Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Το γέμισμα της Χάρης Του!

 

–Θὰ σοῦ τὸ πῶ, παιδί μου, γιὰ νὰ ἐνισχυθεῖς στὴν πίστη ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἐγκαταλείπει τοὺς δικούς του, ὅταν αὐτοὶ μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴ στοργικὴ Πρόνοιά Του ἀφήνουν τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τὶς οἰκογένειές τους στὰ χέρια Του...

Μὲ τοῦτα τὰ λόγια ἄρχισε ὁ πατὴρ Ἰωάννης νὰ διηγεῖται σὲ πνευματικό του παιδὶ τὸ περιστατικὸ ἐκεῖνο ἀπὸ τὴν ἱερατική του ζωὴ καὶ διακονία, ὅταν νέος ἀκόμα ἀρχιμανδρίτης γυρνοῦσε τὰ χωριὰ τοῦ θεσσαλικοῦ κάμπου ὡς ἱεροκήρυκας τῆς Μητροπόλεως.

–Πᾶνε χρόνια τώρα, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σβήσει μέσα μου. Εἶναι κάτι ποὺ θὰ τὸ θυμοῦμαι σ’ ὅλη μου τὴ ζωή.

Κι ἄρχισε νὰ διηγεῖται:
–Ἦταν Κυριακή, Νοέμβρης μήνας, ἂν θυμᾶμαι καλά. Ἀπὸ τὴ Μητρόπολη μ’ ἔστειλαν νὰ λειτουργήσω σ’ ἕνα ἡμιορεινὸ χωριό, κάπου στοὺς πρόποδες τοῦ Κισσάβου. Ἤξερα ὅτι ἐκεῖ ἐφημέριος εἶναι ἕνας πολὺ εὐσεβὴς ἱερεύς, ὁ π. Ἐμμανουήλ. Τὸν ἔβλεπα κάπου-κάπου στὶς ἱερατικές μας συνάξεις. Διακρινόταν γιὰ τὴ σεμνότητα καὶ εὐλάβειά του. Ἦταν καὶ πολύτεκνος οἰκογενειάρχης. Πέντε παιδιὰ εἶχε.

Ἔφτασα σχεδὸν ἀχάραγα ἀκόμη στὸ χωριό. Ὁ ναὸς ἀνοιχτός. Ὁ π. Ἐμμανουὴλ ἄναβε τὰ καντήλια. Πῶς ἔκανε ποὺ μὲ εἶδε! «Καλῶς ἦλθες, πάτερ μου, στὸ χωριό μας. Σήμερα θά ’χουμε πατριαρχικὴ λειτουργία μὲ τὴν παρουσία σου»! Τό ’λεγε, καὶ τὸ πρόσωπό του φωτιζόταν. Τί ἄνθρωπος! Λειτουργήσαμε μαζί. Τόσο ποὺ εὐχαριστήθηκα! Συνδύαζε ὁ ἱερεὺς αὐτὸς τὴν ἁπλότητα μὲ κάποια –πῶς νὰ τὸ πῶ;– ἐπισημότητα στὴ λειτουργία του. Μεγάλα πράγματα...

Ὅταν ἀπολύσαμε, μοῦ λέει μὲ τὸ φωτεινό του πρόσωπο:
–Πάτερ μου, δὲν θὰ φύγεις. Σήμερα θὰ φᾶμε μαζὶ στὸ σπίτι. Ἤδη ἡ πρεσβυτέρα πῆγε νὰ ἑτοιμάσει τὸ τραπέζι.

Δὲν μποροῦσα νὰ ἀρνηθῶ. Καὶ μόνο ὁ τρόπος του μὲ σκλάβωνε.

Πῆγα στὸ σπίτι του. Ὅλα πρόδιδαν ἔσχατη φτώχεια. Δύο καμαροῦλες ὅλο κι ὅλο, κι ἕνα καθιστικό, ποὺ ἦταν καὶ κουζίνα καὶ τραπεζαρία μαζί.

Τὰ παπαδοπαίδια –πέντε, ὅπως σοῦ εἶπα– ὅλα τους χαριτωμένα, γελαστά, πρόθυμα. Τὸ μεγαλύτερο ὣς δεκάξι-δεκαεφτὰ χρονῶν. Τὸ μικρότερο στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάννας. Τὰ δύο ἀγοράκια, ἀφοῦ πῆραν τὴν εὐχή μου καὶ ζήτησαν τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν πατέρα τους, βγῆκαν ἔξω στὴν αὐλὴ νὰ παίξουν. Ἡ μία ἀπὸ τὶς κόρες ἔψησε τὸν καφὲ καὶ τὸν ἔφερε σεβαστικά, νὰ πιοῦμε μὲ τὸν παπα-Μανώλη. Ἔπειτα εὐγενικὰ ἀποσύρθηκε στὸ διπλανὸ δωμάτιο. Ἡ ἄλλη, μικρότερη, ἔτρεχε πίσω ἀπὸ τὴ μαμά.

–Πάτερ Ἰωάννη, μοῦ λέει ὁ παπα-Μανώλης, ὅπως βλέπεις, φτώχεια μεγάλη ἔχουμε. Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ. Τίποτε δὲν μᾶς λείπει. Ὅλα μᾶς τὰ δίνει ὁ ἀγαθὸς Θεός. Μέρα-νύχτα Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ Τὸν δοξάζουμε. Τί νὰ σοῦ πῶ; Ἐγώ, πάτερ μου, συγκινοῦμαι πολὺ μὲ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι μας. Ἔχουμε τέτοια χαρὰ ἐδῶ μέσα, ἕνα γέμισμα νιώθουμε, δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὸ ἐξηγήσω.

–Ἡ χάρις εἶναι, πάτερ μου, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ δίνει αὐτὸ τὸ γέμισμα ποὺ λές.

–Ναί, πάτερ. Αὐτὸ εἶναι. Ὅπως τὸ εἶπες. Ἡ χάρις.

Μοῦ ’πε καὶ ἄλλα γιὰ τὴν ἱερατική του διακονία στὸ χωριό, μέχρι ποὺ ἔφτασε ἡ ὥρα γιὰ τὸ φαγητό. Ἡ πρεσβυτέρα φώναξε τὰ παιδιὰ καὶ ὅλοι βρεθήκαμε γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι.

Ἔμεινα ἐμβρόντητος. Στὸ τραπέζι ὑπῆρχε μία ψωμιέρα στὸ κέντρο μὲ μιὰ λειτουργιὰ* ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, καὶ στὸν καθένα μπροστὰ ἕνα πιάτο μ’ ἕνα κεφτεδάκι μέσα. Τὸ δικό μου πιάτο εἶχε δύο. Τίποτε ἄλλο. 

Τὸ μικρότερο ἀγόρι εἶπε τὸ «Πάτερ ἡμῶν»: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον...». Ἐγὼ εὐλόγησα. Καθίσαμε.

Φάγαμε. Τί γεῦμα ἦταν ἐκεῖνο! Τί ἀπόλαυση! Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ, παιδί μου. Ἀπόλαυση. Χαρά! Χορτασμός. Χορτασμός; Ξέρεις τί χορτασμός; Σὰ νὰ εἶχα φάει διπλὴ μερίδα ἀπ’ ὅ,τι συνήθως τρῶμε. Κι ὄχι μόνο χορτασμός. Ἕνα... –πῶς νὰ σοῦ πῶ;– ἕνα γέμισμα! Αὐτό. Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ π. Ἐμμανουὴλ πρίν. Γέμισμα. Εὐφροσύνη. Ἡδονή. Συγκίνηση. Πῶς νὰ σοῦ τὸ περιγράψω, δὲν ξέρω!

Ἔκανα τὴν εὐχαριστία στὸ τέλος. «Εὐλόγησον τὰ περισσεύματα τῆς παρούσης τραπέζης...» –λίγα ψίχουλα ἦταν– «καὶ πλήθυνον αὐτὰ ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ καὶ εἰς τὸν κόσμον σου ἅπαντα». Καὶ καθὼς τὰ παιδιὰ μὲ κοίταζαν ποὺ ἔλεγα τὴν προσευχή, τὰ μάτια τους εἶχαν μιὰ τέτοια λάμψη, ζωηράδα, χαρά... Τί νὰ σοῦ πῶ, παιδί μου. Ἕνα... γέμισμα!

Πηγή: περιοδικό Ο Σωτήρ, τεύχ. 2060, 1/2/2013, εκδ. αδελφότητας θεολόγων «Ο Σωτήρ», σελ. 71-72.

*λειτουργιά = το πρόσφορο.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Το δικό μας έργο


ΝΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ

Νά ἐμπιστεύεσαι τή ζωή σου καί τήν ψυχή σου στό Κύριο, τόν παντοδύναμο καί πανάγαθο. Ὄχι στόν ἑαυτό σου, τόν ἀδύναμο καί ἁμαρτωλό. Ἔτσι θά εἶσαι ἀσφαλής. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ δημιουργός σου. Μετά τή θλιβερή πτώση σου, Ἐκεῖνος ἐνανθρώπησε γιά σένα, καταδικάστηκε γιά σένα, ἔχυσε τό αἷμα Του γιά σένα. Μά καί τί δέν θά κάνει ἀκόμα γιά σένα! Ἑτοιμάσου νά δεχθεῖς τά δῶρα Του, καθαρίζοντας τήν ψυχή σου. Αὐτό εἶναι τό δικό σου ἔργο. 

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ 
Αποδελτίωση: Αναστάσιος (19/4/2013)

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Η εμπιστοσύνη στον Θεό



Η εμπιστοσύνη στον Θεό προϋποθέτει βαθιά πίστη και μεγάλη αγάπη προς Εκείνον που θυσίασε τη ζωή Του για χάρη της δικής μας σωτηρίας. Ο άνθρωπος όταν αφήσει τον εαυτό του στα χέρια του στοργικού πατέρα του, του Θεού, τότε αναπαύεται γιατί γνωρίζει ότι ο Θεός θα διαχειριστεί την ψυχή του με τον καταλληλότερο τρόπο για την πνευματική πρόοδο και προκοπή του. Ακόμα και αν περνά δυσκολίες, χαίρεται γιατί γνωρίζει ότι τίποτα δεν είναι ικανό να τον βλάψει και να τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Για να επιτρέψει ο Θεός να συμβεί κάτι, σημαίνει ότι έχει το σχέδιό Του για τον κάθε ένα, γι' αυτό και ελπίζει σ' Αυτόν και νιώθει ασφαλισμένος στο λιμάνι της ελπίδας Του. Όταν ο άνθρωπος έχει σύμμαχο τον Θεό και αφήνεται στη θεία πρόνοια, ξεπερνάει τους κινδύνους και οποιαδήποτε μορφή απελπισίας και δεν τα βάζει με τον Θεό. Τα προβλήματα γίνονται αφορμή ο άνθρωπος να απιστεί περισσότερο προς τον εαυτό του και με περισσότερη ταπείνωση να ελπίζει στον Θεό.

πηγή: περιοδικό Καθ' οδόν, τεύχ. 41, έτος 2013, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, σ. 1.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα



ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

[...] «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»: Είναι αυτή η ευχή που λέμε συχνά στην Εκκλησία, η διακονική προτροπή που αναφέρεται εις τον λαό του Θεού και μας προσκαλεί να αφήσομε στα χέρια του Χριστού όλη τη ζωή μας!

Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα. Τους εαυτούς μας και τους άλλους ανθρώπους, τα παιδιά μας, τους φίλους μας, τους συγγενείς μας, τους οικείους μας, τους συναδέλφους μας, τους συμπολίτες μας, τον κόσμο όλο να τον αφήσουμε στα χέρια του Θεού! Και όσο κι αν φαίνεται απλή αυτή η προτροπή του διακόνου της Εκκλησίας, στις μέρες μας ιδιαίτερα έχει τεράστια σημασία και μεγάλη δύναμη. Γιατί νομίζω ότι στις πολύπλοκες μέρες που ζούμε που φορτωνόμαστε όλοι πάρα πολλά πράγματα, έχουμε καταντήσει να είμαστε πάρα πολύ κουρασμένοι. Και συναντάει κανείς ανθρώπους πονεμένους και κουρασμένους, ακόμα και στη νεανική ηλικία. Συναντά κανείς νέους οι οποίοι έχουν γηράσει από τον κόπο και τον μόχθο της καθημερινότητας, οι οποίοι έχουν τραυματιστεί κι έχουν πληγωθεί απ' όλ' αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Υπάρχουν νέοι άνθρωποι οι οποίοι έχουν τόση ευαισθησία που είναι αρκετό γι' αυτούς ν' ακούσουν ένα δελτίο ειδήσεων για να βυθιστεί η ψυχή τους μέσα σε μια μεγάλη απορία και για το τι γίνεται μέσα στον κόσμο και για το πού πηγαίνει ο κόσμος και για το τι θα γίνει ακόμα συν τω χρόνω. Και μπαίνει η ψυχή του ανθρώπου μέσα σ' αυτή την αγωνία... Και αυτή η αγωνία και αυτός ο κόπος και αυτή η δυσκολία είναι ένα σημείο των εσχάτων ημερών, ένα σημείο που ο Κύριος μάς το έδωσε ως γνώρισμα των εσχάτων χρόνων· που οι έσχατοι χρόνοι, βέβαια, είναι διαρκώς παρόντες μέσα στην Εκκλησία. Ζούμε όλοι μας αυτή τη δυσκολία, αυτό το βάρος που βλέπουμε καθημερινά μπροστά μας.

Έρχεται ο Χριστός και μας λέγει να έρθουμε κοντά Του όλοι εμείς οι κουρασμένοι, οι πεφορτισμένοι και θα μας αναπαύσει. Και έρχεται η Εκκλησία και μας προτρέπει τους εαυτούς μας και τους γύρω μας και τα πάντα να τα αφήνουμε στα χέρια του Θεού. Και πολλές φορές ακούμε από πνευματικούς ανθρώπους όταν τους εκθέτουμε τα προβλήματά μας και τες δυσκολίες μας «άφησ' το στον Θεό». Και βλέπουμε ότι αυτή η απάντηση δεν μας πολυαναπαύει πάντοτε. Γιατί θεωρούμε «πώς να τ' αφήσω στον Θεό; Εγώ τι πρέπει να κάμω; Εγώ τι μπορώ να κάμω; Εγώ δεν πρέπει να κάμω τίποτε; Να τ' αφήσω όλα στον Θεό και να μείνω με χέρια σταυρωμένα;» Και νομίζομε ότι αυτό το πράγμα είναι ολιγωρία, ότι είναι αδιαφορία, ότι είναι δειλία, ενώ τελικά είναι μεγάλη ανδρεία! Θέλει να είσαι πολύ ανδρείος άνθρωπος, πολύ γενναίος άνθρωπος για να τ' αφήσεις όλα στα χέρια του Θεού! Πρέπει να είσαι πολύ γενναίος άνθρωπος για να τ' αφήσεις όλα στα χέρια του Θεού και πρέπει να έχεις την ψυχή σου γεμάτη μ' εμπιστοσύνη εις την πρόνοια και εις την αγάπη του Θεού Πατέρα μας.

H εποχή μας χαρακτηρίζεται από το άγχος, από την κούραση, από την αγωνία των ημερών, από τις πολλές θλίψεις που συμβαίνουν γύρω μας, από τη μοναξία... Ζούμε μέσα σε πόλεις μεγάλες κι όμως πάσχουμε από μοναξιά! Μπορεί να ζούμε μέσα στην οικογένειά μας, μέσα σ' ένα σπίτι και να αισθανόμαστε ότι κανείς δεν μας καταλαβαίνει, κανείς δεν επικοινωνεί μαζί μας, ότι είμαστε μόνοι μας, εγκαταλελειμμένοι, πεταμένοι, ότι δεν έχουμε ένα άνθρωπο ν' ακουμπήσουμε, ότι δεν έχουμε κάποιο που να μας αγαπά πραγματικά ή και που να τον αγαπούμε πραγματικά κι αυτά τα πράγματα όλα μας διαλύουν και μας κάνουν να μην ξέρουμε πού να στραφούμε. Μπαίνει η ψυχή μας πραγματικά μέσα σ' ένα υπαρξιακό σκοτάδι, σ' ένα μεγάλο σκοτάδι για το πού θα πάμε και πώς θα βγούμε απ' όλη αυτή την περιπέτεια!

Παρά ταύτα όμως, η Εκκλησία μας εδώ και αιώνες επαναλαμβάνει συνεχώς αυτή την προτροπή που όντως φαίνεται πάρα πολύ σπουδαία. Σκεφθήκατε ένα άνθρωπο ο οποίος είναι φορτωμένος ένα βαρύ φορτίο, ένα μεγάλο φορτίο κι έρχεται κάποιος και του λέει «άφησέ με να το πάρω το φορτίο εγώ» και μας ξεφορτώνει και μας βγάζει το φορτίο από πάνω μας και το παίρνει εκείνος! Κι αισθανόμαστε εμείς μεγάλη άνεση, μεγάλη ξεκούραση, γιατί μας πήρε το φορτίο. Και δεν το πήρε για να το πετάξει κάπου αλλού, αλλά για να το οδηγήσει με τον καλύτερο τρόπο εκεί που θα θέλαμε εμείς να οδηγηθεί. Φτάνει να του δώσουμε εμπιστοσύνη! Φτάνει να τον αφήσομε να πάρει αυτό το φορτίο από πάνω μας! Αυτό σημαίνει το «παραθώμεθα»: να τα δώσουμε στα χέρια του Θεού όλα.

Αλλά είναι αυτό άραγε ένα πράγμα εύκολο; Δεν είναι εύκολο όπως είπα προηγουμένως. Είναι πολύ δύσκολο γιατί μας εμποδίζει ο εαυτός μας· μας εμποδίζει ο εαυτός μας, η φιλαυτία μας. Φοβούμαστε να τα δώσουμε στα χέρια του Θεού! Φοβόμαστε ν' αφήσουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού! Δεν είναι εύκολο πράγμα να πεις στον Θεό «γενηθήτω το θέλημά Σου»!

Να σας πω κάτι που το λέω συχνά. Είναι μια δική μου αδυναμία που την εβίωνα για αρκετά χρόνια. Όταν ήμουν νέος και σκεφτόμουν να γίνω μοναχός -από μέσα μου έβγαινε αυτή η επιθυμία του μοναχισμού- σκεφτόμουν να μείνω στο Άγιον Όρος αλλά και από την άλλη φοβόμουν να το αποδεχτώ αυτό το πράγμα: Πώς θ' αφήσω τους γονείς μου, ν' αφήσω την πατρίδα μου και να πάω σ' ένα τόπο άγνωστο, μακριά, που δεν θα με ξαναδεί κανένας, ούτε θα ξανάβλεπα εγώ κανένα! Και ρώτησα ένα γέροντα: Γέροντα άραγε να γίνω μοναχός; Μου λέει: να παρακαλείς τον Θεό να κάνει το θέλημά Του! Κι εγώ ετρόμαξα! Και λέω: έχει γούστο να θέλει ο Θεός να γίνω μοναχός! Εσκέφτηκα ότι αν ο Θεός θέλει κάτι που εγώ δεν το θέλω, τι θα κάνουμε τώρα; Κάποιος από τους δύο πρέπει να κόψει το θέλημά του! Ή ο Θεός να κόψει το θέλημά Του -θα με βόλευε βέβαια αυτό το πράγμα-, ή εγώ να έκοβα το θέλημά μου και ν' ακολουθούσα το θέλημα του Θεού που μου φαινόταν ένα μεγάλο βουνό.    

Δεν μπορούσα να εννοήσω τότε, ότι το θέλημα του Θεού είναι η πιο μεγάλη ανάπαυση στον άνθρωπο! Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να θέλει κάτι, το οποίο να σε φέρει σε δύσκολη θέση. Αντίθετα! Ο Θεός σε εξάγει από τη φυλακή που βρίσκεσαι και σε οδηγεί σε τόπο αναπαύσεως. Το θέλημα του Θεού είναι ειρήνη στην ψυχή του ανθρώπου, είναι χαρά στον άνθρωπο, είναι ανάπαυση στον άνθρωπο! Αυτό που λέει ο Χριστός «δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» δεν το ήξερα, δεν μπορούσα να το καταλάβω ότι εάν αφεθώ στο θέλημα του Θεού, αυτό θα 'ταν η πιο μεγάλη ανάπαυσις. Αυτό δεν το καταλάβαινα, δεν μπορούσα να το εννοήσω! Φοβόμουν το θέλημα του Θεού. Φοβόμουν τον Θεό! Όπως ένα μωρό που πηγαίνει στον γιατρό και δεν θέλει ν' αφήσει τον γιατρό να το θεραπεύσει: κλωστά τον γιατρό, αντιδρά, κάμνει φασαρίες, τρέχει μέσα στους διαδρόμους· δεν θέλει ν' αφήσει τον γιατρό ν' αγγίξει πάνω του! Μέχρι που να βάλει μυαλό βέβαια και να καταλάβει ότι δεν πρέπει να κάνει έτσι...

Χρειάζεται να υπερβεί κανείς τον εαυτό του και χρειάζεται να γνωρίσει την αγάπη του Θεού· ότι ο Θεός, όπως έλεγε και ο αείμνηστος γέροντας Παΐσιος, είναι οξυγόνο στον άνθρωπο. Δεν μπορεί να γίνεται διοξίδιο του άνθρακος. Δεν μπορεί ο Θεός να σου δημιουργήσει μια αποπνικτική ατμόσφαιρα που να σε πνίξει μέσα. Όταν ο Θεός ενεργεί στον άνθρωπο και ομιλεί στον άνθρωπο και αποκαλύπτει εις τον άνθρωπο τον εαυτό Του και την αγάπη Του, τότε μια απέραντη ειρήνη, μια απέραντη γαλήνη βασιλεύει στην ψυχή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος καταλαβαίνει αυτό που είπε ο Χριστός «κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς», εγώ θα σας αναπαύσω. Και μετά καταλαβαίνει εκ πείρας ότι δεν υπάρχει άλλη ανάπαυσις, δεν υπάρχει πουθενά ανάπαυσις, μόνο ο Χριστός είναι ανάπαυσις της ψυχής μας. Μακριά από τον Χριστό υπάρχει κόπος, υπάρχει δυσκολία, υπάρχει μεγάλη δυσφορία της ψυχής μας. Όταν είναι κάτι μέσα στην ευλογία του Θεού τότε όλα είναι πανέμορφα!

Έτσι, ενθυμούμαι, όταν ήμουν στο Άγιον Όρος ζούσα εκείνη την όμορφη, την πανέμορφη και την αγγελική, όντως, ζωή των μοναχών. Κι όταν έβγαινα έξω, απεσταλμένος σε εργασίες, στη Θεσσαλονίκη βέβαια που ήτανε κοντά μας, αισθανόμουν μια μεγάλη δυσκολία αντιμετωπίζοντας και βλέποντας την πόλη και όλη εκείνη την κίνηση. Πραγματικά μ' έπιανε κατάθλιψη, δεν μπορούσα! Έκανα γρήγορα-γρήγορα τις δουλειές μου κι έφευγα πίσω! Όταν ήρθε η ώρα που έπρεπε να πάω στην Κύπρο, γιατί έτσι ήρθαν τα πράγματα μέσα στην πρόνοια του Θεού κι ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ζήτησε από τον γέροντά μας μια ομάδα μοναχών να πάει στην Κύπρο [1], αφού καταγόμαστε από 'κεί, εγώ δεν είχα πάει ποτέ μου στην Κύπρο στα χρόνια μου στο Άγιον Όρος και δεν θυμόμουν τίποτα, είχα ξεχάσει τα πάντα! Όταν με κάλεσε ο γέροντας και μου είπε: «Κοίταξε, η Εκκλησία ζητά να πάμε κάτω.» «Κι εγώ», λέει ο γέροντας, «αισθάνομαι ότι κάναμε μια αδικία στην Εκκλησία της Κύπρου, γιατί μαζευτήκατε όλοι οι Κύπριοι εδώ και αφαιμάξαμε την Εκκλησία. Και να στείλουμε κάποιους αδελφούς να πάνε κάτω.» Λέω, «είναι καλή η σκέψη· να στείλετε κάποιους να παν κάτω.» Μου λέει, «μα δεν σε κάλεσα για να μου πεις τη γνώμη σου.» Λέω, «γιατί με καλέσατε;» «Για να φτειάξεις τα πράγματά σου και να πας από βδομάδας κάτω!»

Εγύρισα όλους τους γέροντες του Αγίου Όρους, ελπίζοντας ότι κάποιος θα μου πει «μην πάεις»! Λέω, έστω κι ένας να βρεθεί να μου πει να μην πάω, θα τσακωθώ με τον γέροντα κανένα-δυο μήνες αφού θα κάνω παρακοή, μετά ελπίζω να μην πεθάνει στο διάστημα(!)· θα πάω να πω ένα συγγνώμη, ένα ευλόγησον γέροντα έκανα λάθος, έκανα ανυπακοή, θα αποκατασταθούν οι σχέσεις μας και θα γλιτώσω και την Κύπρο!

Πήγα σε όλους. Δεν είχα πολλές ελπίδες στον γέρο-Παΐσιο και στους υπόλοιπους γιατί ήταν πιο ανοικτού πνεύματος, αλλά είχα μεγάλη ελπίδα ότι ο παπα-Εφραίμ στα Κατουνάκια δεν θα με άφηνε να πάω κάτω· γιατί τον άκουσα μια φορά που έλεγε ότι «η υπακοή είναι μέχρι τη Δάφνη [2]. Από τη Δάφνη και πέρα να μην πηγαίνετε!» Λέω, αυτός θα με σώσει! Επήγα, λοιπόν, του λέω «ξέρεις, γέροντα, έτσι έχουν τα πράγματα μου είπαν να πάω στην Κύπρο κι εγώ δεν θέλω να πάω». Λέει, «ο γέροντας τι σου είπε;» «Μου είπε να πάω. Αλλά δεν θέλω να πάω, έχει τόσα χρόνια να πάω κάτω, ξέχασα, αποσυνδέθηκα, δεν ξέρω κανένα, δεν νομίζω ότι είμαι ικανός γι' αυτό το πράγμα.» «Καλά», λέει, «αύριο να τα πούμε μετά τη λειτουργία».

Το πρωί λειτούργησα εκεί στο εκκλησάκι και με φώναξε και μου λέει «άκουσε... Προσευχόμενος για το θέμα που μου είπες είδα δύο δρόμους. Ο ένας είναι: Ή κάνεις υπακοή και πάεις στην Κύπρο... Κι ο άλλος: Ή κάνεις παρακοή και μένεις στο Άγιον Όρος! Κρίνε μόνος σου ποιος είναι ο κατά Θεόν δρόμος...» Και κατάλαβα ότι αυτό ήταν τελικά...

Όταν πήγα, οι πρώτες μέρες ήταν πολύ οδυνηρές βέβαια, αλλά μέσα μου παραδόξως αισθανόμουν -παρ' όλο που δεν ήθελα να το αποδεχθώ, δεν ήθελα να το δεχθώ αυτό το πράγμα!- αισθανόμουν ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού, κι αυτό είναι ανάπαυσις. Κι έμεινα εκεί... και τα 'φερε ο Θεός έτσι, κάναμε ένα μοναστήρι, πήγαμε σ' ένα μοναστήρι, έγινε μια αδελφότητα εκεί κι έλεγα «δόξα τω Θεώ, είμαι καλά, ας είμαι και εδώ». Θυμάμαι όταν έβγαινα προς την πόλιν για εργασίες και επέστρεφα πίσω, έβλεπα το μοναστήρι από ψηλά κι αμέσως επανερχόταν μέσα μου αυτή η ανάπαυσις, η ειρήνη στην ψυχή μου. Κι έλεγα, «δόξα τω Θεώ, μεγάλο πράγμα είναι να αναπαύεται ο άνθρωπος και σ' ένα τόπο ακόμα». Κι έτσι ήμουν ειρηνικός...

Στην Κύπρο, ξέρετε, είχαμε -ή έχουμε ακόμα, δεν ξέρω- ένα σύστημα που εκλέγονται οι επίσκοποι με ψήφο κλήρου και λαού. Έγινε μια κένωσις μιας επισκοπικής θέσεως, της Μητροπόλεως Λεμεσού, που είναι η πόλις που εγεννήθηκα και εμεγάλωσα, και δυστυχώς οι άνθρωποι εκεί με ψήφισαν εμένα, κλήρος και λαός κι η Σύνοδος και μ' έπιασε πάλι απελπισία! Λέω, πώς θα πάω εγώ τώρα σ' αυτή την πόλη που ήταν η πόλις της ασωτίας, η πόλις της αμαρτίας! Και δεν μ' έφταναν όλα τ' άλλα όταν πήγα στον Αρχιεπίσκοπο να μου αναγγείλει το αποτέλεσμα, μου λέει «πάτερ Αθανάσιε, σε λυπάμαι!» Του λέω, «γιατί Μακαριότατε;» Μου λέει, «πας στη χειρότερη πόλη της Κύπρου!» Λέω, «ευχαριστώ πάρα πολύ!» Δεν μ' έφταναν τ' άλλα όλα έχω και την επιβεβαίωση από πάνω την αρχιεπισκοπική!

Τέλος πάντων, έγινε τι έγινε... δεν μπορούσα ν' αντιδράσω... Αντέδρασα, αλλά ποιος με άκουσε! Έγινε η χειροτονία εις επίσκοπον και το απόγευμα, την ίδια μέρα, αυθημερόν, γίνεται η ενθρόνισις του επισκόπου. Πήγαμε με τους άλλους επισκόπους να πάμε στην πόλη, στη Μητρόπολη. Όπως βγήκαμε στο κέντρο, ήταν όλη πόλις μπροστά μας, ενώ άλλες φορές μ' έπιανε κατάθλιψις όταν έβλεπα την πόλη, απ' εκείνη την ώρα αισθάνθηκα μιαν ανάπαυση, γιατί λέω «αυτό είναι το θέλημα του Θεού». Και πολλές φορές με ρωτούν διάφοροι άνθρωποι «πώς αισθάνεσαι, πάτερ μου, που ήσουν στο Άγιο Όρος, στο μοναστήρι μέχρι τα σαράντα σου χρόνια και βρέθηκες εις την πιο πολύπλοκη και κοσμική πόλη της Κύπρου;» Και η Μητρόπολίς μας είναι σ' ένα κέντρο, που όλα τα κέντρα τα νυκτερινά είναι γύρω μας! Και να σας πω ότι έχω μάθει όλα τα τραγούδια της εποχής, τι να σας πω δηλαδή! Αρχίζει η «αγρυπνία» μετά τις μία τα μεσάνυκτα! Τελειώνουμε εμείς η ώρα μία την Παρασκευή το βράδυ και εκείνη την ώρα εξέρχονται οι πιστοί στην... Ανάσταση, πάνε στα διάφορα άλλα πόστα γύρω μας! Λέω, δεν έχει καμιά διαφορά, σαν να είμαι στο Άγιον Όρος, παράξενο πράγμα! Εγώ τρελάθηκα; Είναι η ηλικία μου, άραγε, κι έπαθα έτσι; Ποιος ξέρει!

Αλλά νομίζω ότι τελικά εκείνο που ζητά η ψυχή μας είναι να αναπαυθεί. Κι αυτό που λέμε μέσα στην Εκκλησία και το χρησιμοποιούμε μέσα στους μοναχικούς κύκλους «αναπαύομαι· εδώ αναπαύομαι, εδώ δεν αναπαύομαι» που δεν ερμηνεύεται, δεν έχει γιατί δεν αναπαύομαι! Αναπαύομαι... Ούτε έχει γιατί αναπαύομαι! Ετέλειωσε! Αναπαύομαι - αναπαύομαι! Δεν αναπαύομαι - δεν αναπαύομαι! Δεν σημαίνει ότι αν δεν αναπαύομαι δεν είναι καλά όσα δεν είναι γύρω μου! Όχι, απλώς δεν αναπαύομαι. Δεν ερμηνεύεται, δεν έχει παρεπόμενα!

Αυτή, λοιπόν, η λέξις «ανάπαυσις» είναι αυτό το οποίο ψάχνει η ψυχή μας, ψάχνει ο εαυτός μας, κι είναι εδώ που είναι το σημείο, το κομβικό σημείο το οποίο ο Χριστός μάς έδωσε ως ένα σωσίβιο μέσα σ' αυτόν τον κυκεώνα των καθημερινών μέσα στον οποίο βρισκόμαστε. Όπως είπε κι ένας άγιος της Εκκλησίας μας [...] «Πάθαμε ναυτία από τα κύματα και τις τρικυμίες των βιωτικών πραγμάτων.» Έρχεται ο Χριστός και μας ρίχνει αυτό το σωσίβιο, μας δίνει το χέρι Του και μας πιάνει και λέει «ελάτε κοντά μου κι εγώ θα σας αναπαύσω.» Αλλά παρακάτω λέει και το μυστικό. Πώς θα μας αναπαύσει;

«Μάθετε από μένα», λέει ο Χριστός, «ότι είμαι πράος και ταπεινός τη καρδία. Κι έτσι ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών». «Θα μάθετε από Μένα», λέγει ο Χριστός, «εγώ θα σας το διδάξω, δεν θα σας το διδάξουν άλλοι άνθρωποι· Εγώ ο ίδιος θα σας διδάξω, όταν θα σας εμφανίσω τον εαυτό μου, όταν θα σας αποκαλύψω τον εαυτό μου, ότι είμαι πράος και ταπεινός τη καρδία. Κι έτσι θα βρείτε ανάπαυσιν μέσα σας.»

Και πράγματι ποιος αναπαύεται τελικά; Ο ταπεινός άνθρωπος! Μόνο ο ταπεινός άνθρωπος αναπαύεται εν Χριστώ! Εμείς, οι υπερήφανοι άνθρωποι, οι εγωιστές άνθρωποι, οι φίλαυτοι άνθρωποι δεν μπορούμε να αναπαυθούμε, γιατί εμποδίζομε τον Χριστό να μας πάρει στην αγκαλιά Του. Δεν δεχόμαστε, δεν θέλουμε ν' αφεθούμε στον Θεό! Φοβούμαστε τον Θεό! Ή δεν Του έχουμε εμπιστοσύνη. Λέμε, «όχι, εγώ θα τα χειριστώ τα πράγματα. Εγώ θα αναλάβω τις υποθέσεις της ζωής μου. Εγώ θα τα τακτοποιήσω όλα· δεν θα τ' αφήσω έτσι να πάνε όπου θέλουν τα πράγματα. Εγώ πρέπει να έχω τον έλεγχο. Αν δεν έχω τον έλεγχο, δεν μπορώ να αισθανθώ σιγουριά. Χάνομαι αν δεν έχω τον έλεγχο!»

Βέβαια ο Χριστός δεν μας είπε να τ' αφήσουμε ανεξέλεγκτα. Ούτε μας είπε να γίνουμε αδιάφοροι και οκνηροί και τεμπέληδες. Αντίθετα μας είπε ν' αγωνιζόμαστε και να κοπιάζουμε. Και να μεριμνούμε, αλλά όχι τη ψυχή ημών· μη μεριμνάτε τη ψυχή ημών, λέγει ο Χριστός. Να κάνετε τα πάντα, αλλά την ψυχή σας αφήστε την ανεπηρέαστη. Μην την υποτάξετε μέσα σ' αυτήν την καθημερινή πάλη των πραγμάτων. Κι αφού κάμεις ό,τι εξαρτάται από σένα κι αφού εξαντλήσεις όλα τα δικά σου περιθώρια, τότε παραδίδεις τη σκυτάλη στα χέρια του Θεού.

Να σας πω ένα-δυο περιστατικά για να μη σας πολυκουράζω κιόλας με θεωρίες· για να δείτε πώς οι απλοί άνθρωποι βιώνουν στην καθημερινότητά τους αυτή την εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού. Όταν ήμουν στο Άγιον Όρος κάναμε ένα διάστημα στην Καψάλα, στην έρημο της Καψάλας -είναι περιοχή μεταξύ Καρυών [3], Παντοκράτορος και Σταυρονικήτα· μια αγιασμένη περιοχή, έρημος, πανέμορφη, τότε στην εποχή μου ακόμα πιο γραφική, χωρίς δρόμους, χωρίς τίποτα. Γεμάτη γεροντάκια, ερημίτες. Ήμασταν εκεί πάμφτωχοι, δεν μας ήξερε κανένας, ούτε κι εμείς ξέραμε κανένα. Αφού να σκεφτείτε μια φορά πήγα στη Δάφνη να πάρω κάποια γράμματα κι ήρθε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Ελλάδος, κι είδαμε αστυνομίες, στρατό και μου λέει ένα γεροντάκι «πήγαινε, διάκο, ρώτα γιατί είναι αυτή όλη η αστυνομία εδώ». Λέω, «να πάω». Πάω και λέω «γιατί είναι η αστυνομία εδώ;» Λέει «θα 'ρθει ο Σαρτζετάκης [4]». Λέω, «ποιος είν' αυτός;»! Λέω, «παππού, παππούλη, θα 'ρθει ο Σαρτζετάκης!». «Ποιος είν' αυτός;» μου λέει. Λέω, «πού ξέρω κι εγώ;». Μου λέει, «πήγαινε ξαναρώτα». Πάω να ξαναρωτήσω τον αστυνομικό, μόνο που δεν με συνέλαβε! Λέω, «συγγνώμη, ποιος είναι ο Σαρτζετάκης;». Μου λέει, «τρελός είσαι;» [...] Τίποτα, ιδέα δεν είχαμε!

Τέλος πάντων, κατά διαστήματα, όταν είχαμε κάποια πράγματα στον κήπο μας, λαχανικά ή κάποια άλλα τρόφιμα, ο γέροντας ετοίμαζε κάποιες σακουλίτσες με διάφορα πράγματα και τα παίρναμε στα γεροντάκια. Ένα γεροντάκι απέναντί μου, μέσα σε μια χαράδρα, μέσα σε μια καλύβα, μόνος του, ο Σέργιος, τον έβλεπα κάθε βράδυ από το κελί μου που άναβε το καντηλάκι του με το καντηλοκέρι τη νύχτα, θεοσκότεινα, αλλά φαινόταν το κερί του, πήγα να του πάρω τρόφιμα. Μόνος του, γεροντάκι, πανέρημος ο τόπος, το καλύβι του μισογκρεμισμένο, πήγα να του πάρω τρόφιμα. Του λέω, «γέροντα, μ' έστειλε ο γέροντας ο δικός μου να σου φέρω αυτά τα πράγματα». Ήταν μια σακούλα με πολλά πράγματα. «Αχ, ευχαριστώ πάρα πολύ»! Λέει, «να πάρω ό,τι μου χρειάζεται...». Επήρε λίγο ψωμί, ένα μαρούλι, δυο-τρία πράματα, μου λέει, «φτάνουν αυτά για σήμερα»! Του λέω, «πάρε και τα υπόλοιπα. Για σένα τα 'φερα!». «Όχι, δεν τα θέλω, δεν μου χρειάζονται! Φτάνουν αυτά για σήμερα!» Του λέω, «πάρε να 'χεις και για αύριο»! Μου λέει, «αύριο έχει ο Θεός!» Λέω, «πάρε γέροντα, έχει ο Θεός, αλλά αφού ο Θεός σού τα 'στειλε!» «Ναι», λέει, «αλλά ο Θεός είπε τον άρτον ημών τον επιούσιον· δεν είπε και τον αυριανόν! Μου φτάνει ο σημερινός άρτος. Αύριο έχει ο Θεός.» Του λέω, «πόσα χρόνια έχεις εδώ;» Μου λέει, «πενήντα έξι». Πενήντα έξι χρόνια ζούσε σ' αυτό το καλυβάκι, έχοντας μόνο τον άρτον τον επιούσιον. Κι ο Θεός είχε γι' αυτόν πάντοτε τον αυριανόν άρτον! Ουδέποτε αισθάνθηκε ο άνθρωπος αυτός αυτή την αγωνία. Μα τι μου λες τώρα, μέσα σ' αυτή την έρημο, πώς θα βρεθεί ο αυριανός άρτος; Καμιά μέριμνα περί τούτου!

Μια άλλη φορά στα Καρούλια [5], πήγα να επισκεφθώ εκεί τους πατέρες, όταν ήμασταν στη Νέα Σκήτη, είχε ένα Σέρβο, παπα-Στέφανο, ο οποίος έμενε στα Καρούλια. Του λέω, «γέροντα, δεν φοβήθηκες να 'ρθεις εδώ, μέσα σ' αυτά τα σπήλαια που κατεβαίνεις με αλυσίδες;» Μου λέει, «φοβήθηκα πάρα πολύ! Και την πρώτη μέρα που ήρθα είπα "τι έκανα κι ήρθα εδώ! Όταν κατέβηκα εκείνο τον κατήφορο όλο κι εκείνους τους γκρεμούς όλους κι είχα μαζί μου ένα ψωμί και μια σακουλίτσα με ελιές, είπα "εντάξει, θα φάω το ψωμί σήμερα κι αύριο και μεθαύριο. Μετά;" Και μ' έπιασε μεγάλη δειλία όταν είδα ότι δεν είχα τίποτε γύρω μου! Κατακόρυφα κάτω η θάλασσα κι εγώ μόνος μου εδώ!» «Κι έχω, μου λέει, εικοσιπέντε χρόνια που 'μαι 'δώ στην έρημο κι ο Θεός δεν με άφησε ποτέ! Και έχω ακόμα από το ψωμί εκείνο! Το φυλάω! Όχι μόνο δεν πρόλαβα να το φάω, έμεινε εκεί και δεν χάλασε κιόλας.»

Βλέπει κανείς πώς ο Θεός προνοεί τον ταπεινό άνθρωπο, ο οποίος έμαθε αυτό το μεγάλο πράγμα, να τ' αφήνει στα χέρια του Θεού· όλα! Αλλά έμαθε ότι όποιος τ' αφήνει στα χέρια του Θεού, ο Θεός δεν μένει αδρανής, ο Θεός αναλαμβάνει την ευθύνη πλέον. Και τα έργα του Θεού είναι πολύ σημαντικότερα και πολύ σπουδαιότερα από τα δικά μας έργα. 

Εσύ κάμε αυτό που μπορείς· κάμε ό,τι μπορείς, χωρίς ν' αγχώνεσαι, χωρίς ν' αγωνιάς, χωρίς να ταλαιπωρείσαι. Αφού κάνεις αυτό που μπορείς και η συνείδησή σου σου καταμαρτυρεί ότι «έκανα ότι μπορούσα, μέχρις εδώ! Από 'δώ και κάτω δεν μπορώ να κάνω τίποτα!» Τότε παραδίδεις το θέμα, το πρόβλημα, το παιδί σου, την υγεία σου, τα οικονομικά σου, ό,τι έχεις που σε βαραίνει το παραδίδεις στα χέρια του Θεού. Και τότε πράγματι, εκεί ο Θεός εμφανίζεται! 

Κι αν ακόμα αργήσουν να γίνουν τα πράγματα, όπως πιθανόν πρέπει να γίνουν, κι αν ακόμα φανεί ότι ο Θεός σιωπά και δεν ενεργεί και παραμείνει ο άνθρωπος μέσα στην εμπιστοσύνη του Θεού, τότε ο Θεός αποκαλύπτει πράγματι με θαυμαστό τρόπο τον εαυτό Του. Κανένας, λέγει η Γραφή, κανένας δεν ήλπισε επί Κύριον και καταισχύνθηκε. Λέει ο Δαβίδ ένα ωραίο λόγο: «Εμβλέψετε, κοιτάξετε στις αρχαίες γενεές, βρέστε μου ένα άνθρωπο ο οποίος ήλπισε επί Κύριον και εντράπηκε. Ένας άνθρωπος να βρεθεί που να πει ότι εγώ, είχα την ελπίδα μου στον Χριστό κι ο Χριστός δεν ανταποκρίθηκε. Δεν με βοήθησε. Μ' εγκατέλειψε!» Κανένας!

Βέβαια θα μου πεις ότι μπορεί να μην έγινε αυτό που ήθελα, μπορεί να μην έγινε αυτό που εγώ ζητούσα... Εάν όμως έχεις εμπιστοσύνη στον Θεό, θα δεις πως τελικά αυτό που έγινε, αυτό ήταν το καλύτερο. Εσύ μπορεί να μην ήξερες ποια ήταν η πραγματικότητα...

Επανέρχομαι σ' ένα δικό μου πάθημα! Όταν σπούδαζα θεολογία, επέρασα στη Θεσσαλονίκη κι ήθελα να 'ρθω στην Αθήνα να σπουδάσω γιατί είναι πιο κοντά στην Κύπρο· και πήγα στη γραμματεία της Σχολής και μου είπαν ότι πρέπει να περάσω τα μαθήματα όλα τον Ιούνιο και «να 'ρθεις να πάρεις μια αίτηση να τη συμπληρώσεις, να την υποβάλεις και να πας δεύτερο έτος θεολογική στην Αθήνα». Κι ήθελα πάρα πολύ να 'ρθω στην Αθήνα για πολλούς και διάφορους λόγους· κι ένας λόγος ήταν για να μην πάω στο Άγιον Όρος! Φοβόμουν το Άγιον Όρος! Ε... κατασκοτώθηκα διαβάζοντας! Διέβαζα, διέβαζα, διέβαζα όλη μέρα κι όλη νύχτα για να περάσω όλα τα μαθήματα -κι ήταν και πολλά τότε. Βοήθησε κι ο Θεός και τα πέρασα· όλα τα μαθήματα. Φόρτωσα τα πράγματά μου, κατέβηκα στον Πειραιά -τα 'βαλα στο πλοίο την εποχή εκείνη, 1976 να σκεφθείτε- κι έφυγα.

Όταν έφευγα από τη Ρόδο κι ήμουν στα μέσα του πελάγους θυμήθηκα ότι ξέχασα να πάω να πάρω την αίτηση! Μου 'ρθε να πέσω στη θάλασσα! Δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι ένα χρόνο κατασκοτώθηκα να διαβάζω και ξέχασα να πάρω την αίτηση! Τι να σας πω τι έπαθα δηλαδή! Δεν ήξερα τι να κάνω με τον εαυτό μου· δεν μπορούσα νά 'βρω άκρη! Θύμωσα, στεναχωρέθηκα, λυπήθηκα, έγινα χάλια μαύρα! Τελικά, όμως, αυτό ήταν που έπρεπε να γίνει.

Λέω ότι μπορεί να 'ρχονται πράγματα πολλές φορές που εμείς δεν τα θέλουμε, που νομίζουμε ότι είναι αντίθετα με τα δικά μας, που νομίζουμε ότι δεν είν' αυτό που επιθυμούσαμε... Αλλά ο Θεός ο οποίος βλέπει την καρδιά μας -κι όχι το τρελό το μυαλό μας!- ακούει την καρδιά ο Θεός και ξέρει τι έχουμε πράγματι ανάγκη.

Όπως μας είπε εκεί: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού.» Και οίδε ο Πατήρ ημών ο ουράνιος τι έχετε ανάγκη και θα σας δώσει αυτό που έχετε πράγματι ανάγκη. Έστω κι αν εσείς ακόμα δεν το ξέρετε! Γιατί, στ' αλήθεια, πόσοι από μας ξέρομε τι έχομε πραγματικά ανάγκη; Νομίζομε ότι έχομε ανάγκη αυτό το πράγμα. Νομίζομε ότι έχουμε ανάγκη την υγεία... Αλλά, πράγματι την έχουμε ανάγκη; Μήπως έχουμε ανάγκη την αρρώστια! Μήπως έχουμε ανάγκη τον πόνο! Μήπως έχουμε ανάγκη την καταστροφή ακόμα! Γιατί ο Θεός δεν βλέπει μέσα στα 60-80-90 χρόνια που ζει ένας άνθρωπος. Γιατί ο Θεός βλέπει ότι θέλομε να ζήσουμε μαζί Του αιώνια. Ότι ζητούμε τη σωτηρία μας! Ζητούμε την αιωνιότητα! Αλλά, ζητούμε και πράγματα τα οποία δεν θα μας ωφελήσουν. Και ο Θεός βλέπει και δίδει αυτό που πράγματι εμείς έχομε ανάγκη!

Κι όταν ο άνθρωπος πράγματι το γευθεί αυτό και το καταλάβει και περάσει στη ζωή του πολλές δοκιμασίες και πολλές περιπέτειες και διά πολλών θλίψεων διέλθει τον δρόμο της ζωής του, τότε απομένει σαν λάφυρο πείρας αυτή η μεγάλη εμπειρία «άφησ' τα στα χέρια του Θεού και μη φοβάσαι· μη φοβάσαι». Ο Θεός θα κάνει το καλύτερο, το άριστο, το θεοπρεπές. Εσύ ό,τι και να κάμεις, όσο καλό και να το κάμεις, θα 'χει και την ανθρώπινη λειψάδα πάνω, θα 'χει και την ανθρώπινη ατέλεια! Ενώ ό,τι κάμει ο Θεός είναι τέλειο. Κι είναι αδύνατο ο Θεός να κάνει λάθος! Ο Θεός δεν κάμνει λάθη κι ούτε αφήνει τα έργα του ατέλειωτα. Ούτε αρχίζει κάτι και το μετανιώνει μετά! Ούτε απογοητεύει ποτέ τον άνθρωπο. Ούτε σε αφήνει μόνο σου. Ούτε σε ντροπιάζει ο Θεός. Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να σε καταισχύνει, όταν εσύ ελπίζεις εις Αυτόν.

Ο ταπεινός, λοιπόν, άνθρωπος είναι αυτός που αφήνει τη ζωή του στα χέρια του Θεού· γι' αυτό εκείνο που μας χρειάζεται, αδελφοί μου, είναι να αγωνιζόμαστε καθημερινά, να κάνομε άσκηση από τα πιο απλά πράγματα, για να μάθομε τον εαυτό μας να τ' αφήνει στα χέρια του Θεού.

Λέγει στο Γεροντικό, σ' ένα περίφημο και ωραιότατο βιβλίο: Είπε ο Αββάς Αγάθων ότι σήμερα θα κάνω το θέλημα του Θεού. Και σηκώθηκε και παρεκάλεσε τον Θεό: «Κύριε, αξίωσέ με σήμερα να κάνω το θέλημά Σου! Να πω κι εγώ ότι μια μέρα της ζωής μου έκαμα το θέλημα του Θεού! Αφού όλες τις άλλες παραβαίνω το θέλημα του Θεού, έστω και μια μέρα ας το κάμω! Να έχω στη συνείδησή μου μέσα ότι έκαμα το θέλημα του Θεού.» Τι έκαμε; Εγώ θα έλεγα, μες το φτωχό μου το μυαλό, ότι θα έκανε προσευχή όλη μέρα, ή θα κλεινόταν στο κελί του ή θα διέβαζε όλη μέρα. Δεν έκαμε τίποτα απ' όλ' αυτά! Έκαμε τη δουλειά του. Τι δουλειά είχε να κάμει εκείνη τη μέρα; Ήθελε ν' αλέσει το σιτάρι του, για να το κάμει αλεύρι και να το πάρει πίσω στην έρημο να έχει το αλεύρι της χρονιάς. Το φορτώθηκε και το πήγε στο χωριό, στην κώμη. Κι εκεί, λέει, ν' αλέσω το σιτάρι μου και να το πάρω πίσω με τα πόδια.

Πήγε πρώτος. Μόλις ετοιμάστηκε να βάλει το σιτάρι στον μύλο πήγε κάποιος άνθρωπος και του λέει: «Αββά, δεν μ' αφήνεις ν' αλέσω εγώ που βιάζομαι κι εσύ αλέθεις ύστερα;» Λέει, «ευχαρίστως, αδελφέ μου». Και τον άφησε. Μόλις έφυγε εκείνος κι ετοιμάστηκε να ξαναβάλει το σιτάρι του ήρθε ένας άλλος. Του λέει, «αββά, σε παρακαλώ, εσύ δεν έχεις δουλειές, καλόγερος είσαι, άφησ' με εμένα να αλέσω και αλέθεις μετά». «Ευχαρίστως»! Κι όχι μόνο τους άφηνε· βοηθούσε και στο άλεσμα. Και δεν ξέρω αν θυμάστε εσείς, πώς ήταν ν' αλέθεις τότε. Δεν άλεθες με τις μηχανές. Εγώ στο Άγιον Όρος το πρόλαβα που εμείς κυλούσαμε την πέτρα εκείνη, σπρώχναμε την πέτρα εμείς ή τα ζώα. Μπήκε κάτω από τον ζυγό της πέτρας και άλεσε. Τέλος πάντων, να μην πολυλογούμε, από το πρωί μέχρι το βράδυ μόλις ετοιμαζόταν να βάλει το σιτάρι, πήγαινε άλλος και του γινόταν η ίδια σκηνή. Έφτασε η νύχτα και δεν άλεσε το σιτάρι! Το φορτώθηκε να πάει πίσω... Δεν έκαμε κάτι «πνευματικό», ας το πούμε εντός εισαγωγικών. Ούτε και θεωρήθηκε ότι έκαμε και τη δουλειά του. Κι όμως ο Θεός τον επληροφόρησε ότι «σήμερα έκαμες το θέλημα του Θεού!»

Βλέπετε, σ' ένα απλό πράγμα, μέσα στην καθημερινή ζωή, πήρε το σιτάρι να πάει να τ' αλέσει. Πήγε εκεί και συναντούσε εμπόδια. Δεν αγανάκτησε, δεν εθύμωσε... Δεν είπε: «Καλά, φτάνει! Κορόιδο είμαι; Ήρθε ο πρώτος, ήρθε ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος, ας αλέσω κι εγώ το σιτάρι μου να πάω πίσω, που είμαι και μακριά και το φορτώθηκα και στην πλάτη κι έχω ανάγκη!» Τίποτα απ' όλ' αυτά!

Και ένα άλλο: Έλεγαν για τον Αββά Μακάριο ότι πέρασε τον Νείλο και θέλοντας να επιστρέψει πίσω στη Σκήτη, χάλασε το πλοίο, το δημόσιο πλοίο. Και καθόταν εκεί μαζί με τους υπολοίπους κοσμικούς ανθρώπους και περίμενε να φτειαχτεί το πλοίο. Πήγαν κάποιοι και του είπαν: «Αββά, έλα έχει βάρκες άλλες, να περάσεις απέναντι, να μην περιμένεις εδώ άδικα.» Λέει: «Όχι. Ουκ αναβαίνω ει μη στο δημόσιον πλοίον. Δεν θα πάω με κανένα άλλο πλοίο· θα πάω μόνο με το δημόσιο πλοίο.» Γιατί; Γιατί ήθελε να ασκήσει τον εαυτό του σ' αυτή την εκκοπή του ιδίου θελήματος. Σ' αυτό το να θέλει να τα κάμει όλα ο ίδιος! Με ειρήνην άκραν και με αταραξία και ησυχία αντιμετώπιζε αυτό που ήταν μπροστά του.

Και εμείς αδελφοί μου στην καθημερινή μας ζωή ν' ασκούμε τον εαυτό μας -κι εσείς, δόξα τω Θεώ, έχετε αφορμές ασκήσεως πολλές! Μόνο να πας και να 'ρθεις στο κέντρο της Αθήνας, είναι μεγάλη άσκησις! Και μεγάλη πρόκλησις να μην πεις τίποτα ή να μην εκνευριστείς. Και να κάμεις υπομονή και να πεις «έτσι είναι... θα πάμε όπως παν τα πράγματα». Έρχεται ο ένας μπαίνει μπροστά, ο άλλος μπαίνει μπροστά, σε βρίζουν κι όλας από πάνω... αλλά έχεις ειρήνη! Αρχίζει κανείς, λέει ο Αββάς Δωρόθεος, από τα μικρά-μικρά-μικρά, για να πάει στα μεγάλα. Ώστε υπερβαίνοντας τον εαυτό του, υπερβαίνοντας τον ατομισμό, τον εγωισμό, αυτό το να θέλουμε να τα ελέγξουμε όλα, να μπουν όλα στο δικό μας πρόγραμμα, να γίνουν όλα όπως εμείς τα θέλομε, να γίνουν όλα όπως εμείς τα προγραμματίζομε, να γίνουν όλα όπως εμείς τα οραματιζόμαστε. Ακόμη και τα άγια όνειρά μας! Ακόμη κι οι ευσεβείς πόθοι μας. Ακόμα κι αυτά που νομίζουμε ότι είναι σημαντικά και είναι κατά Θεόν, που όμως πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τα δούμε όλα αυτά να καταρρέουν μέσα σε πλήρη ειρήνη! Έχοντας μέσα στην ψυχή μας συνεχώς αυτή την αίσθηση ότι ο Θεός όλα τα βλέπει, ο Θεός όλα τα παρακολουθεί. Τίποτε δεν πρόκειται να γίνει, ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο απ' ό,τι επιτρέψει ο Θεός. 

Αυτή τη φράση συχνά-πυκνά μας την έλεγε ο γέροντάς μας [6] όταν πειρασμοί ποικίλοι μας εκύκλωναν και λέγαμε «γέροντα, τι θα γίνει τώρα;» Κι έλεγε:
- Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ' ό,τι επιτρέψει ο Θεός».
- Και πώς θ' αντιδράσουμε και τι θα γίνει;...
- Πού είναι ο Θεός, παιδί μου; Ο Θεός δεν βλέπει; Εάν ο Θεός βλέπει, έχετε ειρήνην. Άσ' τα στα χέρια του Θεού! Εμείς είμαστε έτοιμοι ν' αποδεχθούμε ό,τι ο Θεός επιτρέψει. Θα κάνουμε αυτό που μπορούμε, θα κάνουμε αυτό που είναι στο χέρι μας, ό,τι εξαρτάται από μας και τα υπόλοιπα στα χέρια του Θεού.

Και πράγματι, ο Θεός ουδέποτε μας εγκατέλειψε, αλλά και ουδέποτε εγκατέλειψε κανένα άνθρωπο.

Και ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής όλης της ασκητικής αγωγής; Το αποτέλεσμα είναι ότι ο άνθρωπος τελικά, όταν βιώσει αυτή την εμπειρία της ξαλάφρωσης, της άνεσης, του να παραδώσεις τα πάντα στα χέρια του Θεού, τότε ο άνθρωπος επιστρέφει και γίνεται ως το παιδίον που δεν έχει μέριμνες, που 'ναι μέσα στην αγκαλιά της μητέρας του κι αισθάνεται τόσον όμορφα και τόσον ωραία. Και γίνεται, πραγματικά, αυτό το παιδίον το οποίο εισέρχεται εις την βασιλείαν του Θεού. Κι έχει ειρήνη μέσα στην ψυχή κι ευχαριστεί τον Θεό για όλα. Και χαίρεται· είναι χαρούμενος. Είναι ειρηνικός. Δεν έχει εχθρούς, έστω κι αν δεν τον θέλει κανένας! Δεν αισθάνεται για κάποιον κάτι! Δεν φοβάται τον απέναντί του. Δεν φοβάται τον γείτονά του. Δεν έχει καχυποψίες για τους άλλους ανθρώπους. Δεν αισθάνεται ότι κινδυνεύει, έστω κι αν βλέπει μπροστά του κάποιους έτοιμους να τον κατασκοτώσουν. Αισθάνεται μια φοβερή ασφάλεια.

Αυτή η ανασφάλεια που μαστίζει τον κόσμο σήμερα, θεραπεύεται μ' αυτή την ασφάλεια της παρουσίας του Θεού. Κι αυτό το άγχος και η αγωνία που μας κατατρώγει θεραπεύεται μ' αυτή τη νηπιακή, την εν Χριστώ νηπιότητα, η οποία σφραγίζει το έργο των ανθρώπων που αφήνουν τη ζωή τους μ' εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού.

Όποιος θέλει μπορεί να το δοκιμάσει. Είναι για τα παλληκάρια, όπως έλεγε κι ο γέροντας Παΐσιος! Θέλει λεβεντιά να το κάνεις. Θέλει πολύ θάρρος. Αλλά δοκιμάστε τον Θεό. Δοκιμάστε τον Θεό και θα δείτε ότι δεν θα χάσετε. Όποιος ελπίζει επί Κύριον, αυτός δεν καταισχύνεται ποτέ. Κι αυτή η προτροπή της Εκκλησίας «πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα» νομίζω είναι η πιο σημαντική προτροπή στην εποχή μας για κάθε άνθρωπο: για τους γονείς, για τους νέους, για τους ηλικιωμένους, για τους ιερείς, για κάθε ένα που προβληματίζεται και αγωνιά για το τι γίνεται γύρω μας. Ο Θεός έχει τα πάντα στο δικό Του χέρι. Κι όταν είναι τα πάντα στα χέρια του Θεού, τότε έχουμε ειρήνη μέσα στην ψυχή μας.

Εύχομαι, αδελφοί μου, αυτή την ειρήνη του Θεού να την έχουμε όλοι μας, όπως ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος, που παρ' όλο ότι βρισκόταν προ του θανάτου, ζούσε σαν να ήταν μέσα σε βασιλικό ανάκτορο, γιατί ο Θεός κατοικούσε στην ψυχή του κι αυτός άφησε τα πάντα στα χέρια του Θεού!

μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος
Ομιλία στα «Δημήτρια» του Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου (Άγιος Δημήτριος Αττικής, 22/10/2009)
Πηγή βίντεο: Ορθόδοξες Χριστιανικές Ταινίες
Η ομιλία διατίθεται σε mp3 από τον Ιστοχώρο διανομής ορθόδοξων πνευματικών ομιλιών Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού 

Σημειώσεις:
[1] Αναφέρεται στο 1992, όταν ήταν Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ο αείμνηστος Χρυσόστομος Α'. Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του μητροπολίτη Λεμεσού βλέπε εδώ.
[2] Κύριο επίνειο και βασική είσοδος του Αγίου Όρους.
[3] η πρωτεύουσα του Αγίου Όρους.
[4] Ο Χρίστος Σαρτζετάκης διετέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας από το 1985-1990.
[5] Περιοχή της ερήμου του Αγίου Όρους στο ΝΑ του άκρο, υπαγόμενη στην Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας. Ονομάστηκε έτσι διότι η μόνη διόδος στα απόκρημνα ησυχαστήρια ήταν με καρούλια.
[6] Εννοεί τον γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό.

Υ/γ. 
Με τον ίδιο στίχο βίωνε τη ζωή του και ο όσιος γέροντας Πορφύριος (βλ. «Η ασθένειά μας γίνεται πραγματική ευεργεσία»). Αξίζει ακόμη ν' ακούσουμε και το απόσπασμα από την ομιλία του π. Ανδρέα Κονάνου «Τίποτα δεν είναι τυχαίο». Είναι πραγματικά δύσκολο να εμπιστευθούμε τόσο πολύ τον Θεό ώστε να γαληνέψουμε στα χέρια Του και να Του πούμε «δέχομαι ό,τι μου φέρνεις»: μια όχι τυχαία συνάντηση, μια όχι τυχαία συμπόρευση, ένα όχι τυχαίο χωρισμό, μια όχι τυχαία σκληρή δοκιμασία! Ας τα δεχόμαστε κι ας αγνοούμε τα γιατί τους κάθε φορά...


ΑΠΟΧΑΙΡΕΡΙΣΜΟΣ
Αγαπημένοι μας αναγνώστες -επώνυμοι και ανώνυμοι, όσοι αφήσατε ένα καλό σας λόγο, μια σκέψη ή μια ανησυχία σας, αλλά κι εσείς που περνούσατε αθόρυβα και διακριτικά από το ιστολόγιό μας, σήμερα ανεβάσαμε την τελευταία μας ανάρτηση. Μη διερωτηθείτε γιατί, απλώς σεβαστείτε αυτή μας την ελεύθερη απόφαση, όπως πρέπει να κάνει καθένας που αγαπά. Είναι στιγμές που κάποια πράγματα κάνουν τον κύκλο τους, δίνουν όσα έχουν να δώσουν και νιώθεις ότι έφτασαν στο τέλος.

Αποχωριζόμαστε αυτό το ιστολόγιο (και το δίδυμό του αδελφάκι!) όπως αποχωρίζεται κανείς κάτι πολύ αγαπημένο, γιατί το φτειάξαμε μ’ ένα πολύ αγαπημένο μας πρόσωπο μ’ αγάπη κι ελπίδα κι όνειρα και γιατί ήταν πάντα ευκαιρία προσφοράς σε όλους τους συνανθρώπους μας, σε όλους εσάς.

Χωρίς αναγνώστες δεν θα είχε αξία! Μας αγαπήσατε και οι επισκέψεις σας όλο πλήθαιναν, γι’ αυτό σας ευχαριστούμε από καρδιάς. Ευχόμαστε πραγματικά να μίλησε έστω και μία ανάρτησή μας στην ψυχή σας, να βρήκατε έστω και ένα ωφέλιμο λόγο σε μια δύσκολη στιγμή σας, να αναγνωρίσατε ένα λάθος σας μέσα από τα κείμενά μας. Ευχόμαστε να μπορείτε να βλέπετε την Αγάπη Του μέσα στις αναρτήσεις μας και να ελπίζετε ξανά! Κι αν σας περισσεύει κανένα «Κύριε ελέησον», θυμηθείτε σήμερα τους δούλους του Θεού Μαρία και Ευγένιο και ξέρει Εκείνος. ;)
 
Δεν υπήρξαμε ποτέ δάσκαλοι! Αντιγραφές άλλωστε κάναμε σχεδόν πάντοτε. Κι ήμασταν κι εμείς μαθητές του λόγου Του και στον ίδιο αγώνα. Ήταν πάντοτε το ιστολόγιό μας μια πρόκληση να πορευτούμε τον αγώνα της σωτηρίας μας. Έτσι είναι και τώρα που το αποχωριζόμαστε: Η μεγαλύτερη πρόκληση να μάθουμε να σεβόμαστε την ελευθερία του άλλου, να μάθουμε να σβήνουμε το θέλημά μας, να μάθουμε να εμπιστευόμαστε την απόλυτη Αγάπη.

Ας εμπιστευόμαστε, λοιπόν, την Αγάπη που πάντα ελπίζει και ουδέποτε εκπίπτει. Ας ζήσουμε το σήμερα σαν μια μοναδική ευκαιρία ν’ αφεθούμε πλήρως και μ' εμπιστοσύνη στα χέρια Του, σαν ένα πούπουλο στον θείο αγέρα. Είναι δύσκολο, αλλά θα ’ναι πανέμορφο όταν το καταφέρουμε!  

Τα λόγια του Ευαγγελίου και μια ομιλία του μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου -του γέροντά μας!- επιλέξαμε για αποχαιρετισμό... Μια ομιλία που δεν κουραστήκαμε ν' ακούμε ξανά και ξανά αυτό το διάστημα. Μια ομιλία διδακτική, παρηγορητική κι ελπιδοφόρα... Μια ομιλία σαν προσευχή! Νιώθουμε πως δεν θα υπήρχε πιο όμορφος τρόπος γι' αυτόν τον αποχαιρετισμό: Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα!

Με αγάπη,
η Μαρία κι ο Ευγένιός σας

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Άνοιξε λοιπόν τη χαραμάδα της καρδιάς σου!

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΡΩΤΟΥΝ ΠΩΣ Ν' ΑΓΑΠΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ

Τι κάνουμε όταν αγαπούμε κάποιον; Θέλουμε τουλάχιστον να του μιλούμε! Το ίδιο και με τον Χριστό! Του μιλούμε με την προσευχή μας και Του εναποθέτουμε όλη μας τη ζωή και την ελπίδα μας! 

Τι άλλο κάνουμε όταν αγαπούμε κάποιον; Θέλουμε να τον βλέπουμε! Το ίδιο και με τον Χριστό. Πάμε σπίτι Του, στον ναό, και Τον προσκυνούμε. 

Κάτι πολύ ωραίο που άκουσα σε μια ομιλία είναι ότι επειδή είμαστε άνθρωποι, έχουμε ανάγκη να βλέπουμε ποιος είναι αυτός που αγαπάμε. Να είναι κάποιος που έχει όνομα, χέρια, πόδια, μάτια κ.λπ. Γι' αυτό και ο Χριστός από Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσουμε εμείς να Τον αγαπήσουμε και από άνθρωποι να γίνουμε θεοί!

Ο Χριστός μάς αγαπά όλους το ίδιο, αλλά εμείς νιώθουμε όση αγάπη αντέχουμε και ζητούμε να πάρουμε. Όσο περισσότερο ανοίγουμε το παράθυρο του δωματίου, τόσο πιο πολύ φως και ήλιος θα μπει μέσα! Άνοιξε λοιπόν τη χαραμάδα της καρδιάς σου και όλα θα πάνε καλά!
Ε.-Ι.

Υ/γ. Σ' ευχαριστώ πολύ γι' αυτά τα (έστω όπως λες... «κλεμμένα»!) λόγια σου που δανείζομαι κι εγώ με τη σειρά μου. Εύχομαι ο άγιος Θεός να είναι πάντοτε βοηθός στις επιλογές σου ;)

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Η προσευχή και οι μορφές της στον σύγχρονο κόσμο




Επιστολή 4

Η προσευχή και οι μορφές της στον σύγχρονο κόσμο.
Η λειτουργική προσευχή. Πώς πρέπει να προσευχόμαστε.
 
Ste Genevieve-des-Bois
11 Δεκεμβρίου 1958

(…) Η προσευχή είναι εσωτερική πράξη του πνεύματός μας. Το πνεύμα μας μπορεί να εκφραστεί με τις πιο ποικίλες μορφές. Όχι σπάνια, και ενδεχομένως μάλιστα ιδιαίτερα συχνά, με τη σιωπή μας ενώπιον του Θεού. Σιωπούμε, γιατί ο Θεός γνωρίζει όλο το βάθος της σκέψεώς μας, όλες τις προσδοκίες της καρδιάς μας, αλλά δεν είμαστε πάντοτε ικανοί να τις εκφράσουμε με λόγια. Ο Θεός όμως κατανοεί τις μυστικές κινήσεις της καρδιάς μας και απαντά σε αυτές.

Φοβούμαι λίγο ότι εσύ δεν υπολογίζεις αυτό ακριβώς που είπαμε πιο επάνω· ότι τείνεις να εκλάβεις την προσευχή ως στάση μπροστά στις εικόνες με τον προφορά τυπικών εκφράσεων που θεσπίστηκαν από αιώνες (προσευχές Όρθρου και Εσπερινού ή Ψαλμών και τα παρόμοια). Βέβαια και στο είδος αυτό της προσευχής μπορεί κάποιος να συνηθίσει από τη νεότητά του και να το επιτελεί κάθε ημέρα. Αυτό όμως είναι τελείως ανεπαρκές, και η προσευχή αυτή δεν εξαντλεί καθόλου το θέμα της προσευχής.

Παρατηρώ ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι γίνονται ολοένα  και λιγότερο ικανοί γι’ αυτό ακριβώς το είδος της προσευχής. Το φαινόμενο αυτό το αποδίδω στην εντεινόμενη διανοητική δραστηριότητα των ανθρώπων. Ο νους μας βρίσκεται σε συνεχή σχεδόν διέγερση από το πλήθος των κάθε είδους εντυπώσεων που μας προσεγγίζουν κατά τη διάρκεια της ημέρας· των εντυπώσεων της οράσεως και της ακοής. Από το πρωί αρχίζει ο εγκλωβισμός των ανθρώπων των πόλεων, αλλά τώρα και των χωριών, στην κοσμική ζωή, που παρασύρει τον νου και τη φαντασία μας στην εξέλιξη των γεγονότων και τα αισθήματά μας στη συμμετοχή σε αυτά.

Πώς λοιπόν με τους όρους αυτούς να αναχθούμε σ’ εκείνη την ησυχία του νου και την ηρεμία της καρδιάς, που είναι πράγματα τόσο απαραίτητα για την προσευχή; Να το ερώτημα. Σε αυτό θα επανέλθουμε πάλι κάποτε, αν ο Θεός ευδοκήσει, ενώ τώρα θα μεταφερθώ λίγο σε άλλο θέμα, στην προσωπική σου περίπτωση.

Γράφεις ότι, όταν βλέπεις την ανικανότητά σου να βρεις την προσευχή, όταν σταθείς σε προσευχή, συναισθάνεσαι τη μηδαμινότητά σου. Και αυτό σε αποκαρδιώνει. Μην αποθαρρύνεσαι. Μην ανησυχείς πολύ με αυτή την περίπτωση. Να παρασταθεί κάποιος ενώπιον του Θεού δεν σημαίνει καθόλου να «σταθεί μπροστά στις εικόνες», αλλά να Τον αισθανθεί στο βάθος της συνειδήσεώς του ως Εκείνον που γεμίζει με την παρουσία Του τα πάντα. Να Τον ζήσει ως την αληθινή Πρωταρχική Πραγματικότητα από την οποία προέρχεται ο κόσμος στην τάξη της κατώτερης, δεύτερης δημιουργημένης κτιστής πραγματικότητος. Γι’ αυτό μπορεί να είναι κατάλληλη η κάθε στάση στην οποία βρίσκεται το σώμα: είτε κατακλίνεται, είτε βαδίζει, είτε κάθεται, είτε στέκεται και τα παρόμοια.

Αν ο νους και η καρδιά σου δοκιμάζουν προσευχητική διάθεση κατά την ανάγνωση της Αγίας Γραφής, τότε μένε σε αυτήν όσο δεν διακόπτεται η προσευχητική αυτή διάθεση. Ο κανόνας είναι ο εξής: Κάθε λόγος, κάθε θέση του σώματος, στα οποία ο νους και η καρδιά ενώνονται σε μια ζωή της μνήμης του Θεού, δεν πρέπει να αλλάζει, ωσότου εξαντληθεί ο νους ή η καρδιά ή το σώμα.

Οι παρατηρήσεις μου επάνω στους σύγχρονους ανθρώπους με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι βολικότερο γι’ αυτούς να προσεύχονται στους ναούς, ιδιαίτερα κατά τη Λειτουργία. Η λειτουργική προσευχή με τη συχνή θεία μετάληψη αποτελεί το πλήρωμα. Αλήθεια, για να πραγματοποιηθεί αυτό, είναι απαραίτητο να την ζει κάποιος και να την κατανοεί. Τότε αποκαλύπτεται ότι η Λειτουργία αγκαλιάζει με τη χάρη της όλη τη ζωή μας· σ’ αυτήν περικλείονται όλα τα επίπεδα του είναι μας κατά την αναφορά του προς τον Θεό. Η Λειτουργία, αν βεβαίως βιώνεται με όλο το είναι μας, επιτρέπει να τη ζήσουμε ως αληθινά Θεία Πράξη, που περιλαμβάνει όχι μόνο αυτό τον ορατό κόσμο, αλλά και όλον εκείνον που άπειρα ξεπερνά τα όριά του. Μη εμβαθύνοντας στον χώρο αυτό ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να περιπέσει στη συνήθεια που τον ερημώνει και τον νεκρώνει. Είναι απαραίτητο να αυξάνει αδιάκοπα στη γνώση του Θεού και να μην επιτρέψει να μετατραπεί η Λειτουργία σε λεπτομέρεια της ευσεβούς βιοτής μας. Επειδή ακριβώς η ζωή μας έγινε φτωχότερος χώρος για τη Λειτουργία, ζήσαμε όλοι τη βαθιά κρίση. Οι άνθρωποι άρχισαν να στρέφονται με μεγάλη ικανοποίηση σε κάθε είδους ανάγνωσμα ή διασκέδαση, προτιμώντας αυτά αντί της Λειτουργίας. Με αυτό τον τρόπο αναπαύονταν καλύτερα και μάλιστα ικανοποιούσαν την απαίτηση να αυξάνουν τις γνώσεις τους. Αυτό είναι πλήρως κατανοητό και δικαιολογημένο. Ο άνθρωπος κατά τη φύση του είναι ον που τείνει προς την τελειότητα, προς τη γνώση, και ακόμη προς την απόλυτη γνώση και το πλήρωμα του Είναι. Να λοιπόν το παράδοξο: Εξαιτίας της τάσεως αυτής προς την απόλυτη τελειότητα, που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση, οι άνθρωποι απομακρύνονται από εκείνο τον «χώρο», ο οποίος δόθηκε από τον Θεό ακριβώς για την απόκτηση της γνώσεως και της ζωής αυτής.

Θα σου πω λίγα λόγια και για ένα επιπλέον πρόβλημα της εποχής μας. Δυστυχώς οι μορφές της εκκλησιαστικής ζωής και των ακολουθιών που θεσπίστηκαν διά μέσου των αιώνων δεν ανταποκρίνονται  εντελώς στις αναζητήσεις και τις ανάγκες των συγχρόνων ανθρώπων. Και αυτό είναι κατανοητό. Οι μορφές αυτές δεν σχηματίστηκαν σε δικές μας εποχές, αλλά για ανθρώπους άλλης διανοητικής και ψυχολογικής αναπτύξεως και άλλης εμπειρίας της ζωής. Το πρόβλημα όμως αυτό στην Εκκλησία είναι εξαιρετικά περίπλοκο, και ως εκ τούτου η επίλυσή του προς το παρόν για ιδιαίτερες περιπτώσεις επιτυγχάνεται με αυτό τον τρόπο: Μερικοί άνθρωποι μη αποκομίζοντας από τις μορφές των εκκλησιαστικών ακολουθιών απαντήσεις για όλες τις ανάγκες τους, αισθάνονται επιπλέον την ανάγκη να αναπληρώσουν αυτή την έλλειψη στο σπίτι τους με μεγάλο τίμημα απώλειας δυνάμεως και χρόνου.

Ο επίσκοπος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ πριν από εκατό περίπου χρόνια έγραφε ότι ήδη στον καιρό του ακόμη και οι μοναχοί στα μοναστήρια, μη αποκομίζοντας από τις εκκλησιαστικές ακολουθίες και την προσωπική χειραγώγηση όλα όσα τους χρειάζονται, είχαν την ανάγκη να διαβάζουν εντατικά τη Γραφή και τα έργα των Πατέρων. Χωρίς αυτά δεν μπορούσαν να προοδεύσουν. Ακόμη περισσότερο ισχύουν όλα αυτά για τους συγχρόνους μας που ζουν στον κόσμο, και μάλιστα στον κόσμο που δεν προσεύχεται και έχει λησμονήσει τον Θεό.

Έτσι λοιπόν, μην ανησυχείς για την ανικανότητά σου να συγκεντρωθείς, όταν στέκεσαι στην προσευχή. Κράτησε πριν απ’ όλα τη μνήμη του Θεού και την ειρήνη της καρδιάς. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για σένα, εφόσον δεν το κατέχεις ισχυρά. Πρόσεχε, μη δαπανάς χωρίς όφελος τις λίγες σωματικές σου δυνάμεις.

Για να βρεις τον σωστό δρόμο, είναι καλύτερο απ’ όλα να το ζητήσεις από τον ίδιο τον Θεό στην προσευχή:  
«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου… Δίδαξέ με να σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες… Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου… Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια… Εγώ  με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα, στο τέλος της ζωής μου, διόρθωσέ τα όλα Εσύ ο ίδιος, και ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά Σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού… Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι… αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ω Φως του κόσμου».

Κι έτσι, με δικά σου λόγια, να προσεύχεσαι για όλα με τον ίδιο τρόπο. Θα περάσει κάποιος χρόνος και η δύναμη των λόγων αυτών θα εισχωρήσει στο εσωτερικό της υπάρξεώς σου, και τότε θα ρεύσει αυτομάτως ζωή, όπως ακριβώς θέλει ο Κύριος. Κρίνοντας όμως εξωτερικά δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τίποτε.

Αλήθεια, όλο το νόημα της ζωής βρίσκεται στο να ζει ο νους και η καρδιά μας με τον Θεό· να γίνει ο Θεός η ζωή μας. Αυτό και μόνο ο ίδιος ζητά. Γι’ αυτό και δημιουργηθήκαμε, για να ζήσουμε τη ζωή Του, και μάλιστα σε όλη την απειρότητά της. Ο λόγος αυτός μπορεί να μας τρομάζει όταν βλέπουμε την τωρινή οικτρή κατάστασή μας, αλλά έτσι είναι, και δεν πρέπει να χάσουμε την πίστη αυτή. Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι να υποβιβάσουμε και να μειώσουμε την ιδέα του Θεού για τον άνθρωπο. Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε «προσωπικές» σχέσεις μαζί Του, σχεδόν «ανθρώπινες»… Ελπίζω ότι με αντιλαμβάνεσαι. Καταλαβαίνεις ότι με τον όρο αυτό εννοώ τον εσωτερικό, ενδόμυχο σύνδεσμο με τον Θεό. Γιατί ο άνθρωπος κλήθηκε για τη ζωή εν Αυτώ, δηλαδή όχι μόνο η ανώτερη ικανότητά του για θεωρία, το «πνεύμα», αλλά και τα αισθήματα, η ψυχή, ακόμη και το σώμα.

Πηγή: Αρχιμανδρίτη Σωφρονίου Σαχάρωφ, Γράμματα στη Ρωσία, εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας: 2009, σ. 41-42.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

ΟΤΑΝ Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ



- Έχεις σκεφτεί τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;
- Στρατιώτης του Χριστού!!!

- Τι χρειάζεται κανείς για να γίνει στρατιώτης του Χριστού;
- Ταπείνωση, προσευχή, υπακοή... και νηστεία!!!

Πηγή: «Ουράνιο τόξο» (παιδική εκπομπή ΕΤ1)

Υ/γ. 
(α) Αλήθεια, εμείς που μεγαλώσαμε τι γίναμε; Γίναμε άραγε κάτι;
(β) Ι. μου, ευχαριστώ πολύ που μου το έστειλες.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Αυξίβιε ιερέ, Σόλων Ιεράρχα, και Κυπρίων άστρον λαμπρόν


ΑΓΙΟΣ ΑΥΞΙΒΙΟΣ: Α’ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΟΛΩΝ

Τα λόγια του Κυρίου "ος δ' αν ποίηση και διδάξει, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών" βρίσκουν πέρα για πέρα την εφαρμογή τους στο πρόσωπο του αγίου Αυξιβίου, που είναι ο πρώτος επίσκοπος της Σολέας της Κύπρου.

Ο όσιος αυτός Πατήρ "και εποίησε και εδίδαξε".

Δίκαια λοιπόν, θεωρείται μέγας.

Ο ιερός και φλογερός αυτός εργάτης της Εκκλησίας του Χριστού καταγόταν από τη Ρώμη κι έζησε στα χρόνια των Αποστόλων. Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι, αλλά ειδωλολάτρες. Είχαν δύο παιδιά, Τον Αυξίβιο κι έναν άλλο, τον Θεμισταγόρα, που ήταν πιο μικρός.

Ο Αυξίβιος είχε ωραίο κι επιβλητικό παράστημα αγαπούσε δε πολύ τα γράμματα. Όταν μεγάλωσε κι ήρθε ο καιρός να μορφωθεί, οι γονείς του τον παρέδωσαν σε σοφούς δασκάλους, κοντά στους οποίους ο νέος διδάχτηκε όλη τη σοφία και τη γνώση του καιρού του. Την ίδια περίοδο ο φιλομαθής νέος είχε γνωριστεί και με χριστιανούς, κι άρχισε κι από αυτούς να μαθαίνει τα της νέας θρησκείας.

Οι γονείς που έβλεπαν στο μεταξύ το παιδί τους να μεγαλώνει και να φτάνει στην κατάλληλη ηλικία για αποκατάσταση, άρχισαν να του μιλούν για γάμο και να τον εκβιάζουν να νυμφευτεί. Μα ο καλός και μεγαλεπήβολος νέος που διψούσε για άλλη ζωή, ζωή ανώτερη, τους παράτησε κι έφυγε κρυφά από τη Ρώμη μ' ένα καράβι, που ταξίδευε στην Κύπρο. Κάποιο πρωινό το καράβι έφτασε κι αγκυροβόλησε στον Λιμνίτη, ένα λιμάνι που βρίσκεται στη βόρεια ακτή της νήσου κι απέχει τέσσερα περίπου μίλια από την πόλη των Σόλων. Την πόλη αυτή, όπως είναι γνωστό, έκτισε ο βασιλιάς της Αίπειας Φιλόκυπρος, το πρώτο τέταρτο του έκτου αιώνος π.Χ. προς τιμή του μεγάλου νομοθέτου των Αθηνών, του Σόλωνα, που επισκέφθηκε τότε την Κύπρο. Στην πόλη αυτή η Πρόνοια του Θεού κανόνισε, ώστε ο Αυξίβιος να συναντηθεί με τον απόστολο Μάρκο και να γίνει μαθητής του. Ο νεαρός απόστολος ήταν μόνος του, γιατί ο σύντροφος του, κι αρχηγός της ιεραποστολικής ομάδας, Κύπριος απόστολος Βαρνάβας είχε υποστεί στο μεταξύ τον μαρτυρικό θάνατο στη Σαλαμίνα. Τον είχαν λιθοβολήσει ένα βράδυ οι Ιουδαίοι.

Κοντά στον ευαγγελιστή Μάρκο ο νεαρός προσήλυτος Αυξίβιος συμπλήρωσε τις γνώσεις του για τη νέα πίστη, δέχτηκε το βάπτισμα και χειροτονήθηκε επίσκοπος. Από τη στιγμή αυτή στην ψυχή του ένας πόθος φλογερός και ιερός είχε ανάψει δυνατά. Ο πόθος να μεταδώσει τον θησαυρό που βρήκε και σε άλλους. Να βοηθήσει κι άλλους να γνωρίσουν τον Χριστό και να μοιραστούν μαζί του την ανεκλάλητη χαρά του.

Στον πόθο του όμως αυτό τον ιερό και άγιο παρουσιαζόταν εμπόδιο τρανό κι ανυπέρβλητο μια υπόδειξη-εντολή, που του έκαμε ο δάσκαλος του, ο απόστολος Μάρκος:
- Προσπάθησε, του είχε πει, να επιβληθείς στους γύρω σου πρώτα με το παράδειγμα σου και τα έργα σου κι ύστερα με τα λόγια και τη διδασκαλία σου.

Την υπόδειξη αυτή ο άγιος μας την σεβάστηκε και την τήρησε πιστά. Είχε μάθει πώς η υπακοή είναι μεγάλη αρετή για τον χριστιανό. Γι' αυτό και δεν θέλησε να την αγνοήσει. Αφού αποχαιρέτησε τον ευαγγελιστή και πνευματικό πατέρα κι οδηγό του Μάρκο, που αναχώρησε για την Αίγυπτο, ο νεοφώτιστος μαθητής έφυγε κι αυτός από τον Λιμνίτη, κι ήρθε στους Σόλους. Εκεί κοντά στον μεγάλο και καλλιμάρμαρο ναό της πόλης που ήταν αφιερωμένος στον πατέρα "των θεών και των ανθρώπων", τον Δία, συνάντησε ο άγιος μας τον ειδωλολάτρη ιερέα, που μόλις τον είδε κι αντιλήφθηκε πως ήταν ξένος, τον κάλεσε για να τον φιλοξενήσει.

Στο σπίτι του ιερέα ο μακάριος Αυξίβιος έμεινε αρκετό καιρό χωρίς να μιλήσει ποτέ σε κανένα για τη χριστιανική του ιδιότητα.

Κάποια μέρα που ο ειδωλολάτρης ιερέας επέστρεψε από τον ναό, ο Αυξίβιος αποφάσισε να διακόψει τη σιωπή.

- Γιατί λατρεύετε και προσκυνάτε σαν θεούς τις πέτρες και τα μάρμαρα, του είπε; Οφθαλμούς έχουσι, μα δεν βλέπουσι. Ώτα έχουσι, μα δεν ακούουσι ούτε κι αντιλαμβάνονται τις προσευχές τις οποίες κάμνετε, και τις θυσίες που τους προσφέρετε. Ο Θεός των χριστιανών, όπως έχω ακούσει, είναι ο αληθινός Θεός. Αυτός έχει δημιουργήσει όλο τον κόσμο με μόνο τον λόγο του. Αυτός δημιούργησε και το ανθρώπινο γένος από ένα ζευγάρι. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο για να 'ναι ευτυχισμένος. Για την ευτυχία του, τον έβαλε σ' ένα θαυμάσιο κήπο, τον Παράδεισο μέσα στον οποίο ο άνθρωπος με λίγη δουλειά θα μπορούσε να βρίσκει, ότι του χρειαζόταν για την ευτυχία του. Για να 'ναι όμορφη η ζωή του και να 'χει νόημα, του έδωσε και μια εντολή, ένα νόμο. Του είπε να τρώγει από τους καρπούς όλων των δένδρων του Παραδείσου. Να μην τρώγει μόνο από τους καρπούς ενός δένδρου, που το ονόμασε "δένδρον της γνώσεως του καλού και του κάκου". Με την υπακοή τους οι πρώτοι άνθρωποι στην εντολή αυτή του Θεού, θα μπορούσαν να τελειοποιηθούν στην αρετή και να ομοιάσουν με τον Δημιουργό τους. Να γίνουν άγιοι, Όπως Άγιος είναι κι Αυτός. Δυστυχώς οι πρωτόπλαστοι, έτσι λέμε τους πρώτους ανθρώπους, δεν τήρησαν την εντολή του Θεού για πολύ καιρό.

Την παράβηκαν. Παράκουσαν. Και με την παρακοή τους έχασαν τον Παράδεισο.

Μόνο αυτό; Κάτι περισσότερο. Μπήκε και το κακό στον κόσμο με αποτέλεσμα ο βασιλιάς της δημιουργίας, ο άνθρωπος να γίνει σαν τα άλογα ζώα. Να κάμει σκοπό του το φαγητό και το ποτό και την ικανοποίηση των πόθων και των ορμών του. Κι όταν δεν έβρισκε τα μέσα, τότε δεν είχε παρά να κλέβει, να αδικεί, να σκοτώνει. Να σκοτώνει κι αυτούς τους δικούς του. Να σκοτώνει τ' αδέλφια του, τον σύντροφο του, τα παιδιά του.

Από το κατάντημα αυτό ο καλός Θεός θέλησε να σώσει στις ημέρες μας τα πλάσματα του. Αυτός, για τον οποίο μας μίλησαν οι μεγάλοι σοφοί μας, ήρθε. Ο υιός του Θεού έγινε άνθρωπος κι ήρθε. Γεννήθηκε σαν άνθρωπος, μεγάλωσε σαν κι εμάς, δίδαξε, πέθανε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε στον Ουρανό και θα ξανάρθει να μας κρίνει. Να τιμωρήσει το κακό και να βραβεύσει το καλό...

Τα απλά τούτα λόγια του αγίου συγκίνησαν τον καλοκάγαθο ειδωλολάτρη ιερέα, που όχι μόνο έπαψε σε λίγο να θυσιάζει στους ψεύτικους κι ανύπαρκτους θεούς, τα είδωλα, αλλά κι άρχισε να ζητά να μάθει περισσότερα για τον Θεό των χριστιανών. Κι ο ιεραπόστολος συνέχισε να τον διδάσκει. Η κατήχηση κράτησε κάμποσες μέρες. Το αποτέλεσμα υπήρξε θριαμβευτικό. Ένα βράδυ ο κατηχούμενος ασπάστηκε την καινούργια πίστη και βαπτίστηκε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Στο πρόσωπο του η χριστιανική Εκκλησία βρήκε ακόμη ένα ζηλωτή εργάτη, ένα εργάτη με κύρος και παλμό.

Λίγες μέρες μετά το περιστατικό τούτο, ο άγιος μας δέχθηκε στους Σόλους την επίσκεψη του ιερού Ηρακλειδίου, επισκόπου της Ταμασού. Αφορμή για την επίσκεψη έδωκε τούτο το γεγονός.

Ο απόστολος Μάρκος μετά την αναχώρηση του από την Κύπρο, πήγε στην Αλεξάνδρεια. Απ' εκεί, αφού ίδρυσε την πρώτη Εκκλησία στην πολυάνθρωπο εκείνη πόλη, έφυγε για να βρει τον απόστολο Παύλο. Η ευγενική ψυχή του νεαρού αποστόλου ένιωθε την ανάγκη να συναντήσει τον πολύπειρο απόστολο και να συζητήσει μαζί του μερικά προβλήματα του χριστιανικού έργου. Με τη χάρη του Θεού η συνάντηση πραγματοποιήθηκε γρήγορα. Κι οι δύο απόστολοι αφού αντήλλαξαν ασπασμό χριστιανικής αγάπης, άρχισαν με μεγάλο ενδιαφέρον να συνομιλούν για την Κύπρο. Κατά τη συνομιλία ο Μάρκος αποκάλυψε στο φλογερό απόστολο το μαρτυρικό τέλος του φίλου του αποστόλου Βαρνάβα και του φανέρωσε πώς στην Κύπρο δεν ήταν άλλος απόστολος για να συνεχίσει το έργο τους. Ο θείος Παύλος, σαν άκουσε τη δυσκολία, έσπευσε αμέσως να στείλει στο πολύπαθο νησί τους συνεργάτες του Επαφρά και Τυχικό και μερικούς άλλους. Τους έστειλε στον Ηρακλείδιο με επιστολή στην οποία του έγραφε, να εγκαταστήσει τον μεν Επαφρά επίσκοπο στην Πάφο, τον Τυχικό στη Νεάπολη, δηλαδή τη Λεμεσό και τον Αυξίβιο στους Σόλους χωρίς όμως να τον χειροτονήσει. Κι ο λόγος; Γιατί ο Αυξίβιος ήταν χειροτονημένος από τον απόστολο Μάρκο.

Ο άγιος Ηρακλείδιος μόλις πήρε την επιστολή, φρόντισε να κάμει ό,τι του έγραφε ο μακάριος Παύλος και πήγε να συναντήσει τον Αυξίβιο. Η συνάντηση υπήρξε συγκινητική. Οι ιεροί άνδρες "ησπάσθησαν αλλήλους φιλήματι αγίω" κι άρχισαν με αγάπη και κατανόηση να συζητούν. Ο Ηρακλείδιος με την ευκαιρία αυτή, αφού άκουσε τον Αυξίβιο, τον συμβούλεψε να φανερώσει πια την ιδιότητα του και ν' αρχίσει να εργάζεται με ζήλο για την πνευματική αναγέννηση των συμπολιτών του.

Το κήρυγμα του Αυξιβίου προβαλλόμενο έντονα κι απ' την άγια ζωή του και τα πολλά θαύματα με τα οποία τον χαρίτωσε ο Κύριος, έφερε καταπληκτικά αποτελέσματα. Συνεχώς το μικρό ποίμνιο του Χριστού πλήθαινε-πλήθαινε και γινόταν λαός πολύς. Τα διάφορα σπίτια στα οποία μαζευόντουσαν ως τότε οι χριστιανοί, για να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, μίκραιναν και δεν τους χωρούσαν. Μία ανάγκη πρόβαλε απαιτητική: Η δημιουργία ενός ειδικού χώρου για τις συναθροίσεις των πιστών. Το κτίσιμο μιας εκκλησίας.

Ένα πρωινό μετά τη συνηθισμένη συγκέντρωση ο θείος Ηρακλείδιος παράλαβε τον άγιο Αυξίβιο κι αφού ανέπεμψε μαζί του θερμή προσευχή, χάραξε σε κάποιο τόπο τον χώρο εκκλησίας, του έδωκε τις τελευταίες συμβουλές και τον αποχαιρέτησε.

Ο ιερός Ηρακλείδιος αναχώρησε με τη συνοδεία του για την πατρίδα του. Κι ο μακάριος Αυξίβιος ρίχτηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής του στο έργο που έλαβε. Και να! Με τη βοήθεια του Θεού, σε λίγο χρόνο, μια όμορφη εκκλησία υψώθηκε στην πόλη των Σόλων. Μέσα σ' αύτη με προθυμία κι ενθουσιασμό μαζευόντουσαν οι πιστοί κι οι προσήλυτοι τις ορισμένες μέρες για ν' ακούσουν τα ρήματα της αιωνίου ζωής.

Μια βραδιά εκεί που ο άγιος Αυξίβιος δίδασκε πρόσεξε μέσα στο πλήθος μια γνωστή του αγαπημένη μορφή. Ήταν ο αδελφός του Θεμισταγόρας που είχε έλθει από τη Ρώμη με τη σύζυγο του, την ενάρετη Τιμώ, για να τον βρει. Η συνάντηση των αδελφών ύστερα από τόσο καιρό υπήρξε πολύ-πολύ συγκινητική. Ο Αυξίβιος κράτησε κοντά του το αγαπητό ζευγάρι. Το κατήχησε με ιδιαίτερη χαρά στη χριστιανική πίστη και κάποια βραδιά προχώρησε στη βάπτιση του. Μετά χειροτόνησε τον Θεμισταγόρα πρεσβύτερο της Εκκλησίας των Σόλων και τη γυναίκα του διακόνισσα γιατί ύστερα από το βάπτισμα οι δύο σύζυγοι έζησαν πια σαν αδελφοί.

Η συστηματική εργασία του αγίου Αυξιβίου που συνοδευόταν από μια πολύ προσεκτική κι ενάρετη ζωή, μαζί με τα πολλά του θαύματα έγινε αφορμή, η πρώτη εκκλησία που κτίστηκε, να είναι σε λίγο χρόνο πολύ μικρή για να εξυπηρετήσει τα πλήθη των πιστών της ιστορικής πόλεως. Με τη βοήθεια όλων των χριστιανών μια νέα προσπάθεια αναλήφθηκε. Και τη μικρή εκκλησία πολύ γοργά αντικατέστησε μια καινούργια πολύ πιο μεγάλη κι ωραία.

Αλήθεια! Τι δεν κάνει η ομόνοια, ο ζήλος των πιστών κι η αγία ζωή;

Ανθρώπους με φλογερό ζήλο κι αγία ζωή χρειάζεται κι η εποχή μας, για ν' αλλάξει και να ορθοποδήσει. Μα τους ανθρώπους με την ενάρετη κι αγία ζωή μόνο ένας μπορεί να τους δημιουργήσει: Ο Χριστός.

Κοντά στον νεοποιό Χριστό καλείται να τρέξει και να σταθεί ο καθένας που θέλει και ποθεί αληθινά να γίνει ο καινούργιος και πραγματικά κοινωνικός άνθρωπος.

Τα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας που συνέστησε ο Κύριος και προπαντός τα αγιαστικά Μυστήρια που λέγονται Μετάνοια κι Εξομολόγηση και Θεία Ευχαριστία είναι δύο μέσα μοναδικά για να πραγματώσει ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος εκείνο που έλεγαν oι πρόγονοι και πατέρες μας: "Ως χαρίεν εστ' άνθρωπος, όταν άνθρωπος η". Δηλαδή τι όμορφο πράγμα είναι ο άνθρωπος, όταν είναι άνθρωπος. Τότε, αυτών των ανθρώπων το παράδειγμα αποτελεί το ζωντανότερο κήρυγμα, κήρυγμα πολύ πιο εύγλωττο κι από τα ωραιότερα λόγια. Τέτοιο ήταν το κήρυγμα του μεγάλου αγίου μας, του ιερού Αυξιβίου. Κέρδισε την εμπιστοσύνη των συμπολιτών του με την άγια ζωή του. Πενήντα ολόκληρα χρόνια έζησε σαν αρχιερέας διδάσκοντας και νουθετώντας το ποίμνιο του.

Πριν κλείσει τα μάτια όρισε σαν διάδοχο κι αντικαταστάτη του στον επισκοπικό θρόνο των Σόλων τον μαθητή και συνεργάτη του Αυξίβιο.

Αυτός τον κατήχησε και τον βάπτισε και του έδωκε και τ' όνομα του. Μετά αφού αποχαιρέτησε με δάκρυα στοργής κι αγάπης κλήρο και λαό παρέδωκε το πνεύμα.

Οι χριστιανοί πένθησαν τον πνευματικό τους πατέρα και τον κήδεψαν με πολύ σεβασμό κι επιμέλεια.

Ο τάφος του αγίου έγινε "ιατρείον νοσημάτων άμισθον και θλιβομένων ψυχών παραμύθιον".

Χιλιάδες πιστοί από όλη τη νήσο προσέρχονται κάθε χρόνο μ' ευλάβεια στη χάρη του για να ζητήσουν με δάκρυα τη μεσιτεία και τη βοήθεια του. Αληθινά! Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού!.


Απολυτίκιο 
Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.
Αποστόλων την χάριν ως του Πνεύματος όργανον, διά Μάρκου του θείου, θησαυρίσας, Αυξίβιε, εδείχθης Ιεράρχης ευκλεής, και πρόεδρος των Σόλων και ποιμήν δια τούτό σου την μνήμην την ιεράν τιμώμεν ανακράζοντες· δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σου, πάσιν ιάματα.

Μεγαλυνάριο
Ήχος πλ. δ'
Χαίροις, ώ Αυξίβιε ιερέ, Σόλων Ιεράρχα, και Κυπρίων άστρον λαμπρόν χαίροις ο παρέχων, εκάστω τας αιτήσεις, και άφεσιν πταισμάτων ημίν αιτούμενος.

 
Απολυτίκιον
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης
Τον Θεόν παιδιόθεν αγαπήσας, Αυξίβιε, ειδωλολατρίας την πλάνην ευτελές ώσπερ ράκος απέβαλες· και φεύγων εφημέρων χαρμονήν ουράνιον απήλαυσας τρυφήν, εν αυλαίς ταις του Κυρίου διακονών τον δι’ ημάς πτωχεύσαντα. Σεμνύνονται, μάκαρ, επί σοι Ρωμαίων άστυ άμα Κύπρος τε κώμη δ’ Αστρομερίτου, ως πολιούχόν σε έχουσα.

Κοντάκιον
Ήχος β’. Προστασία των Χριστιανών.
Ιεράρχα Χριστού, Αστραίων παραμύθιον, των Σόλων ποιμήν και Ρώμης ακροθίνιον, μη εάσης ημάς φρικταίς βολαίς του πονηρού, αλλά πρόστηθι ως αρωγός εις την κραταίωσιν ημών των πιστώς προσιόντων σοι. Φώτισον σαις ευχαίς σου και κράτυνον διδαχαίς σου, ίνα την τρίβον προς Θεόν επιμελώς αεί βαδίζωμεν.

Πηγή: Αρχιμ. Λεοντίου Χατζηκώστα, Κανών Παρακλητικός προς τον θαυματουργόν ιεράρχην Αυξίβιον, πρώτον επίσκοπον Σόλων, Αστρομερίτης Κύπρου: 1971, σ. 49 και 54.


Υ/γ.
(1)  Η μνήμη του Αγίου Αυξιβίου, πρώτου επισκόπου Σόλων, συνεορτάζεται μαζί με τον Άγιο Ηρακλείδιο πρώτο επίσκοπο Ταμασού στις 17 Σεπτεμβρίου. Εορτάζεται επίσης ξεχωριστά στις 17 Φεβρουαρίου.

(2) Ο μοναδικός ναός στην Κύπρο που είναι αφιερωμένος στον Άγιο Αυξίβιο βρίσκεται στον Αστρομερίτη, ένα χωριό της μητροπολικής περιφέρειας Μόρφου, και ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα (1875). Η αφιερωματική εικόνα του αγίου Αυξιβίου είναι έργο του 17ου αιώνα. Το εικονοστάσι του ναού πλαισιώνεται κατ’ εξοχήν με εικόνες του 20ού αιώνα, αλλά στον ναό φυλάσσονται αρκετές του 19ου αιώνα, καθώς και προγενέστερες (17ου αι.).

Οι διάφορες παραδόσεις του τόπου, καθώς και ο παλαιός βίος του αγίου, συγκεράζουν γεγονότα που πρέπει να αποδοθούν μάλλον σε 4 διαφορετικούς αγίους με το όνομα Αυξίβιος (ή Ευξίφιος): (α) τον πρώτο επίσκοπο Σόλων, (β) τον διάδοχό του, (γ) ένα άγιο που έζησε μάλλον περί τον 5ο αιώνα και (δ) ένα άγιο εκ των Αλαμάνων ασκητών που ήρθαν στην Κύπρο από τη Μικρά Ασία (9ο αι.). Πιθανόν ένας από τους δύο τελευταίους αγίους να είναι και αυτός που ασκήτευσε στον «σπήλιο (=σπήλαιο) του αγίου», την ύπαρξη του οποίου πλησίον του ναού θυμούνται οι γεροντότεροι κάτοικοι του χωριού.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...