Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγιότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγιότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Οι ασκητές ψηλώνουν για να συναντήσουν τον Αγαπημένο τους


Όλος ο βίος του ανθρώπου είναι μία ημέρα γι' αυτούς που κοπιάζουν με πόθο 
(Αββά Γρηγορίου του θεολόγου)

ΜΕ ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ: Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ

Πώς να μείνεις με τους ανθρώπους; Πώς τες πόλεις και τα χωριά τους να κατοικήσεις; Έχουν τόσα πολλά θελήματα, τόσες πολλές ενέργειες, τόσες κινήσεις αναίτιες τα σώματά τους, και ο νους τους τρέχει χωρίς λόγο αληθινό στο απροσδιόριστο! Πώς να μείνεις με τους ανθρώπους; Όσους κι αν επιλέξεις θα αμαρτήσεις. Άλλους θα αφήσεις, άλλοι θα λυπηθούν και θα σε πονέσουν. Εχτρούς θα κάνεις ακόμη κι αν δεν το θες· και η μεγάλη σου αγκαλιά, ανοιχτή θα καλοδεχτεί, δεν αρκεί να χωρέσει τη συνθετότητα της πραγματικότητας των ανθρώπων. Πώς να μείνεις με τους ανθρώπους; Έχουν τόσα πολλά διαφορετικά θελήματα, τόσες επιφάνειες, τόσες ιδιοτροπίες, και τον χωρισμό διαρκώς πολλαπλασιάζουν. Μακραίνουν τα πρόσωπά τους και ολοένα γυρεύουν να μονωθούν, να μείνουν κατάμονοι κι αυτό το λένε ζωή! Πώς να στεργιώσεις μέσα στο χάος των ανθρώπων, που για αγάπη τους έχουν τον αφορισμό και για χαρά τον πόλεμο και τον θάνατο;

Φτάνει όμως κάποτε καιρός που η καρδιά ζητά και το κορμί το απαιτεί. Πρέπει να διαλέξεις τόπο να σταθείς, να διαλέξεις δρόμο να κινήσεις και κατεύθυνση να κοιτάξεις. Είναι καιρός που η καρδιά άλλο δε βαστά στη μεσότητα, δε βαστά τη λειψή ζωή, δεν αντέχει τον άλογο βίο και την περιφορά την ανόητη από ματαιότητα σε ματαιότητα, την κίνηση την αβάσταχτη από πόνο σε άλλο πόνο. Μισό κορμί, μισή ψυχή, χείλι πικρό και χαμογέλιο αχνό. Φτάνει καιρός που η καρδιά δεν αντέχει να ταΐζεται με τα ψιχία χαράς και με κλάσματα πραγμάτων. Τότε για μία μονάχα στιγμή όλα σταματούν, στην παύση αυτή όλα ζυγιάζονται και ύστερα ξανακινούν με άλλο ρυθμό κι άλλο λόγο και η καρδιά αναχωρεί και το κορμί ακολουθεί. Ο νους μονάχα δείχνει διστακτικός και ξεμένει λιγάκι πίσω κι όλο σε παλιά ξαναγυρνά -σε ερείπια «αγαπημένα» ξαναγυρνά, που στέγασαν ηδονές και μικρές φευγαλέες χαρές. Ο νους σταματά και κοντοστέκεται σε μορφές όμορφες ερωτικές, που σιγανά, νωχελικά καλούν ανεμίζοντας μαντίλια των ερώτων μοναδικά.

Όμως ο καιρός σήμανε και η καρδιά αναχωρεί και όλα εκείνην ακολουθούν. Όλα από κείνην παρασύρονται σε χορό μανικό, που ο Μόνος σέρνει στην ατλαντική του πλάτη, την κρίση όλη κουβαλώντας με χαρά. Τότε η πλάση ανθίζει μες τη σιωπή που διαρκώς ευχαριστεί, μες τη μόνωση που πάντοτε συντροφεύει, μες τη λυτρωτική φυγή που αλάνθαστα οδηγεί στη φωτεινή των πραγμάτων πλευρά. Η ζωή τότε φανερώνεται μες τα χέρια που, χωρίς στόχο υστερόβουλο, χώμα πλάθουν μετά τη βροχή, και πουλιά παραδεισένια ανασταίνουν μες τη σκοτεινιά των καιρών. Η ζωή τότε παρουσιάζεται μες τα λαγούμια τα βαθιά, μες τες οπές της γης και σε χαράκια μακρινά. Η ζωή είναι παντού, ήσυχη μυστική χωρίς φωνή και κινήσεις, χωρίς κραυγές και ξαμώματα επιθετικά. Η ζωή τότε γίνεται μικρή κινησούλα διακριτική, όπως τα χορταράκια του καλοκαιριού στις όχτες δρόμων επαρχιακών, στο φύσημα του μελτεμιού. Γίνεται κινησούλα τόση δα, που φανερώνεται για μια στιγμή κι ύστερα ησυχάζει και μαζεύεται πάλε στη γερή χοϊκή της φύτρα, τη γη. Ο νόστος της αθωότητας που χάσαμε μικροί κάπου εκεί ψηλά σε αλώνια ματωμένα και σε τόπους αλαργηνούς με μαύρα βουνά και δάσα. Ο νόστος της απλότητας που δεν γευτήκαμε ποτέ, παρά κρυφοκοιτάξαμε σα φευγαλέα σκιά, πίσω από ακτίνες ελεήμονος φωτός μες σε άδεια ιερά, αλλόκοτα και υψηλά.

Ο χειμώνας εφέτος ήταν και πάλε μαζί μας. Αλλοπρόσαλλος μοναχικός όχι και μόνος. Με άβουλη καρδιά να μας παραφυλά, με ψίθυρους της βροχής να μας νανουρίζει και με των ανέμων τις αναίτιες ριπές να μας πετροβολά. Κάπου εκεί, μες σε μεθυσμένες επιθυμίες και σε νόστους παραδείσου, γυρέψαμε ασκητές να στήσουμε πάνω σε σανίδια επιτήδεια, ξόρκι να ιστορήσουμε στην απελπισία, και στη ματαιότητα της προόδου πετροβολιά. Και γυρέψαμε στα μικρά ετούτα εικονίσματα να χτίσουμε τη ζωή με χώμα και φως· τη ζωή όπως γίνεται αιώνες τώρα στις καρδιές και στα σώματα των ασκητών· τη ζωή ως αιώνιο φίλιωμα των αντικείμενων· τη ζωή ως ενότητα του παντός, που συμβαίνει στο νυν και αεί με κόπο και πόνο, με την εκούσια θυσία του εαυτού. [...] Οι ασκητές κινούνται σε χώρο μικρό, στενό, περιορισμένο, συστρέφονται, αναφέρονται στον Θεό, που απ' την αγάπη Του κατέρχεται μέχρι τα πρόσωπά τους, κι αυτοί άλλο δεν έχουν παρά να στρέψουν τα βλέμματά τους να Τον δουν. Απλώνουν τα χέρια σαν παιδιά μικρά και φουχτώνουν τις καραμελίτσες της ευλογίας: την αθωότητα, την παρθενία, την πενία, την εκούσια σαλότητα, τον ευτελισμό. Πατούν και δεν πατούν στη γη. Όχι πως δεν την αγαπούν. Αλλά σκιάζονται μη την πληγώσουν με το τεράστιο βάρος του εγωισμού τους. Με τ' ακροδάκτυλά των μονάχα αγγίζουν την, έτσι για να γευτούν τη ζεστασιά που άφησε πάνω της ο ήλιος, ο μικρός ο μέγας, έτσι καθώς ολημέρα ερωτοτροπούσε με το μεστωμένο ώριμο κορμί της.

Και στα πρόσωπά τους, ο ίδιος ήλιος λάμπει χτίζοντας τες σάρκες τους, με τις ακτίνες του να φεγγοβολούν πάνω στο ψημένο χώμα του μετώπου τους, πάνω στες βασανισμένες, νηστεμένες, χιλιοραπισμένες παρειές. Πρόσωπα ολόφωτα να θεωρούν, να ατενίζουν τη ζωή χωρίς λύπηση, χωρίς οίκτο και το θράσος της απόστασης ενός κριτή. [...]

[...] Έχουν χρώματα πολλά και θριαμβευτικά, γιατί είναι κήρυκες που διαλαλούν για τη δύναμη της ομορφιάς, χρώματα που σεμνά και τρυφερά φωνάζουν πως ο κόσμος αλλιώς δε γίνεται να ζήσει παρά μονάχα με την ανόρια ελευθερία που δέχεται να θυσιαστεί για χάρη του εχτρού· με τη σιωπή που ποτέ δεν προηγείται της ερώτησης· με την αγάπη που υπομένει και στο σώμα βαστά όλα του κόσμου τα στρεβλά και τον πόνο και τον θάνατο με χαρά.

Οι ασκητές είναι αψηλοί, όχι γιατί θέλουν να χωριστούν απ' τους αγαπημένους, τους ανθρώπους. Απλώς ψηλώνουν γυρεύοντας να φτάσουν μια ώρα γρηγορότερα να συναντήσουν τον αγαπημένο τους Χριστό, που αιωνίως κατέρχεται. Οι ασκητές ψηλώνουν, γιατί ζητούν ακόμη να δουν καλύτερα τον πόνο των ανθρώπων και τον καημό, για νάχουν να παρακαλούν τον Θεό, νάχουν να κλαίνε για να ποτίζουν με δάκρυα δροσιά τον άνυδρο τόπο της μοναξιάς και του πετρωμένου εγωισμού. Οι ασκητές είναι κόσμος στον «κόσμο» μας. Είναι παραμυθία και παρηγοριά, και για τούτο είναι τόπος και χρόνος χαράς, είναι καιρός παραδείσου και φανέρωση Χριστού.

Πηγή: Γιώργος Κόρδης, Με χώμα και φως: Άσκηση ζωγραφικής στη ζωγραφική της άσκησης, εκδ. «Εν πλω», σ. 9-13

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Άγιος Θεράπων: Ετοίμως μεληδόν κατατμηθήναι!


Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΡΑΠΩΝ, Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Ο ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


Η αγιότητα είναι ένα από τα βασικά ιδιώματα τα οποία αποδίδει η Αγία Γραφή στον Θεό. Ο Θεός και είναι και λέγεται άγιος και απαιτεί την αγιότητα από μας τους ανθρώπους, «άγιοι έσεσθε, ότι άγιος ειμί εγώ Κύριος ο Θεός υμών» (Λευιτ. ια', 44) είναι η προτροπή του. Σκοπός του Χριστιανού είναι η αγιότητα, η κατάκτηση της Βασιλείας των Ουρανών, η επιστροφή του στον Παράδεισο. Για τον λόγο αυτό ο άνθρωπος καταβάλλει προσπάθειες, αγωνίζεται στη ζωή έτσι ώστε ν' αποφεύγει «την παρά φύσιν κίνησιν της ψυχής», όπως έλεγε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δηλαδή την αμαρτία, και να επιδιώκει να ζει «κατά φύσιν», να στρέφεται δηλαδή συνεχώς προς τον Θεό. Κανένας δεν γεννιέται άγιος, με τον αγώνα φτάνει κανείς στην αγιότητα βοηθούμενος από τα μέσα της Χάριτος, τα Μυστήρια της Εκκλησίας. Την αγιότητα πέτυχαν σοφοί ποιμένες και φιλάνθρωποι επίσκοποι, ηρωικοί νέοι και σεμνές παρθένες, όσιοι και ασκητές, φλογεροί ιεραπόστολοι και εθνομάρτυρες, ενάρετοι οικογενειάρχες. Όλες οι εποχές έχουν να παρουσιάσουν αγίους, γιατί πάντα υπήρχαν οι φίλοι του Θεού. Ανάμεσα στους φίλους του Θεού, τους αγίους, εξέχουσα θέση κατέχει και ο Άγιος Θεράπων ο Επίσκοπος Κύπρου, ο ανάργυρος και θαυματουργός ιερομάρτυς.

Για τον Άγιο Θεράποντα, όπως γράφει ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «είναι άγνωστον πόθεν κατήγετο, εκ ποίων γονέων εγεννήθη και κατά ποίους χρόνους ωμολόγησε τον Χριστόν», παρ' όλ' αυτά, όμως, η παράδοση μας έχει διασώσει τα εξής στοιχεία:
Ο Άγιος θεοφόρος Ιεράρχης μας καταγόταν από τα ευλογημένα μέρη της Ανατολής από ευσεβείς γονείς, «εξ ευγενών και ευσεβών γεννητόρων». Από τη νηπιακή του ηλικία οι γονείς του, έσπειραν στον μικρό Θεράποντα τον σπόρο του Θεού. Κι ο σπόρος αυτός φύτρωσε κι έκαμε ρίζες βαθιές, τόσο βαθιές, που οι διώκτες του δεν μπόρεσαν να του τον ξεριζώσουν αργότερα. Όταν μεγάλωσε, ρίχτηκε στη μελέτη των Θείων Γραφών και εκεί προσπαθούσε να ξεδιψάσει. Ο 83ος ψαλμός του Δαβίδ: «Ως αγαπητά τα σκηνώματα σου, Κύριε των δυνάμεων... ότι κρείσσων ημέρα μία εν ταις αυλαίς σου υπέρ χιλιάδας, εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» βρίσκει στο Θεράποντα την πλήρη εφαρμογή του, γιατί από πολύ μικρός ο Θεράπων «ταις ιεραίς Έκκλησίαις εσχόλαζε». Με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και με τα μέσα της Χάριτος, που του παρείχε η συχνή του επαφή με την Εκκλησία, μεγάλωνε μέσα του ο θείος έρως, ενώ παράλληλα σκληραγωγούσε το κορμί του με νηστεία, αγρυπνία και εγκράτεια. Βασική του επιδίωξη και πόθος του διακαής ήταν να αρέσει στο Θεό, να μην ντροπιάσει ποτέ τη Χριστιανική του ιδιότητα και να κηρύττει ανά πάσα στιγμή τον Λόγο του Θεού. Το «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη' 19) γνώριζε πολύ καλά πως δεν απευθυνόταν μονάχα στους Αποστόλους, αλλά σε κάθε βαπτισμένο Χριστιανό, γι' αυτό αναδεικνύεται «ένθερμος κήρυξ του Χριστού». Το στόμα του, αστείρευτος ποταμός της Χριστιανικής Αλήθειας, και η ζωή του, ζωή αγγελική! Ένα ζωντανό Ευαγγέλιο κήρυττε ασταμάτητα το Ευαγγέλιο του Χριστού!

Ο λαός βλέποντας πως ο Θεράπων κοσμείται με τον Αποστολικό ζήλο τον εξέλεξε επίσκοπο Σάρδεων(;) της Μικράς Ασίας, αντίθετα προς τη θέληση του «καίπερ μη βουλόμενος». Η λυχνία είχε τεθεί στο λυχνοστάτη και το φως του Χριστού σκορπίστηκε σ' όλη την επισκοπή του. Το φως φωτίζει, θερμαίνει και απολυμαίνει και ο Θεράπων φώτισε τους «εν σκότει καθήμενους», θέρμανε τους αδιάφορους και χλιαρούς και απολύμανε την επισκοπή του από τους Εικονομάχους της εποχής του, «εικονομάχων ήλεγξε την απόνοιαν» και «πολλούς δε από και διαφόρων αιρέσεων, εις την αληθή και ορθόδοξον πίστιν καθοδήγησε». Γνώριζε ο επίσκοπος Θεράπων τον επίλογο της Καθολικής επιστολής του Ιακώβου κεφ. ε' στ. 19-20 «αδελφοί, εάν τις εν υμίν πλανηθή από της αληθείας, και επιστρέψη τις αυτόν, γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών» και γι' αυτό κύριο μέλημα του είχε την επιστροφή των αμαρτωλών και των πλανεμένων, στον δρόμο του Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως τη στιγμή που μανιασμένοι οι πολέμιοι των αγίων εικόνων, οι εικονομάχοι των Σάρδεων, σαν δαιμονισμένοι, όρμησαν κατά του επισκόπου Θεράποντος και με τα νύχια τους, σαν αρπακτικά πτηνά, του καταξέσκισαν τις σάρκες. Ο Άγιος, με καταματωμένο το πρόσωπο και το σώμα, έλεγε στους δήμιους «αδελφούς»: «υπέρ της του Χριστού και Θεού μου αγίας Εικόνος, ετοίμως έχω μεληδόν κατατμηθήναι» δηλαδή για την εικόνα του Χριστού και Θεού μου, είμαι έτοιμος κομμάτια να γίνω! Θύμωσαν περισσότερο οι Εικονομάχοι κι αφού τον έδεσαν χειροπόδαρα τον έκλεισαν στη φυλακή. Τη νύχτα Άγγελος Κυρίου έλυσε τις αλυσίδες και το πρωί απόρησαν, όταν είδαν τον Άγιο ελεύθερο και χαρούμενο. Και πάλι, όμως, δεν άλλαζαν γνώμη κι έπεσαν επάνω του για να τον σκοτώσουν τούτη τη φορά. Τότε «αστραπής εξ ουρανού κατελθούσης, μετά φρικώδους βροντής, ημιξήρους αυτούς απειργάσατο», δηλαδή, αμέσως σκοτείνιασε ο ουρανός και ξέσπασε σε φοβερές αστραπές και βροντές και οι πολέμιοι του προς στιγμή έμειναν σαν αναίσθητοι, κι έτσι μπόρεσε ο Άγιος να απομακρυνθεί από τις Σάρδεις. Άρχισε, λοιπόν, να περπατά από τόπο σε τόπο και να διδάσκει στον λαό του Θεού τον Λόγο του Ευαγγελίου, ώσπου έφθασε στα Ιεροσόλυμα. 

Ήταν επιθυμία του να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο του Χριστού καθώς και τα άλλα ιερά προσκυνήματα. Στους τόπους αυτούς τους Ιερούς έκαμε ο Άγιος πλήθος θαύματα κι ο κόσμος, ενώ ακόμα ζούσε, τον είχε χαρακτηρίσει ως θαυματουργό. Ανάμεσα στα πολλά θαύματα που έκαμε εκεί, το μεγαλύτερο ήταν το εξής: Στα Ιεροσόλυμα μια μέρα ο Άγιος συνάντησε μία Εβραία που έκλαιγε γοερά καθώς πήγαινε να ενταφιάσει το νεκρό γιο της. Μόλις την είδε ο Άγιος τη λυπήθηκε «εσπλαγχνίσθη επ' αύτη» και όπως ο Ιησούς στη Ναίν «προσελθών ήψατο της σορού» (Λουκ. ζ' 14) λέγοντας: «Σήκω, παιδί μου, σου δίνω αυτήν την εντολή εξ ονόματος του Ιησού Χριστού, τον οποίο σταύρωσαν επί Ποντίου Πιλάτου οι άνομοι Εβραίοι». Έτσι και έγινε. Ζωή απέκτησε το νεκρό σώμα! Μάνα και γυιος σφιχταγκαλιάζονται! Ο Άγιος απομακρύνεται. Ξωπίσω του τρέχει η Εβραία μάνα, πίσω της κι ο γυιος και οι δυο πέφτουν στα πόδια του Αγίου ζητώντας να βαπτισθούν Χριστιανοί, πράγμα που έκανε στη συνέχεια ο Άγιος.

Βλέποντας ο Άγιος ότι δοξάζεται από τον λαό, μπήκε σ' ένα καράβι, που έφευγε για την Κύπρο κι εκεί ξεμπαρκάρει. Η φήμη όμως του προσώπου του είχε φθάσει στη μεγαλόνησο πριν από κείνον. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί στο λιμάνι και τον περίμενε. Όταν βγήκε ο Άγιος απ' το καράβι, άλλος έτρεχε να του φιλήσει τα χέρια, άλλος ν' ακουμπήσει το θαυματουργό επίσκοπο κι άλλος για να τον δει και να τον ακούσει. Όλοι, όμως, μαζί τον παρακάλεσαν να μείνει στο νησί τους και τον τοποθέτησαν «επίσκοπο επαρχίας βρεχομένης υπό της θαλάσσης». Ο Άγιος Θεράπων ως επίσκοπος Κύπρου, πλέον, ρίζωσε εκεί κι αναδείχθηκε διδάσκαλος της Ορθοδοξίας, πράος και ελεήμων, πατέρας των ορφανών, υπερασπιστής των χηρών, οδηγός των πλανεμένων, παρηγοριά των θλιμμένων και ιατρός των ασθενούντων. Ήταν ο ανάργυρος γιατρός, της Κύπρου. Όλοι δόξαζαν τον Θεό για τον Άγιο Επίσκοπο που τους έστειλε!

Ο διάβολος, βλέποντας τη δράση και τις πνευματικές επιτυχίες του Αγίου, ζητούσε τρόπο να τον εξοντώσει. Πράγμα δύσκολο, γιατί ο Άγιος Θεράπων είχε κερδίσει τις καρδιές των Κυπρίων, ακόμα και οι αιρετικοί της εποχής υποκλίνονταν μπροστά στη μορφή του.

Ώσπου μεγάλη συμφορά βρήκε τους Κυπρίους. Άραβες με αρχηγό τον Αβουβεκήρ το 632 μ.Χ. κάνουν επιδρομή κατά της μεγαλονήσου: Εκκλησίες και μοναστήρια κατέστρεψαν, χιλιάδες χριστιανούς έσφαξαν και τον Άγιο Θεράποντα τον Επίσκοπο Κύπρου, τον ανάργυρο και θαυματουργό τον κατέσφαξαν πάνω στην Αγία Τράπεζα την ώρα που λειτουργούσε!

Το ιερό λείψανο του οι Χριστιανοί το εκήδευσαν έτσι όπως έπρεπε και το 690 μ.Χ., μόλις πληροφορήθηκαν νέα επιδρομή των Αράβων, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Ως σήμερα εντός των τειχών της Πόλης, υπάρχει ένα μικρό εκκλησάκι-προσκύνημα με άγιασμα του Αγίου Θεράποντος, στο οποίο καταφεύγουν δυο φορές την εβδομάδα Δευτέρα και Παρασκευή για να ζητήσουν τη θεραπεία από διάφορες ασθένειες ή για να ανάψουν ταπεινά το κερί τους και οι λιγοστοί εναπομείναντες Έλληνες της Πόλης και οι Τούρκοι της περιοχής! Άγια λείψανα του Αγίου Θεράποντος φυλάσσονται στην Κοινοβιακή Ιερά Μονή Ζωγράφου του Αγίου Όρους και στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Χοζεβίτου στην Παλαιστίνη.

Ναοί αφιερωμένοι στον Άγιο υπάρχουν και στην Αθήνα (Ζωγράφου), στη Θεσ/νίκη (Κάτω Τούμπα), στη Μεσσηνία, στην Κρήτη, στις Σέρρες και στην Κύπρο. Συγκεκριμένα ο Άγιος κατεξοχήν τιμάται στο ομώνυμο χωριό της Λεμεσού, Άγιο Θεράποντα, και στο τουρκοκρατούμενο τώρα χωριό Αγκαστίνα της επαρχίας Αμμοχώστου. Η μνήμη του Αγίου μας γιορτάζεται στις 14 Μαΐου.

Θα πρέπει να σημειώσουμε πως στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας αναφέρονται άλλοι τέσσερις μάλλον, άγιοι με το όνομα Θεράπων. Ο ένας γιορτάζει στις 27 Μαΐου και, όπως μας πληροφορεί στο «Συναξάριόν» του ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ήταν ιερεύς. Μια παράδοση λέει πως μαρτύρησε στην Άγκυρα κοντά στον ποταμό Αστελή. Τον άπλωσαν καταγής και του καταξέσκισαν το σώμα! Οι άλλοι δύο ήταν ασκητές από την Παλαιστίνη και ασκήτευσαν στην Κύπρο, όπως παραδέχεται ο μεσαιωνικός χρονογράφος της Κύπρου Λεόντιος Μαχαιράς. Και ο τέταρτος ήταν και αυτός ασκητής και ασκήτεψε στο χωριό Λυθροδόντας της επαρχίας Λευκωσίας της Κύπρου. Η μνήμη του τελευταίου τελείται στις 30 Οκτωβρίου.

Πηγή: πρωτοπρ. Αθανασίου Γιουσμά, Ο Άγιος Θεράποντας: Ο Ναός του στη Μυτιλήνη και η ακολουθία του, Μυτιλήνη 1993, β΄ έκδοση
Αποδελτίωση: Ζωηφόρος

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Η ωραιότερη ζωγραφιά των αρετών!

«Δέσποινα
κανένα φόρεμα τη γύμνια μου
δε φτάνει να σκεπάσει
...
Πρόστρεξε, Μυροφόρα,
μονάχα εσένα πίστεψα
και λάτρεψα μονάχα εσένα,
κι ως τώρα μέσ' στα αιματοστάλαχτα
μιας οργισμένης δύσης
Δέσποινα, στήριξέ με εσύ
και μη μ' αφήσεις...»

«...Α! δείξου στο μικρό και στον ανήμπορο
και δείξου καθώς δείχνεσαι στους ταπεινούς
και φτάσε καθώς φτάνεις στους αμαρτωλούς
και δείξου καθώς δείχνεσαι στους σκλάβους
η Αγία Ελεούσα...» (Κ. Παλαμάς)

Αναμφισβήτητα για κάθε Χριστιανό το σημαντικότερο πρόσωπο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, μετά το Χριστό, είναι η μητέρα Του, η Θεοτόκος Μαρία. Είναι, όπως την ονομάζουν οι άγιοι Πατέρες μας, το μεθόριο μεταξύ κτιστής και άκτιστης φύσης. Είναι άνθρωπος σαν και εμάς. Γεννήθηκε όπως όλοι οι άνθρωποι με φυσικό τρόπο. Όμως, της δόθηκε το μοναδικό προνόμιο να γίνει και μητέρα του Θεού, αφού ο άνθρωπος τον οποίο γέννησε «ασπόρως» δεν έχει κτιστή υπόσταση. Είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, Θεός αληθινός, ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα, ως προς τη θεότητα, όπως είναι ομοούσιος με τη μητέρα Του την Παναγία, ως προς την ανθρωπότητα, η οποία δεν έχει δική της υπόσταση.

Η γέννηση της Παναγίας δεν ήταν μόνο «φύσεως τόκος» λέγει ο [άγιος] Νικόλαος Καβάσιλας, αλλά και καρπός της ενάρετης ζωής και της προσευχής των γονέων της. Η ενάρετη ζωή και προσευχή των γονέων της είχαν σαν αποτέλεσμα, η δημιουργία της Παναγίας να μην είναι μόνο εκ του σαρκικού θελήματος των γονέων της αλλά και εκ Πνεύματος Αγίου.

Η Παναγία αξιοποιώντας μόνο τα κοινά γνωρίσματα του «κατ' εικόνα», φανέρωσε τον αληθινό άνθρωπο καθαρό και ακέραιο, όπως είχε δημιουργηθεί από τα χέρια του Θεού. Η Παναγία είναι εκείνος ο άνθρωπος, που ενώ μπορούσε ν' αμαρτήσει, εν τούτοις δεν αμάρτησε και με τη δική της δύναμη, ζέση και προθυμία παρέμεινε αναμάρτητη. Αυτή την ψυχική ομορφιά και αγνότητα εκτίμησε ο πλάστης μας, ο οποίος θελχθείς από την αγιότητά της ήρθε και σκήνωσε σ' αυτήν.

Συνεπώς η έλευση του Αγίου Πνεύματος δε σημαίνει κάθαρση της Παναγίας, αλλά προσθήκη χαρισμάτων, όπως συμβαίνει με τους αγγέλους που δεν έχουν καμία σχέση με την αμαρτία. Η Παναγία απλώς μετά την έλευση του Αγίου Πνεύματος έμεινε αμετακίνητη στο αγαθό, όπως οι άγγελοι μετά την ελεύθερη εκλογή της αρετής έμειναν σταθεροί στο καλό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σε ομιλία του για τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου, λέει χαρακτηριστικά ανακεφαλαιώνοντας την πατερική σκέψη πάνω στο θέμα αυτό: «Η καθαρά καθαίρεται και η αγία αγιάζεται έτι μείζονα αγιασμόν της».

Η Παναγία, πριν φανερώσει το Θεό σωματικά στον κόσμο, τον αποτύπωσε και τον απεικόνισε πρώτα με τα ίδια της έργα, πάνω στον εαυτό της.

Γι' αυτό ο Θεός την έκανε ναό και μητέρα του. Σκήνωσε και στην ψυχή και στο σώμα της. Η Παναγία ήταν ιερότερη από το θυσιαστήριο του ναού του Σολομώντος. Γι' αυτό το σώμα της δεν το επισκίαζαν άγγελοι, αλλά ο ίδιος ο Θεός. «Δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι». Το αίμα της δεν δέχθηκε το θυσιαστήριο, αλλά το πήρε ο ίδιος ο Θεός. Το αίμα της έγινε αίμα Θεού.

Πρώτη απ' όλες τις αρετές της, η ταπείνωση, προσείλκυσε το Θεό. Αυτή έγινε η πύλη της σωτηρίας. Αυτή σώζει και κάθε άνθρωπο, γιατί μέσα της υπάρχει η αλήθεια της φύσης μας. Η φυσική μας κατάσταση απέναντι στο Θεό είναι η ταπείνωση. Η βαθιά γνώση της ευτέλειας, της φθαρτότητας και θνητότητας της ανθρώπινης φύσης. Αυτή την ταπείνωση είχε η Θεοτόκος. Σε αυτήν επέβλεπε ο Θεός και επισκέφθηκε «διά των πυλών της» το ανθρώπινο γένος. Η Παναγία σε όλο της το βίο, παρά τις μεγάλες και μοναδικές ευλογίες που έλαβε από το Θεό, όπως ο Ευαγγελισμός, η υπερφυσική γέννηση του υιού της, τα θαύματα του Χριστού και η δοξολογία του από το λαό, αλλά και η ένδοξη ανάστασή του, δεν οδηγήθηκε ποτέ σε καμιά καυχησιολογία και αυτοδιαφήμιση. Ήταν και παρέμεινε ταπεινή. Όσο περισσότερο υψωνόταν τόσο βαθύτερα ταπεινωνόταν. Ήταν πραγματικά η συνεχώς ταπεινοφρονούσα κόρη αλλά και η υπομένουσα μάνα.

Διδάσκουν οι Πατέρες της εκκλησίας ότι μέχρι την εποχή εκείνη η καθαρότητα, η αγνότητα ήταν δική της κατάκτηση, δικό της έργο, δική της συνεργία. Τώρα έρχεται το Άγιο Πνεύμα και ολοκληρώνει αυτή την κάθαρση και ολοκληρώνει αυτή την αγνότητα. Αφαιρεί τον προπατορικό ρύπο, γιατί από εκεί μέσα επρόκειτο να γεννηθεί ο Θεός, ως επιβράβευση της υπακοής, της αγνότητας και της καθαρότητας. «Η Παναγία υπήρξε υπερτέρα όχι μόνον από κάθε μολυσμό της σάρκας, αλλά ανωτέρα και από κάθε μολυσμό της σάρκας, αλλά ανωτέρα και από κάθε μολυσμένο λογισμό», μας θυμίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Δεν υπήρξε απλώς μια παρθένος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι η Παρθένος, η άσπιλη και αμόλυντη και άχραντη μέχρι του σημείου, ώστε παρθένος και Παναγία, αγνότητα και Παναγία να είναι ταυτόσημες λέξεις!

Ας υπογραμμισθεί και η πίστη της Παναγίας, μια πίστη δυνατή, φλογερή, πηγαία, ανεξάντλητη. Μία πίστη, που ξεχυνόταν από μέσα της σαν άνθος, σαν γάργαρο νερό, σαν θεία μοσχοβολιά. Ήταν πίστη με ρίζες βαθιές, που διακλαδιζόταν σε κάθε της σκέψη και κάθε της πράξη. Ήταν παραδομένη τελείως στο Θεό και ζούσε για το Θεό και την άλλη ζωή.

Η άσκηση της Παναγίας ξεπέρασε τα ανθρώπινα μέτρα. Ήταν «υπερφυής», γιατί τίποτα δεν εμπόδιζε το διαρκή προσανατολισμό του νου της από τον Θεό. Αν και ζούσε μέσα στον «κατακλυσμό της κακίας», παρέμεινε ανεπηρέαστη από κάθε μολυσμό της αμαρτίας, απροσπέλαστη από κάθε αρνητική επιρροή και ούτε καν αισθάνθηκε την κακία που κατέκλυζε τη γη. Ήταν ξένη προς όλα εκείνα, που θα μπορούσαν να νοθεύσουν την καθαρότητα του νου της. Με τον τρόπο αυτό διατήρησε τη σκέψη της «άσυλη» και ιερή σαν να ζούσε μέσα στην «αρχαία εστία» του Παραδείσου, όπου καμιά αμαρτία δεν έχει συντελεστεί ακόμη από κανέναν άνθρωπο. Ο νους της Παναγίας ήταν σταθερά προσηλωμένος στον Θεό, όμοιος με φτερούγισμα που δε δείλιαζε μπρος σε κανένα ύψος, ξεπερνώντας και αυτό το πέταγμα των Αγγέλων. Αυτή η ολοκληρωτική αφοσίωση του νου της στο Θεό, είχε ως αποτέλεσμα και κάθε επιθυμία της ψυχής της να είναι στραμμένη προς Αυτόν, τον μόνον Εφετόν. Ο θείος έρωτάς της επισκίασε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής της, γι' αυτό όταν ο Θεός θέλησε να κατεβεί στη γη, καμιά αμαρτία δεν Τον εμπόδισε να εισέλθει και να σκηνώσει σ' αυτήν, τη μόνη αγνή και καθαρή.

Γι' αυτό η Παναγία είναι πρότυπο των μοναχών και τη σέβονται τόσο πολύ οι μοναχοί, διότι από παιδί έγινε μοναχή, ασκήτρια και ησυχάστρια. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια ήταν μέσα στον ναό συντροφιά μόνο με ιερείς, με την προσευχή, με τους ύμνους, με τις σκέψεις και τις επιθυμίες της στραμμένες στο Θεό και μακριά από τον κόσμο.

Παρόλο που αυτές οι αρετές -ταπείνωση, αγνότητα, πίστη, υπακοή, προσευχή- είναι μεγάλες και θαυμαστές, υπάρχει ακόμα μια αρετή που ίσως την ξεχνάμε, ενώ είναι πολύ σημαντική και ασυνήθιστη στους σημερινούς ανθρώπους και μάλιστα στο γυναικείο φύλο, η σιωπή της Παναγίας. Σπάνια μιλούσε και ήταν απαλλαγμένη από κάθε ματαιοδοξία και διαφήμιση. Σε κανένα δεν είπε τίποτα· ούτε στον Ιωσήφ. Δε φαίνεται πουθενά στην Αγία Γραφή να προσπαθεί να δικαιολογηθεί για την εγκυμοσύνη της. Ποιος θα την πίστευε εξάλλου; Αναθέτει τα πάντα στο Θεό και την πρόνοιά Του. Ο Θεός που την προόρισε για Θεοτόκο, ο Θεός θα οικονομούσε γι' αυτήν.

Λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Στο πρόσωπο της Παναγίας ο Θεός ζωγράφισε μια εικόνα, έκανε ένα πίνακα, επάνω στον οποίο ζωγράφισε ό,τι ωραιότερο υπήρχε, όποια αρετή υπάρχει, όποια καλοσύνη υπάρχει, όποιο κάλλος πνευματικό και υλικό υπάρχει, γιατί και σωματικά η Παναγία ήταν σεμνή και όμορφη. Όλα τα κάλλη, πνευματικά και σωματικά ζωγράφισε ο Θεός στο πρόσωπο της Παναγίας. Η Παναγία διέσωσε το «κατ' εικόνα» του ανθρώπου, είναι η πραγματική εικόνα του ανθρώπου. Και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης επίσης λέει, ότι αν συνέβαινε ποτέ τα εννέα τάγματα των Αγγέλων να επαναστατήσουν και να γκρεμισθούν από τον ουρανό και να γίνουν δαίμονες, αν συνέβαινε όλοι οι άνθρωποι να γίνουν κακοί, και αν συνέβαινε να επαναστατήσει ολόκληρη η κτίσις, ο ουρανός, η γη και τα αστέρια, όλα αυτά, λέει, αν συνέβαιναν, αρκούσε η αγιότητα της Παναγίας μας για να είναι ευχαριστημένος ο Θεός. Όλα ας ελλείπουν, φτάνει μόνο η αγιότητα της Παναγίας μας, για το Θεό.

Αυτή λοιπόν την αγιότητα της Παναγίας μας, μπορούμε και εμείς να τη μιμηθούμε, αρκεί όχι μόνο να ακούμε αλλά και να πράττουμε το θέλημα του Θεού. «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν».

Α.Κ.
Πηγή: περιοδικό Καθ' οδόν, τεύχ. 35, έκδ. Ι. Μητρ. Λεμεσού, σ. 8-10

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Στη μεγάλη καρδιά του χωρούσαν όλοι!


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ - ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ

Να έχετε χαρά, να έχετε χαρά....

Ήταν τα πρώτα λόγια του π. Κυρίλλου που άκουσα πριν πολλά χρόνια όταν πρωτοεπισκεύθηκα την Ιερά Μονή του Οσίου Δαυίδ, ενώ ζούσε ο άγιος γέροντας Ιάκωβος... ο με συγχωρείτε!

Ένας κοντούλης γεροδεμένος ιερομόναχος με κατακόκκινα μάγουλα, με ένα χαμόγελο διάπλατο, με μια ματιά που έφτανε ως το μεδούλι της ψυχής, φορώντας μια ποδιά της κουζίνας τότε πριν αρκετά χρόνια πέραν από δεύτερος ιερέας στο μοναστήρι μετά τον γέροντα, αλλά και μάγειρας και αρχοντάρης μας έδωσε ένα κελί προκειμένου να μείνουμε.

Πολλές φορές πήγαμε στον Όσιο Δαυίδ αυτό το ευλογημένο και φιλόξενο μοναστήρι της Εύβοιας. Παράδειγμα και υπόδειγμα μοναστηριού, ο κάθε πιστός αισθάνεται ότι είναι στην εκκλησία αλλά ταυτόχρονα ότι είναι και στο σπίτι του.

Διάχυτη η αγάπη των μοναχών, διάχυτη και η αγιοσύνη του τόπου. Πρώτος πότισε τον τόπο ολόκληρο με αγάπη και καλοσύνη ο όσιος Δαυίδ, συνέχισε ο γέροντας Ιάκωβος το ίδιο έκανε και ο γέροντας Κύριλλος.

Ευλογημένος τόπος. Άγιος τόπος. Ένας μικρός Παράδεισος.

Παράδεισος και η ψυχή του Αγίου γέροντα Κυρίλλου, προς όλους όσους τον πλησίαζαν. Προς όλους είχε ένα καλό λόγο, μια καλή κουβέντα. Έδινε φως στο σκοτάδι, Ελπίδα και παρηγοριά στην απελπισία.

Ο γέροντας...

-Θα με πας στη Δάμια (χωριό) να λειτουργήσω;

-Θα σε πάω γέροντα, πες μου πότε.

Η λειτουργία, απλή, μυσταγωγική, θεία. Όλοι οι επουράνιοι επισκέπτες ήταν ολόγυρα, γευόσουν και συ λίγο απ' αυτό που ο γέροντας γευόταν, το χάριζε δωρεάν...σαν ευλογία.

Για όλους νοιαζόταν.

Για τους μεγάλους, τους μικρούς, τα παιδιά και τα εγγόνια του καθενός...ρωτούσε για όλους. Ευχόταν για όλους.

Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Στην μεγάλη από αγάπη καρδιά του χωρούσαν όλοι.

Καθόταν πολλές φορές στην είσοδο της μονής σε μια πλαστική καρέκλα και έβλεπε τον κόσμο που ερχόταν να προσκυνήσει στο μοναστήρι.

Να και ο Βασίλης μουρμούριζε...και σε λίγο τον πλησίαζε ο κυρ-Βασίλης.

-Την ευχή σου γέροντα.

-Καλώς τον Βασίλη,πως πάει το παιδί, του έπεσε ο πυρετός; ρωτούσε ο γέροντας.

-Καλά είναι τώρα γέροντα, αφού το σταύρωσε ο πατήρ... συνήλθε.

- Ο Άγιος Δαυίδ έκανε το θαύμα του , μονολογούσε ο γέροντας.

-Για πες μου τι κάνεις, τι έφτιαξες με το χωράφι; ρωτούσε ξανά ο γέροντας.

-Τι να κάνω γέροντα, το όργωσα και έβαλα βίκο φέτος, του απαντούσε και του φιλούσε με σεβασμό το χέρι μπαίνοντας στο μοναστήρι.

Να και ο κυρ-Κώστας μουρμούριζε πάλι ο γέροντας και σε λίγο ερχόταν χαμογελώντας ο κυρ-Κώστας

-Καλησπέρα γέροντα.

-Καλώς τον Κώστα, τι έγινε το έφτιαξες το αυτοκίνητο;

-Το έφτιαξα γέροντα, είχε βλάβη στη μηχανή.

- Σου πήραν πολλά; έλεγε πάλι ο γέροντας;

-Μπα, ήταν ένας γνωστός μου δεν μου πήραν πολλά, απαντούσε και προχωρούσε μέσα στο μοναστήρι φιλώντας με σεβασμό το χέρι του.

Να και η Βασιλική μουρμούριζε πάλι ο γέροντας πλησιάζοντας από μακριά μια αγρότισσα γριούλα.

-Καλησπέρα γέροντα, του είπε η κυρα-Βασιλική

-Καλώς την Βασιλική, τι κάνει η κατσίκα σου; Πήρε τα πάνω της καθόλου;

-Καλά είναι γέροντα, τώρα την προσέχουμε ακόμη να γιάνει, είπε η γριούλα και μπήκε στο μοναστήρι.

Για τους ανθρώπους, τα χωράφια, τα ζώα...για όλους και για όλα νοιαζόταν ο γέροντας. Νοιαζόταν για τον πόνο, για τον κόπο, για το πρόβλημα του καθενός, έκανε το πρόβλημά μας πρόβλημά του και αυτό το έκανε προσευχή προς το Θεό.

Πούλμαν προσκυνητών επισκεπτόταν το μοναστήρι, απ' όλη την Ελλάδα, αλλά και από την Κύπρο, όλοι ζητούσαν από τον γέροντα μια ευχή, μια προσευχή!

Η εξομολόγηση ώρες ολόκληρες... χρόνια πολλά. Ακόμη και από το κρεββάτι του πόνου σηκωνόταν, πήγαινε στο εκκλησάκι εκεί στον Άγιο Χαράλαμπο και εξομολογούσε. Διέκοπτε μερικές φορές την εξομολόγηση προκειμένου να κάνει ένεση ινσουλίνης και μετά συνέχιζε απτόητος.

Ταλαιπωρήθηκε από πολλές ασθένειες μέχρι τέλους. 

Όμως τις υπέφερε, τις υπόμεινε, άλλωστε ήξερε από δύσκολα πράγματα, ήταν αγωνιστής!

Σήμερα [30/3/2012] όμως αναχώρησε, πήγε στον ουρανό να συναντήσει τον άλλο γέροντα, τον Άγιο γέροντα Ιάκωβο, τον γέροντά του. [...]

Στο καλό γέροντα, καλό ταξίδι να 'χεις, και από την πολλή τη δόξα που θα απολαμβάνεις, αυτή που σου χάρισε ο Θεός, μη μας ξεχνάς από εκεί που θα 'σαι. Να μας θυμάσαι! 

'Ενας από τους παλιούς σου γνώριμους

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Χαιρετισμοί (Α' Στάσις)



Α' Στάσις

γγελος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε·
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·

Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία,
ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,
φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως·
τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,
δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται·
ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,
τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων·
Ἀλληλούια.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,
ἡ Παρθένος ζητοῦσα,
ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα·
ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,
υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;
λέξον μοι.
Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,
πλὴν κραυγάζων οὕτω·

Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός,
χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,
Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου,
ἐπεσκίασε τότε,
πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω·
καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,
ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι,
τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,
ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·
Ἀλληλούια.

χουσα θεοδόχον,
ἡ Παρθένος τὴν μήτραν,
ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ.
Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν,
τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε,
καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν,
ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,
χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα.
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,
χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,
χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,
χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,
χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων,
λογισμῶν ἀμφιβόλων,
ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη·
πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,
καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε·
μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,
ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,
ἔφη·

Ἀλληλούια.

 

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Η αλήθεια της ελευθερίας στην αλήθεια της αγάπης


Ο ΓΑΜΟΣ, ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ (Β' ΜΕΡΟΣ)

Αν ο γάμος είναι το μυστήριο της αγάπης, τότε δεν μπορεί παρά να έχει μαρτυρικό και σταυρώσιμο χαρακτήρα. Η αυθεντική αγάπη είναι σταυρός, γι’ αυτό και στο γάμο «εκφράζεται με τη μορφή του τέλειου δώρου, σύμφωνα με το πρότυπο της θυσίας του Χριστού» (Εφ. ε' 25-32). Ο Θεός, η αληθινή αγάπη και συνεπώς ο μόνος διδάσκαλος και μάρτυρας της αγάπης, μόνο μια τέτοια αγάπη χαρίζει και ευλογεί, αυξάνει και τελειώνει και φανερώνει σαν το μυστήριο της ζωής και της κοινωνίας. Σ’ αυτήν και μ’ αυτήν ο γάμος γνωρίζεται σαν αληθινό μυστήριο. Το μυστήριο δεν αρνείται την ανθρώπινη πραγματικότητα του γάμου αλλά την ολοκληρώνει. Ο χριστιανικός γάμος είναι ουσιαστικά μια συνάντηση δύο ερωτευμένων ανθρώπων, μια ανθρώπινη αγάπη που μπορεί να μεταμορφωθεί από τη μυστηριακή χάρη του Αγίου Πνεύματος σ’ ένα αιώνιο δεσμό, αδιάλυτο ακόμη κι από το θάνατο. Η μυστηριακή χάρη έρχεται να αυξήσει και να τελειώσει, να δυναμώσει και να αγιάζει την αγάπη των συζύγων και συμβίων, εκείνων που αμοιβαία αλληλοανακαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Το βασικό αίτημα της ιερής Ακολουθίας του εκκλησιαστικού μυστηρίου του γάμου είναι η πραγματοποίηση της ενότητας και της κοινωνίας των νυμφευομένων στο πλήρωμα της τέλειας και χαριτωμένης αγάπης. Ο Θεός ευλογεί και τελειώνει την αγαθή διάθεση και την ελεύθερη απόφαση του ανθρώπου να επιχειρήσει τα αδύνατα για τις δυνάμεις του και τα υπέρλογα για τη λογική του. Αυτή είναι η άμετρη δυνατότητα της αγάπης που είναι θεία δωρεά και όχι ανθρώπινο εφεύρημα, για να μπορεί τότε να αμφιταλαντεύεται στην αστάθεια και την ασυνέπεια των ανθρώπινων γνωμών, να διαστρέφεται στην υποκατάσταση ή αντικατάστασή της από το σεξ και τον έρωτα, να καταπνίγεται στους σαρκικούς, λογικούς, ηθικούς και κοσμικούς περιορισμούς. Μόνο η αγάπη «η τον Θεόν αίτιον έχουσα, ως πηγή εστί βρύουσα και ουδέποτε τα ρεύματα αυτής ανακόπτεται και ανελλιπής η ύλη αυτής» (Ισάακ ο Σύρος).

Εδώ θεμελιώνεται το γεγονός του εκκλησιαστικού μυστηρίου του γάμου, ενσωματωμένου στο ευχαριστιακό μυστήριο, όπου βέβαια δεν κυριαρχεί η τελετή, αλλά απαιτείται η ποιότητα των νυμφευομένων, που εκφράζεται στην ανόθευτη αγάπη, στην «πίστιν δι’ αγάπης ενεργουμένην» (Γαλ. 5,6). Ο γάμος δεν μπορεί να είναι μια απλή συναίνεση, συμφωνία ή συμβόλαιο, που προσδιορίζεται από εξωτερικές-νομικές αρχές, αλλά μυστήριο απελεύθερο από κάθε ηθικιστική υποκρισία και κοινωνική ματαιοδοξία και τελειωμένο στο πλήρωμα της χριστιανικής αγάπης, της αγάπης του Θεού, που προσδίνει όλη τη μοναδικότητά του. Η αγάπη είναι η μοναδική δυνατότητα υπάρξεως του ανθρώπου και τελειώσεώς του μέσα στη χάρη. Η αμαρτία δεν είναι παρά η απόρριψη αυτής της δυνατότητας υπάρξεως και τελειώσεως, η απόλυτη αδυναμία και κατάλυση της αγάπης. Η Εκκλησία και τα μυστήριά της ενσαρκώνουν και πάλι αυτή τη δυνατότητα, το μυστήριο της χριστιανικής και ενεργού αγάπης, σαν αδιάκοπη άσκηση της ελευθερίας του ανθρώπου μέσα στη χάρη του Πνεύματος. Πόσο πραγματικός είναι ο λόγος πως η αληθινή και ζωντανή αγάπη είναι «ένας σοφός δάσκαλος, μα πρέπει να ξέρει κανείς να την αποκτήσει, γιατί αποκτιέται δύσκολα, αγοράζεται ακριβά, με πολύχρονη εργασία, γιατί δεν έχει αξία να αγαπήσεις για μια στιγμή, μα να αγαπάς πάντα. Τυχαία μπορεί κι ο καθένας να αγαπήσει, ακόμη κι ο μοχθηρός». Εδώ καταλαβαίνουμε πόσο το εκκλησιαστικό μυστήριο, η μυστηριακή χάρη του Πνεύματος ευλογεί, καταξιώνει και τελειώνει την αγάπη των συζύγων σε αγάπη θυσιαστική, μοναδική και αιώνια. Ο γάμος τελειώνεται στο εκκλησιαστικό μυστήριο, γιατί εδώ νικάται η πτώση, η αδυναμία και το αδιέξοδο του ανθρώπου.

Αυτή λοιπόν είναι η μεγάλη δωρεά του εκκλησιαστικού μυστηρίου του γάμου: Μας χαρίζει εκείνο που ο άνθρωπος, παρά τα πλούσια αισθήματα και τους φλογερούς έρωτές του, δεν μπορεί να κατορθώσει. δηλαδή την «καθ’ υπερβολήν οδόν» της αγάπης που πρώτος άνοιξε και ακολούθησε ο Χριστός, με όλη την ένσαρκη οικονομία Του. Μας χαρίζει τη χάρη της τελειώσεως της ελευθερίας ή του έρωτά μας, στην ελεύθερη αγάπη ή στον πόθο του πλησίον, του άνδρα ή της γυναίκας μας. Μας δίνει τη δυνατότητα να εκφράσουμε την αλήθεια της ελευθερίας στην αλήθεια της αγάπης, που είναι η πιο βαθιά δίψα της αλήθειας του είναι και που έχει «διδάσκαλον την Αγίαν Τριάδα». Ο γάμος έρχεται να θεραπεύσει με τρόπο απόλυτα συγκεκριμένο την πληγή που άνοιξε η πτώση στη σάρκα του κόσμου, δηλαδή την άρνηση της κοινωνίας της αγάπης. «Το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού από την οποία ξέπεσε ο Αδάμ κι έχασε για πάντα τη χαρά» (Ισαάκ ο Σύρος). [...]

Ο γάμος είναι το μυστήριο της αγάπης του άνδρα και της γυναίκας που καμιά ανθρώπινη αντιξοότητα δεν μπορεί να καταστρέψει. Στο συγκεκριμένο πρόσωπο του άντρα ή της γυναίκας μου συναντώ τον πραγματικό, τον υπαρκτό πλησίον μου, που πρέπει να αγαπώ σαν τον εαυτό μου, για να πραγματοποιηθεί «εις σάρκα μίαν», η ενότητα, ο γάμος, η συζυγία, η συμβίωση. Για να καταξιωθεί ο αληθινός εαυτός μου, η ίδια μου η φύση, που είναι κοινωνική, ή αν θέλετε ερωτική, φορέας και μάρτυρας της αγαπητικής κοινωνίας και ενώσεως. Ο χριστιανικός γάμος είναι μυστήριο της μεταμορφώσεως της ανθρώπινης υπάρξεως και της επεκτάσεως της ανθρώπινης προσωπικότητας, της προσωπικής κοινωνίας και ολοκληρώσεως του ανθρώπου, του άνδρα και της γυναίκας, του άνδρα στη γυναίκα και της γυναίκας στον άνδρα, σε μια ελεύθερη αφοσίωση και αφομοίωση, προσφορά και ευθύνη, που φανερώνει και καθιστά τον άνδρα και τη γυναίκα συμβίους και συζύγους. Μόνο στο επίπεδο της αγάπης ο γάμος είναι χαρά, και δεν είναι τυχαίο πως ο Χριστός με το πρώτο του θαύμα στον γάμο εν Κανά, επισκέπτεται και συμμετέχει και στηρίζει τη χαρά των ανθρώπων, γιατί όποιος αγαπά τους ανθρώπους, αγαπά και τη χαρά τους. Χωρίς χαρά δεν μπορείς να ζήσεις αλλά και χωρίς αγάπη δεν μπορείς να χαίρεσαι.

Η αστική νοοτροπία για το γάμο ή η κακώς εννοούμενη αξιοπρέπεια και προσωπικότητα μετέβαλε τους συμβίους – συζύγους σε κυρίους, τους έριξε στον ατέλειωτο αγώνα όχι της αλληλοπεριχωρήσεως και αλληλοσυμπληρώσεως, αλλά της ανεξαρτητοποιήσεως και της κυριαρχίας του ενός πάνω στον άλλο. Όλη αυτή η παρέκκλιση τους αιχμαλώτισε στην αμοιβαία καχυποψία, στην πλήξη μιας άχαρης και ανεόρταστης ζωής, ή στην τυπική και αγχώδη διεκπεραίωση των υποχρεώσεών τους, στην καθημερινά διευρυνόμενη αντίθεση και αλληλοαπομόνωσή τους. Το σημαντικό δεν είναι να ζούμε στο ίδιο σπίτι, κάτω από το ίδιο νομικό ή κοινωνικό καθεστώς, αλλά το πώς θα περπατήσουμε στην εν Χριστώ καινότητα και κοινότητα ζωής, που τον επίπονο δρόμο της μας ανοίγει και μας κάνει δυνατό μόνο η αγάπη. Ο γάμος είναι το κλειδί που ανοίγει την πόρτα προς την αγιότητα και την τέλεια αγάπη, ή προς την αγιότητα μέσα στην τέλεια αγάπη. Και να πως η ορθόδοξη άσκηση εικονίζει την τέλεια αγάπη: «Ει δυνατόν ην μοι ευροίν κελεφόν (λεπρό), και δούναι αυτώ το εμόν σώμα και λαβείν το αυτού, ηδέως είχον. αύτη γαρ εστίν η τελεία αγάπη» (αββάς Αγάθων)


πρωτ. Μιχαήλ Καρδαμάκης

Υ/γ. Σ.Α.π.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Τρυφερότητα και αγιότητα


Οι άγιοι εμπνέονται στην αγαθότητα της συμπεριφοράς τους από την κένωση του Χριστού. Ταυτόχρονα, μας κάνουν να προγευόμαστε τη μελλοντική εκείνη κατάσταση της ανθρωπότητας, όπου θα βασιλεύει στις ανθρώπινες σχέσεις η καλοσύνη. Διότι, οι άνθρωποι ανικανοποίητοι από την εξωτερική ισότητα που συνειδητοποιούν ανάμεσά τους, τείνουν προς ένα ανώτερο επίπεδο αμοιβαίων σχέσεων, ένα επίπεδο σημαδεμένο από τα χνάρια της καλοσύνης.

Η συνείδηση των αγίων χαρακτηρίζεται από μια ευαισθησία που έχει καλλιεργηθεί και εκλεπτυνθεί από την ευαισθησία του ενανθρωπίσαντος Θεού – την ευαισθησία εκείνη, της οποίας μέρος αποτελούν οι άγιοι. Και λόγω αυτής τους της συνείδησης, μπορούν να κοιτάξουν μέσα στους άλλους και να δουν εκεί ακόμα και τις πιο μυστικές καταστάσεις της ψυχής. Μ’ αυτόν τον τρόπο, οι άγιοι αποφεύγουν καθετί που θα μπορούσε να τους δημιουργήσει κάποια αντίθεση με τους διπλανούς τους, χωρίς ωστόσο να παραμελούν να βοηθούν τους άλλους να θριαμβεύουν πάνω στις αδυναμίες τους και να υπερνικούν τις δυσκολίες τους. Γι’ αυτό, οι άνθρωποι αναζητούν τον άγιο για να εμπιστευτούν τα πιο ενδόμυχα μυστικά τους. Διότι εκείνος έχει την ικανότητα να διακρίνει μέσα τους μια ανάγκη που μόλις και μετά βίας αρθρώνεται, την ανάγκη για καθετί καλό που μόνο να τα επιθυμούν μπορούν. Και σπεύδει τότε να δώσει και τον εαυτό του ακόμα για να ικανοποιηθεί η επιθυμία τους αυτή.

Όμως μέσα στους άλλους, ο άγιος διακρίνει και την ρυπαρότητα – ακόμα κι εκείνη που αποκρύπτεται πολύ επιδέξια. Και τότε, οι άνομες επιδιώξεις τους και οι διεστραμμένες επιθυμίες τους του προκαλούν πόνο· ένα πόνο που ενοικεί διαρκώς μέσα του, αλλά και που σε συνδυασμό με την ήρεμη δύναμη της αγνότητάς του, μετατρέπει τη συμπάθεια του σε δύναμη εξαγνιστική για τους άλλους.

Σε καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις , ξέρει πότε είναι η κατάλληλη ώρα να μιλήσει και τι να πει· κι ακόμα ξέρει πότε πρέπει να σιωπήσει και τι πρέπει να πράξει. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή η λεπτή διεισδυτικότητα των αγίων αποτελεί ένα είδος «ποιμαντικής διπλωματίας», μια περαιτέρω εκδήλωση της διακεκριμένης αρχοντιάς τους.

Ο άγιος ακτινοβολεί πάντα ένα πνεύμα μεγαλοψυχίας, φροντίδας και συμμετοχικότητας στα προβλήματα των άλλων, χωρίς να σκέφτεται τον εαυτό του. Η ζεστασιά του θερμαίνει τους άλλους, τους κάνει να ανακτούν τις δυνάμεις τους και τους φανερώνει τη χαρά του να μην είναι μόνοι. Ο άγιος είναι ένας άκακος αμνός, έτοιμος πάντα να θυσιαστεί και να σηκώσει πάνω του τον πόνο των άλλων· ταυτόχρονα όμως είναι κι ένας ασάλευτος τοίχος πάνω στον οποίο όλοι μπορεί να ακουμπήσουν. Συμμετέχοντας έτσι στις τύχες των άλλων, ο άγιος κάποιες φορές επιδεικνύει διακριτικότητα, ενώ άλλες φορές εκφράζεται χωρίς επιφυλακτικότητα. Κι είναι περιττό να μιλήσουμε για την παντελή έλλειψη ιδιοτέλειας στη σχέση του με τους αδελφούς του.

Εξάλλου δεν υπάρχει κανείς πιο ταπεινός από τον άγιο, πιο ελεύθερος από καθετί τεχνητό και επίπλαστο, πιο απόμακρος από κάθε είδους επιδεικτικότητα, πιο «φυσικός» στη συμπεριφορά του. Κι αυτό διότι ο άγιος αποδέχεται και κατανοεί καθετί που είναι πραγματικά ανθρώπινο – όλες εκείνες τις αμελητέες και κάποιες φορές φαιδρές διαστάσεις της ανθρωπινότητάς μας· της ανθρωπινότητάς που είναι μεγαλειώδης μόνο όταν δεν κομπάζει για το μεγαλείο της. Έτσι ο άγιος, στις σχέσεις του με τους άλλους, δημιουργεί αμέσως μια ατμόσφαιρα φιλικότητας, οικειότητας και εγγύτητας. Και με τον τρόπο αυτό εξανθρωπίζει τις σχέσεις του και αποτυπώνει πάνω τους ένα χνάρι αυθεντικότητας, αφού κι ο ίδιος είναι βαθιά ανθρώπινος και αυθεντικός. (…)

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει πως οι άγιοι έχουν κατορθώσει την απόλυτη απλότητα, επειδή έχουν υπερβεί μέσα τους κάθε διπροσωπία και υποκρισία. Έχουν ξεπεράσει την πάλη μεταξύ σώματος και ψυχής, μεταξύ καλών προθέσεων και πραγματοποιημένων έργων, μεταξύ προσποιητής εμφάνισης και κρυμμένων λογισμών, μεταξύ αυτού που υποκρίνονται πως είναι και αυτού που πραγματικά είναι. Έγιναν απλοί γιατί έδωσαν ολοκληρωτικά τον εαυτό τους στον Θεό. Γι’ αυτό άλλωστε και μπορούν να δίνουν τον εαυτό τους ολοκληρωτικά στις σχέσεις τους με τους ανθρώπους. Κι αν κάποιες φορές προτιμούν να μην κατονομάζουν απερίφραστα τις αδυναμίες των ανθρώπων που έχουν απέναντί τους, είναι διότιτ δεν θέλουν να τους εξουθενώσουν, και διότι μέσα τους καλλιεργείται αδιάκοπα η διάκριση, η λεπτότητα, η ευγνωμοσύνη, η απλότητα και η ειλικρίνεια. (…)

Εξαιτίας της ταπείνωσης του, ο άγιος, κάνει την παρουσία του ανεπαίσθητη· όμως είναι πάντοτε παρών, όπου υπάρχει ανάγκη υποστήριξης, παραμυθίας ή ενθάρρυνσης. Στέκει στο πλάι εκείνου που όλοι οι άλλοι έχουν εγκαταλείψει. Όταν πρόκειται για έναν άνθρωπο που πρέπει να ανασυρθεί από την κατάσταση της απελπισίας, ο άγιος δεν λογαριάζει καμιά δυσκολία ως ανυπέρβλητη, κανένα πρόσκομμα ως ακατανίκητο. Σε τέτοιες περιπτώσεις επιδεικνύει εκπληκτική δύναμη και επιδεξιότητα, μαζί με ακλόνητη αταραξία και αυτοπεποίθηση, διότι πιστεύει ακράδαντα στη βοήθεια του Θεού.

π. Δημήτριος Στανιλοάε , Προσευχή και Ελευθερία, Υπερβαίνοντας τη φύση και τον θάνατο, εκδ. Εν πλω, 2009 , σ. 15-26
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...