Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Όταν τα παιδιά μάς λένε «τι είναι αγάπη»!!!


Όταν είσαι τεσσάρων και πέντε και έξι χρόνων και σε ρωτήσουν «τι είναι αγάπη», η απάντησή σου πιθανώς να σοκάρει! Για ποιο λόγο;

Γιατί τότε είναι που οι μεγαλύτεροι καταλαβαίνουμε από τις απαντήσεις των παιδιών ποιο είναι το πραγματικό νόημα της αγάπης. Ρομαντικές, τρυφερές, αγαπησιάρικες, συγκινητικές, μα πάνω από όλα αληθινές, όλες οι απαντήσεις αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για όλους μας!

Άλλωστε, γράφει το perierga.gr, την αγάπη τα παιδιά την καταλαβαίνουν και την αισθάνονται καλύτερα από τους μεγάλους, έστω και με διαφορετικό τρόπο. Και, το σημαντικότερο, τη δίνουν απλόχερα, χωρίς διακρίσεις, χωρίς ανταλλάγματα…

Απολαύστε τις απαντήσεις τους…

Τόνια, 6 ετών
Όταν η γιαγιά μου έπαθε αρθρίτιδα δεν μπορούσε να βάψει τα νύχια των ποδιών της γιατί δεν μπορούσε να σκύψει. Έτσι της τα έβαφε ο παππούς μου παρότι και αυτός είχε αρθρίτιδα στα χέρια του.
 
Βασίλης, 4 ετών
Αγάπη είναι όταν ένα κορίτσι βάζει άρωμα κι ένα αγόρι after shave και μετά βγαίνουν έξω μαζί και μυρίζουν ο ένας τον άλλον.
 
Κάρολος, 5 ετών
Αγάπη είναι όταν βγαίνεις για φαγητό και δίνεις στον άλλον τις μισές τηγανιτές σου πατάτες χωρίς να του ζητήσεις να σου δώσει κι αυτός από τις δικές του.
 
Χριστίνα, 6 ετών
Αγάπη είναι αυτό που σε κάνει να χαμογελάς όταν είσαι κουρασμένη.
 
Λευτέρης, 4 ετών
Αγάπη είναι όταν η μαμά φιάχνει καφέ για τον μπαμπά και πίνει πρώτα μια γουλιά εκείνη για να δει αν τον πέτυχε.
 
Δανιήλ, 7 ετών
Αγάπη είναι όταν φιλιέσαι όλη την ώρα. Μετά βαριέσαι να φιλιέσαι αλλά θέλεις συνέχεια να είσαι μαζί με τον άλλον και να μιλάτε. Η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου έτσι κάνουν. Κι όταν φιλιούνται εμένα μου φαίνεται αηδία.
 
Αιμιλία, 8 ετών
Η αγάπη είναι όταν είσαι στο δωμάτιό σου τα Χριστούγεννα και ανοίγεις τα δώρα. Aν σταματήσεις το άνοιγμα θα ακούσεις την αγάπη.
 
Πάνος, 7 ετών
Αν θέλεις να μάθεις ν’ αγαπάς καλύτερα πρέπει να ξεκινήσεις από έναν φίλο που μισείς.
 
Τζένη, 8 ετών
Η αγάπη είναι όταν λες σε ένα αγόρι ότι σου αρέσει το πουκάμισό του κι αυτός μετά το φοράει κάθε μέρα.
 
Έλλη, 7 ετών
Η αγάπη είναι σαν το γέρο και τη γριά που μετά από τόσα χρόνια που γνωρίζονται είναι ακόμα φίλοι.
 
Θωμάς, 6 ετών
Κατά τη διάρκεια του ρεσιτάλ πιάνου μου μ' έπιασε φόβος πάνω στη σκηνή. Τότε κοίταξα κάτω και είδα τον μπαμπά μου να με χαιρετάει χαμογελώντας. Ήταν ο μόνος που το έκανε αυτό. Τότε μου πέρασε ο φόβος.
 
Μαρία, 8 ετών
Η μαμά μου με αγαπάει πιο πολύ απ’ όλους. Κανένας άλλος δεν έρχεται να με φιλήσει όταν πέφτω για ύπνο.
 
Κλαίρη, 6 ετών
Η αγάπη είναι όταν η μαμά δίνει στον μπαμπά την καλύτερη μερίδα φαγητού.
 
Ελένη, 5 ετών
Η αγάπη είναι όταν η μαμά βλέπει τον μπαμπά αξύριστο και βρώμικο και πάλι πιστεύει ότι είναι ωραιότερος κι απ’ τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.
 
Χρήστος, 7 ετών
Αγάπη είναι όταν το σκυλάκι σου σου γλύφει το πρόσωπο ακόμα κι αφού το άφησες μόνο του όλη μέρα.
 
Μαριάννα, 4 ετών
Ξέρω ότι η αδελφή μου μ’ αγαπά γιατί μου δίνει όλα τα ρούχα της ακόμα κι αν πρέπει να βγει έξω και να αγοράσει άλλα.
 
Λάμπρος, 4 ετών
Αφήνω τη μεγαλύτερη αδελφή μου να με πειράζει γιατί η μαμά λέει ότι με πειράζει επειδή μ’ αγαπάει. Κι μετά εγώ πειράζω την μπέιμπι σίτερ γιατί την αγαπάω.
 
Αλεξάνδρα, 4 ετών
Όταν αγαπάς κάποιον οι βλεφαρίδες σου ανοιγοκλείνουν και βγάζουν αστεράκια.
 
Κατερίνα, 7 ετών
Αγάπη είναι όταν η μαμά βλέπει το μπαμπά στην τουαλέτα και δεν σιχαίνεται.
 
Μάρκος, 6 ετών
Δεν πρέπει να λες σ’ αγαπώ αν δεν το εννοείς. Αλλά αν το εννοείς πρέπει να το λες συνέχεια γιατί οι άνθρωποι ξεχνάνε. 

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;

 
Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; [1]

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πιό μεγάλη γιορτή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς ζωῆς, τῆς χαρᾶς, τῆς πίστης, τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀγάπης τῶν μελῶν της. Δέν εἶναι τυχαῖο πού στήν παράδοση τοῦ λαοῦ μας τόσα πολλά ἤθη καί ἔθιμα ἔχουν συνδεθεῖ μέ τή γιορτή αὐτή. Αὐτό ἀκριβῶς δηλώνει ὅτι τήν ἡμέρα αὐτή ὅλοι μας γιορτάζουμε καί πανηγυρίζουμε. Γιά ποιό λόγο ὅμως πανηγυρίζουμε; Τί σημασία ἔχει γιά τή ζωή μας ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα; Εἶναι τό Πάσχα μία συνηθισμένη γιορτή, μία εὐκαιρία ἁπλῶς γιά νά βρεθῶ μέ τούς συγγενεῖς, νά φάω καί νά πιῶ, ἤ μήπως σημαίνει κάτι παραπάνω γιά τόν τρόπο πού ζῶ, πού βλέπω τούς ἀνθρώπους γύρω μου καί ἀντιμετωπίζω γενικά τή ζωή καί τόν θάνατο; Ὅλοι γνωρίζουν ὅτι τό Πάσχα εἶναι ἡ γιορτή τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, τό ζητούμενο εἶναι ὅμως πόσοι ἀπό ἐμᾶς αὐτή τήν Ἀνάσταση τή γιορτάζουμε, τή ζοῦμε δηλαδή ὡς γιορτή, ὡς χαρά, πού ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τή ζωή μας.

Καταρχάς, εἶναι σημαντικό νά γνωρίζουμε τή σημασία τῆς λέξης Πάσχα. Τό Πάσχα εἶναι ἑβραϊκή λέξη καί σημαίνει διάβαση. Ἡ ἑβραϊκή γιορτή τοῦ Πάσχα ἦταν ἀνάμνηση τῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας ἀπό τόν ἑβραϊκό λαό καί τῆς μετάβασης ἀπό τή δουλεία τῶν Αἰγυπτίων στήν ἐλευθερία τῆς Γῆς τῆς Ἐπαγγελίας. Μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τό Πάσχα ἔφθασε στό τέλος του, πῆρε δηλαδή τό πραγματικό του νόημα. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἔγινε τό Πάσχα μας [2], ἡ διάβασή μας ἀπό τή δουλεία τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας στήν ἐλευθερία καί στήν ἀληθινή ζωή. Τό καινούργιο νόημα πού πῆρε ἡ λέξη Πάσχα τό ἐκφράζει πολύ ὡραῖα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στήν Καταβασία τῆς Α΄ Ὠδῆς, πού ψάλλεται στόν Ὄρθρο τῆς Ἀνάστασης: «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν Λαοί. Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν, Χριστός ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ἄδοντας» [3].

Τό Πάσχα τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς ζωῆς καί τῆς χαρᾶς τῆς Ἐκκλησίας. Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀλήθεια αὐτή, ὥστε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά διακηρύττει ὅτι χωρίς τήν Ἀνάσταση θά ἦταν μάταιη καί χωρίς νόημα ἡ πίστη στόν Χριστό [4]. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος, τοῦ θαύματος τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο συνεχίζεται διαρκῶς σέ ὅλες τίς καρδιές τῶν Χριστιανῶν ἀπό μέρα σέ μέρα, ἀπό χρόνο σέ χρόνο, ἀπό αἰώνα σέ αἰώνα μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία [5].

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ταυτόχρονα καί ἡ συνανάσταση ὅλης τῆς οἰκουμένης μέ Αὐτόν, ἀφοῦ μέ τήν Ἀνάστασή Του διέλυσε τά δεσμά τοῦ θανάτου [6] . Ὁ διάβολος καί ἡ ἁμαρτία νικήθηκαν μία γιά πάντα καί ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι μέτοχος σ’ αὐτή τή νίκη. Ὅπως τονίζει ἐμφατικά ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς: «Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον· ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του "καταδικάζει" τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς· διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας· διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μίσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν τόν ἐσταύρωσαν· καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ’ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του» [7].

Δικαιολογημένα θά διερωτηθεῖ κάποιος: Καλά, πῶς νικήθηκε ὁ θάνατος, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι ἀκόμη ὑποφέρουν καί πεθαίνουν ἀκατάπαυστα; Ὁ θάνατος δέν ἔχει μόνο τή στενή σημασία τῆς βιολογικῆς νέκρωσης τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅπως τόν ἀντιλαμβάνεται ἡ σύγχρονη κοινωνία. Θάνατος στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ὁ χωρισμός ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωής [8]· ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ χωρισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό προῆλθε καί ὁ βιoλογικός θάνατος. Μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός ἀποκατέστησε τήν ἑνότητα μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, διαλύοντας τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί ἀνοίγοντας ἔτσι τόν δρόμο καί γιά τή δική μας ἀνασταση [9]. Μέσα στήν Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος κοινωνεῖ τή ζωή Του καί γεύεται τούς καρπούς τῆς νίκης Του κατά τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου. Παρά ταῦτα, ὁ βιολογικός θάνατος συνεχίζει νά ὑφίσταται πρόσκαιρα καί θά καταργηθεῖ ἐντελῶς κατά τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, διότι «ἡ ἀνακαίνιση καί ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου δέν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ καί θά πραγματοποιηθεῖ ὁριστικά καί τελειωτικά μέ τήν ἀνάστασή μας. Τότε, κατά τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση τῶν σωμάτων, θά κορυφωθεῖ τό θαῦμα τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας τῶν ἀνθρώπων καί τῆς καινότητας τοῦ κόσμου» [10]. Ἐπιπρόσθετα, ὁ βιολογικός θάνατος παραμένει καί γιά παιδαγωγικούς λόγους· ὁ ἄνθρωπος, βλέποντας καί ἐνθυμούμενος τόν θάνατο, ὁδηγεῖται στή μετάνοια καί στήν ἀναζήτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ [11].

Ἡ ἔνταξη στήν ἐκκλησιαστική ζωή, στήν θεανθρώπινη ζωή τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ ἀναδεικνύει τόν ἄνθρωπο σέ πρόσωπο, σέ ὕπαρξη πού δέν ζεῖ ἀτομικά, ἀλλά σέ κοινωνία καί ἑνότητα μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Αὐτή ἡ ἑνότητα ἀποκαταστάθηκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί πλέον μπορεῖ νά τήν βιώσει ὁ καθένας μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ, καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά βγεῖ ἀπό τό ἐγώ του, νά ἀπορρίψει τήν ἀτομικότητά του καί νά γίνει πρόσωπο. Νά ζεῖ μέσα του τόν Χριστό [12] καί ἔτσι νά ζεῖ τήν ἑνότητα μέ ὅλους. Αὐτή τήν ἑνότητα ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀγκάλιαζαν μέ τήν ἀγάπη τους ὅλα τά κτίσματα καί προσεύχονταν καρδιακά ὄχι μόνο γιά τίς δικές τους ἁμαρτίες, ἀλλά καί γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη καί τῶν ἐχθρῶν τους.

Ἡ βίωση τῆς καθολικῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου προϋποθέτει τόν ἀγώνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας. Ἐπειδή μέ τήν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος κατακερματίζει τόν ἑαυτό του, τή ζωή του, τίς σχέσεις του σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά εἶναι πολύ δύσκολο νά βιώσει ἐμπειρικά τήν ἑνότητα τῶν πάντων στόν Θεό, ὅπως ἔχουν δημιουργηθεῖ, γι’ αὐτό ὁ πνευματικός ἀγώνας ξεκινᾶ ἀρχικά ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας. Γράφει σχετικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὅτι, ἐπειδή ἡ ἀρχή τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε μέ τήν ἁμαρτία, κατά ἀντίστοιχο τρόπο, ἡ ἀρχή τῆς ἀνάστασής του γίνεται μέ τήν ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἁμαρτία. Τονίζει μάλιστα ὅτι εἶναι πολύ μεγαλύτερο γεγονός γιά τόν ἄνθρωπο νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀπό τό νά δεῖ μέ τά ἴδια του τά μάτια τήν ἀνάσταση ἑνός νεκροῦ [13]. Ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἁμαρτία σημαίνει τήν κάθαρση τῶν αἰσθήσεων [14], τή συσταύρωση μέ τόν Χριστό, ὥστε νά ἀκολουθήσει ἡ συνανάσταση μαζί Του.

Γιορτάζει λοιπόν ὁ ἄνθρωπος τό Πάσχα, ἀκολουθώντας τόν Χριστό, ζώντας τόν Χριστό, ἀφοῦ αὐτός εἶναι «τό Πάσχα ἡμῶν». Μόνο ἔτσι ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα θά φωτίσει τή ζωή μας, τήν καρδιά μας, ὅλη μας τήν ὕπαρξη. Εἶναι ἀδύνατον κάποιος νά ὀνομάζεται Χριστιανός, ἄν δέν ζεῖ τή χαρά αὐτή. Ἡ χαρά τῆς Ἀνάστασης εἶναι ὑπόθεση ὅλης της ἀνθρωπότητας. Ὅπως λέγει καί τό χρυσό στόμα τῆς Ἐκκλησίας στόν Κατηχητικό του Λόγο, πού διαβάζεται στήν ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα: «Εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ἡμῶν· καί πρῶτοι καί δεύτεροι, τόν μισθόν ἀπολαύετε. Πλούσιοι καί πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε. Ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι, τήν ἡμέραν τιμήσατε. Νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθῃ πεινῶν. Πάντες ἀπολαύετε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν· ἐφάνη γάρ ἡ κοινή βασιλεία. Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς τοῦ Σωτῆρος ὁ θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ᾅδην ὁ κατελθών εἰς τόν ᾅδην. Ἐπίκρανεν αὐτόν γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ· καί τοῦτο προλαβών Ἠσαΐας, ἐβόησεν· ὁ ᾅδης, φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω. Ἐπικράνθη· καί γάρ κατηργήθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ ἐνεπαίχθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ ἐνεκρώθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ καθ ῃρέθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ ἐδεσμεύθη. Ἔλαβε σῶμα καί Θεῷ περιέτυχεν· ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῷ. Ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε καί πέπτωκεν, ὅθεν οὐκ ἔβλεπε. Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός, καί σύ καταβέβλησαι. Ἀνέστη Χριστός, καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός, καί χαίρουσιν Ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι. Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» [15].

Υποσημειώσεις:
1. Α΄ Κορ. ιε΄, 55.
2. Βλ. π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἑορτολόγιο, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα ² 2005, σ. 25.
3. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Καταβασίες Πάσχα, Α΄ Ὠδή, Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1990, σ. 2.
4. Βλ. Α΄ Κορ. ιε΄, 17: «Εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν· ἔτι ἐστέ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν».
5. Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος. Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, μετάφρ. Ἱερομ. Ἀθανασίου Γιέβτιτς, Ἀθῆναι 1993, σ. 41.
6. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατά μεθυόντων καί εἰς τήν Ἀνάστασιν. Λόγος λεχθείς τῇ ἁγίᾳ καί μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, PG 50, 438.
7. Ἀρχιμ. Ἰ. Πόποβιτς, ὅ.π., σ. 40.
8. Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου, Πεντηκοντακέφαλον, Συγγράμματα, τόμος Α΄, ἔκδ. Ἱερᾶς Βασιλικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγίου Νεοφύτου,
Πάφος 1996, σ. 343 - 344: «Ἔστι γάρ θάνατος ἀθάνατος, ὥσπερ καί ζωή ἀθάνατος· ἀλλ’ ὁ μέν, ὄλεθρος αἰώνιος, ἡ δέ ζωή αἰώνιος. Θάνατος γάρ ἀθάνατος ὁ ἀπό Θεοῦ χωρισμός ἐστι καί λέγεται· ζωή γάρ ὁ Θεός, καί ὁ τοῦτον εὑρών εὗρε τήν ζωήν τήν ὄντως ἀθάνατον· ὁ δέ τούτου ἀποτυχών εὗρε τόν θάνατον τόν ὄντως ἀθάνατον. Θάνατος γάρ ἡ ἁμαρτία, δι’ ἧς τῆς ζωῆς, ἤτοι τοῦ Θεοῦ, ἐκπίπτουσιν ἄνθρωποι· καί θάνατος πάλιν ἄλλος ὁ διάβολος καί ἡ ἀθάνατος κόλασις, καί διά τοῦτο ἀθάνατος, ἤτοι ἀδιάβατος λέγεται».
9. Βλ. π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Πιστεύω. Ἡ βίωση τῆς πίστης Α΄, Ἀθήνα 2003, σ. 155.
10. Νίκου Νικολαΐδη, Θέματα Πατερικῆς Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 278.
11. Ὅ.π., σ. 281. Βλ. καί Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 39, Διά τήν ἀήθη καί ἀθρόαν τοῦ θανάτου τηνικαῦτα πληγήν, PG 151, 492 CD.
12. Βλ. Γαλ. β΄, 20: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».
13. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατά μεθυόντων καί εἰς τήν Ἀνάστασιν…, ὅ.π., PG 50, 439: «Πολύ γάρ μεῖζον ἁμαρτιῶν ἁπαλλαγῆναι, ἤ σῶμα ἰδεῖν ἀνιστάμενον».
14. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κανόνας Ὄρθρου τοῦ Πάσχα, Γ΄ Ὠδή, Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον, ὅ.π., σ. 2: «Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις, καί ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς ἀναστάσεως, Χριστόν ἑξαστράπτοντα, καί Χαίρετε φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες».
15. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατηχητικός Λόγος εἰς τήν ἁγίαν καί λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς ἐνδόξου καί σωτηριώδους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἀναστάσεως, Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον, ὅ.π., σ. 6. Mετάφραση τοῦ Κατηχητικοῦ Λόγου στήν ἰστοσελίδα http://egolpion.com/katihitikos_xrusostomou.el.aspx [...]


Αντώνη Χαραλάμπους, θεολόγου

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Μία λέξη γνωρίζω πλέον. ΑΓΑΠΗ.



Πριν από μερικές ημέρες επισκέπτης του Ζωντανού Ιστολογίου για αδιευκρίνιστους λόγους ανάρτησε το παρακάτω προσωπικό σχόλιο – βίωμα εφαρμοσμένης θεολογίας. (βλ. ανώνυμο σχόλιο 209) Τι θα λέγατε να το προωθήσουμε ως γραμμα σε μπουκάλι στον ωκεανό του διαδικτύου με την ευχή να βρει τον αποδέκτη του;

Νι…έτα στη ζωή μας υπάρχει μία λέξη πού είναι ικανή να φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή. Να αλλάξει τελείως τον άνθρωπο. Ο χαρακτήρας δεν αλλάζει εύκολα. Όμως αλλάζει η ζωή. Η ζωή μου. Η ζωή σου. Η ζωή όλων. ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Όταν καθήσεις και σκεφτείς, πιο σφαιρικά, πιο ανοιχτά, πιο καλοπροαίρετα, θα δεις ότι η κακiα του κόσμου επικρατεί καλά στην εποχή μας και πως είναι ΛΑΘΟΣ να ακούς τι λέει ο κόσμος για ένα άτομο που άλλα γνώριζες. Βέβαια λένε πως «όπου υπάρχει φωτιά, υπάρχει και καπνός». Άρα τι κάνεις στην περίπτωση αυτή; Ένα πράγμα. ΜΙΛΑΣ.ΜΙΛΑΣ.ΜΙΛΑΣ. Με τον άνθρωπο σου. Το ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ μάθημα που πήρα στη ζωή μου τα τελευταία χρόνια. ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΛΑΜΕ. ΜΙΛΑΜΕ. ΜΙΛΑΜΕ.

Όλοι μας κάνουμε λάθη. Βέβαια αυτό έχει επιπτώσεις. Μέσα από τα λάθη θυμώνουμε τον άλλον/η, αδικούμε τον άλλον/η, πληγώνουμε τον άλλον/η, πονάμε τον άλλον/η. ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Έρχονται στιγμές που ο θυμός φεύγει. Η ψυχή βρίσκει ξανά την τελειωτική της τροχιά. Η καρδιά γλυκαίνει. Ο νους κάνει την αυτογνωσία του. Η νοοτροπία αρχίζει και αλλάζει και διακατέχεται από λέξεις όπως «μετάνοια», «συγχωρητικότητα», «συντριβή», «δάκρυα», «πόνος», «χαρά», «λύτρωση». Η ζωή της εκκλησίας εμπεριέχει άπειρα παραδείγματα ανθρώπων που μετανόησαν ειλικρινά με συντριβή της καρδιάς, με πόνο ψυχής, ζητώντας μέσα από την εξομολόγηση και τη Θεία Κοινωνία το έλεος του Θεού και άλλαξαν τρόπο σκέψης. Ωρίμασαν. Έγιναν ρεαλιστές. Ζωγράφισαν τη ζωή τους με ΑΓΑΠΗ. Δεν υπάρχει ομορφότερη λέξη. Ξέρετε γιατί; Γιατί αγάπη είναι ο Θεός. 

Ααααααααααααααααχ……………και μόνο που το λέω ότι είναι αγάπη, ελπίζω στη ζωή. Αισιοδοξώ όταν το σκέφτομαι. Γιατί στάζει στην ψυχή μου κάθε τι όμορφο. Τους τελευταίους μήνες έζησα κάτι που με ξετίναξε. Έζησα έναν πόνο ψυχής που με διέλυσε. Πέρασα μεγάλη δοκιμασία και περνώ ακόμη. Μετανιώνω για τα λάθη μου και έχω καταθέσει την μετάνοια μου και έμπρακτα πλέον στο πετραχήλι. Το μίσος, η οργή, ο θυμός, η εκδίκηση, έσβησαν έστω και αργά. Όμως έσβησαν. Μία λέξη γνωρίζω πλέον. ΑΓΑΠΗ. Στις θλίψεις μου εμπνεόμουν από την λέξη αυτή και έλεγα «Θεέ μου πώς να αποκτήσω την αγάπη για όσα μου έκανε η … και πώς να την συγχωρήσω;». Εκεί είπα «αυτό μόνο ο Θεός το έκανε». Από την άλλη έφερα στο νου τους βίους των αγίων που συγχωρούσαν εχθρούς και φονιάδες. Άρα σκέφτηκα χρειάζεται αγώνας. Προσευχή. Μελέτη πνευματική. Ζωή μυστηριακή. Δοκίμασα. Συνέχιζα όμως να δυσκολεύομαι. Απογοητεύτηκα γιατί ήξερα ότι η καρδιά μου πάντα αγαπούσε. «Πώς είναι δυνατόν να μισώ και να θέλω να κάνω κακό;» έλεγα στον εαυτό μου. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα νιώσει αρνητικά για κάποια. Ποτέ δεν είχα κάνει τέτοιες σκέψεις και δεν είχα πει τέτοια λόγια. Στη ζωή μας υπάρχουν δύο όροι. Όροι που καθορίζουν την προαίρεση θα έλεγα των επιλογών μας. «Πρέπει». «Θέλω». Κάνουμε κάτι επειδή «πρέπει» να γίνει ή κάνουμε κάτι επειδή «θέλουμε» να γίνει; Πάντα ενεργούσα βιαστικά και με βάση τα «πρέπει». Μέσα από την πολύμηνη δοκιμασία μου, διέγραψα τα «πρέπει», κατήργησα την βιασύνη και τον προγραμματισμό στη ζωή. Εκεί συνάντησα δύο πράγματα. Από τη μία το τι αγαπώ να κάνω και από την άλλη άφησα χώρο για να εισέλθει στη ζωή μου το θέλημα του Θεού. 

Οι δοκιμασίες δεν σταμάτησαν. Η ΠΙΣΤΗ ΜΟΥ ΚΛΟΝΙΣΤΗΚΕ. Το έζησα κι αυτό. Αμφισβήτησα την θέληση του Θεού να με λυτρώσει όταν δεν άντεχα να πονώ ψυχικά. Όμως σιγά σιγά, βλέποντας ο Θεός ότι ήθελα να λυτρωθώ, ότι γνώριζα ποιο είναι το καλό και ότι ήθελα να το πράξω, ότι ήθελα να βάλω Χριστό στη ζωή μου, έδινε σιγά σιγά και η πίστη μου άρχισε να δυναμώνει. Παράλληλα οι δοκιμασίες δεν σταμάτησαν. Ο διάβολος και οι κακές μου προαιρέσεις με πολεμούσαν. Ένα πράγμα ήθελα. ΝΑ ΜΕΤΑΝΙΩΣΩ ΓΙΑ ΟΣΑ ΑΣΧΗΜΑ ΕΙΠΑ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΗ, ΝΑ ΔΕΙΞΩ ΜΕ ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ ΟΤΙ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ, ΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΩ, ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΗΣΩ, ΝΑ ΓΙΝΩ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από μήνες κοινώνησα. Ένιωσα αφού νωρίτερα είχα μετανιώσει, πως μέσα μου η Θεία Κοινωνία έκαψε ό,τι άσχημο ένιωθα. Χαίρομαι πλέον που έχω γαληνέψει. Που με βοήθησε εκείνη να γαληνέψω… 3 λέξεις με χαρακτηρίζουν πλέον: ώριμος, γαλήνιος, ρεαλιστής. 

Στη συνέχεια στη ζωή μου άρχισα να κάνω γνωριμίες και υπήρχαν όλες οι καλές δυνατότητες, ενδείξεις και προοπτικές κατά διαστήματα για να αφήσω τη μοναξιά. Άφησα τις ευκαιρίες να περνάνε από δίπλα μου, χωρίς να θέλω συνειδητά να κάνω κάτι. Αρνήθηκα στον εαυτό μου κάτι τέτοιο. Η ψυχή μου, η καρδιά μου και ο νους μου εδώ και μήνες, δεν ήθελαν να προδώσουν εκείνη που αγάπησα. Μέσα σε 1 χρόνο σχεδόν έζησα πολύ δύσκολα. Και δεν άφησα σχεδόν κανέναν να δει τι περνούσα. Δεν ήθελα να στεναχωρήσω τους δικούς μου και τους φίλους μου. Όμως η θλίψη φαινόταν και φαίνεται στα μάτια μου. Αλήθεια τα μάτια πολλές φορές δεν ξεγελάνε. Τα μάτια μου είναι ο καθρέφτης της ψυχής μου. Θλιμμένα. Παραπονεμένα. Αδικημένα.  

Μέσα λοιπόν σε 1 σχεδόν χρόνο, έγινα κακός, τα έβαλα με το Θεό, είδα να ανοίγονται νέες ευκαιρίες στη ζωή μου, αρνήθηκα κάποιες από αυτές. Κι όλα αυτά γιατί πιστεύω πως τώρα φαίνεται αυτό που όντως νιώθω για εκείνη. Δεν με ενδιαφέρει τι θα πουν οι άλλοι. Με ενδιαφέρει να έχω αυτογνωσία και να ξέρω τι θέλω πλέον. Θέλω…..θέλω….θέλω…


Μέσα λοιπόν από τα παραπάνω που έγραψα ίσως να διαβάσεις αυτά τα λόγια. Έχεις δίκιο για όσα θα σκεφτείς. Όμως σκέψου: «Πώς γίνεται μετά από 1 σχεδόν χρόνο να σε νιώθω;». Λες ότι δεν σε νιώθουν; Κι όμως…σε ένιωσα, σε πόνεσα, σε αγάπησα. Θα πεθάνω με την αγάπη μου για σένα. Το δάκρυ μου θα γίνει όνειρο, η καρδιά μου θα ματώνει, τα χείλη μου θα έχουν τη γεύση σου από το τελευταίο φιλί. Έλα όμως που πλέον ΘΕΛΩ να σου πω και κάτι άλλο, κι ας με πόνεσες πολλές φορές: 

Ν………………. σ’ αγαπώ πολύ.



Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Κύριε, σώσε την Κύπρο μας (1975)

Ξεφυλλίζοντας παλιά κιτρινισμένα χαρτιά έπεσα πάνω στο παρακάτω φυλλάδιο, έκδοση των Χριστιανικών Κύκλων Λευκωσίας, ένα μόλις έτος μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Δυστυχώς, Θεέ μου, είναι τόσο επίκαιρο 37 χρόνια μετά με την πληγή ανοικτή...

Ας ξαναϋψώσουμε τα χέρια, ας ξανακάνουμε την ευχή. Κύριε, άρε τη δοκιμασία από το κορμί της Κύπρου μας...



ΠΕΝΤΑΛΕΠΤΟΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Αγαπητοί,

Οι τόσον κρίσιμες μέρες, που διέρχεται η προσφιλής μας πατρίδα Κύπρος και μαζί μ' αυτήν και ολόκληρος ο ελληνισμός, επιβάλλουν την ανάγκην να στραφούμε με θερμή πίστη προς τον Κραταιό Θεό. Δεν πρέπει ούτε στιγμή να λησμονούμεν, ότι «οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ Θεοῦ ἀπολοῦνται». Ενώ όσοι με πίστη θερμή καταφεύγουν Σ' Αυτόν, λυτρώνονται και μεγαλύνονται.

Τη ζωντανή πίστη μας σ' αυτές τις δύσκολες στιγμές θα δείξωμε με τη θερμή προσευχή μας προς τον Παντοδύναμο Θεό. Έχομε καθήκον ιερόν, «ἐπαίροντες ὁσίους χεῖρας» και μετά δακρύων κλίνοντες τα γόνατα, να εκζητούμε το θείον έλεος. Ούτε η διπλωματία, ούτε οι Διεθνείς Οργανισμοί, ούτε οι ισχυροί της γης θα μας σώσουν. Μόνον ο Παντοδύναμος Θεός έχει τη δύναμη να μας λυτρώση. Αρκεί να καταφύγωμε με πίστη στο έλεός Του.

Για τούτο και οι Χριστιανικοί Κύκλοι Λευκωσίας καλούν όλους τους ευλαβείς χριστιανούς σε ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΘΕΡΜΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, για τη σωτηρία της πατρίδας μας που κινδυνεύει, μα και για τη λύτρωση της Εκκλησίας.

Καλόν θα είναι να υπάρχη μια ωρισμένη ώρα, κατά την οποία όλοι θα συνενώνωμε τις προσευχές μας προς τον Αγαθό Θεό. Καλούμε λοιπόν όλους κάθε βράδυ για πέντε λεπτά (9-9,5' μ.μ.) να διακόπτουν κάθε άλλην εργασία και να συνενώνουν τις φωνές τους σε θερμήν ικεσία προς το Στοργικό Πατέρα. Και τότε ασφαλώς ο Αγαθός Θεός θα δείξη στο λαό του πλούσιο το έλεός του και θα του χαρίση τη σωτηρία.

Παραθέτουμε στη συνέχεια υπόδειγμα προσευχής. Σ' αυτήν ο κάθε πιστός μπορεί να προσθέτη τα δικά του προσωπικά αιτήματα.


ΚΥΡΙΕ, ΣΩΣΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΜΑΣ.


Πολυεύσπλαγχνε Κύριε,


Με πόνο πολύ καταφεύγουμε στην Αγαθότητά σου , για να εκφράσουμε τη μεγάλη αγωνία και θλίψη που πλημμυρίζει την καρδιά μας. Κύριε, η ιδιαίτερη πατρίδα μας, η αγαπημένη μας Κύπρος βρίσκεται σε τραγική κατάσταση. Μαζί με τον ψαλμωδό επαναλαμβάνομε με δάκρυα και λυγμούς: «Ὁ Θεός, ἤλθοσαν ἔθνη εἰς τὴν κληρονομίαν σου, ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν σου... ἔθεντο τὰ θνησιμαῖα τῶν δούλων σου βρώματα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ, τὰς σάρκας τῶν ὁσίων σου τοῖς θηρίοις τῆς γῆς» (Ψαλμ. οη' 1-2). Πλήθος αδελφοί μας σφαγιάστηκαν από το βάρβαρο εισβολέα. Άλλοι ατιμάστηκαν κι εξευτελίστηκαν. Μεγάλο μέρος του λαού Σου, μακριά από τα σπίτια του, βρέχει με τα δάκρυά του το ξερό ψωμί της προσφυγιάς. Το μισό σχεδόν μέρος του νησιού μας στενάζει κάτω από το πέλμα του βάρβαρου εισβολέα. Πλήθος εγκλωβισμένοι αδελφοί μας υποφέρουν αφάνταστες κακουχίες. Ολόκληρο το νησί μας αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής καταστροφής. Μα το χειρότερο, οι ψυχές γέμισαν από μίσος και έχθρα.


Ξεχάσαμε την αγάπη, γιατί ξεκόψαμε από Σένα, το Θεό της αγάπης. Και πλανηθήκαμε σε δρόμους απιστίας και κακίας.


Κύριε, «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν ἐνώπιόν Σου». Γίναμε ένοχοι μπροστά στην αγαθότητά Σου. Γι' αυτό κι η πατρική Σου αγάπη μάς δοκιμάζει σκληρά.


Κύριε, συναισθανόμαστε την ενοχή μας και μετανοημένοι, σαν τον τελώνη, κραυγάζομε από τα βάθη της ψυχής μας. «Ὁ Θεός, ἱλάσθητι ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς». Συγχώρεσε, Κύριε, τον πονεμένο λαό Σου. Κάνε να μαλακώσουν και πάλιν οι ψυχές. Να γεμίσουν ξανά από τη δική Σου αγάπη και καλοσύνη. Να πληρωθούν από τη δική Σου χάρη.


Λύτρωσέ μας, Κύριε, από τη φοβερή τούτη δοκιμασία που περνούμε. Ελευθέρωσε τον τόπο μας. Σώσε την Κύπρο μας. Σώσε την Εκκλησία Σου. Βοήθησέ την να επανεύρη την ιερή αποστολή της. Κι αξίωσέ μας, Κύριε, λυτρωμένοι από τα σημερινά δεινά να υμνούμεν ακατάπαυστα το Πανάγιο κι υπερύμνητον Όνομά Σου.


Αμήν.

Πηγή: Χριστιανικοί Κύκλοι Λευκωσίας, Οκτώβριος 1975

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Αρχιερατική προσευχή: ἵνα ὦσιν ἓν


Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε·
Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς. ἐγὼ δέδωκα αὐτοῖς τὸν λόγον σου, καὶ ὁ κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς, ὅτι οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου, καθὼς ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου. οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ' ἵνα τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ. ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσὶν καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμὶ. ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι. καθὼς ἐμὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον, κἀγὼ ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον· καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ. Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. κἀγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμὲν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας. Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσιν τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας, καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ κἀγὼ ἐν αὐτοῖς.


Πηγή: Κατά Ιωάννην ιζ' 1-26

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Αν ξέραμε τι θα πει αγάπη...



Μήνες σκέφτομαι αυτά τα λόγια, μα δεν τολμούσα. Γιατί είναι δύσκολο να μιλήσουμε για κάτι που δεν ξέρουμε. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την αγάπη ενόσω παλεύουμε να μάθουμε τι στην πράξη σημαίνει. Είναι τόσο δύσκολο να μιλήσουμε για την αγάπη χωρίς να έχουμε λειώσει θυσιαζόμενοι από αυτήν...

Δύσκολο, γιατί αν είχαμε μέσα μας αγάπη δεν θα ακούγονταν μακρινά και ξένα τα λόγια του Κυρίου μας: «Αγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς.»( Κατά Ιωάννην ιε’ 12) Θ’ αντιλαμβανόμασταν καλύτερα το μέγεθος της Αγάπης Του, πως από τα δυσθεώρητα ύψη εκούσια επέλεξε και έγινε άνθρωπος, δέχτηκε να διωχθεί και να ατιμωθεί, φόρεσε χλευαστική χλαμύδα και ακάνθινο στέφανο. Ραπίστηκε, σταυρώθηκε, απέθανε. Έγινε θυσία στον σταυρό για να μας σώσει.

Αν είχαμε μέσα μας αληθινή αγάπη θα κάναμε πόνο δικό μας τον πόνο του άλλου. Θα ενδιαφερόμασταν να βρούμε τρόπους να τον απαλύνουμε, έστω κι αν δεν είχε τίποτε να μας αντιπροσφέρει. Θα ξέραμε, μάλιστα, πως δεν αρκεί ν’ αγαπάμε μόνο όσους μας αγαπούν. Θα κοινωνούσε η καρδιά μας το ξεχύλισμα της Δικής Του αγάπης όταν προσευχόταν στον σταυρό του μαρτυρίου για τους διώκτες Του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι!» (Λουκ. κγ’ 34) Θα αγαπούσαμε ακόμη κι όταν δεν ξέραμε ούτ’ εμείς γιατί τα ποιούσι. Με συγκλονισμό και δάκρυα θα φλεγόταν η καρδιά μας προσευχόμενη: «Κύριε, ἐλέησον τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς», τους μισούντας Κύριε, ναι όσους μας μισούν, αυτοί περισσότερο σ' έχουν ανάγκη!

Αν μπορούσαμε να αγαπήσουμε αληθινά θα μπορούσαμε να τσαλακώσουμε την εικόνα μας, θα ταπεινωνόμασταν παραδεχόμενοι την αδυναμία μας, θα ανοιγόμασταν μ' αγάπη στον δίπλα ξεφλουδίζοντας το αδιάπεραστο κέλυφος του εγωισμού μας.

Αν αγαπούσαμε πραγματικά θα προτιμούσαμε να σιωπήσουμε, παρά να καταλαλήσουμε το σφάλμα του συνανθρώπου μας. Θα σβήναμε την οργή μας μέσα μας και δεν θα επιτρέπαμε λόγο κατακρίσεως να εκφέρει το στόμα μας.

Αν μπορούσαμε, έστω ακροθιγώς, ν’ αγγίξουμε την Αγάπη, θ’ αδιαφορούσαμε για το μίσος των ανθρώπων. Δεν θα ζητούσαμε –ναι από εγωισμό! – να είμαστε σ’ όλους αγαπητοί και αρεστοί. Θα γνωρίζαμε ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας, ακόμη κι όταν με λύσσα κι αδίκως μας πολεμούν, θα βρίσκαμε πάντα τη δύναμη να παραγράψουμε τα σφάλματά τους και να τους συγ-χωρήσουμε στην καρδιά μας. Θα κατανοούσαμε καλύτερα την ανθρώπινη αδυναμία και θα ήμασταν πιο δεχτικοί με τους ανθρώπους, θα τηρούσαμε την αποστολική σωτήρια εντολή «ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ» (Εφ. δ’ 2).

Θα μετρούσαμε τα σκαλοπάτια που απέχουμε απ’ τον Ουρανό και δεν θα ασχολούμασταν με την κατάσταση των άλλων. Θα γνωρίζαμε καλύτερα πως ο πιο ύπουλος εχθρός της ψυχής είναι ο εγωισμός που κρύβεται πίσω από τ’ αγαθά μας έργα και θα παρακαλούσαμε τον Κύριο να μας τυφλώνει να μην τα βλέπουμε.

Δυστυχώς, εμείς οι «χριστιανοί» με τη λειψή καρδιά κλείνουμε τα μάτια και τ’ αφτιά μας στο θαύμα της Αγάπης Του. Πιστεύουμε πως δεν μας αφορούν όλ’ αυτά, πως δεν έχουν να κάνουν άμεσα με τη ζωή μας ή τα θεωρούμε «συντηρητικές» νοοτροπίες στερούμενες «οράματος» «προόδου». Φοβόμαστε, ακόμη, μήπως και μας κάνει «ευάλωτους» η Αγάπη κι έτσι σφαλίζουμε την καρδιά μας να μη «μαλακώσει» επικίνδυνα. Θέτουμε περιορισμούς στην προσφερόμενη αγάπη. Λέμε «έως εδώ!» και χαράζουμε τα όρια. Ύστερα αναζητούμε την ευτυχία σε λανθασμένα μονοπάτια ματώνοντας τα πόδια μας στ’ αγκάθια της αμαρτίας.

Όμως, εκεί στο περιθώριο της ζωής μας, ο Κύριος στέκει και καρτερικά προσμένει σαν σπαχνικός πατέρας. Μας χαρίζει χιλιάδες ευκαιρίες για αλλαγή, καθημερινά, κάθε στιγμή. Είναι έτοιμος να μας δει να πέφτουμε και να ξανασηκωνόμαστε αμέτρητες φορές και να μας συγχωρήσει ξανά και ξανά και ξανά, έως το τέρμα της ζωή μας... Δεν βιάζεται, ούτε μας εκβιάζει, «αργά βαδίζει». Ξέρει να περιμένει μέχρι τη στιγμή που ελεύθερα θα «έλθουμε εις εαυτόν» και συντετριμμένοι θα τον αναζητήσουμε λέγοντας: «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου!» Περιμένει καρτερικά μέχρι τη στιγμή που ελεύθερα, ατόφυια και χωρίς ανταλλάγματα θα Τον ποθήσουμε. Είναι τόση η Αγάπη Του που μπορεί να συγχωρήσει τα πάντα. Δεν κλείνει την πόρτα σε κανέναν, δεν αρνείται την Αγάπη Του ούτε στον πιο αμαρτωλό!

Πολύ παραστατικά μιλά ο Άγιος Σιλουανός:
«Ο Κύριος αγαπά πολύ τον αμαρτωλό που μετανοεί και τον σφίγγει με αγάπη στην αγκαλιά Του: “Πού ήσουν, παιδί μου; Σε περιμένω από καιρό.” Ο Κύριος καλεί όλους κοντά Του με τον ευαγγελικό λόγο και η φωνή Του ακούγεται σε όλη την οικουμένη: “Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.” Ελάτε να πιείτε το ζωντανό νερό. Ελάτε να δείτε ότι σας αγαπώ και δεν υποφέρω να χαθεί ούτε ένα από τα πρόβατά μου. Και για το ένα ακόμη ο Ποιμένας παίρνει τα όρη να το βρει.»

Αν είχαμε μέσα μας αληθινή αγάπη, τουλάχιστον θα ταπεινωνόμαστε από απέραντη ευγνωμοσύνη και θα μονολογούσαμε όπως τον Άγιο Σιλουανό: «Τι να σου ανταποδώσω, Κύριε, ή ποιον αίνο να Σου προσφέρω;» Θα αναγνωρίζαμε τη φτώχεια της ζωής μας, των λόγων μας, αυτών εδώ που μ' αναξιότητα εκφέρουμε, των έργων μας που μ' εγωισμό πράττουμε.

Αν γνωρίζαμε απόλυτα τι θα πει πραγματική αγάπη θα τη ζούσαμε όπως την περιέγραψε ο θείος Παύλος στην προς Κορινθίους Α’ επιστολή του:
«Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.»

Αν ξέραμε να αγαπάμε αληθινά, θα λειώναμε θυσιαζόμενοι. Αν ξέραμε, δεν θα συννέφιαζε η ψυχή μας. Δεν θα αγχωνόμασταν, ούτε θα μας έπνιγαν τα προβλήματα και οι έγνοιες του κόσμου τούτου. Δεν θα φοβόμασταν τίποτα που δεν μπορεί να βλάψει την ψυχή μας. Θα συνεχίζαμε με θέρμη να προσευχόμαστε υπό οιεσδήποτε συνθήκες. Θα ζητούσαμε με πλήρη παράδοση κι εμπιστοσύνη να γίνει «το θέλημά Του», σίγουροι πως αυτό δεν μπορεί παρά να είναι το καλύτερο για μας. Αν αγαπούσαμε δεν θα απελπιζόμασταν ποτέ. Γιατί η Αγάπη πάντα ελπίζει!

Υ/Γ. Σ' ευχαριστώ Κύριε για όλα, για όσα δύσκολα και γκρίζα μ' αγάπη επέτρεψες και για όσα ωραία μ' αγάπη απλόχερα ξαφνικά μ' αξίωσες. Σ' αγαπώ, Κύριε, μα μάθε με να σ' Αγαπήσω!

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Απαντώντας την τραγικότητα ενός συνθήματος...


Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. 
μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ. 
ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν.
οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους, ὅτι πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν.
οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ὑμῶν μένῃ, ἵνα ὅ,τι ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δῷ ὑμῖν.
ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. 
εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. 
εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. 
μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ.
εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν.
ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. 
(Κατά Ιωάννην, ιε' 12-21)

Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου.
ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν διωκόντων ὑμᾶς, 
ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. 
ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; 
οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν; 
καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; 
οὐχὶ καὶ οἱ ἐθνικοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν; 
ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι ὡς ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τέλειός ἐστιν. 
(Κατά Ματθαίον, ε' 43-47)

Ἀλλὰ ὑμῖν λέγω τοῖς ἀκούουσιν· ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς, 
εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμῖν, προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς. 
τῷ τύπτοντί σε ἐπὶ τὴν σιαγόνα πάρεχε καὶ τὴν ἄλλην, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντός σου τὸ ἱμάτιον καὶ τὸν χιτῶνα μὴ κωλύσῃς.
παντὶ δὲ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντος τὰ σὰ μὴ ἀπαίτει.
καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 
καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; 
καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 
καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;
καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι.
καὶ ἐὰν δανείζητε παρ' ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;
καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα.
πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 
γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.
καὶ μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε· μὴ καταδικάζετε, καὶ οὐ μὴ καταδικασθῆτε· ἀπολύετε, καὶ ἀπολυθήσεσθε· 
δίδοτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· μέτρον καλὸν, πεπιεσμένον καὶ σεσαλευμένον καὶ ὑπερεκχυνόμενον δώσουσιν εἰς τὸν κόλπον ὑμῶν· τῷ γὰρ αὐτῷ μέτρῳ, ᾧ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν.
(Κατά Λουκάν, στ' 27-38)

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Η αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο είναι αλληλένδετες!



Η προτροπή του Θεού να αγαπήσουμε ολοκληρωτικά τον Ίδιο, αλλά και τον πλησίον μας, όπως τον εαυτό μας, αποτελεί τη συμπύκνωση της χριστιανικής διδασκαλίας που αποτυπώνεται στο σημερινό (ενν. της 5ης Σεπτ. 2010, Κυριακής ΙΕ' Ματθαίου) ευαγγελικό ανάγνωσμα: «ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος  καὶ οἱ προφῆται κρέμανται» (Ματθ. κβ' 40). Πρόκειται για το ολοκληρωτικό γέμισμα της καρδιάς με την αγάπη. Την αγάπη που με τη διπλή της κατεύθυνση προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο αποτελεί τον πυρήνα της αποκάλυψης του Θεού, τόσο στην παλιά όσο και στη νέα διαθήκη, η οποία σφραγίζεται από τη θυσιαστική και σταυρωμένη αγάπη του Υιού Του.

Μονοπάτια για να αγαπήσουμε τον Θεό
Για να συναντήσουμε τον Θεό και να Τον γνωρίσουμε όπως είναι στην πραγματικότητα, πρέπει να ανοίξουμε την καρδιά μας, δηλαδή το κέντρο και το βαθύτερο είναι της ύπαρξής μας, για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε μια ιδιαίτερη και οικεία σχέση μαζί Του. Χωρίς αυτόν τον σύνδεσμο, την κοινωνία και την οικειότητα, δεν μπορούμε να Τον πλησιάσουμε και να Τον προσεγγίσουμε. Θα παραμένει πάντοτε κάπου «εκεί ψηλά», απόμακρος στο υπερπέραν, και σε τόσο μεγάλη απόσταση από εμάς, ώστε να μην μπορούμε να Τον αγαπήσουμε. Θα πάραμένει μια δύναμη, μια ιδέα, ένα σύνθημα, μια θρησκευτική διδασκαλία και ηθική και όχι ένα Πρόσωπο το οποίο πρέπει να αγαπήσουμε, για να ενωθούμε μαζί Του και να σωθούμε. Χρειάζεται, λοιπόν, να μάθουμε να προσευχόμαστε αδιάλειπτα, ώστε να βιώνουμε καθημερινά τη σχέση μας με τον Θεό σαν μια ειλικρινή, στενή, εκ βαθέων συνομιλία μαζί Του. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλοί Άγιοι μέσα στην προσευχή Τους ένιωσαν τη «φωτιά» της αγάπης του Θεού. Όσο στρέφουμε τη σκέψη μας στην αλήθεια του μυστηρίου του Θεού, συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει τίποτε τελειότερο και πιο επιθυμητό από τον Θεό. Η σκέψη μας κατευθύνει την καρδιά μας και όπου ο θησαυρός μας, εκεί και η καρδιά μας, κατά τον λόγο του Χριστού (Ματθ. στ' 21). Όσο, λοιπόν, περισσότερο προσπαθούμε και αγωνιζόμαστε για να αγαπήσουμε τον Θεό, τόσο ο Θεός μάς αποκαλύπτεται. Η εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας μάς λέει ότι εκείνος που απέκτησε την αγάπη, απέκτησε τον ίδιο τον Θεό, γιατί «ο Θεός είναι αγάπη» (Α' Ιω. δ' 16). Όποιος μένει μέσα σ' αυτήν την αγάπη, μένει μέσα στην αγκαλιά του Θεού. Όλοι είμαστε πλασμένοι κατ' εικόνα του Θεού. Την καθ' ομοίωση, όμως, ποιοι την έχουν; Ποιος, άραγε, μπορεί να μοιάσει με τον Θεό; Η απάντηση είναι απλή. Αυτός που με τη μεγάλη του αγάπη υποτάσσει την ελευθερία του στον Θεό. Όποιος αγαπά τον Θεό με όλη την καρδιά του, εκείνος είναι φίλος του Θεού. Μια τέτοια αγάπη κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμάει τίποτε άλλο περισσότερο από το να γνωρίζει τον Θεό και τότε απελευθερώνεται από τη μοναξιά και την ανασφάλεια, ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια του «εγώ» και μεταβαίνει προς το «εσύ».

Ο τρόπος της αγάπης για τον άνθρωπο
Ο διασπασμένος εσωτερικά άνθρωπος, συνήθως από μικροψυχία, στενεύει τα όρια της αγάπης και την πλαστογραφεί επικίνδυνα. Ξεχνά ότι η αγάπη προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο είναι αλληλένδετες. Δεν μπορεί να υπάρξει η μία χωρίς την άλλη, γιατί συνδέονται αδιάσπαστα. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπάει τον Θεό, δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης χαρακτηρίζει υποκριτή και ψεύτη όποιον λέει ότι αγαπά τον Θεό, αλλά μισεί τον αδελφό του (Α' Ιω. δ' 20). Η γνήσια και αυθεντική αγάπη προς τον πλησίον μεταφράζεται σε ηθική συμπαράσταση και ψυχική στήριξη, σε αλληλεγγύη, προσφορά και ευεργεσία κάθε μορφής, σε υπομονή και ανεξικακία απέναντι σε αδικίες, συκοφαντίες και κάθε άλλο κακό και, τέλος, με τη συγχώρηση, όταν μας βλάπτει. 

Αγαπητοί αδελφοί, αν δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τον πλησίον, που είναι δημιούργημα του Θεού, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε ούτε τον ίδιο τον Θεό. Γι' αυτό, όταν δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε τον άλλο, ας είμαστε μεγαλόψυχοι και υπομονετικοί μαζί του, για να αισθανθούμε όχι την αγάπη, αλλά τη διάθεση για την αγάπη. Για τη δύσκολη τέχνη της αγάπης, ας χτυπάμε την πόρτα του Θεού, για να μας τη χαρίσει ως δώρο Του. Αμήν.

Αρχιμ. Ν. Κ.
πηγή: Φωνή Κυρίου, έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 5/9/2010, φ. 36 (2988).

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Αγάπη Χριστιανική


Όπως η μνήμη της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα, έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δεν φωτίζει την ψυχή με τη γνώση του Θεού. Αγάπη είναι μια αγαθή διάθεση της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμά τίποτε άλλο περισσότερο από το να γνωρίσει τον Θεό. Είναι αδύνατον όμως ν' αποκτήσει σταθερά μέσα του αυτή την αγάπη, όποιος έχει εμπαθή προσκόλληση σε κάτι από τα γήινα.

Εκείνος που φοβάται τον Θεό, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη. Και η ταπεινοφροσύνη τον οδηγεί στην αγάπη και την ευχαριστία του Θεού. Σκέφτεται δηλαδή την προηγούμενη ζωή του, τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς τους, και πως απ' όλα αυτά τον γλύτωσε ο Κύριος και τον μετέφερε από τη ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο. Με τέτοιες σκέψεις λοιπόν αποκτά και την αγάπη προς τον Θεό, τον ευεργέτη και κυβερνήτη της ζωής του, τον οποίο αδιάλειπτα ευχαριστεί με πολλή ταπεινοφροσύνη. Εκείνος που αγαπάει τον Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στη γη. Νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται, και για κάθε άνθρωπο σκέφτεται πάντοτε το καλό.

Η ανέκφραστη ειρήνη, που έχουν οι άγιοι άγγελοι, οφείλεται σ' αυτά τα δύο: στην αγάπη προς τον Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από τον Σωτήρα μας, ότι σ' αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών. (Ματθ. 22, 40).
Όποιος αγαπάει τον Θεό, δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους, κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με αμέτρητη και ανείπωτη χαρά, όταν τους βλέπει να διορθώνονται.

«Όποιος με αγαπάει», λέει ο Κύριος, «θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14, 23). «Και η δική μου εντολή είναι να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. 15,12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπάει τον πλησίον του, αθετεί την εντολή του Κυρίου. Και όποιος αθετεί την εντολή του Κυρίου, ούτε τον Κύριο είναι δυνατό ν' αγαπήσει. Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει το σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε, αν δηλαδή τις κάνουμε γι' Αυτόν ή για κάτι άλλο. Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν' αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στον Θεό. Σ' Αυτόν ν' αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα.

Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία προς τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων. Η διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία.

Εκείνος που αγαπάει τον Χριστό, Τον μιμείται όσο μπορεί. Ο Χριστός, για παράδειγμα, δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους, έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν, υπέμεινε, όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε.

Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον. Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μας βεβαιώνει: «Δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει «Κύριε, Κύριε», αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ.7,21). Και πάλι:«Όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14,15). «Εγώ σάς λέω», είπε ο Κύριος, «αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σάς μισούν, προσεύχεστε για όσους σάς βλάπτουν» (Ματθ. 5,44). Γιατί έδωσε αυτές τις εντολές; Για να ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και τη μνησικακία και να σε αξιώσει ν' αποκτήσεις την τέλεια αγάπη. Αυτή είναι αδύνατο να την έχει όποιος δεν αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως και ο Θεός τους αγαπάει όλους εξίσου.

Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι' αυτό ανεξαίρετα τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους ενάρετους τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν το καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για να τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου.

Αγωνίσου, όσο μπορείς, ν' αγαπήσεις κάθε άνθρωπο. Αν αυτό δεν μπορείς να το κάνεις ακόμα, τουλάχιστον μη μισήσεις κανέναν. Αλλά ούτε αυτό θα μπορέσεις να το πετύχεις, αν δεν καταφρονήσεις τα πράγματα του κόσμου. Αν «η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (Ρωμ. 13,10), εκείνος που φθονεί τον αδελφό και λυπάται για την προκοπή του και με ειρωνείες προσπαθεί να κηλιδώσει την υπόληψή του ή τον επιβουλεύεται με κάποια κακοήθεια, αυτός ο άνθρωπος δεν αποξενώνει άραγε τον εαυτό του από την αγάπη και δεν τον κάνει ένοχο για την αιώνια καταδίκη;

Ο Χριστός δεν θέλει να έχεις εναντίον κανενός ανθρώπου μίσος ή λύπη ή οργή ή μνησικακία οποιασδήποτε μορφής και για οποιοδήποτε πρόσκαιρο πράγμα. Κι αυτό το διακηρύσσουν παντού τα τέσσερα Ευαγγέλια. Η λύπη είναι στενά συνδεδεμένη με τη μνησικακία. Όταν λοιπόν ο νους σκέφτεται το πρόσωπο του αδελφού και αισθάνεται λύπη, είναι φανερό ότι του κρατάει κακία. «Οι δρόμοι όμως των μνησίκακων οδηγούν στον πνευματικό θάνατο» (Παρ. 12,28), γιατί «ο κάθε μνησίκακος είναι παραβάτης του νόμου» (Παρ. 21,24). Την ώρα της ειρήνης σου, μη θυμάσαι εκείνα που σου είπε ο αδελφός όταν σε στενοχώρησε είτε σ' εσένα κατά πρόσωπο τα είπε, είτε σε άλλον και μετά τα άκουσες-, για να μην πέσεις στο πάθος της μνησικακίας.

Όταν συνομιλείς με άλλους, πρόσεχε μήπως εξαιτίας της λύπης, που διατηρείς ακόμα κρυμμένη μέσα σου, νοθεύσεις τους επαίνους σου για τον αδελφό, αναμιγνύοντας ασυναίσθητα στα λόγια σου την κατηγορία. Να χρησιμοποιείς στις συνομιλίες σου αγνό έπαινο για τον αδελφό και να προσεύχεσαι γι' αυτόν ειλικρινά, σαν να προσεύχεσαι για τον εαυτό σου. Έτσι, πολύ σύντομα θα ελευθερωθείς από το ολέθριο μίσος. Αν θέλεις να μην ξεπέσεις από την αγάπη του Θεού, μην αφήσεις τον αδελφό σου να κοιμηθεί λυπημένος μαζί σου ούτε κι εσύ να κοιμηθείς λυπημένος μαζί του. Πήγαινε, συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε πρόσφερε στον Χριστό το δώρο της αγάπης σου με καθαρή συνείδηση και θερμή προσευχή.

Μην αφήσεις τ' αυτιά σου ν' ακούνε τα λόγια όποιου καταλαλεί, ούτε και τα δικά σου λόγια να φτάνουν στ' αυτιά του φιλοκατήγορου, μιλώντας ή ακούγοντας με ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρος της αιώνιας ζωής. Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη συκοφαντείται κάποιος είτε στη διαγωγή. Και κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος όταν συκοφαντείται, παρά μόνο εκείνος που στρέφει τα μάτια του στο Θεό, τον μόνο που μπορεί να μας λυτρώσει από τον κίνδυνο, να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα. Όσο εσύ προσεύχεσαι μ' όλη σου την ψυχή για εκείνον που σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πληροφορεί για την αθωότητά σου όσους σκανδαλίστηκαν εξαιτίας της συκοφαντίας.

Γνήσιος φίλος είναι εκείνος που, στον καιρό του πειρασμού, συμμερίζεσαι αθόρυβα και ατάραχα τις θλίψεις, τις ανάγκες και τις συμφορές του πλησίον, σαν να είναι δικές του. Δεν έχει ακόμα τέλεια αγάπη ούτε βαθιά γνώση της θείας πρόνοιας εκείνος που σε καιρό πειρασμού δεν κάνει υπομονή για όσα λυπηρά του συμβαίνουν, αλλά αποκόπτεται από την αγάπη των πνευματικών αδελφών. Αν εκείνος που έχει όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, δεν έχει όμως αγάπη, τίποτα δεν ωφελείται, όπως λέει ο θείος Απόστολος (α' Κορ. 13,2), άραγε πόση προθυμία και ζήλο οφείλουμε να δείξουμε για να την αποκτήσουμε;

Πολλοί βέβαια έχουν πει πολλά για την αγάπη. Αν όμως την αναζητήσεις, θα τη βρεις μόνο στους μαθητές του Χριστού, γιατί μόνο αυτοί είχαν για δάσκαλό τους στην αγάπη την αληθινή Αγάπη, το Χριστό, και έλεγαν: «Αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και να γνωρίζω όλα τα μυστήρια, κι αν έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν ωφελούμαι» (α' Κορ. 13,2).
Εκείνος λοιπόν που απέκτησε την αγάπη, απέκτησε τον ίδιο το Θεό, γιατί «ο Θεός είναι αγάπη» (α' Ιω. 4,16). Σ' Αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες. Αμήν.

Οσίου Μάξιμου του Ομολογητή
Πηγή: http://orthodox-world.pblogs.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...