Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δίψα Θεού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δίψα Θεού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Η πίστη είναι υπόθεση της καρδιάς



Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρὸς φοιτητής. Μὲ πολλὴ διστακτικότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔνταση τοῦ ἀπαιτητικοῦ ἀναζητητῆ, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος, ποὺ ὅμως θὰ ἤθελε πολὺ νὰ πιστέψει, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Χρόνια προσπαθοῦσε καὶ ἀναζητοῦσε, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Συνομίλησε μὲ καθηγητὲς καὶ μορφωμένους. Ἀλλὰ δὲν ἱκανοποιήθηκε ἡ δίψα του γιὰ κάτι σοβαρό. Ἄκουσε γιὰ μένα καὶ ἀποφάσισε νὰ μοιρασθεῖ μαζί μου τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη του. Μοῦ ζήτησε μία ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ.

Ξέρεις ὁλοκληρώματα ἢ διαφορικὲς ἐξισώσεις; τὸν ρώτησα. Δυστυχῶς ὄχι, μοῦ ἅπαντα. Εἶμαι τῆς Φιλοσοφικῆς. Κρῖμα! διότι ἤξερα μία τέτοια ἀπόδειξη, εἶπα ἐμφανῶς ἀστειευόμενος. Ἔνιωσε ἀμήχανα καὶ κάπου σιώπησε γιὰ λίγο. Κοίταξε, τοῦ λέω. Συγγνώμη ποὺ σὲ πείραξα λιγάκι. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐξίσωση, οὔτε μαθηματικὴ ἀπόδειξη. Ἂν ἦταν κάτι τέτοιο, τότε ὅλοι οἱ μορφωμένοι θὰ τὸν πίστευαν. Νὰ ξέρεις, ἀλλιῶς προσεγγίζεται ὁ Θεός. Ἔχεις πάει ποτὲ στὸ Ἅγιον Ὄρος; Ἔχεις ποτὲ συναντήσει κανέναν ἀσκητή; Ὄχι, πάτερ, ἀλλὰ σκέπτομαι νὰ πάω, ἔχω ἀκούσει τόσα πολλά... Ἂν μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ πάω καὶ αὔριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νὰ πάω νὰ τὸν συναντήσω;

-Τί προτιμᾷς; Μορφωμένο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ζαλίσει, ἢ ἅγιο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ξυπνήσει;

-Προτιμῶ τὸν μορφωμένο. Τοὺς φοβᾶμαι τοὺς ἁγίους.

-Ἡ πίστη εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς. Γιὰ δοκίμασε μὲ κανέναν ἅγιο. Πῶς σὲ λένε; ρωτῶ. Γαβριήλ, μοῦ ἀπαντᾷ.

Τὸν ἔστειλα σὲ ἕναν ἀσκητή. Τοῦ περιέγραψα τὸν τρόπο προσβάσεως καὶ τοῦ ἔδωσα τὶς δέουσες ὁδηγίες. Κάναμε κι ἕνα σχεδιάγραμμα. Θὰ πᾶς, τοῦ εἶπα, καὶ θὰ ρωτήσεις τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Εἶμαι ἄθεος, θὰ τοῦ πεῖς, καὶ θέλω νὰ πιστεύσω. Θέλω μία ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ. Φοβᾶμαι, ντρέπομαι, μοῦ ἀπαντᾷ. Γιατί ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι τὸν ἅγιο καὶ δὲν ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι ἐμένα; ρωτῶ. Πήγαινε ἁπλὰ καὶ ζῆτα τὸ ἴδιο πρᾶγμα.

Σὲ λίγες μέρες, πῆγε καὶ βρῆκε τὸν ἀσκητὴ νὰ συζητάει μὲ κάποιον νέο στὴν αὐλή του. Στὴν ἀπέναντι μεριὰ περίμεναν ἄλλοι τέσσερις καθισμένοι σὲ κάτι κούτσουρα. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Γαβριὴλ βρῆκε δειλὰ τὴν θέση του. Δὲν πέρασαν περισσότερα ἀπὸ δέκα λεπτὰ καὶ ἡ συνομιλία τοῦ Γέροντα μὲ τὸν νεαρὸ τελείωσε.

Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Ἔχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Ἔχετε πιεῖ λίγο νεράκι; Εὐχαριστοῦμε, Γέροντα, ἀπήντησαν, μὲ συμβατικὴ κοσμικὴ εὐγένεια. Ἔλα ἐδῶ, λέει ἀπευθυνόμενος στὸν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Θὰ φέρω ἐγὼ τὸ νερό, πᾶρε ἐσὺ τὸ κουτὶ αὐτὸ μὲ τὰ λουκούμια. Καὶ ἔλα πιὸ κοντὰ νὰ σοῦ πῶ ἕνα μυστικό: Καλὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἄθεος, ἄλλα νὰ ἔχει ὄνομα ἀγγέλου καὶ νὰ εἶναι ἄθεος; Αὐτὸ πρώτη φορὰ μοῦ συμβαίνει.

Ὁ φίλος μας κόντεψε νὰ πάθει ἔμφραγμα ἀπὸ τὸν ἀποκαλυπτικὸ αἰφνιδιασμό. Ποῦ ἐγνώρισε τὸ ὄνομά του; Ποιὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸ πρόβλημά του; Τί, τελικά, ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ ὁ γέροντας;

- Πάτερ, μπορῶ νὰ σᾶς μιλήσω λίγο; Μόλις ποὺ μπόρεσε νὰ ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τὸ λουκούμι, πιὲς καὶ λίγο νεράκι καὶ πήγαινε στὸ πιὸ κοντινὸ μοναστήρι νὰ διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νὰ μιλήσουμε, δὲν γίνεται; Τί νὰ ποῦμε, ρὲ παλληκάρι; Γιὰ ποιὸν λόγο ἦλθες;

Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔνιωσα ἀμέσως νὰ ἀνοίγει ἡ ἀναπνοή μου, ἀφηγεῖται. Ἡ καρδιά μου νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πίστη. Ὁ μέσα μου κόσμος νὰ θερμαίνεται. Οἱ ἀπορίες νὰ λύνονται χωρὶς κανένα λογικὸ ἐπιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρὶς τὴν ὕπαρξη μιᾶς ξεκάθαρης ἀπάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αὐτομάτως ὅλα τὰ ἄν, τὰ γιατί, τὰ μήπως καὶ ἔμεινε μόνον τὸ πῶς καὶ τὸ τί ἀπὸ δῶ κι ἐμπρός.

Ὅ,τι δὲν τοῦ ἔδωσε ἡ σκέψη τῶν μορφωμένων, τοῦ τὸ χάρισε ὁ εὐγενικὸς ὑπαινιγμὸς ἐνὸς ἁγίου, ἀποφοίτου μόλις τῆς τέταρτης τάξης τοῦ δημοτικοῦ. Οἱ ἅγιοι εἶναι πολὺ διακριτικοί. Σοῦ κάνουν τὴν ἐγχείρηση χωρὶς ἀναισθησία καὶ δὲν πονᾷς. Σοῦ κάνουν τὴν μεταμόσχευση χωρὶς νὰ σοῦ ἀνοίξουν τὴν κοιλιά. Σὲ ἀνεβάζουν σὲ δυσπρόσιτες κορυφὲς δίχως τὶς σκάλες τῆς κοσμικῆς λογικῆς. Σοῦ φυτεύουν τὴν πίστη στὴν καρδιά, χωρὶς νὰ σοῦ κουράσουν τὸ μυαλό.


Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικολάου
Περιοδικὸ Πεμπτουσία, τ. 22, Δεκέμβριος 2006 - Μάρτιος 2007
Αποδελτίωση: www.nectarios.gr

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Η φύση της αγάπης


Οι ερωτευμένοι συνηθίζουν να μη κρύβουν τον έρωτά τους, αλλά να τον φανερώνουν στο περιβάλλον τους και να λένε ότι αγαπιούνται. Διότι η φύση της αγάπης είναι κάτι θερμό και η ψυχή δεν ανέχεται να την κρατάει μυστική. Γι' αυτό και ο Παύλος που αγαπούσε τους Κορινθίους έλεγε το στόμα μας είναι ανοιχτό για σας, Κορίνθιοι. 

Δηλαδή να στεγάσω και να κατέχω σιωπώντας την αγάπη δεν μπορώ, αλλά εσάς διαπαντός και παντού και στο μυαλό μου και στη γλώσσα μου σας περιφέρω. Έτσι και ο μακάριος Δαβίδ, που αγαπούσε τον Θεό και φλεγόταν από την αγάπη, δεν ανέχεται να σωπαίνει, αλλά άλλοτε μεν λέει με τον τρόπο που ποθεί πολύ το ελάφι τα νερά των πηγών, έτσι ποθεί πολύ η ψυχή μου εσένα, Θεέ μου, άλλοτε δε Θεέ μου, Θεέ μου, προς σε ορθρίζω σε διψάει η ψυχή μου όπως η γη η άβατη και άνυδρη και έρημη...

Επειδή λοιπόν δεν έχει τη δυνατότητα να παραστήσει τον έρωτα με λόγο, τριγυρίζει ζητώντας υπόδειγμα, ώστε έστω και έτσι να μας φανερώσει το φίλτρο και να μας κάνει κοινωνούς του έρωτα. Ας πειστούμε λοιπόν σ' αυτόν και ας μάθουμε έτσι να αγαπάμε. 

Κι ας μη μου λέει κάποιος και πώς μπορώ να αγαπώ τον Θεό τον οποίο δεν βλέπω; Κι όμως πολλούς που δεν τους βλέπουμε τους αγαπάμε, όπως τους απόδημους φίλους μας η τα παιδιά και τους γονείς, η τους συγγενείς και οικείους και δεν προκύπτει κανένα εμπόδιο από το ότι δεν τους βλέπουμε, αλλά αυτό κατεξοχήν φουντώνει το φίλτρο, αυξάνει τον πόθο... Δεν βλέπεις τον Θεό, αλλά βλέπεις τα δημιουργήματα, βλέπεις τα έργα του, ουρανό, γη και θάλασσα.

Εκείνος μάλιστα που αγαπάει, έστω κι αν δει κάποιο έργο του αγαπημένου προσώπου, έστω παπούτσι, έστω ρούχο, έστω οτιδήποτε άλλο, ζεσταίνεται. Δεν βλέπεις τον Θεό, αλλά βλέπεις τους δούλους του, τους φίλους, τους αγίους άντρες εννοώ, που έχουν παρρησία. Ασχολήσου τώρα με εκείνους και θα λάβεις παρηγοριά όχι τυχαία (Εις τον ΜΑ΄ Ψαλμόν, Migne Ε.Π. 55, σ. 159).


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος 

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Μεγάλη Τεσσαρακοστή: πορεία χαρμολύπης


 
Κυριακή της Τυροφάγου

Η περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ξεκινά από αύριο, αδελφοί μου, συνιστά την πνευματικότερη λατρευτική διαδρομή του Εκκλησιαστικού έτους, κατά την οποία η Εκκλησία μάς καλεί σε μία πορεία εσωστρέφειας και διαρκούς και ειλικρινούς ενδοσκόπησης. Δικαίως ο υμνωδός την ονομάζει «Στάδιον των αρετών» (Στιχηρό των Αίνων Κυριακής της Τυρινής), αφού στο στίβο της καλούμαστε ν’ αναμετρηθούμε με τον κακό μας εαυτό, να νικήσουμε την παθογόνο ανθρώπινη φύση μας και να καλλιεργήσουμε τα πνευματικά χαρίσματα που o Θεός μάς χάρισε. Πρόκειται, λοιπόν, για έναν αγώνα, επίπονο και διαρκή, κοπιώδη μα και συναρπαστικό, στόχος του οποίου είναι η ίδια η θνητότητά μας.

Η Σαρακοστιανή αυτή πορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν ένα προσκύνημα στα ιερά της πίστεως και της πνευματικής ζωής, σαν ένα ταξίδι με προορισμό την αυτογνωσία που οδηγεί στην Θεογνωσία. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να το πραγματώσουμε στηριζόμενοι μόνο στις δικές μας δυνάμεις. Το προσκύνημα αυτό διεξάγεται με τη συνάντηση δύο θελήσεων, της Θείας και της ανθρώπινης, γι’ αυτό και, στη διάρκειά του, η Εκκλησία μάς εφοδιάζει με πλείστα όσα πνευματικά εφόδια, που δίνουν το αληθινό νόημα και αποκαλύπτουν τον πραγματικό σκοπό της υπάρξεώς μας. Και αυτά τα εφόδια είναι οι υψίστου πνευματικού περιεχομένου Ιερές Ακολουθίες, η προσευχή, η νηστεία, η ελεημοσύνη, η πορεία της μετανοίας, η συχνή Θεία Κοινωνία. Όλα αυτά συντελούν στο να μαλακώσει η καρδιά μας «τόσο ώστε να μπορεί να ανοιχτεί στις πραγματικότητες του πνεύματος, να αποκτήσει την εμπειρία της κρυμμένης "δίψας και πείνας" για επικοινωνία με το Θεό» (π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή, σ. 36).

Η πλημμυρίδα των Ιερών ακολουθιών αυτής της περιόδου δίνει στην προσωπική μας προσευχή, αλλά και στην προσευχή της εκκλησιαστικής κοινότητας, τη μορφή μιας αγωνιώδους ικεσίας, προϊόν της αποκάλυψης που εξελίσσεται μέσα μας. Φανερώνει την πραγματική μας κατάσταση, του κενού, της ανεπάρκειας, της πνευματικής ένδειας, αλλά και της απογοήτευσης που προκαλεί η απομάκρυνση από τη ζωή της Εκκλησίας και το θέλημα του Θεού. Όταν αποφασίσουμε να δούμε κατάματα και χωρίς υποκρισία τον εαυτό μας, όταν αποβάλουμε την εγωπάθεια και τον ναρκισσισμό μας, δεν μπορούμε παρά να ψελλίσουμε αυτομεμφόμενοι «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου… δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα…» (Ευχή Οσίου Εφραίμ του Σύρου) τραγικά να αναρωτηθούμε «πόθεν άρξομαι θρηνείν τας του αθλίου μου βίου πράξεις!» (Μέγας Κανών) και να ικετεύσουμε προσευχόμενοι «Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι…» (Μέγα Προκείμενον Κατανυκτικού Εσπερινού).

Αυτή η τελευταία υμνολογική ικεσία, αποκαλύπτει ένα γεγονός που, όσο κι αν θέλουμε να το αγνοήσουμε ή να το αποφύγουμε, απασχολεί και επηρεάζει τη ζωή και τα έργα μας, τόσο ώστε να ζητούμε από το Θεό να εγκύψει πάνω μας για να σωθούμε. Το συναίσθημα της θλίψεως, προϊόν πολλών και ποικίλων παραγόντων, επισκέπτεται συχνά τη ζωή μας και αναστατώνει τον εσωτερικό μας κόσμο. Ένα πελώριο «γιατί» ορθώνεται τότε μπροστά μας, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο την προσπάθειά μας να ξεπεράσουμε και να νικήσουμε τις θλίψεις. Ένα «γιατί» ικανό να μάς εξεγείρει ακόμα και κατά του Θεού, στον οποίο συχνά επιρρίπτουμε τις ευθύνες των προβλημάτων μας αρνούμενοι να κοιτάξουμε, με ειλικρίνεια, πίσω από τα πράγματα για να δούμε την αλήθεια. Μια αλήθεια που διδάσκει, τελικά, ότι «η ζωή δεν αποτελεί αυτοσκοπό για τον άνθρωπο. Από εκείνον εξαρτάται προς ποίους στόχους θα τη στρέψει για να την αιτιολογήσει, να τη δικαιώσει, να την εκμεταλλευτεί, αλλά και να την εξευτελίσει ακόμα» (Μενέλαος Παλάντιος, «Όσα χρείη ποιείν», σελ. 12)

Ποιος είναι αυτός που μπορεί να σταθεί στήριγμα στις δοκιμασίες και στις αγωνίες της ζωής; Ποιος μπορεί να σπογγίσει τα δάκρυα του πόνου, να θεραπεύσει την οδύνη του θανάτου, να άρει τον ζυγό της αμαρτίας, παρέχοντας την άφεση, εκτός από τον Θεάνθρωπο Ιησού; Εκτός από Εκείνον που προειδοποίησε τους δικούς του ανθρώπους ότι εν τω κόσμω τούτω θλίψιν έξετε. Αλλά θαρσείτε, εγώ γαρ νενίκηκα τον κόσμον (Ιωάν. ιστ' 33). Γι’ αυτό και ο υμνωδός συνεχίζει προσευχόμενος ταχύ επάκουσόν μου. Πρόσχες τη ψυχή μου και λύτρωσε αυτήν.

Ο Κύριος περιμένει να ερεθίσουμε την σταυρωμένη αγάπη Του, με τους χτύπους και τους παλμούς της πίστεώς μας, για να σπεύσει να σηκώσει τον δικό μας σταυρό των θλίψεων, σαν άλλος Κυρηναίος. Και αυτή είναι η ελπίδα μας, τελικά, η ελπίδα που μπορεί να μάς κάνει να ξεπεράσουμε τα ανθρώπινα για να νικήσουμε και να καταξιώσουμε την ύπαρξή μας. Ας μην αφήσουμε να χαθεί η ελπίδα. Και αυτήν τη Σαρακοστή ας την καλλιεργήσουμε όντας βέβαιοι ότι όλα τα προβλήματα έχουν τη λύση τους, ότι την παγωνιά του χειμώνα διαδέχεται η άνοιξη, τη Μεγάλη Παρασκευή η Κυριακή του Πάσχα, το Πάθος ακολουθεί η Ανάσταση. Καλή Σαρακοστή!



Αρχιμ. Ε.Ο. (Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος)
Αναδημοσίευση: kantonopou's blog (5/3/2011)

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Προσευχὴ ὑπὲρ τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης




Μία προσευχὴ ποὺ βοηθᾷ στὸν αὐτοέλεγχο, τὴν ἠρεμία καὶ τὴν γαλήνη

Θεέ μου, κᾶνε με νὰ ἔχω εὐγένεια. Ὅταν οἱ πόρτες δίπλα μου βροντοῦν, βοήθησέ με νὰ μιλῶ ἤρεμα.

Ὅταν οἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἄλλων ξεπερνοῦν τὴν ἀντοχή μου, δῶσε γλυκύτητα στὴ φωνή μου.

Ὅταν ἔχω νὰ κάνω μὲ τοὺς ἄλλους ποὺ μὲ πληγώνουν, δῶσε μου τὴ σιωπὴ τῆς ταπεινοφροσύνης.

Νἆναι ἡ φωνή μου ἁπαλὴ ὅταν ὑπογραμμίζει, νἆναι τρυφερὴ ὅταν ὑποδεικνύει, ἔτσι ποὺ νὰ ἐγγίζει χωρὶς νὰ ξεσκίζει. Νὰ εἰσχωρεῖ στὴν καρδιὰ χωρὶς νὰ ματώνει. 

Ἂς ἔχω θεέ μου, ἰσορροπία στὶς μικρὲς ἀναποδιὲς καὶ στὰ μεγάλα προβλήματα. Ἂς συνειδητοποιήσω πῶς ἡ εὐγένεια εἶναι ἡ δύναμη καὶ ὄχι ὁ πόλεμος ποὺ καταρρακώνει τὴν ἀξιοπρέπεια τῶν ἄλλων καὶ θάβει τὴν δική μου ὑπόληψη.

Ἂς μὴν καταναλίσκω πολύτιμη ἐνέργεια μὲ τὴν διαπεραστική, ἄγρια φωνή μου, ποὺ μόνο θύελλες ξεσηκώνει καὶ καμία λύση δὲν δίνει.

Μαλάκωσε, Σὲ παρακαλῶ, τὶς τραχιὲς ἄκρες τοῦ χαρακτῆρα μου, ποὺ ἀπομακρύνουν τοὺς δικούς μου ἀπὸ τὴ φωλιά τους.

Προτοῦ σερβίρω τὴν συνταγὴ τοῦ σωστοῦ, ἂς ἔρθω στὴ θέση τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ προλάβω τὸν ἑαυτό μου νὰ μὴ χειρονομεῖ ἀνεξέλεγκτα, ἀλλὰ νὰ κατανοεῖ γιὰ νὰ βοηθήσει.

Οἱ εὐγενικοί μου τρόποι, ἂς δημιουργοῦν κλίμα εὔκρατο στὸ σπιτικό μου γιὰ νὰ εὐδοκιμοῦν οἱ καρποὶ τοῦ Παναγίου Σου Πνεύματος. 

Σὲ παρακαλῶ, Θεέ μου, γέμισε τὸ εἶναι μου μὲ τὴν Παρουσία Σου, γιὰ νὰ μπορῶ ἀληθινὰ νὰ χαμογελῶ καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ἐκτονώνονται ἀπὸ τὴν ἔνταση ποὺ τοὺς δημιουργεῖ ἡ καθημερινὴ ζωή. 

Βοήθησέ με νὰ ἔχω τὴν δύναμη, εἰλικρινὰ νὰ ἐπαινῶ τὰ σωστὰ τῶν ἄλλων, γιὰ ν᾿ ἀρχίσουν ν᾿ ἀγαποῦν τὸ τέλειο, τὸ σεμνό, τὸ ὡραῖο.

Ἂς μποροῦσα νἄχω ἔντονη πνευματικότητα ἀλλὰ διακριτικὴ παρουσία γιὰ νὰ διψάσουν τὸ Ἅγιο καὶ νὰ ἀναζητήσουν Ἐσένα! 

Ἂς μὴν ἐξάπτωμαι ὅταν δὲν συμφωνοῦν μαζί μου, ἀλλὰ νὰ χαίρωμαι τὴν ὀντότητα ποὺ ἀποκτοῦν. 

Ἂς μὴν ἀπομακρύνωμαι ἀπὸ ἀγαπημένα μου πρόσωπα, ὅταν ζοῦν τὴν ἀνεξαρτησία ποὺ δικαιοῦνται, ἀλλὰ μέσα στὸν δρόμο Σου.

Ἂς μὴν ὑπενθυμίζω, Κύριε, λάθη παλιά, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ξαναρχίζουν τὸν ὡραῖο τους ἀγῶνα. 

Ἂς ἔχω τὴν σοφία νὰ μὴν κάνω συγκρίσεις, γιὰ νὰ μὴν μειώνω τὴν αὐτοπεποίθησή τους. 

Καὶ ὅταν τὸ πρόγραμμα τῆς ἡμέρας μου παραβιάζεται, ἂς ἔχω τὴν εὐελιξία νὰ προσαρμόζωμαι χωρὶς νὰ στενοχωρῶ. 

Μοῦ εἶπες, Κύριε, πὼς ἡ εὐγένεια εἶναι συνώνυμη τῆς ἀγάπης. Δὲν μοῦ μένει, λοιπόν, παρὰ μέτρο ἀναφορᾶς μου νἆναι ὁ Ὕμνος τῆς ἀγάπης τοῦ Ἀποστόλου Σου, κι ἔτσι μὲ τὴν ψυχὴ γεμάτη ἀπὸ τὴ δική Σου ἀγάπη, νὰ φέρωμαι εὐγενικά. 

Βοήθησε, Κύριε!


Πηγή: περιοδ. Διακονία καὶ Μαρτυρία, Μάιος-Ἰούνιος 2006, ἔκδ. Ἱ.Μ. Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Συνομιλία με τον Αδαμιαίο Θρήνο


(Αν δεν προσέγγισε η ψυχή σου
τον θρήνο του Αδάμ
είναι που χαμένη ακόμη γυρνά
και στο Φως δεν βγαίνει.)

«Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον αναζητώ. Πώς να μην Τον ζητώ; Όταν ήμουν μαζί Του, ευφραινόταν ειρηνικά η ψυχή μου και οι εχθροί δεν με πλησίαζαν. Τώρα, όμως, το πονηρό πνεύμα απέκτησε εξουσία επάνω μου και συγκλονίζει και τυραννεί την ψυχή μου.»

Εξουσία απέκτησε επάνω μου
και δεμένος πισθάγκωνα στη γωνιά
λούζομαι στιγμή ηδονής χωρίς χαρά
βουτώ σε βυθούς οδύνης χωρίς δάκρυ,
χωρίς μετάνοιας δάκρυ,
περπατώ στην κόλαση.

«Λειώνει η ψυχή μου για τον Κύριο μέχρι θανάτου. Το πνεύμα μου ορμά προς τον Θεό και τίποτε το γήνινο δεν με παρηγορεί. Η ψυχή μου δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, αλλά ποθεί με δίψα να Τον βλέπει πάλι και να Τον απολαμβάνει αχόρταγα.»

Λειών’ η ψυχή μου χωρίς Εσένα
παγών’ η καρδιά μου μακριά Σου
βουλιάζ’ η ζωή μου στη λάσπη
βουλιάζ’ η ζωή μου στη γη.

«Δεν μπορώ να Τον λησμονήσω ούτε στιγμή, και από τον πολύ μου πόνο στενάζω και οδύρομαι: “Ελέησόν με, ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα.”»

Παραπεταμένος στη σκοτεινή γωνιά
μακριά από τη θέα τ’ ουρανού
μισή καρδιά χωμένη στο χώμα και στα έντερά του
μισή καρδιά καρφωμένη στη χαραμάδα του τοίχου.
Μόνη ελπίδα και μόνιμη
να ελεηθώ κι ας δεν τ’ αξίζω!

«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου.
Δεν με έλκουν των ορέων τα ύψη.
Δεν με αναπαύει το κάλλος των δασών και των λιβαδιών.
Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου το κελάδημα των πουλιών.
Τίποτε, τίποτε δεν μου δίνει τώρα χαρά.
Η ψυχή μου ράγισε από την πολλή θλίψη.
Πρόσβαλα τον αγαπημένο Θεό μου.
Και αν με δεχόταν πάλι στον παράδεισο ο Κύριος,
και εκεί με πόνο θα θρηνούσα:
“Γιατί πίκρανα τόσο τον αγαπημένο μου Θεό;”»

Γιατί τον πίκρανα;
Γιατί τον πίκρανα, παραμιλώ στον ξύπνιο;
Γιατί, παραμιλώ στον ύπνο;
Γιατί να τον πικραίνω ακόμη
σε δρόμο χωρίς γυρισμό;
Γιατί, πονώ αλήθεια, γιατί;
Γιατί τον άλλο δρόμο δεν παίρνω;
Γιατί αληθινά δεν μετανοώ;
Σε ζητώ ετούτη τη στιγμή
μέσα στα γιατί μου... ΕΛΑ!

«Πού είσαι Κύριε;
Πού κρύφθηκε το κάλλος του Προσώπου Σου;
Η ψυχή μου πολύ καιρό τώρα δεν βλέπει το Φως Σου και πονεμένη Σε ζητά με δάκρυα.
Πού κρύφθηκε ο Κύριός μου;
Γιατί δεν Τον βλέπω στην ψυχή μου; Τι τον εμποδίζει να κατοικεί μέσα μου; Δεν υπάρχει λοιπόν μέσα μου η ταπείνωση του Χριστού και η αγάπη για τους εχθρούς.»

Δεν υπάρχει... Όντως, δεν υπάρχει.
Και πώς αποκτούνται δεν ξέρω.
Ή κι αν ξέρω δεν το παλεύω.
Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν.
Υπομονή κι επιμονή,
όσες φορές κι αν πέσεις
άλλες τόσες να σηκωθείς,
ίσως αυτή είναι η μόνη συνταγή...

«Σας αγαπά ο Κύριος, και εσείς να ζείτε με αγάπη· να υπακούετε στους προϊσταμένους σας, να ταπεινώνετε τις καρδιές σας, και τότε Πνεύμα Θεού θα κατοικήσει μέσα σας. Αυτό έρχεται ήρεμα και δίνει ειρήνη στην ψυχή και μαρτυρεί για τη σωτηρία της χωρίς λόγια.

Ψάλλετε στον Θεό με αγάπη και πνευματική ταπείνωση, γιατί ο Κύριος χαίρεται με αυτό.

Μετανοείτε και προσεύχεσθε.»

Κι εσύ ο αφελής θες το πρώτο
δίχως το δεύτερο...

«...Υπομένετε τους πόνους της μετάνοιας· αγαπάτε τις θλίψεις, αποξηραίνετε τα σώματά σας με άσκηση και εγκράτεια, ταπεινώστε τον εαυτό σας και αγαπάτε τους εχθρούς, για να κατοικήσει μέσα σας το Άγιο Πνεύμα.

Τότε θα γνωρίσετε και θα βρείτε τη Βασιλεία των Ουρανών.»

Κρατώ την ψυχή μου στον Άδη.
Στρέφω τα μάτια μου στον Ουρανό.
Κρατώ εκείνο το «τότε»
ελπίδα αδιαίρετη στην ψυχή μου.

«Παράδεισέ μου, παράδεισε, θαυμαστέ μου παράδεισε.»


Αποσπάσματα:
Αρχιμ. Σωφρόνιος (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, Αγγλία, σ. 534-41.

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Διψά η ψυχή μου τον Κύριον!!!



Δίψα Θεού
(Αγίου Σιλουανού)

Διψά η ψυχή μου τον Κύριον
και μετά δακρύων ζητώ Αυτόν.

Πώς να μη Σε ζητώ, Συ πρώτος με εζήτησες
και έδωκας εις εμέ να γευθώ της γλυκύτητος του Πνεύματος Του Αγίου
και η ψυχή μου Σε ηγάπησεν έως τέλους.

Τον πρώτον χρόνον της ζωής μου εις το μοναστήριον
η ψυχή μου εγνώρισε Τον Κύριον
και τούτο έμαθον από το Άγιον Πνεύμα
ότι πολύ αγαπά ημάς ο Κύριος.

Τώρα εγήρασα και ετοιμάζομαι διά τον θάνατον
και χάριν του λαού γράφω την αλήθειαν.

Ω αδελφοί μου,
πίπτω εις τα γόνατα και παρακαλώ υμάς:
Πιστεύετε εις Τον Θεόν
πιστεύετε ότι υπάρχει το Άγιον Πνεύμα.
Αυτό μαρτυρεί περί του Θεού
εις όλας τας εκκλησίας ημών
και εις την ψυχήν μου.

Είμαι μεγάλος αμαρτωλός
και όμως είδα την άμετρον αγάπη και το έλεος του Κυρίου επ' εμέ.
Το ιλαρόν και πράον βλέμμα του Κυρίου
έθελξε την ψυχήν μου.

Ω! η αγάπη του Κυρίου!
Δεν έχω δυνάμεις να περιγράψω αυτήν.
Διότι είναι απείρως μεγάλη και θαυμαστή.
Δεν δύναμαι να Σε λησμονήσω.
Σε νοσταλγεί η ψυχή μου Κύριε,
και με δάκρυα Σε ζητώ.

Αρχ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Γέρων Σιλουανός, α' έκδοση, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη.
Ο ύμνος συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο Ακολουθία Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, έκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...