που έλαβε από το Θεό, όπως ο Ευαγγελισμός, η υπερφυσική γέννηση του υιού της, τα θαύματα του Χριστού και η δοξολογία του από το λαό, αλλά και η ένδοξη ανάστασή του, δεν οδηγήθηκε ποτέ σε καμιά καυχησιολογία και αυτοδιαφήμιση. Ήταν και παρέμεινε ταπεινή. Όσο περισσότερο υψωνόταν τόσο βαθύτερα ταπεινωνόταν. Ήταν πραγματικά η συνεχώς ταπεινοφρονούσα κόρη αλλά και η υπομένουσα μάνα.

Διδάσκουν οι Πατέρες της εκκλησίας ότι μέχρι την εποχή εκείνη η καθαρότητα, η αγνότητα ήταν δική της κατάκτηση, δικό της έργο, δική της συνεργία. Τώρα έρχεται το Άγιο Πνεύμα και ολοκληρώνει αυτή την κάθαρση και ολοκληρώνει αυτή την αγνότητα. Αφαιρεί τον προπατορικό ρύπο, γιατί από εκεί μέσα επρόκειτο να γεννηθεί ο Θεός, ως επιβράβευση της υπακοής, της αγνότητας και της καθαρότητας. «Η Παναγία υπήρξε υπερτέρα όχι μόνον από κάθε μολυσμό της σάρκας, αλλά ανωτέρα και από κάθε μολυσμό της σάρκας, αλλά ανωτέρα και από κάθε μολυσμένο λογισμό», μας θυμίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Δεν υπήρξε απλώς μια παρθένος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι η Παρθένος, η άσπιλη και αμόλυντη και άχραντη μέχρι του σημείου, ώστε παρθένος και Παναγία, αγνότητα και Παναγία να είναι ταυτόσημες λέξεις!

Ας υπογραμμισθεί και η πίστη της Παναγίας, μια πίστη δυνατή, φλογερή, πηγαία, ανεξάντλητη. Μία πίστη, που ξεχυνόταν από μέσα της σαν άνθος, σαν γάργαρο νερό, σαν θεία μοσχοβολιά. Ήταν πίστη με ρίζες βαθιές, που διακλαδιζόταν σε κάθε της σκέψη και κάθε της πράξη. Ήταν παραδομένη τελείως στο Θεό και ζούσε για το Θεό και την άλλη ζωή.

Η άσκηση της Παναγίας ξεπέρασε τα ανθρώπινα μέτρα. Ήταν «υπερφυής», γιατί τίποτα δεν εμπόδιζε το διαρκή προσανατολισμό του νου της από τον Θεό. Αν και ζούσε μέσα στον «κατακλυσμό της κακίας», παρέμεινε ανεπηρέαστη από κάθε μολυσμό της αμαρτίας, απροσπέλαστη από κάθε αρνητική επιρροή και ούτε καν αισθάνθηκε την κακία που κατέκλυζε τη γη. Ήταν ξένη προς όλα εκείνα, που θα μπορούσαν να νοθεύσουν την καθαρότητα του νου της. Με τον τρόπο αυτό διατήρησε τη σκέψη της «άσυλη» και ιερή σαν να ζούσε μέσα στην «αρχαία εστία» του Παραδείσου, όπου καμιά αμαρτία δεν έχει συντελεστεί ακόμη από κανέναν άνθρωπο. Ο νους της Παναγίας ήταν σταθερά προσηλωμένος στον Θεό, όμοιος με φτερούγισμα που δε δείλιαζε μπρος σε κανένα ύψος, ξεπερνώντας και αυτό το πέταγμα των Αγγέλων. Αυτή η ολοκληρωτική αφοσίωση του νου της στο Θεό, είχε ως αποτέλεσμα και κάθε επιθυμία της ψυχής της να είναι στραμμένη προς Αυτόν, τον μόνον Εφετόν. Ο θείος έρωτάς της επισκίασε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής της, γι' αυτό όταν ο Θεός θέλησε να κατεβεί στη γη, καμιά αμαρτία δεν Τον εμπόδισε να εισέλθει και να σκηνώσει σ' αυτήν, τη μόνη αγνή και καθαρή.

Γι' αυτό η Παναγία είναι πρότυπο των μοναχών και τη σέβονται τόσο πολύ οι μοναχοί, διότι από παιδί έγινε μοναχή, ασκήτρια και ησυχάστρια. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια ήταν μέσα στον ναό συντροφιά μόνο με ιερείς, με την προσευχή, με τους ύμνους, με τις σκέψεις και τις επιθυμίες της στραμμένες στο Θεό και μακριά από τον κόσμο.

Παρόλο που αυτές οι αρετές -ταπείνωση, αγνότητα, πίστη, υπακοή, προσευχή- είναι μεγάλες και θαυμαστές, υπάρχει ακόμα μια αρετή που ίσως την ξεχνάμε, ενώ είναι πολύ σημαντική και ασυνήθιστη στους σημερινούς ανθρώπους και μάλιστα στο γυναικείο φύλο, η σιωπή της Παναγίας. Σπάνια μιλούσε και ήταν απαλλαγμένη από κάθε ματαιοδοξία και διαφήμιση. Σε κανένα δεν είπε τίποτα· ούτε στον Ιωσήφ. Δε φαίνεται πουθενά στην Αγία Γραφή να προσπαθεί να δικαιολογηθεί για την εγκυμοσύνη της. Ποιος θα την πίστευε εξάλλου; Αναθέτει τα πάντα στο Θεό και την πρόνοιά Του. Ο Θεός που την προόρισε για Θεοτόκο, ο Θεός θα οικονομούσε γι' αυτήν.

Λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Στο πρόσωπο της Παναγίας ο Θεός ζωγράφισε μια εικόνα, έκανε ένα πίνακα, επάνω στον οποίο ζωγράφισε ό,τι ωραιότερο υπήρχε, όποια αρετή υπάρχει, όποια καλοσύνη υπάρχει, όποιο κάλλος πνευματικό και υλικό υπάρχει, γιατί και σωματικά η Παναγία ήταν σεμνή και όμορφη. Όλα τα κάλλη, πνευματικά και σωματικά ζωγράφισε ο Θεός στο πρόσωπο της Παναγίας. Η Παναγία διέσωσε το «κατ' εικόνα» του ανθρώπου, είναι η πραγματική εικόνα του ανθρώπου. Και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης επίσης λέει, ότι αν συνέβαινε ποτέ τα εννέα τάγματα των Αγγέλων να επαναστατήσουν και να γκρεμισθούν από τον ουρανό και να γίνουν δαίμονες, αν συνέβαινε όλοι οι άνθρωποι να γίνουν κακοί, και αν συνέβαινε να επαναστατήσει ολόκληρη η κτίσις, ο ουρανός, η γη και τα αστέρια, όλα αυτά, λέει, αν συνέβαιναν, αρκούσε η αγιότητα της Παναγίας μας για να είναι ευχαριστημένος ο Θεός. Όλα ας ελλείπουν, φτάνει μόνο η αγιότητα της Παναγίας μας, για το Θεό.

Αυτή λοιπόν την αγιότητα της Παναγίας μας, μπορούμε και εμείς να τη μιμηθούμε, αρκεί όχι μόνο να ακούμε αλλά και να πράττουμε το θέλημα του Θεού. «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν».

Α.Κ.
Πηγή: περιοδικό Καθ' οδόν, τεύχ. 35, έκδ. Ι. Μητρ. Λεμεσού, σ. 8-10

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Ζωντανό παράδειγμα ασκήσεως


Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΙΟΡΔΑΝΙΤΗΣ

Ο περίφημος και αξιαγάπητος αυτός όσιος άκουσε για πρώτη φορά περί ασκητικού βίου, όταν βρισκόταν στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου. Ο Γεράσιμος πράγματι ασκήθηκε στην έρημο και ίδρυσε ονομαστή μοναστική κοινότητα στις όχθες του Ιορδάνη, όπου εγκαταβίωναν εβδομήντα μοναχοί. Το μοναστήρι αυτό υπάρχει και λειτουργεί μέχρι σήμερα.* Καθιέρωσε ένα ειδικό τυπικό για τη Λαύρα του. Σύμφωνα μ' αυτό, οι μοναχοί περνούσαν πέντε μέρες την εβδομάδα κλεισμένοι ο καθένας στο κελί του, φτειάχνοντας καλάθια και ψάθες. Ποτέ δεν τους επιτρεπόταν να έχουν φωτιά αναμμένη στο κελί τους. Πέντε μέρες την εβδομάδα έτρωγαν μόνο λίγο ξερό ψωμί και μερικούς χουρμάδες. Οι μοναχοί έπρεπε ν' αφήνουν ανοιχτά τα κελιά τους ώστε, όποτε έβγαιναν, να μπορούσε να μπει μέσα ο καθένας και να αφαιρέσει οτιδήποτε χρειαζόταν. Τα Σάββατα και τις Κυριακές προσέρχονταν όλοι στον ναό της μονής, έτρωγαν σε κοινή τράπεζα λίγα λαχανικά και κρασί, προς δόξαν Θεού, και ύστερα κάθε μοναχός έφερνε μπροστά στα πόδια του ηγουμένου το εργόχειρο που είχε φτειάξει στη διάρκεια της εβδομάδας. Ο κάθε μοναχός ήταν μονοχίτων. Ο όσιος αββάς Γεράσιμος αποτελούσε για όλους ζωντανό παράδειγμα ασκήσεως. Στη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής δεν έτρωγε τίποτα, αρκούμενος μόνο στη Θεία Κοινωνία.

Κάποια μέρα ο όσιος είδε ένα λιοντάρι που ούρλιαζε από τον πόνο, καθώς είχε σφηνωθεί στο πέλμα του ένα μεγάλο αγκάθι. Ο Γεράσιμος το πλησιάσε, έκανε το σημείο του σταυρού και αφαίρεσε το μεγάλο αγκάθι απ' το πόδι του ζώου. Το λιοντάρι έγινε αμέσως τόσο ήμερο, που επέστρεψε με τον Γεράσιμο στο μοναστήρι και παρέμεινε εκεί μέχρι την κοίμηση του οσίου πατρός. Όταν αναπαύθηκε ο όσιος αββάς, το λιοντάρι ήταν τόσο απαρηγόρητο για την απώλειά του, ώστε μόλις αντίκρισε το μνήμα του οσίου, χτύπησε εκεί δυνατά το κεφάλι του και πέθανε.

Ο όσιος Γεράσιμος συμμετείχε στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο (Χαλκηδόνα, 451), επί βασιλείας Μαρκιανού και Πουλχερίας. Για κάποια περίοδο είχε παρασυρθεί στη μονοφυσιτική αίρεση του Ευτυχούς και του Διοσκόρου (αλλά ο άγιος Ευθύμιος τον απέτρεψε από την αίρεση). Κατόπιν ανεδείχθη ένθερμος υπέρμαχος και υπερασπιστής της Ορθοδοξίας. Απ' όλους τους μαθητές του Γερασίμου, ο πλέον επιφανής ήταν ο άγιος Κυριακός ο Αναχωρητής και Έγκλειστος. Το έτος 475 πέρασε στην αιώνια ευφροσύνη του Κυρίου του.


* Σημ. Η Λαύρα του αββά Γερασίμου αποτέλεσε για πολλούς αιώνες, μέχρι την καταστροφή της τον 13ο αι., «την κορωνίδα του Παλαινιστιακού μοναχισμού», συνδυάζοντας την κοινοβιακή ζωή με την ησυχία, επανδρωμένη καθώς ήταν με κοινοβιάτες και ερημίτες. Το μοναστήρι λειτουργεί μέχρι σήμερα υπό αντίξοες συνθήκες μέσα στην έρημο του Ιορδάνη,  πολύ κοντά στην Ιεριχώ. Αποτελεί μια πραγματική φυσική και πνευματική όαση, προσβάσιμη σε προσκυνητές από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο. 


Πηγή: Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Ο πρόλογος της Αχρίδος: πνευματικό ημερολόγιο, Απρίλιος, εκδ. Άθως, σ. 36-38.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Η βίωση της ενότητας


ΠΩΣ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΤΑΙ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΥΖΥΓΩΝ


Ὁ Κύριος παρακάλεσε τόν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα Του γιά τούς μαθητές Του «Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰω. ιζ' 21) («Γιά νά εἶναι ὅλοι ἕνα»).

βίωση τῆς ἑνότητας μέσα στήν οἰκογένεια δέν ἀποτελεῖ αὐτονόητη καί δεδομένη πραγματικότητα. Ἀντίθετα εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν καθημερινό ζητούμενο. Ἡ ἑνότητα δέν ἐπιτυγχάνεται κατά μαγικό, μηχανιστικό τρόπο: «Παντρευτήκαμε, ἄρα θά εἴ­μαστε ἑνωμένοι».

Ὄχι. Ἀντίθετα εἶναι ἕνα ἀγώνισμα, τό νά φυλάξεις αὐτήν τήν ἑνότητα καί τήν εἰρήνη, μέ τόν/τήν σύζυγό σου ἀντίστοιχα. Ἀγώνισμα καθημερινό. Χρειάζεται κόπος.

Ἐκεῖνο πού πρέπει νά κατανοηθεῖ ἀπό τούς συζύγους καί τούς ὑποψήφιους συζύγους εἶναι ὅτι ἡ ἀληθινή ἑνότητα εἶναι πάντα «ἐν Χριστῷ» καί χωρίς τήν Θεία Χάρη εἶναι ἀδύνατον νά ἐπιτευχθεῖ.

Δέν μπορεῖ νά γίνουν «ἕνα» οἱ σύζυγοι, παρά μόνο μέ τήν ἄκτιστη Θεία Χάρη, ἔχοντας τό ἴδιο Πνεῦμα πού εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅταν καί οἱ δύο εἶναι ἐνεργούμενοι ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν ἔχουν ἐνεργό μέσα τους τήν Θεία Χάρη τότε μποροῦν νά γίνουν ἕνα καί μεταξύ τους. Τότε ἔχει ἐπιτευχθεῖ καί ὁ σκοπός τοῦ γάμου τους.

Γιά νά πετύχουν σ’ αὐτό, προϋποτίθεται: α) ἡ πνευματική ἐγρήγορση καί ἡ ἄσκηση καί β) ἡ μυστηριακή ζωή. Χωρίς αὐτά τά δύο ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά τηρήσει τίς Θεῖες Ἐντολές, ἑπομένως δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει ἀληθινά τόν Θεό. Ἄν κάποιος δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει ἀληθινά οὔτε τόν πλησίον του· ἀκόμη καί ἄν αὐτός εἶναι ὁ σύζυγος ἤ τό παιδί του. Δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει κανέναν, διότι ἡ καρδιά του εἶναι δοσμένη στήν ἄρρωστη ἀγάπη πρός τόν ἑαυτό του, πού λέγεται φιλαυτία .

Ὅσο κάποιος ἀγαπᾶ τόν ἑαυτό του δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει κανέναν ἄλλο, διότι δέν ὑπάρχει χῶρος στήν καρδιά του γιά κανένα. Ὁ χῶρος δημιουργεῖται ἀπό τήν στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τόν Θεό ὁπότε διά τῆς μετανοίας καθαρίζει τήν καρδιά του ἀπό τήν φιλαυτία. Ὁ Θεός τοῦ δίνει τήν ἄκτιστη Θεία Χάρη Του μέ τήν ὁποία ἐξολοθρεύονται τά πάθη καί ὁ ἄνθρωπος γίνεται χωρητικός τοῦ Θεοῦ καί ἀγαπητικός πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καί πρός τούς ἐχθρούς του. Μέ τήν Θεία Χάρη πού φέρνει στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου τήν ἐν Χριστῷ ἀγάπη, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει «ἕνα» μέ ὅλους, νά ἀγαπήσει ὅλους.

Γιά νά μπορέσουν οἱ σύζυγοι νά φυλάξουν τήν ἑνότητα στήν οἰκογένεια, θά πρέπει νά ἔχουν πνευματική ἐγρήγορση, συνεχή προσευχή, νηστεία καί μυστηριακή ζωή.

Θά πρέπει νά καλλιεργοῦν αὐτό, πού ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες ὀνομάζεται νήψη. Δέν πρέπει νά κοιμῶνται πνευματικά. Ἀντίθετα θά πρέπει νά ἀγωνίζονται συνεχῶς, νά προσεύχονται ἀδιάλειπτα, νά ἐξομολογοῦνται-κοινωνοῦν τακτικά καί νά ἀσκοῦνται «ἐν Χριστῷ». Τότε ἀποκτοῦν τό ἕνα πνεῦμα, τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Ὁποῖο καί τούς ἑνοποιεῖ.

Ὁ Κύριος μᾶς τό δίδαξε αὐτό κατά τήν Ἀρχιερατική Του προσευχή κατά τήν ὁποία παρεκάλεσε τόν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα Του γιά τήν ἑνότητα τῶν μαθητῶν Του: «Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰω. ιζ' 21) («Γιά νά εἶναι ὅλοι ἕνα»). Στή συνέχεια ἀποκαλύπτει ὅτι, διά τῆς ἄκτιστης Θείας Δόξας δηλαδή διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (τῆς ἄκτιστης Θεοποιοῦ Θείας Χάρης) τήν Ὁποία Ἑκεῖνος μᾶς ἔδωσε, θά μπορέσουμε νά γίνουμε «ἕνα»: «Τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» (Ἰω. ιζ' 22). («Τήν ἄκτιστη δόξα τήν Ὁποία Ἐσύ μοῦ ἔδωσες, Αὐτήν ἔδωσα σ’ αὐτούς γιά νά εἶναι ἕνα ὅπως καί ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα»).

Χωρίς τήν ἄκτιστη Θεία Χάρη ἐνεργό στούς συζύγους, εἶναι ἀδύνατη ἡ ἐν Χριστῷ ἑνότης, ἡ μόνη ἀληθινή συζυγική ἑνότης. Αὐτή ἡ Θεία Χάρη ὑπάρχει ἀπό τήν στιγμή πού βαπτιστήκαμε ἀλλά πρέπει νά παραμένει ἐνεργός διά τῆς συνεχοῦς ἀσκητικῆς-ἡσυχαστικῆς καί μυστηριακῆς ζωῆς. Ἄν ἀπενεργοποιεῖται λόγῳ τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας, θά πρέπει νά ἐπανενεργοποιεῖται διά τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως.


Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Ο μεγαλύτερος πατέρας της Κύπρου



[...] Μεταξύ των Αγίων της Κυπριακής Εκκλησίας, αλλά και σύνολης της Ορθοδοξίας, ξεχωρίζει και ο δικός μας Μέγας Άγιος, ο Άγιος Επιφάνιος.

Για τον άγιο Επιφάνιο, δυστυχώς, οι πιο πολλοί από μας λίγα γνωρίζομε, αν και για 36 ολόκληρα χρόνια διετέλεσε Επίσκοπος της αρχαίας πόλεως Κωνσταντίας* (της Σαλαμίνας δηλαδή) και ταυτόχρονα υπήρξε και Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Καταγόταν, βέβαια από την Παλαιστίνη και ήρθε με πρόνοια του Θεού να επισκεφθεί τον γέροντά του τον άγιο Ιλαρίωνα, που ασκήτευε στην Κύπρο. Τότε χήρευσε ο θρόνος του Αρχιεπισκόπου, γι' αυτό και ο άγιος Ιλαρίωνας αλλά και η Σύνοδος και ο λαός της νήσου μας, παρά την επίμονη άρνησή του, τον εξέλεξαν Αρχιεπίσκοπό τους.

Ο Άγιός μας διέθετε, όχι μόνο για την εποχή του, αλλά και για τα σημερινά δεδομένα, μια τεράστια μόρφωση. Μέσα στα έργα του, που δεν είναι λίγα, τον βλέπομε να κατέχει σχεδόν απ' έξω τόσο την Παλαιά όσο και την Καινή Διαθήκη. Αλλά δεν ήταν μόνο άριστος γνώστης της Αγίας Γραφής. Μπορούσε να την ερμηνεύει ορθόδοξα και με αγιογραφικά επιχειρήματα να αποστομώνει έτσι τους πολλούς αιρετικούς.

Όμως η μόρφωσή του είχε και μια άλλη καταπληκτική ευρύτητα. Ήταν μελετητής των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, Πυθαγόρα, Πλάτωνα, Αριστοτέλη κ.ά. Μέσα στα κείμενά του μας παραθέτει πληροφορίες για τη ζωή, την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα πολλών αρχαίων λαών. Ακόμη θαυμάζομε πως ο Άγιος γνώριζε για τις ιδιότητες των δένδρων, των φυτών, των λουλουδιών. Επίσης ήξερε ο Άγιος για τη συμπεριφορά των ζώων. Και αυτό που πιο πολύ μας καταπλήσσει είναι οι πολλές γνώσεις του για τον κόσμο της θάλασσας, για τον ορυκτό πλούτο της γης, για τις γεωγραφικές ζώνες του πλανήτη μας. Όλα όμως αυτά δεν στάθηκαν πειρασμός και σκάνδαλο για τον Άγιο, όπως συνέβηκε με πολλούς αιρετικούς. Αντίθετα τα χρησιμοποιούσε ως εργαλείο, για τη δόξα του Θεού και την υπεράσπιση της Ορθόδοξης πίστης, της οποίας ήταν ακραίος πρωταθλητής.

Ο άγιος Ιερώνυμος, ένας σύγχρονός του Άγιος, ο οποίο τον γνώριζε προσωπικά, μας πληροφορεί ότι ο άγιος Επιφάνιος μιλούσε πέντε γλώσσες: Ελληνικά, Εβραϊκά, Λατινικά, Κοπτικά, Συριακά.

Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Παλαιστίνη. Γεννήθηκε το 310 μ.Χ. Από μικρός φαίνεται να ορφάνεψε. Η πρόνοια του Θεού όμως τον βοήθησε να γνωρίσει τον Χριστό και να βαπτισθεί.

Νέος ταξιδεύει στην Αλεξάνδρεια. Ήθελε φαίνεται να γνωρίσει τους μεγάλους ασκητές της Αιγύπτου και προπαντός να έλθει σε επικοινωνία με τον τότε γίγαντα της Ορθοδοξίας Μέγα Αθανάσιο. Οι εμπειρίες του στην Αίγυπτο στάθηκαν καθοριστικές. Ποτέ του δεν λησμόνησε τον Μέγα Αθανάσιο, γι' αυτό και πολλές φορές μέσα στα έργα του τον αναφέρει με θαυμασμό και παραπέμπει στις διδαχές του.

Αλλά στην Αίγυπτο γνώρισε και τους μεγάλους μοναχούς και εραστές της ασκητικής ζωής. Γι' αυτό και γυρίζοντας πίσω στην Παλαιστίνη, με τη βοήθεια του Θεού, ιδρύει ο ίδιος Μοναστήρι, το «Παλαιόν», όπως το ονόμασε, στο οποίο διετέλεσε και ηγούμενός του για 30 χρόνια. Την αγάπη του για τον Μοναχισμό τη διατήρησε μέχρι τέλους της ζωής του. Γι' αυτό και ερχόμενος στην Κύπρο συστηματοποιεί και ενισχύει τον Κοινοβιακό Μοναχισμό. Ο ίδιος, βέβαια, ζούσε πολύ ασκητικά.

Όμως, κάτι άλλο στάθηκε ως πόνος μεγάλος του Αγίου από την εμπειρία του στην Αλεξάνδρεια. Άκουσε και γνώρισε εκεί για τις μεγάλες αιρέσεις. Και πρώτα για την αίρεση του σατανοκίνητου Αρείου, ο οποίος δυστυχώς, ήταν κληρικός της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας και δίδασκε, όπως και οι σημερινοί Ιεχωβάδες, ότι ο Χριστός είναι κτίσμα και όχι Θεός. Φαίνεται μάλιστα να συζήτησε και μαζί του. Επίσης έμαθε και για τις αιρέσεις των Γνωστικών. Οι Γνωστικοί ήταν πολύ επικίνδυνοι αιρετικοί. Ανακάτευαν τα χριστιανικά δόγματα με τις ελληνικές φιλοσοφίες και τις εθνικές ασχημοσύνες. Και έτσι παρέσυραν πολλούς. Μάλιστα, αναφέρεται στον βίο του ότι προσπάθησαν αυτοί οι Γνωστικοί κάποια φορά να παρασύρουν στις αιρέσεις και στις αισχρές πράξεις τους και τον Άγιο. Αλλά αυτός, παρά το νεαρό της ηλικίας του, στάθηκε ακλόνητος βράχος πίστεως και ηθικής. Και όχι μόνο δεν παρασύρθηκε αλλά, φαίνεται, πως από τότε έβαλε ως στόχο του να γίνει σφοδρός πολέμιος των αιρετικών και των Γνωστικών.

Και με τη δύναμη του Τριαδικού Θεού τα κατάφερε. Αργότερα, όταν ήλθε στην Κύπρο μας έγραψε και ευτυχώς διασώζονται δύο περισπούδαστα έργα του. Το ένα λέγεται «Αγκυρωτός», που σημαίνει πως όσοι το διαβάζουν στηρίζονται πάνω στην άγκυρα της διδασκαλίας του, που είναι η πίστη της Εκκλησίας μας και παραμένουν σταθεροί και δεν φοβούνται τις απειλές και τις φουρτούνες των αιρέσεων. Και το άλλο ονομάζεται «Πανάριον», όπου μας παρουσιάζει και ανατρέπει συγχρόνως 80 αιρέσεις. «Πανάριον» θα πει, λέγει ο ίδιος ο Άγιος, πανέρι ή κιβώτιο ή αποθήκη φαρμάκων, που σημαίνει πως, αν κάποιον τον προσβάλει οποιαδήποτε αίρεση ή ακόμη και αν τον πληγώσει με το δηλητήριό της, μπορεί να έχει ως εύκαιρο φαρμακείο το έργο του Αγίου και να το χρησιμοποιεί ως αντίδοτο με τα φάρμακα που διαθέτει.

Βέβαια, ο Άγιος δεν πολέμησε τους αιρετικούς μόνο με τα γραπτά του κείμενα. Πολλές φορές ύψωσε το ανάστημά του και συζήτησε μαζί τους. Παρέστη ακόμη ανάγκη να μεταβεί σε αρκετές περιπτώσεις και στο εξωτερικό και να πάρει μέρος σε Συνόδους, όπως στη Β' Οικουμενική το 381, και να υπερασπιστεί την ορθόδοξη πίστη. Πήγε και στην Κωνσταντινούπολη, έφθασε και μέχρι τη Ρώμη.

Αλλά και η φήμη του ως Αγίου ξεπέρασε τα μικρά όρια της Κύπρου. Ενόσω ζούσε θαυματουργούσε. Θεράπευε τους χωλούς, τους κωφούς και προπαντός τους καρκινοπαθείς. Όταν πήγαινε σε μια ενορία ή σε ένα χωριό, για να λειτουργήσει, δεν τον άφηναν να φύγει. Μετά τη Λειτουργία το πλήθος του κόσμου που μαζευόταν δεν έφευγε, αλλά έμενε, για να τον ακούσουν να τους διδάσκει και να θεραπεύει τους ασθενείς τους. Κι όταν έφθανε η νύκτα, τον κρατούσαν από τα πόδια και τον παρακαλούσαν να μη φύγει. «Μείνε ακόμη λίγο μαζί μας, Πατέρα», του έλεγαν!

Τόση ήταν η αγάπη του κόσμου και η εμπιστοσύνη που έτρεφαν στο πρόσωπό του, ώστε, σε θέματα πίστεως έλεγαν: «Αφού αυτό το λέει ο Επιφάνιος, τότε αυτό είναι το ορθό»!

Εντύπωση μας κάνει πως ενώ πολλούς άλλους σύγχρονούς του Πατέρες οι αιρετικοί αυτοκράτορες τους κατεδίωξαν ή τους εξόρισαν, όπως τον Μ. Αθανάσιο, τον Μ. Βασίλειο, όμως τον Άγιο Επιφάνιο κανένας δεν τόλμησε να τον πολεμήσει, γιατί είχε ακαταμάχητη ασπίδα την αγάπη του λαού του. Στα χρόνια της Αρχιερατείας του η Εκκλησία της Κύπρου γνώρισε μέρες πνευματικής δόξας. Ο ίδιος ο Άγιος περιήλθε όλη την Κύπρο και με τη δύναμη της άγιας προσωπικότητάς του κατόρθωσε ώστε να μη μείνει ούτε ένας ειδωλολάτρης, αλλ' ούτε και ένας αιρετικός στο νησί.

Η φήμη του ως μεγάλου Αγίου και Πατέρα της Εκκλησίας μας φαίνεται και από το γεγονός ότι η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος τον ονομάζει Πατέρα και Διδάσκαλο της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.

Οι μαθητές του μετά τον θάνατό του που συνέβηκε το 403 μ.Χ. έκτισαν στη Σαλαμίνα μεγαλοπρεπέστατο ναό (επτάκλιτη βασιλική) στο όνομά του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Μαΐου. [...]


Πηγή: Ο Άγιος Επιφάνιος: Ο μεγαλύτερος Πατέρας και Διδάσκαλος της Κυπριακής Εκκλησίας και Μέγας Άγιος, έκδ. Γραφείου Θρησκευτικής Διαφωτίσεως Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου.

* Σημείωση: Κωνσταντία ήταν το βυζαντινό όνομα της αρχαίας πόλης της Σαλαμίνας της Κύπρου, η οποία βρίσκεται σήμερα στην περιοχή της κατεχόμενης Αμμοχώστου.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Απίστευτη χαρά η Προσευχή



Στο βίντεο ο γ. Θαββαίος μιλά για τον αγώνα της προσευχής και την ουράνια χαρά και ευλογία που προσφέρει στον άνθρωπο.

Λίγα λόγια για τον π. Θαδδαίο, τον πνευματικό των Σέρβων
O πατήρ Θαδδαίος γεννήθηκε το 1914. Όταν έκλεισε τα 18 πήγε σε μοναστήρι. Η επιθυμία του ήταν να υποβάλλει τον εαυτό του σε πολύ σκληρούς κανόνες της μοναχικής ζωής. Γι' αυτό το λόγο πήγε στο μοναδικό Ρώσικο μοναστήρι στη Σερβία, στο μοναστήρι Μιλίκοβο δίπλα στο Σβιλαΐνατς. Από το 1928 οι περισσότεροι από την αδελφότητα του μοναστηριού ήταν Ρώσοι μοναχοί από την έρημο της Όπτινα, οι οποίοι ξέφυγαν από την κομμουνιστική εξορία στη Ρωσία.

Στην αρχή της δεκαετίας του '50, το Μιλίκοβο γίνεται γυναικείο μοναστήρι. Ο πατήρ Θαδδαίος έμενε στα μοναστήρια Γόρνιακ και Τούμαν και μετά πήγε στο Κόσοβο και σε Μετόχια. Ήταν ο ηγούμενος του Πατριαρχείου της Πέκης και μετά ο ηγούμενος στο μοναστήρι Βιτόβνιτσα. Στο μοναστήρι Βιτόβνιτσα ο πατήρ Θαδδαίος γίνεται ένας από τους πιο γνωστούς πνευματικούς στη Σερβία. Πολλοί θέλουν να τον συναντήσουν, να εξομολογηθούν, να μιλήσουν για λίγο μαζί του, να πάρουν την ευχή του. Για τον πατέρα Θαδδαίο μιλάνε πολλοί πιστοί οι οποίοι ένιωσαν την πνευματική του δύναμη. Για τον θαυματουργό γέροντα από το Βιτόβνιτσα μιλάνε όλα τα ΜΜΕ στη Σερβία.

Αναπαύθηκε στις 16 Απριλίου και η εξόδιος ακολουθία έγινε 19 Απριλίου 2003.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...