Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάκριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάκριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Τρυφερότητα και αγιότητα


Οι άγιοι εμπνέονται στην αγαθότητα της συμπεριφοράς τους από την κένωση του Χριστού. Ταυτόχρονα, μας κάνουν να προγευόμαστε τη μελλοντική εκείνη κατάσταση της ανθρωπότητας, όπου θα βασιλεύει στις ανθρώπινες σχέσεις η καλοσύνη. Διότι, οι άνθρωποι ανικανοποίητοι από την εξωτερική ισότητα που συνειδητοποιούν ανάμεσά τους, τείνουν προς ένα ανώτερο επίπεδο αμοιβαίων σχέσεων, ένα επίπεδο σημαδεμένο από τα χνάρια της καλοσύνης.

Η συνείδηση των αγίων χαρακτηρίζεται από μια ευαισθησία που έχει καλλιεργηθεί και εκλεπτυνθεί από την ευαισθησία του ενανθρωπίσαντος Θεού – την ευαισθησία εκείνη, της οποίας μέρος αποτελούν οι άγιοι. Και λόγω αυτής τους της συνείδησης, μπορούν να κοιτάξουν μέσα στους άλλους και να δουν εκεί ακόμα και τις πιο μυστικές καταστάσεις της ψυχής. Μ’ αυτόν τον τρόπο, οι άγιοι αποφεύγουν καθετί που θα μπορούσε να τους δημιουργήσει κάποια αντίθεση με τους διπλανούς τους, χωρίς ωστόσο να παραμελούν να βοηθούν τους άλλους να θριαμβεύουν πάνω στις αδυναμίες τους και να υπερνικούν τις δυσκολίες τους. Γι’ αυτό, οι άνθρωποι αναζητούν τον άγιο για να εμπιστευτούν τα πιο ενδόμυχα μυστικά τους. Διότι εκείνος έχει την ικανότητα να διακρίνει μέσα τους μια ανάγκη που μόλις και μετά βίας αρθρώνεται, την ανάγκη για καθετί καλό που μόνο να τα επιθυμούν μπορούν. Και σπεύδει τότε να δώσει και τον εαυτό του ακόμα για να ικανοποιηθεί η επιθυμία τους αυτή.

Όμως μέσα στους άλλους, ο άγιος διακρίνει και την ρυπαρότητα – ακόμα κι εκείνη που αποκρύπτεται πολύ επιδέξια. Και τότε, οι άνομες επιδιώξεις τους και οι διεστραμμένες επιθυμίες τους του προκαλούν πόνο· ένα πόνο που ενοικεί διαρκώς μέσα του, αλλά και που σε συνδυασμό με την ήρεμη δύναμη της αγνότητάς του, μετατρέπει τη συμπάθεια του σε δύναμη εξαγνιστική για τους άλλους.

Σε καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις , ξέρει πότε είναι η κατάλληλη ώρα να μιλήσει και τι να πει· κι ακόμα ξέρει πότε πρέπει να σιωπήσει και τι πρέπει να πράξει. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή η λεπτή διεισδυτικότητα των αγίων αποτελεί ένα είδος «ποιμαντικής διπλωματίας», μια περαιτέρω εκδήλωση της διακεκριμένης αρχοντιάς τους.

Ο άγιος ακτινοβολεί πάντα ένα πνεύμα μεγαλοψυχίας, φροντίδας και συμμετοχικότητας στα προβλήματα των άλλων, χωρίς να σκέφτεται τον εαυτό του. Η ζεστασιά του θερμαίνει τους άλλους, τους κάνει να ανακτούν τις δυνάμεις τους και τους φανερώνει τη χαρά του να μην είναι μόνοι. Ο άγιος είναι ένας άκακος αμνός, έτοιμος πάντα να θυσιαστεί και να σηκώσει πάνω του τον πόνο των άλλων· ταυτόχρονα όμως είναι κι ένας ασάλευτος τοίχος πάνω στον οποίο όλοι μπορεί να ακουμπήσουν. Συμμετέχοντας έτσι στις τύχες των άλλων, ο άγιος κάποιες φορές επιδεικνύει διακριτικότητα, ενώ άλλες φορές εκφράζεται χωρίς επιφυλακτικότητα. Κι είναι περιττό να μιλήσουμε για την παντελή έλλειψη ιδιοτέλειας στη σχέση του με τους αδελφούς του.

Εξάλλου δεν υπάρχει κανείς πιο ταπεινός από τον άγιο, πιο ελεύθερος από καθετί τεχνητό και επίπλαστο, πιο απόμακρος από κάθε είδους επιδεικτικότητα, πιο «φυσικός» στη συμπεριφορά του. Κι αυτό διότι ο άγιος αποδέχεται και κατανοεί καθετί που είναι πραγματικά ανθρώπινο – όλες εκείνες τις αμελητέες και κάποιες φορές φαιδρές διαστάσεις της ανθρωπινότητάς μας· της ανθρωπινότητάς που είναι μεγαλειώδης μόνο όταν δεν κομπάζει για το μεγαλείο της. Έτσι ο άγιος, στις σχέσεις του με τους άλλους, δημιουργεί αμέσως μια ατμόσφαιρα φιλικότητας, οικειότητας και εγγύτητας. Και με τον τρόπο αυτό εξανθρωπίζει τις σχέσεις του και αποτυπώνει πάνω τους ένα χνάρι αυθεντικότητας, αφού κι ο ίδιος είναι βαθιά ανθρώπινος και αυθεντικός. (…)

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει πως οι άγιοι έχουν κατορθώσει την απόλυτη απλότητα, επειδή έχουν υπερβεί μέσα τους κάθε διπροσωπία και υποκρισία. Έχουν ξεπεράσει την πάλη μεταξύ σώματος και ψυχής, μεταξύ καλών προθέσεων και πραγματοποιημένων έργων, μεταξύ προσποιητής εμφάνισης και κρυμμένων λογισμών, μεταξύ αυτού που υποκρίνονται πως είναι και αυτού που πραγματικά είναι. Έγιναν απλοί γιατί έδωσαν ολοκληρωτικά τον εαυτό τους στον Θεό. Γι’ αυτό άλλωστε και μπορούν να δίνουν τον εαυτό τους ολοκληρωτικά στις σχέσεις τους με τους ανθρώπους. Κι αν κάποιες φορές προτιμούν να μην κατονομάζουν απερίφραστα τις αδυναμίες των ανθρώπων που έχουν απέναντί τους, είναι διότιτ δεν θέλουν να τους εξουθενώσουν, και διότι μέσα τους καλλιεργείται αδιάκοπα η διάκριση, η λεπτότητα, η ευγνωμοσύνη, η απλότητα και η ειλικρίνεια. (…)

Εξαιτίας της ταπείνωσης του, ο άγιος, κάνει την παρουσία του ανεπαίσθητη· όμως είναι πάντοτε παρών, όπου υπάρχει ανάγκη υποστήριξης, παραμυθίας ή ενθάρρυνσης. Στέκει στο πλάι εκείνου που όλοι οι άλλοι έχουν εγκαταλείψει. Όταν πρόκειται για έναν άνθρωπο που πρέπει να ανασυρθεί από την κατάσταση της απελπισίας, ο άγιος δεν λογαριάζει καμιά δυσκολία ως ανυπέρβλητη, κανένα πρόσκομμα ως ακατανίκητο. Σε τέτοιες περιπτώσεις επιδεικνύει εκπληκτική δύναμη και επιδεξιότητα, μαζί με ακλόνητη αταραξία και αυτοπεποίθηση, διότι πιστεύει ακράδαντα στη βοήθεια του Θεού.

π. Δημήτριος Στανιλοάε , Προσευχή και Ελευθερία, Υπερβαίνοντας τη φύση και τον θάνατο, εκδ. Εν πλω, 2009 , σ. 15-26

Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

Να κλαίμε μ' εκείνους που κλαίνε


Πώς να εκδηλώνουμε την αγάπη και την ευσπλαχνία μας στον συνάνθρωπό μας -πράγμα που είναι σπουδαιότερο και τελειότερο απ' όλα τα άλλα αγαθά- αφού αυτά είναι «το πλήρωμα του νόμου»; (Ρωμ. ιε' 10) Πώς θα συμμερισθούμε τον πόνο τους, αν δεν πάμε να επισκεφθούμε τους θλιμμένους και αν δεν κλάψουμε μαζί τους; Αν δηλαδή μείνουμε ασυγκίνητοι, χωρίς να χύσουμε ούτε ένα δάκρυ, αλλά αντίθετα, ευχαριστούμε τον Θεό για αυτά που τους συνέβηκαν; Γιατί το να υπομένουμε με ευχαριστία τους πειρασμούς και τις θλίψεις που μας βρίσκουν, δείχνει ότι πράγματι έχουμε την αρετή της υπομονής και της καρτερίας. Το να ευχαριστούμε όμως τον Θεό για ξένες συμφορές είναι χαρακτηριστικό χαιρέκακου ανθρώπου, είναι συμπεριφορά που προκαλεί την οργή του λυπημένου, τη στιγμή μάλιστα που ο Απόστολος μάς προτρέπει «να κλαίμε μ' εκείνους που κλαίνε».  (Ρωμ. ιβ' 15)

Τι έχουμε να απαντήσουμε σε όλα αυτά; Μήπως πρέπει να σας θυμήσουμε για ποια πράγματα πρέπει να κλαίμε και να λυπούμαστε; «Να χαίρεστε», λέει ο Κύριος, «και να αγάλλεσθε, γιατί η αμοιβή σας θα είναι μεγάλη στους ουρανούς». (Ματθ. ε' 12) Και αλλού πάλι λέει: «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα, αλλά να κλάψετε για τα παιδιά σας». (Λουκ. κγ' 28) Ο Ευαγγελικός, λοιπόν, λόγος μάς προτρέπει να συμμετέχουμε στο πένθος εκείνων που θλίβονται για τις αμαρτίες τους και να κλαίμε μαζί με όσους χύνουν δάκρυα μετανοίας.

Να κλαίμε επίσης και να θρηνούμε γι' αυτούς που παραμένουν αναίσθητοι, επειδή αυτοί δεν γνωρίζουν καν την απώλειά τους. Δεν πρέπει κανείς να λυπάται με τη σκέψη ότι δήθεν έχει παραβεί την εντολή του Θεού, αφού δεν έχει κλάψει για τον θάνατο κάποιου ανθρώπου ή γιατί δεν έχει θρηνήσει γοερά μαζί μ' εκείνους που πενθούν. Δεν θα επαινέσω βέβαια [...] τον κυβερνήτη κάποιου σκάφους, ο οποίος αντί να επιβάλλεται στους ταξιδιώτες και να αγωνίζεται κόντρα στον άνεμο, αντί να ξεπερνά τα κύματα και να στηρίζει όσους φοβούνται, ο ίδιος υποφέρει από ναυτία και παραπαίει, όπως εκείνοι που δεν έχουν καμιά πείρα από θάλασσα και ταξίδια. Γιατί με έναν τέτοιο άνθρωπο μοιάζει εκείνος που επισκέπτεται όσους πενθούν και δεν τους ωφελεί με τον λόγο του, αλλά συμμετέχει στις άπρεπες εκδηλώσεις του πένθους τους.

Θα πρέπει, βέβαια, να συμμετέχει κανείς στον πόνο όσων πενθούν. Γιατί έτσι θα γίνει συμπαθής σ' αυτούς που πάσχουν, εφόσον αυτοί θα αισθάνονται ότι υπάρχει κάποιος συνάνθρωπος που δεν χαίρεται και δεν αδιαφορεί για τον πόνο τους, αλλά αντίθετα, συμπάσχει μαζί τους. Δεν θα πρέπει όμως να πάσχει κανείς περισσότερο από εκείνους που πενθούν, ώστε να ξεσπά σε κραυγές και θρήνους, θέλοντας να συμμερισθεί τον πόνο τους. Ούτε βέβαια, θα πρέπει να μιμείται ζηλότυπα όσους ο πόνος τους τους έχει τυφλώσει.

Μ' άλλα λόγια, δεν πρέπει, άνθρωπέ μου, να κλείνεσαι στο σπίτι, να φοράς μαύρα ρούχα, να αφήνεις τα μαλλιά σου και τα γένια σου, όπως συνηθίζουν να κάνουν όσοι πενθούν. Γιατί αυτά μεγαλώνουν τη συμφορά και δεν καταπραΰνουν τον πόνο. Δεν έχεις παρατηρήσει ότι μεγαλώνουν οι πόνοι, όταν σ' ένα τραύμα προστεθεί το πρήξιμο των βουβωνικών αδένων ή στον πυρετό το πρήξιμο της σπλήνας; Δεν ξέρεις πως, αν κανείς τρίψει το πονεμένο μέλος πολύ απαλά, τότε απαλαίνει ο πόνος; Μην ξύνεις λοιπόν την πληγή εκείνου που πενθεί με την απρεπή συμπεριφορά σου, ούτε να συμμερισθείς εκείνον που είναι βουτηγμένος στον πόνο. Γιατί αυτός που θέλει να σηκώσει τον πεσμένο, θα πρέπει, ασφαλώς, να διαθέτει περισσότερη δύναμη από εκείνον. Η γεμάτη περίσκεψη όψη, η σεμνή σε σοβαρότητα και η ήρεμη θλίψη για όσα έχουν συμβεί είναι αρκετά για να εκφράσουν τη συμμετοχή του άλλου και τη συμπόνια προς τον πενθούντα. Όταν πάλι ανοίγεις το στόμα σου για να πεις κάτι, θέλοντας να παρηγορήσεις τον θλιμμένο, μην αρχίσεις να τον επιπλήττεις σαν εκείνον που ποδοπατεί έναν κατάκοιτο. Γιατί είναι πολύ βαρύ και φορτικό πράγμα η επίπληξη, όταν μάλιστα η ψυχή είναι ταλαιπωρημένη από τη θλίψη.

Επιπλέον, δύσκολα κανείς σ' αυτή την κατάσταση δέχεται τον λόγο εκείνου που είναι έξω από τον κύκλο των λυπημένων. Τέτοιου είδους λόγια δεν μπορούν να φέρουν παρηγοριά και ανακούφιση σε όποιον βρίσκεται σε συμφορά και οδύνη. Θα πρέπει να αφήσεις πρώτα τον πονεμένο να εκφράσει τη θλίψη του, αφήνοντας να φανεί πως νιώθεις τον πόνο του, και μετά με πολλή διάκριση, προσοχή και πραότητα θα πρέπει να ξεστομίσεις λόγια παρηγοριάς, όταν πια αυτός θα έχει ξεσπάσει και θα έχει λίγο χαλαρώσει. [...]


Μεγάλου Βασιλείου 
Πηγή: Αλγηδών η αγιοτόκος: Η Υπομονή και η Ευχαριστία κατά τους Πατέρες, εκδ. «Ετοιμασία», Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα, 2010, σ. 140-145 


Υ/γ. Αφιερώνουμε το παραπάνω απόσπασμα στη μαυροφορεμένη για ένα ακόμη Ιούλη Κύπρο, στη μάνα, στη σύζυγο, στο παιδί όσων παλληκαριών χάθηκαν τόσο άδικα και τόσο αναπάντεχα στην έκρηξη στη Ναυτική Βάση Ζυγίου. 

Οι Έλληνες της Κύπρου, κυρίως οι νέοι, διαδηλώνουν για πρώτη φορά τόσο μαζικά στους δρόμους ζητώντας δικαιοσύνη και τιμωρία των ενόχων. Πονούμε και οργιζόμαστε. Αλλά, Κύριε, το ξέρουμε ότι τα μέτρα της δικής Σου Δικαιοσύνης δεν μοιάζουν με τα δικά μας. Εσύ, Κύριε, αλλιώς μετράς όσα εμάς ανθρωπίνως μας οργίζουν και μας συνθλίβουν. ΕΥΤΥΧΩΣ με άλλα μέτρα, όχι ανθρώπινα, όλους εμάς μας κρίνεις!

Καταπράυνε, Κύριε, την οργή μέσα μας αλλά και φώτισέ μας στο εξής να πορευόμαστε και να πολιτευόμαστε με σωφροσύνη και τιμιότητα.

Άκουσε, Κύριε, μια ικεσία που υψώνουμε σε Σένα τέτοιες μέρες, τέτοιο μήνα... Σε άπταιστη κυπριακή διάλεκτο άκουσε όσα η γραφίδα του ποιητή μας έβαλε στο στόμα του εθνομάρτυρα Κυπριανού:

Τότες, ο Αρχιεπίσκοπος εψήλωσεν το δειν του [1]
στον ουρανόν, τζι εφάνησαν τα μμάδκια του κλαμένα,
εφάνην πως επόνησεν που μέσα στην ψυσιήν του, [2]
τζι είπεν τα τούν' τα [3] δκυο λόγια με δκυο σιείλη [4] καμένα:
«Θεέ, που νάκραν [5] δεν έσιεις [6] ποττέ στην καλoσύνην,
λυπήθου μας τζαι δώσε πκιον [7] χαράν στην Ρωμιοσύνην.»

[1] το δειν του = το βλέμμα του
[2] ψυσιήν = ψυχή
[3] τούν' τα = αυτά τα
[4] σιείλη = χείλη
[5] νάκραν = άκρη, όρια, τέλος
[6] έσιεις = έχεις
[7] πκιον = πια, πλέον 

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Πότε η ελπίδα στον Θεό είναι ψεύτικη!



Κάποιος έχει ελπίδα στο Θεό που στηρίζεται στην εγκάρδια πίστη. Αυτή είναι γνήσια, γιατί δημιουργήθηκε με τη διάκριση και τη γνώση. Κι ένας άλλος έχει ελπίδα διαφορετική, που γεννιέται από την αφροσύνη και την οκνηρία. Αυτή είναι ψεύτικη.

Ο άνθρωπος βέβαια που καθόλου δεν φροντίζει για τα φθαρτά πράγματα, αλλά αφού πρόσφερε ολόκληρο τον εαυτό του στο Θεό, διαθέτει ακατάπαυστα, νύχτα και μέρα, όλο του το χρόνο και το ζήλο στη λατρεία και την ευαρέστηση Εκείνου, παραμελώντας έτσι την εκπλήρωση των υλικών του αναγκών, αυτός καλά και γνωστικά ελπίζει στον Κύριο. Ότι θα του εξασφαλίσει όσα του χρειάζονται. Και είναι δίκαιο να δείξει ο Θεός σε έναν τέτοιο άνθρωπο όλη Του τη φροντίδα και να του δώσει άκοπα ό,τι έχει ανάγκη, γιατί είναι υπηρέτης Του γνήσιος και τηρεί την εντολή Του που λέει: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. στ' 33).

Η ελπίδα λοιπόν του ανθρώπου αυτού είναι καλή και έλλογη, και για αυτό δεν υπάρχει περίπτωση να μην εκπληρωθεί.

Εκείνος όμως που έχει ακόμα κολλημένο το νου του στη γη, εκείνος που έχει προσπάθεια (δηλαδή εμπαθή προσκόλληση) στα επίγεια, εκείνος που τρώει χώμα σαν το φίδι, παραδίνοντας τον εαυτό του σε μετεωρισμούς και δε αιχμαλωσίες της καρδιάς και σε αργολογίες, εκείνος που τεντώνει τεμπέλικα τα πόδια του λέγοντας : «Πιστεύω πως ο Θεός θα μου εξασφαλίσει ό,τι μου χρειάζεται», αυτός θα ακούσει οπωσδήποτε τα λόγια που του απευθύνει ο Θεός με το στόμα του προφήτη: «Εγγίζεις μοι εν τω στόματί σου, η δε καρδία σου πόρρω απέχει απ' εμού» (πβ. Ησ. κθ' 13). Αλλά και ο αδελφόθεος Ιάκωβος θα του πει: «Ει πιστεύεις τω Θεώ, καλώς ποιείς. Και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίσσουσι». Η πίστη όμως χρειάζεται και έργα, γιατί «άνευ έργων νεκρά εστί» (πβ. Ιακ. β' 19, 26).

Μην πλανιέσαι ασύνετε! Πριν από την ελπίδα στο Θεό, χρειάζεται ο κόπος και ο ιδρώτας για το Θεό στην καλλιέργεια των αρετών. Αν λοιπόν κι εσύ πιστεύεις ότι ο Θεός φροντίζει για τα πλάσματά Του και είναι παντοδύναμος, δείξε κι εσύ εργασία τέτοια, που να ταιριάζει στην πίστη σου. Και τότε θα έχεις το Θεό έτοιμο να σε ακούσει, να σου παρέχει άκοπα όλα όσα χρειάζεσαι, και ακόμα να σε φυλάει από κάθε κίνδυνο και από κάθε βλάβη και θλίψη.

Γιατί ο Θεός πρόσταξε όλους τους άλλους ανθρώπους να τακτοποιούν τις υποθέσεις τους με διάκριση, και μαζί με την πρόνοια του Θεού να σμίξουν και τη φρόνηση, που έλαβαν από Αυτόν. Όποιος όμως αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο Θεό και φροντίζει μόνο για την ευαρέστηση Εκείνου, δεν έχει ανάγκη από αυτή τη φρόνηση για τη ρύθμιση της ζωής του. Γιατί, αντί για αυτή, έχει την πίστη, με την οποία ανατρέπει «παν ύψωμα επαιρόμενον κατά της γνώσεως του Θεού» (Β' Κορ. ι' 5). Και λογισμούς ανθρώπινους ή φυσικούς δεν παραδέχεται, γιατί ανέβηκε ψηλότερα από τη φύση και προσκολλήθηκε στο Θεό με την αδίστακτη και ακλόνητη πίστη, με την οποία αντιμετωπίζει τα πάντα – όχι για να πειράξει τον Κύριο. Αλλά γιατί έχει το θάρρος του σ' Αυτόν και είναι πάνοπλος με την ακατανίκητη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Για έναν τέτοιον άνθρωπο, πραγματικά, είναι που λέει ο Θεός: «Μετ' αυτού ειμί εν θλίψει. Εξελούμαι αυτόν και δοξάσω αυτόν. Μακρότητα ημερών εμπλήσω αυτόν και δείξω αυτώ το σωτήριόν μου» (Ψαλμ. 90 15-16).


Αββάς Ισαάκ
Πηγή: Μικρός Ευεργετινός
Αποδελτίωση: Οδοιπόροι (12/5/2009)

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Περί σιωπής...


[...] Η σιωπή συντροφεύει τις μεγάλες ώρες των αγίων, τις ιερές ώρες της περισυλλογής, της αυτοσυγκέντρωσης, της αυτομεμψίας, της μελέτης, της προσευχής. Η σιωπή καλύπτει την έρευνα, την αγρυπνία, την ανακάλυψη του σοφού επιστήμονα. Η σιωπή σκεπάζει το μαρτύριο του πονεμένου, του αναγκεμένου, του δυστυχισμένου. Τις ώρες της σιωπής τελεσιουργούνται τα μεγάλα θαύματα, οι αδιαφήμιστες ηρωικές πράξεις, οι μυστικές προσωπικές επαναστάσεις, η γνωριμία με τον άγνωστο εαυτό μας. Έτσι έχουμε τη σημαντική σιωπή του αγίου, την κορυφαία σιωπή του σοφού, την υπομονετική σιωπή του ήρωα, την ακριβή σιωπή του υπομονετικού κι επίμονου, την ευαγγελική σιωπή του αυτοθυσιαζόμενου.

Κουραστήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία. Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά. Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων. Χρειάζεται μια αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους. Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν' ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλή φωνή του Θεού, την εναγώνια φωνή της συνειδήσεως μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά.

Η σιωπή φαίνεται να 'χει μια άγνωστη, μυστική, ισχυρή δύναμη, που δεν αγαπά τη φθορά της επιπόλαιης συζητήσεως, της πρόχειρης κουβέντας, του άστατου ρευστού λόγου. Είναι ελεύθερη, άνετη, ασυμβίβαστη, μακάρια η σιωπή. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος παραγγέλει, όχι μόνο στους μοναχούς, ν' αγαπήσουμε πάνω από όλα τη σιωπή, γιατί αυτή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος, της ατελεύτητης, πανευφρόσυνης, ουράνιας βασιλείας. Αν δεν μπορούν να εκφρασθούν πάντοτε τα συναισθήματα με τα ανθρώπινα λόγια πως να περιγραφούν και κατατεθούν οι πνευματικές εμπειρίες; Ο απόστολος Παύλος γράφει σε ωραιότατη επιστολή του προς τους χριστιανούς της Κορίνθου «ότι ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Αδυνατεί, λέει, να εκφράσει την εμπειρία του με λόγια. Συχνά στα συναξάρια παρατηρούμε οι αγίοι να κρύβουν τις εμπειρίες τους, να σιωπούν, φοβούμενοι μη χάσουν τη χάρη και τη χαρά, την παράκληση και την παραμυθία από τη δημοσίευση και διαφήμιση των υψηλών εμπειριών τους.

Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λέγει : «Μην ανοίγεις το στόμα σου και την καρδιά σου στον καθένα, στους χίλιους κι αν ένας σε καταλάβει». Δεν θέλει ο Άγιος να μας κάνει επιφυλακτικούς, καχύποπτους και κλειστούς, αλλά διακριτικούς. Είναι χαρά ν' ακούει κανείς τους λόγους των αγίων. Είναι μεγαλύτερη όμως χαρά «να συλλαμβάνεις τα κύματα και την διάσταση, την πρόταση, την έκταση και την έκσταση της σιωπής και της θεολογίας της σιωπής των αγίων» (ιερομ. Ιωαννίκιος Κοτσώνης).

Αναφέρεται πως είχαν πάει τρεις επισκέπτες στον Μέγα Αντώνιο. Οι δύο τον ρωτούσαν για πολλά και διάφορα πράγματα. Ο τρίτος δεν ρωτούσε τίποτε. Όχι γιατί δεν είχε ανάγκη από νουθεσία ή γιατί αισθανόταν πνευματικά επαρκής και δεν εκτιμούσε τον χαρίεντα λόγο του οσίου, αλλά γιατί διδασκόταν περισσότερο από τη στάση του, τη σιωπή του, την ηρεμία της μορφής του. Όταν τον ρώτησε ο Άγιος «εσύ γιατί δεν με ρωτάς κάτι;», του λέει αυθόρμητα: «Μου φτάνει μόνο που σε βλέπω άγιε του Θεού». Του ήταν αρκετό, διδακτικό, ωφέλιμο αυτό. Συναισθανόταν τη θεολογία της σιωπής του, που καταφάσκει στο άλγος του κόσμου κι αρνείται τη γοητεία της υπερφίαλης γνώσης.

Η σιωπή μόνη δεν σημαίνει τίποτε. Αξίζει κανείς να σιωπά έχοντας μόνιμη κουβέντα με τον Θεό, έχοντας ταπεινή αίσθηση περί του εαυτού του, έχοντας κι εσωτερική νηνεμία, νηφαλιότητα κι ημερότητα. O όσιος Αρσένιος προσευχόταν στον Θεό να του φανερώσει πως να σωθεί, κι άκουσε «Φεύγε, σιώπα, ησύχαζε». Ένας άλλος όσιος λέγει πως η σιωπή και η κρυφή πνευματική εργασία φέρνουν αγιότητα. Ο αββάς Μωυσής έλεγε χαρακτηριστικά πως ο άνθρωπος που αγαπά τη σιωπή και αποφεύγει τις πολλές κουβέντες μοιάζει με ώριμο σταφύλι γεμάτο γλυκό χυμό, ενώ ο πολυλογάς μοιάζει με αγουρίδα. Ο μέγας της διακρίσεως πάτηρ, ο αββάς Ποιμήν, λίαν εύστοχα παρατηρεί : «Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που με τα χείλη σωπαίνουν και με τον νου τους φλυαρούν, ενώ άλλοι μιλάνε από το πρωί ως το βράδυ κι όμως κρατάνε σιωπή, γιατί τίποτε από αυτά που λένε δεν είναι περιττό και ανώφελο». Στο εξαίσιο, θαυμάσιο και καταπληκτικό Γεροντικό επίσης αναφέρεται: «Αν αποκτήσεις την αρετή της σιωπής, μην καυχηθείς πως κατόρθωσες κάτι σπουδαίο. Πείσε καλύτερα τον εαυτό σου πως δεν είσαι άξιος ούτε να μιλάς!».
[…]

Τα λόγια δίχως έργα είναι μάταια, φτωχά κι ελέγχουν τον ομιλητή τους. Κατά τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τα λόγια είναι τα φύλλα και τα έργα οι καρποί. Τα έργα εικονίζουν την αρετή και τα λόγια θα πρέπει να είναι η σκιά της εικόνας των έργων. Οι Γέροντες παρακαλούσαν τους άλλους να εύχονται υπέρ αυτών, μην κατακριθούν λέγοντας κάτι που πριν δεν ποιούσαν. Κατά τον αββά Ποιμένα, αυτός που διδάσκει και δεν ποιεί αυτά που λέγει, μοιάζει με κρήνη, που τους άλλους ποτίζει και πλένει και τον εαυτό του δεν μπορεί να καθαρίσει. Κι αλλού σοφά και ταπεινά συνεχίζει : «Ζητάμε από τους άλλους την τελειότητα και μεις δεν κάνουμε το παραμικρό, αν η ζωή μας δεν έχει σχέση με τα λόγια μας, και τα λόγια μας δεν ανταποκρίνονται στη ζωή μας, μοιάζουμε με ψωμί δίχως αλάτι».

Οι ασκητικοί πατέρες επιμένουν στον ωφέλιμο φραγμό της γλώσσας. Ο αββάς Άμμωνας αναφέρει πως η καύση της καρδιάς, η πνευματική θερμότητα σβήνει με τον περισπασμό των μάταιων λόγων. Δεν μπορεί κανείς να έχει κατανυκτική και καθαρή προσευχή το βράδυ αν όλη μέρα έχει κουτσομπολέψει όλη την πόλη. Η ματαιολογία διασπά την προσοχή, χαλαρώνει την εγρήγορση, μειώνει την ανάταση, χωλαίνει την ανάπαυση. Δίδασκε τους άλλους με τη ζωή σου έλεγε ένας Γέροντας κι όχι με τα λόγια σου. Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος επαναλαμβάνει συχνά πως όποιος θέλει να λέει πολλά, ανοίγει μέτωπα και θα δεχθεί πόλεμο μίσους, όποιος μετρά τα λόγια του θ΄αγαπηθεί σύντομα. Ο άγιος Νείλος ο Ασκητής γνωρίζει καλά τι λέει: « Η άμετρη πολυλογία θα σε λυπήσει και θα οργίσει τους δαίμονες. Η γλώσσα πολλούς κενόδοξους κατέστρεψε».

Οι ασκητές δεν έκλειναν τη θύρα του κελλιού τους αλλά του στόματος τους- και για να φάνε και για να μιλήσουν. Ο τελώνης της παραβολής δικαιώθηκε για τη σιωπηλή προσευχή του, όπως και η αιμορροούσα. Λίγα κανείς να λέει και πολλά να κατανοεί, λέγει πάλι ο άγιος Νείλος ο Ασκητής. Μ' ένα ποτήρι νερό, μ΄ένα δίλεπτο, μ' ένα «Κύριε ελέησον» μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος. Δεν χρειάζεται να λέει κανείς συνεχώς πολλά. Έχει να διδάξει πολλά η αγιασμένη σιωπή των μοναχών στον φλύαρο κόσμο. Ο κόσμος δεν κατανοεί τον μοναχισμό. Θεωρεί ότι δεν προσφέρει τίποτε. Δεν πειράζει. Οι μοναχοί μόνο να προσεύχονται. Αυτό φθάνει. Ο κόσμος θα σωθεί κατά το μέγα έλεος του Θεού.

Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφέας της περίφημης Κλίμακος, αποφθεγματικά αναφέρεται στην πολυλογία: «Πρέπει να δούμε την αιτία απ' όπου μπαίνει και βγαίνει το αμάρτημα της πολυλογίας. Η πολυλογία είναι θρόνος της ματαιοδοξίας. καθισμένη πάνω της η κενοδοξία προβάλλει και διαφημίζει τον εαυτό της. Η πολυλογία είναι σημάδι αγνωσίας, είσοδος στην κατάκριση, οδηγός στην ανοησία, πρόξενος του ψεύδους, διάλυση της πνευματικής ευφορίας της προσευχής. Είναι αυτή που προσκαλεί και δημιουργεί την αδιαφορία για τις αμαρτίες, που εξαφανίζει την προφύλαξη του νου κατά των παθών, ψυχραίνει την πνευματική θερμότητα και σκοτίζει την προσευχή».

Αντίθετα ο μεγάλος όσιος Πατήρ επαινεί την σιωπή λέγοντας: «Η σιωπή που ασκείται μ΄επίγνωση και διάκριση είναι μητέρα της προσευχής, ανάκληση από την αιχμαλωσία των παθών, επιστάτης των λογισμών, σκοπός που παρατηρεί τους εχθρούς, δέσμευση του πνευματικού πένθους για τις αμαρτίες μας, φίλη των καρδιακών δακρύων, που είναι καρποί της προσευχής, καλλιεργητής της μνήμης του θανάτου, εχθρός του αδιάκριτου θάρρους, σύζυγος της ησυχίας, αντίπαλος της τάσης να κάνεις τον δύσκολο, μυστική πνευματική πρόοδος, κρυφή πνευματική ανάβαση».
Η σιωπή λέγει ο Όσιος είναι σύζυγος της ησυχίας. Καλλιεργείται και ανθεί στην ησυχία. Στον 21 ο αιώνα του συνεχούς θορύβου, των πολλών μεριμνών, ταραχών και κινδύνων πολεμείται συστηματικά η ησυχία. Τα λεγόμενα μέσα ενημερώσεως περισσότερο ταράζουν παρά γαληνεύουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Επέρχεται μια πνευματική σύγχυση, ένας συνεχής διασκορπισμός του νου, ώστε οι δυνάμεις της ψυχής να παραλύουν. Ο Χριστός, το αιώνιο πρότυπο όλων μας, συχνά αποσυρόταν στην ησυχία της ερήμου, δείχνοντας τον δρόμο της ασκήσεως, της περισκέψεως, της περισυλλογής, της σιωπής, της μόνωσης κι όχι της απομόνωσης. Αυτό τον δρόμο αγάπησαν ιδιαίτερα οι ασκητές, αμέριμνοι, απερίσπαστοι, σιωπηλοί, με ακόρεστο τον πόθο της συναντήσεως τους με τον Θεό. […]

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Η εύλαλη σιωπή, εκδ. Εν πλω, σ.23-31
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...