Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Η εντολή της αγάπης πάνω από κάθε έννοια εκδίκησης

Η ΑΓΑΠΗ ΝΙΚΑ ΤΑ ΟΠΛΑ, Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΚΡΟΘΥΜΕΙ, ΧΡΗΣΤΕΥΕΤΑΙ 

Ἦταν τό Καλοκαίρι τοῦ 1974. Τά τουρκικά στρατεύματα εἰσβάλλουν στήν Κύπρο καί σκορποῦν τό θάνατο. Στή Μόρφου συμβαίνει ἕνα συνταρακτικό γεγονός. Τοῦρκοι στρατιῶτες συλλαμβάνουν δεκαπέντε χριστιανούς. Τούς φέρνουν στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Ἑλληνοκυπρίου δασκάλου καί ἐκεῖ τούς καταδικάζουν σέ θάνατο. 

Ἑτοιμάζουν τά ὄπλα καί στρέφουν τούς αἰχμαλώτους, ἄνδρες, γυναῖκες καί μικρά παιδιά, στόν τοῖχο. Θρῆνος, κλαυθμός καί ὀδυρμός πολύς. Τραγικές στιγμές γιά τούς μελλοθανάντους. Περιμένουν μέσα σέ κλίμα φόβου καί ἀγωνίας τόν Τοῦρκο ἀξιωματικό νά ἔλθει καί νά διατάξει τό ‘’πυρ’’ γιά νά τούς φονεύσει. Στρέφουν τότε τό νοῦ τους καί τή καρδιά τους μέ θερμή προσευχή στήν ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, στή Παναγία μας.  

Ὁ Τοῦρκος ἀξιωματικός ἔρχεται, κοιτάζει τούς στρατιῶτες του μέ τά ὅπλα, κοιτάζει βλοσυρός καί τούς μελλοθανάτους Ἑλληνοκυπρίους. Ρίχνει μία ματιά πρός τά πάνω καί βλέπει μία κληματαριά νά ἁπλώνεται καί νά σκεπάζει τήν αὐλή. Βλέποντας τά ὡραῖα σταφύλια ζητάει ἕνα τσαμπί, γιά νά παρατείνει σκόπιμα τήν ἀγωνία τῶν αἰχμαλώτων μελλοθανάτων. 

Τήν ὥρα πού ἑτοιμάζεται νά τό φάει, ἀκούγεται δυνατή ἡ φωνή τοῦ δασκάλου: Μή τό φᾶς, προχθές τό ράντισα μέ δηλητηριώδη φάρμακα. Θά πεθάνεις!  

Ὁ Τοῦρκος ἀξιωματικός μένει ἄναυδος καί γεμάτος κατάνυξι τόν ἐρωτά: Καλά ἀφοῦ τό ξέρεις ὅτι σέ λίγο θά δώσω διαταγή νά σᾶς σκοτώσουν, γιατί δέν μέ ἄφησες νά τό φάω καί ἔτσι νά μέ ἐκδικηθεῖς;  

Καί ὁ δάσκαλος τοῦ ἀπάντησε μέ εἰρήνη καί γαλήνη:  
Εἶμαι Ὀρθόδοξος Χριστιανός καί τώρα πρόκειται νά φύγω ἀπό τό κόσμο αὐτό καί νά παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δέν θά ἤθελα νά βαρύνω τή ψυχή μου μέ μιά τόση βαριά ἁμαρτία καί νά μή προειδοποιήσω κάποιον, ἔστω καί τόν ἐχθρό μου γιά τό θανάσιμο κίνδυνο πού διατρέχει, καταργώντας ἔτσι τήν μεγάλη ἐντολή τῆς ἀγάπης καί συγνώμης πρός αὐτόν.  

Ὁ Τοῦρκος ἀξιωματικός συγκλονίζεται γιά μία ἀκόμη φορᾶ καί στρέφεται στούς στρατιῶτες τοῦ λέγοντας: 
Ἄν ἔβρισκα ἕναν τέτοιο Τοῦρκο, τόσο πιστό καί μέ τόση ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, θά ἔδινα καί τή ζωή μου ἀκόμα. Μαζέψτε τά ὄπλα καί ἀφῆστε τούς ὅλους ἐλεύθερους!  

Πηγή: περιοδικό Λυχνία, φ. 178, 5/98, έκδ. Ι. Μ. Πρεβέζης.

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

«Ο Ιερέας»: Μεταξύ σοβιετικής καταπίεσης και γερμανικής κατοχής

ΡΩΣΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ: Ο ΙΕΡΕΑΣ - ΠΟΠ




Κάποιες φορὲς λέμε πὼς ἡ εἰρηνικὴ ζωὴ μᾶς εἶναι γεμάτη ἀπὸ μικροὺς θανάτους, ὅταν μᾶς τυχαίνουν ἀπογοητεύσεις, ματαιώσεις καὶ ἀπώλειες, ὅταν ὅμως ὁ πόλεμος φθάνει στὴν πατρίδα σου, μπαίνει στὴ γειτονιά σου καὶ περνᾶ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ σου, τότε ἡ ζωὴ γεμίζει ἀπὸ τὴν ὀσμὴ τοῦ θανάτου ποὺ ἀνατρέπει παρελθὸν καὶ μέλλον, διαλύει ὄνειρα καὶ ἐπιδιώξεις καὶ σκοτώνει ἀγαπημένα πρόσωπα. Ἡ μοναξιὰ τελικά, εἶναι τὸ ἀντίτιμο τῆς ἐπιβίωσης. 

Ἡ ταινία ΠΟΠ, σὲ σκηνοθεσία τοῦ Vladimir Khotinenko, βασίζεται σὲ ἀληθινὰ γεγονότα στὴ διάρκεια τοῦ Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τὸ 1941 κατὰ τὴ Γερμανικὴ εἰσβολὴ στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση, ὑπῆρξε κάποια χαλάρωση λόγω τοῦ πολέμου, τῆς ἀπὸ δεκαετίες ἐπίσημης σοβιετικῆς ἀντιθρησκευτικῆς πολιτικῆς καὶ παράλληλη ἐνθάρρυνση ἀπὸ πλευρᾶς τῶν Γερμανῶν τοῦ Ὀρθόδοξου ρωσικοῦ κλήρου, γιὰ ἐπαναλειτουργία τῶν ναῶν στὰ σοβιετικὰ ἐδάφη ποὺ εἶχαν καταλάβει. Ἦταν ἕνα μέτρο τῶν κατακτητῶν ναζί, νὰ ἐμφανισθοῦν σὰν ἀπελευθερωτὲς τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸν ἄθεο κομμουνισμὸ τῶν μπολσεβίκων. 

Ὁ Μητροπολίτης Sergey Voskresensky, συνέστησε τότε μία Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ ἀπὸ ἱερεῖς τῶν Βαλτικῶν Δημοκρατιῶν καὶ τὴν ἀπέστειλε στὴν κατεχόμενη περιοχὴ Pskov τῆς Ρωσίας. Ἀργότερα ἡ ἱεραποστολὴ κατηγορήθηκε γιὰ συνεργασία μὲ τοὺς Γερμανοὺς καὶ τοὺς ἱερεῖς ποὺ συμμετεῖχαν, τοὺς κατηύθυναν σὲ στρατόπεδα ἐργασίας. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς ἀποστολῆς, ὁ Πατέρας Aleksandr Ionin, ἔγραψε τὰ ἀπομνημονεύματά του, μαρτυρία τῶν ὅσων διαδραματίσθηκαν τότε, στὰ ὁποῖα στηρίχθηκε τὸ βιβλίο καὶ στὴ συνέχεια τὸ σενάριο τῆς ταινίας αὐτῆς ἀπὸ τὸν Alexandr Segen. 

Ο Aleksandr Ionin (Sergey Makovetsky), ζοῦσε σὲ ἕνα χωριὸ τῆς Λετονίας πρὶν ἀπὸ τὴ ναζιστικὴ εἰσβολή, μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα τοῦ Matushka Alevtina (Νίνα Usatova). Σὲ κομμουνιστικὸ καθεστώς, μὲ τὸν φόβο τοῦ  Πολέμου νὰ ἐπεκταθεῖ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ στὰ μέρη τους, μὲ τὴ θρησκεία νὰ βρίσκεται σὲ ἀνοικτὸ ἢ καλυμμένο διωγμό, μὲ τὴ φτώχεια καὶ τὴν ἀνασφάλεια νὰ συντονίζουν τὴ λιτὴ ζωὴ τοῦ χωριοῦ, ὁ ἱερέας Aleksandr ἔπρεπε νὰ παλεύει συνειδητὰ ὅλη μέρα, γιὰ νὰ διατηρήσει ζωντανὸ τὸ ἦθος τῆς ὀρθόδοξης ἀγωγῆς καὶ πίστης του.

 
Ὅλα τριγύρω ρευστά, ἀστάθμητα, ἀλλὰ ἡ μικρὴ ἑβραία Hava ἐπιμένει καὶ τελικὰ βαπτίζεται Χριστιανὴ μὲ τὸ ὄνομα Εὕα (Liza Arzamasova).

Ἕνα μικρὸ κορίτσι, παίρνει τὴν τύχη του στὰ χέρια του καὶ ἀκολουθώντας στὴ συνέχεια τὸν ἱερέα καὶ τὴ Ματούσκα Ἀλεβτίνα  στὸ Πσκόβ, προσδιορίζει ἔτσι τὸ μέλλον του. Στὴν οὐσία, ὅταν δὲν διστάζουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὶς καλὲς καὶ ἀγαθὲς παρορμήσεις μας, ὅταν δὲν τὶς ἀναστέλλουμε μὲ ὀρθολογισμὸ καὶ ὑπολογισμό, ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τὴν προαίρεση, τὴν ἀπόφαση καὶ τὴν πράξη καὶ παρίσταται βοηθὸς καὶ ὁδηγὸς στὸ δρόμο μας.

Στὸ Πσκὸβ ἐπικρατεῖ μία νόθα κατάσταση. Τὴν ἀπόρριψη τῶν σοβιετικῶν συμβόλων ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, τὴν ἀνεύρεση στὸ ποτάμι τῆς παλιᾶς καμπάνας, τὴν προετοιμασία τοῦ Ναοῦ, ἀκολουθοῦν μικρὰ κομμάτια ζωῆς ἀποσπασματικῆς, μὲ στρατιωτικὴ βία καὶ πολιτικὲς σκοπιμότητες, μὲ δραματικὲς ἐξομολογήσεις καὶ ἐκδικήσεις, μὲ προδοσίες καὶ συγχώρηση, ὁ πόλεμος ξεπερνᾶ τοὺς ἐχθρούς, τοὺς δοσίλογους, τοὺς ἀμετανόητους καὶ τοὺς νεκροὺς καὶ γίνεται καθημερινὸς τρόπος ζωῆς, ἀφομοιώνεται κι ἐνσωματώνεται σὰν τὸ ψωμὶ τῆς ἀνέχειάς τους καὶ ἀλλοιώνει τοὺς χαρακτῆρες καὶ τὶς ψυχές. Ρῶσοι καὶ Γερμανοὶ στρατιῶτες, τοπικὴ polizai τῶν ναζὶ μὲ ρώσους ἀστυνομικούς, ρῶσοι παρτιζάνοι καὶ γερμανικὸ στρατόπεδο, αἰχμάλωτοι καὶ κατακτητές, διαμορφώνουν τὸ πρόσωπο τοῦ χάους, τῆς ἀντίθεσης καὶ τῆς ταραχῆς,  τὸ πρόσωπο τοῦ πολέμου.
 
Ἐδῶ εἶναι ἡ καταστροφή, μαζὶ καὶ ἡ εὐκαιρία. Ὁ καθένας τὶς βλέπει μὲ τὰ δικά του μάτια. Ν’ ἀκολουθήσουμε τὴ ματιὰ τῆς μικρῆς Εὕας; Ἐκείνη ἀκολουθεῖ τὰ ὄνειρά της, μπορεῖ καὶ βλέπει μὲ τὴν ἀθωότητά της, μακρύτερα ἀπὸ τὸν πόλεμο. 

Νὰ δοῦμε μὲ τὰ μάτια τῆς Ματούσκα Ἀλεβτίνα; Ὁ ρεαλισμὸς καὶ ἡ λογική της γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς κάθε στιγμῆς, χωρὶς ἀμφισβητήσεις καὶ χωρὶς σκεπτικισμό, ἀλλὰ μὲ πολλὴ ἀγάπη, ἔφεραν στὴν ἐπιφάνεια τὸν πραγματικὸ ἑαυτό της. Μὲ ἑπτὰ υἱοθετημένα ὀρφανὰ ἐκτός της Εὕας, μετέχει κι΄ ἀντιμετωπίζει τὰ προβλήματα μὲ θάρρος, ὑπομονή, στοργὴ καὶ αὐταπάρνηση ποὺ θὰ φθάσει στὴν ὁλοκληρωτικὴ θυσία. 

Ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου, μᾶς παρέχει ἄφθονες εὐκαιρίες. Σὲ σκληρὲς περιστάσεις, ἀκόμα περισσότερες. Τέτοιες ὧρες ποὺ ὑπερβαίνουν τὶς δυνατότητές μας, δὲν προλαβαίνεις νὰ ὑποδυθεῖς τὸν καλό, τὸν αὐτάρκη, τὸν ἀποφασιστικό. Εἶσαι αὐτὸς ποὺ εἶσαι. Δὲν προλαβαίνεις νὰ ἐπιλέξεις, νὰ μπεῖς σὲ δίλημμα. Λὲς μόνο, ὄχι μὲ λόγια, μὲ τὴν καρδιά, μὲ λαχτάρα: «Κύριε, βρίσκομαι σὲ ἀδιέξοδο. Δὲν ἔχω τὴ δύναμη γιὰ ἐπιλογή, δὲν θέλω νὰ κάνω λάθος. Κύριε, ἡ βούλησή μου εἶναι δική Σου. Δῶσε τὴ λύση ποὺ θὰ φέρει καὶ πάλι γαλήνη στὴν καρδιά μου, ποὺ θὰ μὲ κρατήσει κοντὰ στὴν ἀγάπη Σου, χωρὶς τύψεις, ἐνοχὲς καὶ ἀμφιβολίες». Καὶ ἀκολουθεῖς τὴν καρδιά σου, στὸ δρόμο ποὺ θὰ σοὺ ὑποδείξει ὁ Θεός.

Τὰ μάτια τοῦ ἱερέα δὲν εἶναι διαφορετικά, εἶναι ὅμως στραμμένα ὅλο καὶ περισσότερο στὸν Γολγοθά. Ὅλοι ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ, ὅμως ὁ ἱερέας μετέχει καθημερινὰ στὴ θυσία τῆς ἀγάπης αὐτῆς. Τῆς ἀγάπης ποὺ κάνει τὸν ἴδιο νὰ αἰσθάνεται αὐξημένη εὐθύνη γιὰ ὅλο τὸ ποίμνιό του. Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ ὀρφάνεψαν, γιὰ τὸν νεαρὸ ποὺ οἱ Γερμανοὶ τοῦ σκότωσαν τὴν ἀγαπημένη τοῦ Μάσα, γιὰ τὴ συμπάθεια ποὺ ὀφείλει σὲ κάθε πονεμένο ἀδελφό, γιὰ τὴ βοήθεια ποὺ προσπαθεῖ μὰ δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ προσφέρει στοὺς αἰχμαλώτους. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ πόνου καὶ τοῦ θανάτου τὸν κατακλύζει καὶ τὸν πνίγει μὲ συναισθήματα ἄρνησης, θὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ψάλλει ἐξόδιο ἀκολουθία γιὰ τοὺς προδότες;    

Τὰ νοήματα τῶν γεγονότων ὅμως θὰ ζυμωθοῦν σιγὰ-σιγὰ μὲ τὸν χρόνο, θὰ ἀφομοιωθοῦν σὲ κάποιο στρατόπεδο καταναγκαστικῆς ἐργασίας Γκούλαγκ. 

Ἡ δοκιμασία τοῦ ἱερέα δὲν τελείωσε. Ἡ δοκιμασία κανενὸς ἀνθρώπου δὲν τελειώνει ποτὲ ὅσο ζεῖ, ὅμως ὁ ἱερέας δὲν ξεχνᾶ, συνεχίζει νὰ ἔχει στραμμένο τὸ βλέμμα του στὸν Ἰησοῦ, ἀκόμα καὶ μέσα στὸν ἐξαναγκασμὸ τῶν Γκούλαγκ καὶ ἀκόμα περισσότερο ὅταν ἡ θύελλα ἔχει κοπάσει.

Τὰ χρόνια πέρασαν. Ἡ Ματούσκα Ἀλεβτίνα λείπει πάντα ἀπὸ τὴ ζωή του. Καμιὰ ἀγαπημένη εἰκόνα ἀπὸ παλιὰ δὲν θὰ ἀναβιώσει, νὰ τὸν συγκινήσει ξανά. Ἡ μοναξιὰ εἶναι τὸ τίμημα τῆς ἐπιβίωσης, γιὰ αὐτοὺς ὅμως ποὺ περιορίζουν τὸ πνεῦμα τους στὰ στενὰ ὅρια τοῦ κόσμου τούτου. Γιὰ τὸν ἱερέα δὲν ὑπάρχει μοναξιά. Μέσα στὴν προσευχή, νιώθει τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιά του, νιώθει τὴν ἀγάπη Του καὶ μαζί της, τὴν παρουσία ὅλων τῶν ἀγαπημένων του. Καὶ δὲν εἶναι ἡ φαντασία ποὺ δημιουργεῖ μία ψευδαίσθηση, δὲν εἶναι ἡ αὐθυποβολὴ ποὺ τοῦ δίνει τὴν αἴσθηση τῆς κοινωνίας, τῆς συντροφικότητας, εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ κρατᾶ ἀνοιχτούς τους δρόμους τῆς καρδιᾶς. Κι’ ἐκεῖ βαθιὰ στὴν ψυχή, τὸ ἐκλεπτυσμένο ἀπὸ τὶς δοκιμασίες πνεῦμα, δέχεται τὶς ἀπαντήσεις τῆς νοερῆς ἐπικοινωνίας.

Ὅποιος ἔχει τὴν αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, δὲν νοιώθει ποτὲ ἀπελπισία καὶ μοναξιά. Ἡ ἐγρήγορση δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς ἱερεῖς, οὔτε μόνο γιὰ νὰ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς ὕπουλες δαιμονικὲς ἐνέδρες, μᾶς δίνει ἀκόμα τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνουμε τὶς εὐκαιρίες ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ βρισκόμαστε κοντά Του καὶ τὴ δυνατότητα ἐπίσης, νὰ κατανοοῦμε ἄμεσα τὰ μυστικὰ μηνύματά Του στὴν καρδιά μας.  




Ολόκληρη η ταινία με ελληνικούς υποτίτλους


Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Μάρτυρας για τον σταυρό και την πίστη!


Ο Νεομάρτυρας Ευγένιος Ροντιόνωφ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 κοντά στη Μόσχα και συγκεκριμένα στο χωριό Κουρίλοβο, στην περιοχή της πόλεως Παντόλσκ. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του ονομάζεται Λιουμπόβ (=Αγάπη) Βασίλιεβνα.

Το 1989 η γιαγιά του πήρε τον μικρό Ευγένιο και τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δεν φορούσε Σταυρό και κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης του φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο μικρός Ευγένιος δεν τον έβγαλε ποτέ από πάνω του· μάλιστα, έφτειαξε ένα χονδρό κορδόνι και τον πέρασε εκεί. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον περιγελάσουν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε, αλλά και δεν την υπάκουσε.

Όταν τελείωσε τις σπουδές του το 1994, εργάστηκε ως επιπλοποιός, επάγγελμα που του απέφερε πολλά έσοδα.

Στις 25 Ιουνίου του 1995 παρουσιάστηκε στον Στρατό και μετά τη βασική του εκπαίδευση, στις 13 Ιανουαρίου του 1996, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ιγκουερίνας. Ακριβώς ένα μήνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1996, αιχμαλωτίστηκε. Η αιχμαλωσία έγινε ως εξής: η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες -μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο- να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από ένα συγκεκριμένο δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει καμιά προηγούμενη οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και καμιά ασφάλεια. Από αυτόν το δρόμο περνούσαν πολύ συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο ένα ασθενοφόρο. Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν πάνω από δέκα Τσετσένοι, πολύ καλά οπλισμένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Αυτό έγινε στις 3 τη νύχτα. Στις 4 η ώρα ήρθαν άλλοι στρατιώτες για αλλαγή φρουράς· φυσικά δεν τους βρήκαν και κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί.

Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για εξαφάνιση, αλλά για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην Τσετσενία, για να βρει το παιδί της. Έφτασε στην πόλη Χαγκαλά και μετά από πολλές προσπάθειες ήρθε σε επαφή με τους αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας προσπαθώντας να μάθει για την τύχη του Ευγένιου, διότι γνώριζε ότι οι Τσετσένοι δεν σκοτώνουν αμέσως τους αιχμαλώτους, αλλά περιμένουν μήπως πάρουν λύτρα και τους ελευθερώσουν. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της είπαν ότι ο γυιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού για να τον ψάξει, πέρασε από χωριά, από δρόμους με νάρκες, από μέτωπα συγκρούσεων, γνώρισε πολλούς αξιωματικούς Τσετσένους και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη».

Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν ψυχικά, ώστε να καταφέρουν -αν ήταν δυνατό- να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του, να βγάλει το Σταυρό, να γίνει μουσουλμάνος και να τον κάνουν δήμιο και φονιά των άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα πάμπολλα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει το σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν.

Αργότερα, οι ίδιοι οι αρχηγοί των ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γυιος σου γινόταν σαν ένας από εμάς, δεν θα τον αδικούσαμε».

Στις 23 Μαΐου του 1996, δηλαδή την ημέρα των γενεθλίων του, πήραν τους τέσσερεις αιχμαλώτους στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του. Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον Αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από τον λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με τον σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι.

Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Και πάλι ζήτησαν οι Τσετσένοι 4.000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα με το μαρτύριο του γυιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια.

Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε -μέχρι και ρούχα- για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λύτρα, αφετέρου δε να αντεπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κ.λπ., τα οποία δεν ήταν και λίγα.

Τελικά στις 20 Νοεμβρίου του 1996 μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα από τη λύπη του.

Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο άγιος μάρτυρας Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις:

Ένα κοριτσάκι που έμενε σε Ορθόδοξο ορφανοτροφείο διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε κάποτε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι είναι ο Ευγένιος, την έπιασε από το χέρι και τη οδήγησε στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «παραξενεύθηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δεν φορούν σήμερα τέτοιο μανδύα, και σκέφτηκα ότι αυτός πρέπει να είναι ο μανδύας του μάρτυρα».

Σε πολλές Εκκλησίες έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα, ο οποίος βοηθάει τους αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες κ.λπ.

Σε ένα νοσοκομείο τραυματιών πολέμου οι τραυματισμένοι στρατιώτες πιστοποιούν ότι ένας άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στον Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα και αναγνώρισαν αυτόν που τους βοήθησε.

Τον στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και οι φυλακισμένοι. Κυρίως βοηθάει τους πολύ καταβεβλημένους και συντετριμμένους ψυχικά λόγω της φυλακίσεως τους.

Το 1997 με ευλογία του Πατριάρχη Αλεξίου εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Νέος μάρτυς του Χριστού στρατιώτης Ευγένιος». Ένας ιερέας ονόματι Βαντίμ Σκλιαρένσκο από το Ντνεποπετρόφκ έστειλε στο Πατριαρχείο μία αναφορά όπου έγραφε ότι το εξώφυλλο του βιβλίου με τη φωτογραφία του αγίου μυροβλύζει.

Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο αρχηγός και όλη η ομάδα του, οι σφαγείς του Ευγένιου, σκοτώθηκαν από τους ίδιους τους Τσετσένους μετά από εμφύλιες αντιπαραθέσεις.

Καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...