Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αδικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αδικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Τις ώρες του διωγμού


Πολλές φορές η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει
πως έχει μέλη ανθρώπινα και ατελή
και μας το υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό κι άδικο τρόπο.

Είναι εκείνες τις ώρες του διωγμού
που ένα συγκινημένο «ευχαριστώ»
ή ένα δάκρυ κι ένα κόμπιασμα στον λαιμό 
συνθέτουν το μυστήριο μιας παρηγορίας
που σου χαρίστηκε μέσα στον πόνο.

Γιατί η επόμενη μέρα δεν θα 'ναι ρόδινη
θα ξημερώσει στην εξορία
στο ξεχείλισμα της πίκρας και του πόνου 
και των αναπάντητων «γιατί»...

Το «ευχαριστώ» σου λιτό κι απέριττο
συμπύκνωσε όλα όσα δεν μπόρεσες να πεις
μα όλοι τ' ακούσαμε συγκινημένοι. 

Ένα «ευχαριστώ» βγαλμένο απ' την ψυχή σου
ατόφυιο και γνήσιο
απαλλαγμένο από κάθε λογική διαμαρτυρίας
μεστό από αναμνήσεις, έγνοια, κόπο και προσευχή...

Ένα «ευχαριστώ» όλες σου οι λέξεις
ήταν το πιο σπουδαίο δίδαγμα που πρόσφερες φεύγοντας!

Εμείς σ' ευχαριστούμε για όλα 
και πιότερο γι' αυτό το τέλος. 
Δέξου το ακάνθινο στεφάνι σου αγόγγυστα
και προχώρα στον δρόμο που δίδαξε ο Κύριός μας,
τον ευλογημένο δρόμο στον Γολγοθά που βάδισε κι Εκείνος.



Υ/γ. Στον π. Β.

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Ο Θεός δεν αφίσταται από κανέναν άνθρωπο

Η συγκλονιστική ομιλία του μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου για την άδικη, παράλογη και επονείδιστη προφυλάκιση του γέροντα Εφραίμ, ηγουμένου της Ι.Μ. Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους. Η ομιλία εκφωνήθηκε σε μια αλλιώτικη διαμαρτυρία στις 28/12/2011 έξω από την Πρεσβεία της Ελλάδος στη Λευκωσία.

Μέρος Α'


Είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα βρισκόμασταν σ' αυτήν την ώρα. Την τόσο δύσκολη, την τόσο θλιβερή και την τόσο γεμάτη ντροπή με την πράξη που έγινε με τη φυλάκιση του γέροντος Εφραίμ. [...]

Ασφαλώς ο Θεός παρακολουθεί και την κάθε λεπτομέρεια της ζωής μας. Ο Θεός δεν αφίσταται από κανέναν άνθρωπο, αλλά συμπαρίσταται ο Ίδιος προσωπικά σε κάθε ένα που δοκιμάζεται, σε κάθε ένα ο οποίος αδικείται, σε κάθε ένα ο οποίος Του μοιάζει. Γιατί κάθε αδικημένος άνθρωπος, όπως έλεγε ο γέροντας Παΐσιος, μοιάζει με τον αδικημένο Χριστό. Κι ο Χριστός εισέρχεται στην καρδιά του ανθρώπου αυτού και μένει μαζί του και γίνεται η καρδιά του πραγματικά βασιλειά του Θεού επί της γης.

Ψάλαμε, αδελφοί μου, αυτές τις μέρες, τις ημέρες των Χριστουγέννων, υμνώντας τη γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Μας προτρέπει η Εκκλησία μέσα από την εμπειρία της να ανατρέξουμε να δούμε πού εγεννήθηκε ο Χριστός, γιατί αυτό έχει μεγάλη σημασία για όλους μας. [...]

Κι αν αυτήν την ώρα θέλομε να ψάξομε να δούμε πού είναι ο Χριστός, σίγουρα δεν θα τον δούμε μέσα στα μέγαρα των ανθρώπων του κόσμου τούτου, ούτε μέσα στους ανθρώπους οι οποίοι φαίνονται ευτυχισμένοι κατά κόσμον, μέσα στην κοσμική φαντασία. Αλλά οπωσδήποτε ο Χριστός γεννάται στις καρδιές των ταπεινών ανθρώπων που Τον αγαπούν, σ' αυτές τις καρδιές που Tον αναζητούν και ιδιαίτερα σήμερα ο Χριστός γεννάται εις τον Κορυδαλλό, όπου ο γέροντας Εφραίμ ευρίσκεται κεκλεισμένος, ευρίσκεται φυλακισμένος, γιατί ηθέλησε να προασπιστεί τα δικαιώματα της Μονής του, γιατί με την παρουσία του έφερε την Ορθοδοξία σε μεγάλα ύψη πνευματικά, γιατί προέβαλε την Ορθόδοξη Εκκλησία στα πέρατα του κόσμου.

Δυστυχώς δεν είναι παράξενο το ότι συμπεριφερόμαστε με αυτόν τον τρόπο. Η ιστορία του ανθρωπίνου γένους έχει πολλά τέτοια παραδείγματα. Ο ίδιος ο Χριστός είπε εις τους δικούς Του πατριώτες κατά σάρκα: «τίνα των προφητών ουκ εδίωξαν οι πατέρες ημών;» Αυτή είναι η πορεία των αγίων, αυτή είναι η πορεία των μιμητών του Χριστού, αυτή είναι η πορεία όσων θέλουν να Του μοιάσουν. Και βέβαια όταν κανείς βάζει το χέρι του στο αλέτρι ξέρει ότι πρέπει να βαδίσει τον δρόμο αυτό μέχρι τέλους, χωρίς να στραφεί καθόλου στα οπίσω, χωρίς να δειλιάσει, χωρίς να σκεφτεί το δικό του συμφέρον ή τη δική του υστεροβουλία ή οτιδήποτε άλλο αφορά τη δική του ιδιοτέλεια. Γι' αυτό και κάθε άνθρωπος που αγαπά τον Θεό βαδίζει τον δρόμο του με υπομονή, μετά πολλών θλίψεων, μετά πολλής δυσκολίας. Αλλά αυτό γίνεται για τον ίδιο πηγή χάριτος. 

Μπορώ να σας ομολογήσω ότι είμαι βέβαιος ότι αυτό για τον γέροντα Εφραίμ είναι μια μεγάλη δωρεά της Χάριτος του Θεού, όπως μεγάλη δωρεά ήταν η Σταύρωση του Χριστού για όλο τον κόσμο. Ο Χριστός με τον σταυρό Του έσωσε τον άνθρωπο, αυτοί όμως που τον εσταύρωσαν εχάθηκαν. Ο Νέρωνας, ο αυτοκράτορας της Ρώμης, και όλοι εκείνοι οι αυτοκράτορες που εγέμισαν τον παράδεισο με εκατομμύρια μάρτυρες σίγουρα έδωσαν στην Εκκλησία έναν πλούτο ακαταμάχητο, την πληθύ των αγίων μαρτύρων, τα αίματα των αγίων μαρτύρων πάνω στα οποία ιδρύθηκε και στερεώθηκε η Εκκλησία. Αλλά οι ίδιοι χάθηκαν, οι ίδιοι απωλέσθηκαν γιατί αυτό το έκαναν κινούμενοι από τα πάθη τους, κινούμενοι από το σκότος της ειδωλολατρίας, στο οποίο ευρίσκονταν.

Και ο γέροντας θα εξέλθει απ' αυτήν τη δοκιμασία, όταν ο Θεός κρίνει ότι τελείωσε αυτός ο χρόνος. Θα εξέλθει σίγουρα δυνατότερος και σίγουρα αγιότερος. Θα γευθεί εκεί μέσα στο κελί, στο δύσκολο κελί της φυλακής, την παρουσία του Χριστού και θα καταλάβει πόσο μεγάλη χάρη λαμβάνει η ψυχή του ανθρώπου εν μέσω πολλών θλίψεων. Αλλά όμως οι αδικήσαντες και οι κρίναντες αυτήν την πράξη ασφαλώς δεν θα γευθούν αυτήν τη χαρά, μάλλον αντί αυτού θα γευθούν το σκότος της δικής τους κατάστασης, των δικών τους έργων. [...]

Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ αυτό το βράδυ για να εκφράσουμε τη διαμαρτυρία μας ειρηνικά μέσα σ' ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Να πούμε ότι αυτό που έγινε δεν το δεχόμαστε, δεν μας εκφράζει. Αυτό το πράγμα δεν μπορούμε να το αποδεχτούμε στην ψυχή μας. Γιατί κι αυτοί που κρίνουν δεν είναι αλάνθαστοι, γιατί κι αυτοί πρέπει να κρίνονται. [...]

Πού είναι όλοι αυτοί οι οποίοι κατέστρεψαν την Ελλάδα, όλοι αυτοί που κατέφαγαν τον δημόσιο πλούτο, όλοι αυτοί οι άνθρωποι πού βρίσκονται τώρα; Κι αν έγιναν αδικήματα αυτά τα έκανε ο γέροντας μόνος του; Όλοι οι υπόλοιποι πού βρίσκονται; Στ' ανάκτορα και στα μέγαρα, βολεμένοι όλοι κρατούντες ο καθένας και αποκομίζοντας τους πλούτους τους. Βέβαια αυτό το αφήνουμε στα χέρια του Θεού, δεν είμαστε εμείς οι οποίοι θα πάρουμε τη δικαιοσύνη στα χέρια μας. Αλλά ας μη μας νομίζουν ότι δεν έχουμε κοινή λογική να καταλάβουμε τι γίνεται, να καταλάβουμε ότι θέλουν εξιλαστήρια θύματα, για να καταλάβουμε ότι αυτοί που τον έβαλαν στη φυλακή το έκαναν για να αποπροσανατολίσουν τον ελληνικό λαό, για να τον κάνουν να ξεχάσει τα πραγματικά του προβλήματα και να στραφεί η προσοχή του αλλού.

Κι εμείς δεν τρώμε κουτόχορτο, καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι έκαμαν! Αλλά θα αποδώσει ο Θεός στον καθένα κατά τα έργα του. Την ανθρώπινη δικαιοσύνη μπορεί να την αποφύγουν, και μπορεί να είναι προστατευμένοι από τους διάφορους νόμους που έκαμαν οι ίδιοι για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους. Τη δικαιοσύνη του Θεού όμως κανένας δεν μπορεί να την αποφύγει. Και θα έρθει ώρα που θα αποδώσουν λόγο εις τον Δίκαιο Κριτή, ο καθένας από μας, για όλες τις πράξεις τις οποίες εκάμαμε. Εκεί αποβλέπομεν. Και εις τον Θεό μόνον έχομε την ελπίδα μας. [...]

Και όλοι αυτοί οι πατέρες τους οποίους εγνωρίσαμε και είδαμε στο πρόσωπό τους τον Χριστό, είδαμε μαρτυρουμένη τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, δεν ήταν άνθρωποι που είχαν κοσμική επιφάνεια, ήταν άνθρωποι ταπεινοί, άνθρωποι που γεύτηκαν την αδικία, που γεύτηκαν τη συκοφαντία, που γεύτηκαν τους διωγμούς, αλλά ο Θεός τους εδικαίωσε. Και όπως ο Ίδιος μας υπεσχέθη «μακάριοι οι κλαίοντες ότι γελάσουσι», έτσι και ο γέροντάς μας ο αείμνηστος έκλαιγε στη ζωή του ολόκληρη υπέρ όλου του κόσμου, αλλά εις την κοίμησή του εγέλασε το λείψανό του και εμαρτύρησε τον λόγο αυτόν τον αψευδή του Χριστού, ότι όντως ο λόγος του Θεού είναι αληθινός. [...]

Πόσες φορές είδαμε δύσκολες στιγμές στη ζωή μας; Αλλά εκεί που ήταν η δυσκολία, εκεί ήταν ο Θεός! Εκεί στη μεγάλη ώρα της δυσκολίας, εκεί ο Θεός ήταν παρών. Γι' αυτό δεν λυπούμαστε τον γέροντα! Δεν ήρθαμε εδώ για να τον λυπηθούμε. Τους εαυτούς μας λυπούμαστε που μας κυβερνούν αυτοί οι άνθρωποι και που οδηγούν την πατρίδα μας στην καταστροφή. Λυπούμαστε για το κατάντημα της Ελλάδος. Λυπούμαστε γιατί βρίσκεται η τύχη της πατρίδας μας στα χέρια ανθρώπων οι οποίοι δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν τον τόπο αυτόν.

Αλλά όμως ελπίζομε εις την ελληνική παράδοση, ελπίζομε εις την παρουσία των αγίων, εις τις ευχές όλων αυτών των ανθρώπων οι οποίοι καθημερινά προσεύχονται. Την Ελλάδα τη στηρίζουν οι άγιοί της, τη στηρίζει η ιστορία της, τη στηρίζει η παρουσία της μέσα στους αιώνες. Κι όσες δυσκολίες κι αν συναντήσομε, ως Ορθόδοξοι Έλληνες Χριστιανοί θα βαδίσομε τον δρόμο μας αναλογιζόμενοι τη βαριά αυτήν κληρονομιά που μας παρέδωσαν οι πατέρες μας και οι ευχές των αγίων μας και η παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι αυτή η πράξη δεν στρέφεται εναντίον του γέροντος Εφραίμ. Στρέφεται εναντίον της Εκκλησίας, εναντίον του Αγίου Όρους, εναντίον της Ορθοδοξίας, εναντίον του μοναχισμού!

Τι έχουν να φοβηθούν και τον φυλάνε με όλα αυτά τα περιπολικά; Θα φύγει ο γέροντας; Αν ήθελε να φύγει θα έφευγε εδώ και καιρό. [...] 



Μέρος Β'

Κι ας ακουστεί η προσευχή μας εις τον Θεό της αγάπης. Να φωτίσει αυτούς που κυβερνούν, να κυβερνήσουν τον τόπο επιτέλους προς το καλό, προς το αγαθό, να κοιτάξουν τα πραγματικά τους προβλήματα. Να πάψουν να εθελοτυφλούν και να ψάχνουν να βρουν εξιλαστήρια θύματα. Αλλού είναι τα προβλήματά τους. Δεν είναι στον πατέρα Εφραίμ! Δεν κινδυνεύουν απ' αυτόν, δεν κινδυνεύουν από έναν απλό μοναχό, δεν κινδυνεύουν από κανένα. Εμείς κινδυνεύουμε απ' αυτούς που κυβερνούν! Ο τόπος κινδυνεύει απ' αυτούς.

Γι' αυτό δεν ξέρουν τι να κάνουν, δεν ξέρουν ποιο να βάλουν, δεν βρίσκουν άνθρωπο να τους κυβερνήσει. Φτάσαμε σ' αυτό το χάλι να μην έχομε άνθρωπο να κυβερνήσει τον τόπο. Ψάχνουμε να βρούμε ένα ικανό να σταθεί μπροστά, να πάρει τα ηνία του τόπου και να τον τραβήξει μπροστά...

Τι κάμνομεν; Ο καθένας στη δική του θέση, στο δικό του πόστο, εκεί που η πρόνοια του Θεού έβαλε  τον κάθε ένα, να αγωνιστούμε, να σταθούμε δυνατοί, ακλόνητοι. Έχουμε μέσα στην ψυχή μας βεβαία την πεποίθηση ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει κανένα: ούτε τον τόπο μας, ούτε την Εκκλησία, ούτε τον γέροντα, ούτε την αδελφότητα της Μονής, ούτε το Άγιο Όρος, ούτε κανένα.

Κι εμείς ξέρομε πολύ καλά, είμαστε αυτόπτες μάρτυρες της αγιότητας και της αληθείας των πατέρων και του Αγίου Όρους. Δεν χρειαζόμαστε να μας τα πει καμιά «καλού-κακού», καμιά απ' όλες αυτές που δεν ξέρουν τι σημαίνει Άγιο Όρος, ούτε δεν είδαν ποτέ τους άνθρωπο του Θεού και δεν μπορούν να καταλάβουν τι γίνεται μέσα σ' αυτούς τους άγιους χώρους καθημερινά.

Εύχομαι, αδελφοί μου, η χάρις του Χριστού μας ο οποίος εγεννήθηκε μέσα στο σπήλαιο για να μας δώσει κουράγιο στη δική μας ζωή, για να μας ενισχύσει να βαδίζομε τον αγώνα μας, να γεννηθεί στις καρδιές όλου του κόσμου, να οδηγήσει τον κόσμο όλο σε οδούς ειρήνης και να δώσει την αγάπη Του στις ψυχές των ανθρώπων, ώστε όλος ο κόσμος να γνωρίσει τον Κύριο και να καταλάβομε ότι αυτό είναι που μας λείπει και τίποτ' άλλο. Αυτό είναι που έχουμε ανάγκη. [...] 



Πηγή: κανάλι O-Tiron

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Ικεσία του αθώου που τον σύρουν σε δίκη


ΨΑΛΜΟΣ ΛΔ' (34ος)*

Δίκασόν, Κύριε, τοὺς ἀδικοῦντάς με, πολέμησον τοὺς πολεμοῦντάς με.
ἐπιλαβοῦ ὅπλου καὶ θυρεοῦ καὶ ἀνάστηθι εἰς τὴν βοήθειάν μου,
ἔκχεον ῥομφαίαν καὶ σύγκλεισον ἐξ ἐναντίας τῶν καταδιωκόντων με· εἶπον τῇ ψυχῇ μου· Σωτηρία σού εἰμι ἐγώ.
αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ λογιζόμενοί μοι κακά.
γενηθήτωσαν ὡσεὶ χνοῦς κατὰ πρόσωπον ἀνέμου, καὶ ἄγγελος Κυρίου ἐκθλίβων αὐτούς·
γενηθήτω ἡ ὁδὸς αὐτῶν σκότος καὶ ὀλίσθημα, καὶ ἄγγελος Κυρίου καταδιώκων αὐτούς·
ὅτι δωρεὰν ἔκρυψάν μοι διαφθορὰν παγίδος αὐτῶν, μάτην ὠνείδισαν τὴν ψυχήν μου.
ἐλθέτω αὐτῷ παγίς, ἣν οὐ γινώσκει, καὶ ἡ θήρα, ἣν ἔκρυψε, συλλαβέτω αὐτόν, καὶ ἐν τῇ παγίδι πεσεῖται ἐν αὐτῇ.
ἡ δὲ ψυχή μου ἀγαλλιάσεται ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, τερφθήσεται ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ αὐτοῦ.
πάντα τὰ ὀστᾶ μου ἐροῦσι· Κύριε, τίς ὅμοιός σοι; ρυόμενος πτωχὸν ἐκ χειρὸς στερεωτέρων αὐτοῦ καὶ πτωχὸν καὶ πένητα ἀπὸ τῶν διαρπαζόντων αὐτόν.
ἀναστάντες μοι μάρτυρες ἄδικοι, ἃ οὐκ ἐγίνωσκον, ἐπηρώτων με.
ἀνταπεδίδοσάν μοι πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ ἀτεκνίαν τῇ ψυχῇ μου.
ἐγὼ δὲ ἐν τῷ αὐτοὺς παρενοχλεῖν μοι ἐνεδυόμην σάκκον καὶ ἐταπείνουν ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἡ προσευχή μου εἰς κόλπον μου ἀποστραφήσεται.
ὡς πλησίον, ὡς ἀδελφῷ ἡμετέρῳ οὕτως εὐηρέστουν· ὡς πενθῶν καὶ σκυθρωπάζων, οὕτως ἐταπεινούμην.
καὶ κατ᾿ ἐμοῦ εὐφράνθησαν καὶ συνήχθησαν, συνήχθησαν ἐπ᾿ ἐμὲ μάστιγες, καὶ οὐκ ἔγνων, διεσχίσθησαν καὶ οὐ κατενύγησαν.
ἐπείρασάν με, ἐξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμῷ, ἔβρυξαν ἐπ’ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας αὐτῶν.
Κύριε, πότε ἐπόψῃ; ἀποκατάστησον τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῆς κακουργίας αὐτῶν, ἀπὸ λεόντων τὴν μονογενῆ μου.
ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἐκκλησίᾳ πολλῇ, ἐν λαῷ βαρεῖ αἰνέσω σε.
μὴ ἐπιχαρείησάν μοι οἱ ἐχθραίνοντές μοι ἀδίκως, οἱ μισοῦντες με δωρεὰν καὶ διανεύοντες ὀφθαλμοῖς.
ὅτι ἐμοὶ μὲν εἰρηνικὰ ἐλάλουν καὶ ἐπ᾿ ὀργὴν δόλους διελογίζοντο.
καὶ ἐπλάτυναν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν, εἶπαν· εὖγε, εὖγε, εἶδον οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν.
εἶδες, Κύριε, μὴ παρασιωπήσῃς, Κύριε, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ·
ἐξεγέρθητι, Κύριε, καὶ πρόσχες τῇ κρίσει μου, ὁ Θεός μου καὶ ὁ Κύριός μου, εἰς τὴν δίκην μου.
κρῖνόν με, Κύριε, κατὰ τὴν δικαιοσύνην σου, Κύριε ὁ Θεός μου, καὶ μὴ ἐπιχαρείησάν μοι.
μὴ εἴποισαν ἐν καρδίαις αὐτῶν· εὖγε, εὖγε τῇ ψυχῇ ἡμῶν· μηδὲ εἴποιεν· Κατεπίομεν αὐτόν.
αἰσχυνθείησαν καὶ ἐντραπείησαν ἅμα οἱ ἐπιχαίροντες τοῖς κακοῖς μου, ἐνδυσάσθωσαν αἰσχύνην καὶ ἐντροπὴν οἱ μεγαλοῤῥημονοῦντες ἐπ᾿ ἐμέ.
ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν οἱ θέλοντες τὴν δικαιοσύνην μου καὶ εἰπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ θέλοντες τὴν εἰρήνην τοῦ δούλου αὐτοῦ.
καὶ ἡ γλῶσσά μου μελετήσει τὴν δικαιοσύνην σου, ὅλην τὴν ἡμέραν τὸν ἔπαινόν σου.




Μετάφραση (έκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Αθήνα: 1997)

Κύριε, κρίνε εκείνους που με κατακρίνουν· πολέμησε όσους με πολεμούν.
Πάρε ασπίδα κι όπλο κι έλα βοήθησέ με.
Σύρε κοντάρι για ν' ανακόψεις εκείνους που με καταδιώκουν· πες στην ψυχή μου: «Η σωτηρία σου είμ' εγώ».
Ας νικηθούν κι ας ντροπιαστούν αυτοί που θέλουνε να πάρουν τη ζωή μου!
Ας πισωστρέψουν κόκκινοι από ντροπή αυτοί που το κακό μου μελετούν.
Ας γίνουνε σαν το άχυρο που το σκορπίζει ο αγέρας· και του Κυρίου ο άγγελος ας τους κυνηγά.
Ας είναι σκοτεινή κι ολισθηρή η πορεία τους· και του Κυρίου ο άγγελος ας τους καταδιώκει.
Γιατί αναίτια μου στήσαν την παγίδα τους· αναίτια σκάψαν λάκκο, για να μου πάρουν τη ζωή.
Στον λάκκο όμως αυτοί θα πέσουν δίχως να το προσμένουνε· και στην παγίδα που έκρυψαν οι ίδιοι θα πιαστούνε· στον λάκκο μέσα θα χαθούν.
Κι η ψυχή μου θα νιώσει χαρά για τον Κύριο, για τη σωτήρια επέμβασή του αγαλλίαση.
Όλα τα οστά μου θα το πουν: Ποιος, Κύριε, σαν κι εσένα; Λυτρώνεις τον αδύναμο από τον δυνατότερό του, τον δύσμοιρο και τον φτωχό απ' τον καταπιεστή του.
Μάρτυρες άδικοι παρουσιάστηκαν, για όσα δεν ήξερα εκείνοι μ' ανακρίναν.
Μου ανταποδώσανε κακό αντί καλό, ερήμωσε η ψυχή μου.
Κι εγώ, όταν ήταν άρρωστοι, είχα φορέσει πένθιμα· με τη νηστεία ταπεινωνόμουν και με σκυφτό κεφάλι την προσευχή μου σιγοψιθύριζα.
Σαν να 'τανε για φίλο και γι' αδελφό μου πηγαινοερχόμουνα· σαν να πενθούσα μια μητέρα θλιμμένος έσκυβα.
Αλλά στη συμφορά μου αυτοί χάρηκαν και συνάχθηκαν -συνάχθηκαν εναντίον μου- να με συκοφαντήσουν, και όμως δεν το ήξερα· με χλεύαζαν χωρίς σταματημό.
Αντάμα με τους ασεβείς με χλεύαζαν, μου τρίζανε τα δόντια.
Κύριε, ως πότε θα τα βλέπεις;
Προστάτευσέ με απ' τις καταστροφές τους· από τα λιονταρόπουλα την ακριβή ζωή μου.
Θα σε δοξολογήσω μες σε μεγάλη σύναξη· ανάμεσα σ' αμέτρητο λαό θα σ' εξυμνήσω.
Για μένα ας μη χαίρονται όσοι είν' εχθροί μου δίχως λόγο· ας πάψουν με τα μάτια τα νοήματα όσοι αναίτια με μισούν.
Δεν μιλάνε ειρηνικά· και για τους ήσυχους της γης απάτης λόγια σκέφτονται.
Φλυάρησαν σε βάρος μου και είπαν: «Είδαμ' εμείς τι έκανες!»
Εσύ όμως, Κύριε, είδες· μη μείνεις σιωπηλός. Κύριέ μου, μη μ' αφήνεις!
Ξύπνα και σήκω και υπερασπίσου με· Θεέ και Κύριέ μου, πάρε το μέρος μου!
Κρίνε με σύμφωνα με τη δικαιοσύνη σου, Κύριε και Θεέ μου, για να μη χαίρονται για μένα.
Και να μη σκέφτονται στο βάθος τους: «Μπράβο μας, τον νικήσαμε.» Και να μη λένε: «Τον κατάπιαμε».
Ας ντρέπονται όλοι τους κι ας κοκκινίζουν, όσοι για τα παθήματά μου χαίρονται· ας σκεπαστούνε με ντροπή κι ονειδισμό όσοι αλαζονικά περνούν μπροστά μου.
Ας ευφρανθούνε κι ας χαρούν αυτοί που χαίρονται για τη δικαίωσή μου· κι ας λένε συνεχώς: «Μεγάλος είν' ο Κύριος! Επιθυμεί την ευτυχία του εκλεκτού του.»
Κι η γλώσσα μου θα διηγιέται τη δικαιοσύνη σου· όλη τη μέρα θα σ' εξυμνεί.

*κατά την αρίθμηση των Ο' 

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Η αληθινή συγχώρηση


Πριν πολλά χρόνια και μετά τη λήξη του εμφυλίου σπαραγμού και του αδελφοκτόνου πολέμου, σε κάποιο χωριό, έγινε ένας φόνος, για πολιτικούς μάλλον λόγους και εξαιτίας του μεγάλου φανατισμού, που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Κατηγορήθηκε, λοιπόν, κάποιος χωριανός, ο Πέτρος Γ. και με τις μαρτυρίες πέντε συγχωριανών του δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση. Ο κατηγορούμενος όμως ισχυρίζετο συνεχώς ότι ήτο αθώος. Κλείσθηκε σε αγροτικές φυλακές, αλλά μέρα-νύχτα διαλαλούσε και μονολογούσε ότι ήτο αθώος. Σ' αυτές τις φυλακές πήγαινε μια φορά τον μήνα ένας ευλαβέστατος ιερεύς και λειτουργούσε στο εκκλησάκι που υπήρχε και κατόπιν εδέχετο για εξομολόγηση όσους εκ των φυλακισμένων το επιθυμούσαν. Ύστερα από 5-6 μήνες, πήγε και ο εν λόγω χωριανός στον ευλαβή εκείνον ιερέα και εξομολόγο, και ενώπιον του Αγίου Θεού και μπροστά στο πετραχήλι του Πνευματικού, βεβαίωνε με όρκους ότι ήταν αθώος.

Από τότε που εξομολογήθηκε μέσα στις φυλακές ο Πέτρος Γ., άλλαξε τελείως διαγωγή και έγινε ο άνθρωπος της προσευχής και της μελέτης του Ευαγγελίου, που του δώρησε εκείνος ο καλός ιερεύς. Μέσα σ' έναν χρόνο αλλοιώθηκε τόσο πολύ, που όλοι οι συγκρατούμενοί του και βαρυποινίτες άρχισαν να τον σέβωνται και να του φέρωνται φιλικά. Και με την Χάρι και τον φωτισμό του Θεού γρήγορα πείσθηκε ο ευλαβής ιερεύς για την αθωώτητά του, ώστε του επέτρεπε να κοινωνή κάθε φορά που λειτουργούσε στις φυλακές.

Ο ιερεύς προσπάθησε κάτι να κάμη μέσω κάποιων δικηγόρων, αλλά οι μάρτυρες ήσαν απολύτως κατηγορηματικοί, γιατί ήσαν δήθεν παρόντες στον φόνο. Παρά ταύτα ο Εξομολόγος πίστευε ότι όντως ήτο αθώος και θύμα σκευωρίας. Ο Πέτρος Γ. όχι μόνο προσηύχετο με το Όνομα του Ιησού Χριστού, που το έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», αλλά μελετούσε το Ευαγγέλιο και κοινωνούσε των αχράντων Μυστηρίων, σκορπώντας σε όλους τους συγκρατουμένους του πολλή καλωσύνη. Συγχωρούσε δε με όλη του την καρδιά και τους κατηγόρους του και αυτόν ακόμα τον άγνωστο φονιά. Δεν φταίνε, οι καημένοι, έλεγε. Φταίει το πολιτικό και ιδεολογικό πάθος, φταίει και ο διάβολος που τους σκοτείνιασε το μυαλό κι έτσι κρύψανε την αλήθεια. Θεέ μου, συγχώρεσέ τους. και από μένα να 'ναι συγχωρεμένοι. Και χάρισέ τους πλούτη και αγαθά πολλά, αλλά χάρισέ τους προπαντός και ιδιαιτέρως φωτισμό και υγεία.

Έτσι πέρασαν 19 χρόνια. Κατόπιν, λόγω της καλής και αρίστης διαγωγής και επειδή έκανε και στις τότε αγροτικές φυλακές, όπου εμειώνετο η ποινή, αποφυλακίσθηκε. Ήτο πλέον 50 ετών. Στο χωριό όμως δεν έγινε δεκτός, επειδή τον πίστευαν όλοι για φονιά και κυρίως οι συγγενείς του φονευμένου. Έτσι, μετακόμισε σε μια γειτονική πόλι και έκαμε τον εργάτη, τον οικοδόμο και κυρίως τον μαραγκό, δουλειά που την έμαθε στην φυλακή. Η ζωή του όμως εξακολουθούσε να είναι ζωή ενός αληθινού χριστιανού, με την ακριβή συμμετοχή στα Μυστήρια, με την σωστή τήρηση των ευαγγελικών εντολών και ιδιαιτέρως με την προσευχή. Η προσευχή ήταν το οξυγόνο της ζωής του. Η Ευχή και το Ευαγγέλιο ήσαν γι' αυτόν «άρτος ζωής» και «ύδωρ ζων». Μία κοπέλα 42 ετών, θεολόγος σε κάποιο Γυμνάσιο της περιοχής, πληροφορήθηκε από τον Πνευματικό των φυλακών, που ήτο και δικός της Πνευματικός, τα πάντα για τον Πέτρο Γ. και ιδιαιτέρως για το πόσο ήτο αφοσιωμένος στον Χριστό και στην Εκκλησία Του. Πήγε, τον βρήκε και κατόπιν τον ζήτησε η ίδια σε γάμο!. Από τον ευλογημένο αυτό γάμο προήλθαν δυό παιδιά, υγιέστατα.

Ύστερα από μερικά χρόνια, στο χωριό που έγινε ο φόνος, κάποιος αρρώστησε βαρειά με ανεξήγητους φοβερούς πόνους σε όλο του το σώμα. Η επιστήμη με τους γιατρούς και τις κλινικές εξετάσεις, που ήσαν προηγμένες, στάθηκαν αδύνατον να τον βοηθήσουν!!! Ούτε καν την αιτία δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν!

Έτσι, μια βραδυά στο σπίτι του, αφού επέστρεψε από το νοσοκομείο, σ' αυτήν την φοβερή κατάστασι, άρχισε να κραυγάζη μέσα στους φοβερούς του πόνους ότι αυτός ήτο ο φονιάς και με τους 4 ψευδομάρτυρες, τους οποίους εξηγόρασε με μεγάλα χρηματικά ποσά, κατηγόρησαν τον Πέτρο Γ., που συμπτωματικά περνούσε από εκείνο το σταυροδρόμι, την ώρα που έγινε ο φόνος.
Φώναξαν τον αστυνόμο του τμήματος του χωριού, υπέγραψε την ομολογία του κατονομάζοντας και τους 4 ψευδομάρτυρες και συνεργούς του. Ποια νομική διαδικασία ακολουθήθηκε μετά, δεν γνωρίζω. Η ομολογία του όμως έκανε κρότο στο χωριό, προκαλώντας σύγχυσι, ταραχές και πολλές κατάρες, οι οποίες βάραιναν τον φονιά. Παρά ταύτα, η ψυχή του φονιά δεν έφευγε. Κι αυτός εξακολουθούσε να τσιρίζη και να κραυγάζη.

Ο Πέτρος Γ., όπως ήτο επόμενον, το έμαθε. Δεν κίνησε όμως καμιά διαδικασία για την αποκατάστασι της τιμής του με αναθεώρησι της δίκης, με μηνύσεις κατά των ενόχων και άλλων ενδίκων νομίμων μέσων. Αλλά τι έκανε; Πήγε στο σπίτι του φονιά!...Οι πάντες πάγωσαν. Οι περισσότεροι χωρικοί, όταν τον είδαν να περνάη μέσα από το χωριό, από την ντροπή τους κρύφθηκαν. Πάγωσε και ο φονιάς όταν τον αντίκρυσε, και με γουρλωμένα τα μάτια από την έκπληξι και την φρίκη, τον άκουσε να του λέη: Γιώργο, σε συγχωρώ με όλη μου την καρδιά. Και σ' ευχαριστώ, γιατί ήσουν η αιτία να γνωρίσω τον Χριστό με την Εκκλησία Του και τα άγια Μυστήριά της. Εύχομαι να Τον γνωρίσεις κι εσύ, με μετάνοια και προσευχή!

Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και έφυγε, ενώ κάποια δάκρυα κρυφά έτρεχαν από τα μάτια του.

Ο θρίαμβος της δικαιοσύνης του Θεού ήλθε, ύστερα από 35 χρόνια! Αλλά υπήρξε και θρίαμβος της εμπιστοσύνης, της πίστεως και της αδιαλείπτου προσευχής του αδικημένου Πέτρου Γ. στην Πρόνοια του Θεού. Και ταυτόχρονα στέφανος δόξης στην υπομονή και μακροθυμία, που έδειξε τόσα χρόνια. Ευλογήθηκε η μετέπειτα ζωή του, όπως προείπαμε, μ' έναν χριστιανικό γάμο και με οικογένεια που ήτο «κατ' οίκον εκκλησία» και με δύο τρισευλογημένα παιδιά. Και μάλιστα, μετά την ολοκάρδια συγχώρησι που έδωσε και την αγάπη που έδειξε προς όλους, πολλαπλασιάσθηκε η ευλογία του Θεού στο σπιτικό του. Είχε την Χάρι του Θεού πάνω του, την ευλογία της Παναγίας, την προστασία των Αγίων και την συμπαράστασι των Αγγέλων.

Εκοιμήθη οσιακώς σε ηλικία 80 ετών, το 1999. Παρών στην κοίμησί του ήτο και ο εννενηντάχρονος ιερεύς των φυλακών, που μού διηγήθηκε αυτό το γεγονός, για να με διαβεβαιώση ότι λίγο πριν το τέλος του Πέτρου Γ., Άγγελοι και Αρχάγγελοι πλημμύρισαν το δωμάτιο του, τους οποίους έβλεπε όχι μόνο ο ψυχορραγών με τα μάτια του, αλλά και ο εν λόγω ιερεύς. Αυτοί και παρέλαβαν την ψυχή του, μετά το τελευταίο σημείον του σταυρού που έκανε ο Πέτρος Γ., λέγοντας:

- Άγγελέ μου! Άγγελέ μου. , δεν την αξίζω αυτή την τιμή. Και τούτο ειπών, εκοιμήθη!.

Ο άνθρωπος αυτός, παρ' όλο που ήταν έγγαμος και ζούσε μέσα στον σημερινό κόσμο, μετά από την τεράστια και άδικη δοκιμασία και ταλαιπωρία του στη φυλακή, μαζί με βαρυποινίτες, είχε καρπούς της Ευχής, της θείας Κοινωνίας και της ευαγγελικής ζωής. Η έγγαμη ζωή του δεν τον εμπόδισε να λέγη μερα-νύχτα την Ευχή, όπως την έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού».

Από το βιβλίο: Η Ευχή Μέσα στον κόσμο, Πρωτοπ. Στέφανου Αναγνωστόπουλου

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Ίνα τι, Κύριε, απέστης μακρόθεν;


Γιατί ο Θεός επιτρέπει τόσο πόνο και μάλιστα τόσο άδικα και άνισα κατανεμημένο; Και ενώ τελικά φαίνεται ότι κάνει ένα θαύμα -που αναντίρρητα είναι θαύμα-, στην ουσία η όλη ατμόσφαιρα δημιουργεί μια αίσθηση απουσίας, όχι τόσο ανθρώπου -αυτή μπορεί να κατανοηθεί- όσο απουσίας του Θεού, -αυτή με κανέναν τρόπο δεν δικαιολογείται. Φαίνεται η δύναμη Του, αλλά δεν διακρίνεται η αγάπη Του. Πώς αυτός ό Θεός συνυπάρχει με τον Θεό του υπόλοιπου Ευαγγελίου;

Μήπως, όμως, κάτι υπάρχει που όχι μόνο ξεφεύγει από τον φακό της λογικής αλλά ενδεχομένως, όταν αυτή απομονώνεται, να την αποπροσανατολίζει και να την παραπλανά;

Αν ανοίξουμε το Ψαλτήρι, αν φυλλομετρήσουμε και μερικά πατερικά βιβλία, θα δούμε πόσο αυτή η αίσθηση της φαινομενικής απουσίας του Θεού πολλές φορές εκφράζεται από τα χείλη και του Δαυίδ και των αγίων. Λέει κάπου ο Δαυίδ· «ίνα τι, Κύριε, απέστης μακρόθεν» – γιατί κάθεσαι από μακριά; «υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψεσι;» – γιατί με περιφρονείς εκεί που πρέπει να έλθεις δίπλα μου, στις θλίψεις και στις ανάγκες μου; Νιώθω ξεχασμένος, νιώθω εγκαταλελειμμένος. Μιλάω και δεν έρχεσαι, σε φωνάζω και δεν με ακούς, σε προσδοκώ και μένεις μακριά. Απών ο Θεός από τη ζωή μου, τη στιγμή που Τον ζητώ, τη στιγμή που Τον έχω ανάγκη. «Χριστός καθεύδει», όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Δεν είναι απών ο Θεός από το μαρτύριο των μαρτύρων; Δεν είναι απών ο Θεός από τον κόσμο της ταραχής, των διενέξεων, των πολέμων, των αδικιών, των ασθενειών, των αμαρτιών, των παθών; Δεν είναι απών ο Θεός ακόμη και από το πάθος του Κυρίου, από τη σταύρωση και από την ταφή Του; Ο ίδιος ο Χριστός δεν είπε: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;». Πώς όμως γίνεται ο πανταχού και πάντοτε Παρών να είναι απών;

Άραγε ο Θεός είναι πράγματι απών; Τόσο απών; Ή μήπως κάτι άλλο συμβαίνει; Μήπως πίσω από το λογικό σκάνδαλο κρύβεται μια λεπτή πνευματική λογική που συνδυάζει την αγάπη Του με την πτώση μας, τη δύναμή Του με την ασθένειά μας, τη θεότητά Του με τη λογική αδυναμία μας, τη σοφία Του με την ανικανότητά μας να κατανοήσουμε το μυστήριο Του; Τι σημαίνει ότι το κήρυγμα του σταυρωμένου Θεού είναι «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον Έλλησι δε μωρία, αυτοίς δε τοις κλητοίς, Ιουδαίοις τε και Έλλησι Θεού δύναμις και Θεού σοφία»; Μήπως η ταπεινή αποδοχή του πεπτωκότος κόσμου κρύβει όχι μόνο σοφία αλλά και θεϊκή δύναμη;

Σίγουρα ο Θεός δεν μπορεί να συνυπάρχει με τον θάνατο που καθημερινά διαπιστώνουμε, την κατάρρευση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που βλέπουμε, το ξέσχισμα της λογικής που περιγράψαμε. Ούτε η αγάπη Του το αντέχει ούτε η καθαρότητά Του το δικαιολογεί. Ο Θεός είναι ζωή και μόνο. Και όταν δηλώνει την εξουσία του ο θάνατος, ο Θεός είναι Ανάσταση. Όλα όσα αναφέραμε προηγουμένως είναι σωστά ως ερωτήματα που περιγράφουν τον κόσμο όπου κυριαρχεί ο θάνατος και η πτώση. Το μεγάλο ερώτημα είναι: πώς ο Θεός που εποίησε τα πάντα «καλά λίαν» αποδέχτηκε την κυριαρχία της πτώσεως και του «κοσμοκράτορος του αιώνος τούτου» στον δικό Του κόσμο; Σε τελική ανάλυση, πώς εξηγείται ο θάνατος του Κυρίου και η ολόσωμη ταφή Του;

Φως σε όλα αυτά δίνει το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού και μόνο.

Αν προσέξουμε στις ευαγγελικές περικοπές που περιγράφουν την παρουσία του Θεού, θα διαπιστώσουμε ότι οι ευαγγελιστές αντί να χρησιμοποιούν τη λέξη ήλθε ο Κύριος -σαν να ήταν κάπου και ήλθε-, προτιμούν την έκφραση εμφανίζει ή φανερώνει ό Χριστός τον εαυτό Του. Αυτό σημαίνει ότι το ερώτημα δεν είναι αν ο Χριστός, ο Θεός, είναι παρών, αλλά πότε Αυτός μας εμφανίζεται και πότε και πως εμείς Τον βλέπουμε και ο καθένας μας Τον αισθάνεται. Αν βλέπαμε τον άλλον να θεραπεύεται, θα λέγαμε ότι αυτό αποτελεί φανέρωση του Θεού; ή θα το ομολογούσαμε μόνον αν θεραπευόμασταν εμείς οι ίδιοι; Αν δούμε το θαύμα στον διπλανό μας, αυτό δεν είναι φανέρωση του Θεού; Μόνον αν συμβεί στον εαυτό μας είναι; Μόνον αν εμφανιστεί στον χρόνο με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις τις δικές μας είναι πειστική η παρουσία Του; Γιατί η ικανοποίηση της δικής μας επιθυμίας και όχι το γεγονός να είναι καθοριστικό της θεϊκής φανερώσεως; Τι αξίζει περισσότερο; το έλασσον που είναι η θεραπεία μας ή το μείζον που είναι η φανέρωση του Θεού και στους διπλανούς μας•, Μήπως ο εγωισμός μας με κάποιον τρόπο αποτελεί την κύρια αιτία της παραμορφώσεως της ουσίας και της βαθύτερης αλήθειας των γεγονότων;

Ο Θεός δεν είναι απών που έρχεται αλλά είναι παρών που κρύβεται. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ρήμα που συνήθως οι ευαγγελιστές και οι πατέρες μας αγαπούν να χρησιμοποιούν είναι ότι εμφανίζεται, βγαίνει από το κρύψιμό Του και μας φανερώνεται. Και μας φανερώνεται στους ανθρώπους που μπορούν να βλέπουν. Πρέπει να υπάρξει μια συνεργασία της στιγμής του Θεού για την ψυχή μας και της καθαρότητας των οφθαλμών μας, για να αναγνωρίζουμε τον εμφανιζόμενο Θεό.

H φανέρωση του Θεού -πάντα το ζούσε αυτό η Εκκλησία, δεν το έλεγε σαν μια διπλωματική υπεκφυγή-, η φανέρωση του Θεού στη ζωή μας είναι μυστική και πνευματική. Ο κόσμος που ζούμε είναι κόσμος πτώσεως, σύμφυτος με τον θάνατο. Κι αν δεν πεθάνουμε σήμερα, θα πεθάνουμε αύριο. Κι αν σήμερα μας αναστήσει ο Χριστός, όπως τον Λάζαρο, ύστερα από λίγο καιρό θα φύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο. Κι αν δεν φύγουμε με αρρώστια ή αυτοκινητιστικό δυστύχημα, θα φύγουμε με άλλον τρόπο. Κάπως θα φύγουμε.

Η παρουσία του Θεού είναι παρουσία για να δώσει στον καθένα μας την αίσθηση της σωτηρίας· όχι της υγείας, της δυνάμεως ή της ατέλειωτης ζωής σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά του πόθο της αθανασίας, την προσδοκία της αιωνιότητας. Να δώσει τη γλύκα ότι κι αν πονάμε, κι αν δοκιμαζόμαστε, κι αν αδικούμαστε, κι αν στερούμαστε ίσως την αμεσότητα της θεϊκής παρουσίας, όπως την αξιώνει η λογική και την απαιτούν οι φυσικές ανάγκες, μπορεί να ζούμε τη ζεστασιά, την αίσθηση και την εμπειρία της πνευματικής Του παρουσίας στη ζωή μας. Τι ζυγίζουν οι δυσκολίες και οι δοκιμασίες, όταν ζούμε τον Χριστό μέσα μας, όταν έχουμε τον Θεό κοντά μας, όταν νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στη δική Του αγκαλιά! Όταν ο Κύριος ζούσε την εμπειρία της απόλυτης εγκατάλειψης στον σταυρό, εκεί ήταν η κατ’ εξοχήν στιγμή της θεϊκής παρουσίας -ήταν αδύνατο να απουσιάζει ο Θεός τη στιγμή που επιτελείτο το έργο της θείας οικονομίας! Έτσι και μ’ εμάς· η παρουσία του Θεού είναι απόλυτη και τέλεια στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς μας, όταν η αίσθηση της εγκατάλειψής Του είναι εντονότερη. Είναι αδύνατο να απουσιάζει ο Θεός από τη σωτηρία μας!


Τελικά, κόσμος δεν είναι αυτός που φαίνεται αλλά ένας άλλος που υπάρχει και που πρέπει εμείς να τον διακρίνουμε, και τότε θα δοξάσουμε τον Θεό για τις πλούσιες ευλογίες που μας δίνει, για τη δυνατότητα όχι τόσο να αποκτήσουμε την υγεία μας -αυτήν κάποτε θα τη χάσουμε- ούτε πάλι να γλυτώσουμε από μια απειλή της ζωής μας -και για αυτήν θα έρθει το τέλος-, αλλά κυρίως να απολαύσουμε τη σωτηρία μας, τη δυνατότητα δηλαδή να γίνουμε κι εμείς μέτοχοι και μέλη της βασιλείας του Θεού αιωνίως και να αντικρίζουμε «πρόσωπον προς πρόσωπον» τον Θεό και Σωτήρα μας.

Νικόλαος Χατζηνικολάου, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός, Εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 2009, σελ. 25-32,

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε...


«Eν τω κόσμω θλίψιν έξετε,
αλλά θαρσείτε
εγώ νενίκηκα τον κόσμο»

Θλίψη...

Μέσα από την αρρώστια, μέσα από την φτώχεια, μέσα από την ανεργία, μέσα από την αδικία, μέσα από τις παρεξηγημένες σχέσεις μας.

Ε και λοιπόν; Μήπως δεν ξέρουμε πως η κάθε μία από τις θλίψεις είναι και ένα τεράστιο βήμα προς την αγκαλιά του Πατέρα μας;

Τι σόι ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ; Στις ανέσεις μόνο; Στην ευημερία; Στα λόγια; Στη βόλεψή μας; Σε τι διαφέρουμε από τους άπιστους όταν ελεούμε από το περίσσευμά μας; Όταν αγαπάμε και φροντίζουμε μόνον αυτούς που μας αγαπούν; Όταν η χαρά του Χριστού μας χάνεται από τις καρδιές και από την ζωή μας στα ζόρικα;

Ποια είναι Η ΖΩΗ ΜΑΣ; Πόσες και ποιες ομοιότητες έχει με του Θεανθρώπου; Πόσο εξευτελιστήκαμε, πόσο αγαπήσαμε, πόσο ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΑΜΕ, πόσο δοκιμαστήκαμε από τον σατανά και αντέξαμε, πόσο νηστέψαμε και κλάψαμε για τους άλλους τους αδελφούς μας (όχι για τον εαυτούλη μας...), πόσο διακονήσαμε, πόσο αφιερωθήκαμε στα πλάσματα γύρω μας τα χαμένα που με τόση δίψα αναζητούν την ΑΓΑΠΗ, τη ΘΕΡΑΠΕΙΑ, την ΑΓΚΑΛΙΑ, τον ΚΑΛΟ ΤΟΝ ΛΟΓΟ, την συμπαράσταση, ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ...

Και στο λιθαράκι που λέγεται «αρρώστια», ή «ανεργία», ή «ανέχεια» ή ακόμα και ΘΑΝΑΤΟΣ, ξεχάσαμε τη Θεϊκή μας καταγωγή; Την αρχοντιά μας; Ξεχάσαμε πως δεν ζούμε για να ζούμε αλλά ζούμε για να υπηρετούμε; Ζούμε για να δοξάζουμε! Ζούμε για να χαιρόμαστε την ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ σε αισθήσεις και νοήματα.

Ζούμε για να απολαμβάνουμε μια ΑΓΑΠΗ ζωοφόρα που ξεκουράζει τον κάθε αδελφό μας, την κάθε ψυχούλα που ζει μακριά Του και δεν απολαμβάνει τα ουράνια όπως εμείς;

Πού είναι η πίστη μας; «Τα πετεινά του ουρανού»;... «Τα ταπεινά αγριολούλουδα» τα χρυσοστολισμένα; Η αιμορροούσα; Ο Ιάειρος;

Μήπως και μας χρειάζεται ένα δυνατό χαστούκι για να συνέλθουμε και να πάψουμε να ανησυχούμε για τα επίγεια, ανούσια και μικρά που μας κλείνουν τον δρόμο της πνευματικής μας ανόδου; Μήπως η προσευχή μας κατάντησε μια ζητιανιά, μια κραυγή αγωνίας και απιστίας;

Μήπως πλανηθήκαμε από τις έγνοιες του κόσμου τούτου και αφήσαμε από την καρδιά μας τα λόγια του Κυρίου μας; Τα λόγια του Ευαγγελίου; Τις συμβουλές και τις παραινέσεις των Αγίων και Μαρτύρων μας;

Μήπως η σημερινή (και η χθεσινή και η προπολεμική και δεν συμμαζεύεται) κατάσταση της κοινωνίας που ζούμε μας θόλωσε την ΠΟΡΕΙΑ μας; Μήπως τα γήινα και τα προσωρινά μάς αφαίρεσαν πολλά από τη Θεϊκή μας ρότα;

Ας λογαριαστούμε με την καρδιά μας

Ας λογαριαστούμε με τον εαυτούλη μας

Ας ξεφύγουμε από τη μοίρα του αδελφού του ασώτου της παραβολής και ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ μέσα στις πολλές και ΑΣΚΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΟΗΤΕΣ έγνοιες μας...

Ρωμ. ε' 3-5 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα,
ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν.

Β' Κορ. δ' 17 τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν,
μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα. τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια.


Λουκ. η' 15 τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.


Ιακ. α' 2-4 Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις,
γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν·
ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι.


Εβρ. ι' 35-39 Μὴ ἀποβάλητε οὖν τὴν παῤῥησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.
ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν.
ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ.
ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ.
ἡμεῖς δὲ οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς.


Ψαλμ. ,ρλζ'(137) 7-8 ἐὰν πορευθῶ ἐν μέσῳ θλίψεως, ζήσεις με· ἐπ᾿ ὀργὴν ἐχθρῶν μου ἐξέτεινας χεῖράς σου, καὶ ἔσωσέ με ἡ δεξιά σου.
Κύριος ἀνταποδώσει ὑπὲρ ἐμοῦ. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς.


Ψαλμ. πδ'(84) 11 ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν·


Δαν. στ' 16 Τότε ὁ βασιλεὺς εἶπε καὶ ἤγαγον τὸν Δανιὴλ καὶ ἐνέβαλον αὐτὸν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων· καί εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Δανιήλ· ὁ Θεός σου, ᾧ σὺ λατρεύεις ἐνδελεχῶς, αὐτὸς ἐξελεῖταί σε.


Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

Γιατί σε μένα, Θεέ μου;


Ερώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στην εκφορά του, τόσο δύσκολο στην απάντησή του. Ερώτημα τόσο αληθινό, τόσο ανθρώπινο, τόσο απαιτητικό, που όμως από τη φύση του δεν αντέχει στο λόγο, δεν εκφράζεται με το στόμα, δεν μπαίνει σε λέξεις, δεν δημοσιοποιείται σε ακροατήριο, πολύ δε περισσότερο, δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις από κάποιους που δήθεν γνωρίζουν προς κάποιους άλλους που σίγουρα πονούν. […]

Γιατί σε μένα Θεέ μου; Ηχεί στ’ αυτιά μου αυτό το ερώτημα και αντηχεί βαθιά στην καρδιά μου. Το ερώτημα αυτό συνεχώς διατυπώνεται και απαντάται μόνο με δάκρυα, όχι με λέξεις, με αισθήματα, όχι με σκέψεις, με σιωπή, όχι με απόψεις, με συμπόνια, όχι με απαντήσεις. Πώς να το κάνουμε; Συχνά τα μάτια μιλούν πιο εύγλωττα από το στόμα, ο αναστεναγμός πιο δυνατά από τη σκέψη και η πονεμένη απορία εκφράζει περισσότερο την αλήθεια από την όποια απάντηση.

Στρέφω το βλέμμα μου τριγύρω και αντικρίζω συνανθρώπους μας που πάσχουν, αδελφούς μας που λυγίζουν, που θα ήθελαν κάπως να εκφραστούν, αλλά είτε αδυνατούν είτε διστάζουν είτε και φοβούνται. Όλοι αυτοί, τελικά, δεν είναι… άλλοι, ξένοι, αδιάφοροι για μας, αλλά είναι το αγνότερο και αναγκαιότερο κομμάτι του εαυτού μας, μια που η συνάντηση μαζί τους μέσα μας, καταργεί το εγώ μας. Θα ήθελα λοιπόν για λίγο να δανείσω τα χείλη της δικής μου ψυχής στην ανάγκη της δικής τους να εκφράσει τον βουβό της πόνο και να διατυπώσει την επίμονη απορία της.

Προ καιρού μου δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθώ το Νοσοκομείο Παίδων. Πήγα στο γραφείο της διευθύντριας του Ογκολογικού που έτυχε να γνωρίζω. Μου πρότεινε να επισκεφθούμε τους θαλάμους των παιδιών. Απέφυγα να συναινέσω. Έριξα μια ματιά στους τοίχους του πρωτότυπου γραφείου της, που ήταν γεμάτοι από πρόσωπα πονεμένα και ελπιδοφόρα, πληγωμένα και αγωνιστικά. Άλλα ακόμη βρίσκονται κοντά μας για να πολλαπλασιάζουν τη χαρά και άλλα μας έχουν φύγει για να προκαλούν την ανάγκη της συνάντησης μαζί τους στην αγκαλιά του Θεού. […]

Βγήκαμε απ’ το γραφείο της και νόμιζα ότι έβγαινα από την αλήθεια για να μπω στο ψέμα αυτής της ζωής, αλλά με μια ανομολόγητη ανακούφιση. Σκόνταψα όμως στη μεγαλύτερη αλήθεια. Στο σαλόνι σε ένα τραπεζάκι, έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια τρία παιδάκια, δίχως μαλλιά, με πρόσωπα ωχρά, με ενδοφλέβιες χημειοθεραπευτικές παροχές στα χέρια. Δίπλα τους ισάριθμες νεαρές μητέρες και ένας παππούς. Τα μάτια των μεγάλων μεμιάς καρφώθηκαν επάνω μου. Τα παιδάκια αμέριμνα συνέχισαν τη διασκέδασή τους. Εγώ αμήχανα δεν τολμούσα να δώσω το ψεύτικο χαμόγελο του… καλού παπά που ήλθε να κάνει την καλή του πράξη. Ποτέ το βλέμμα των γονέων και η αμεριμνία των παιδιών δεν με είχαν τόσο βαθιά τρυπήσει. Η εικόνα αυτή αυτόματα μεταμορφώθηκε σε ερώτημα που ηχεί στα αυτιά μου μέχρι αυτήν τη στιγμή. Τα μάτια αυτά διψούσαν για μια γουλιά απάντησης στην πιο λακωνική, αλλά πιο εσώτερη απορία που σχηματίζεται στην καρδιά κάθε φυσιολογικού ανθρώπου: «Γιατί σε μένα, Θεέ μου;» […]

Γιατί ο πόνος; γιατί η αδικία; γιατί τα παιδάκια; γιατί τόσο πρόωρα; γιατί με αυτόν τον τρόπο; γιατί την απερίγραπτη χαρά της αθώας παρουσίας τους να τη διαδέχεται ο αβάσταχτος πόνος; γιατί; Κι αν είναι για το άγνωστο καλό μας, γιατί αυτό το καλό μας να είναι τόσο πικρό;

Γιατί σε μένα; Τι έκανα; Πού να ψάξω να βρω μέσα μου την άγνωστη σε μένα αιτία; Κι αν φταίω εγώ, δεν μπορώ κάτι να κάνω ν’ αναστρέψω τα πράγματα; Και ποιος ο λόγος εξαιτίας μου να υποφέρει αυτό το αθώο πλασματάκι; Αυτό μου φαίνεται πιο αδύνατο να το αντέξω. Κινδυνεύω να χάσω και τη λίγη και ασθενική πίστη μου. Τελικά ποιο το όφελος αυτής της ιστορίας;

Γιατί σε μένα Θεέ μου; Δεν είμαι παιδί σου; Δεν είσαι Θεός αγάπης; Τι σχέση μπορεί να έχει η αγάπη Σου με το μαρτύριό μου; Πώς να με προσελκύουν τα μαστιγώματά Σου; Πως συνδυάζεται η καλοσύνη Σου με την ανερμήνευτη λογική του πόνου, με τη θλίψη, με το ενδεχόμενο του σκανδαλισμού; […]

Τελικά αυτά τα «γιατί» δεν έχουν τις απαντήσεις που η φτώχεια και η αδυναμία μας περιμένει. Στη λογική αυτή συνήθως παραμένουν αναπάντητα. Γι’ αυτό και ο Χριστός για το θάνατο δεν είπε παρά ελάχιστα. Απλά ο Ίδιος τον επέλεξε και πόνεσε όσο κανένας άλλος. Κι όταν αναστήθηκε, το στόμα Του έβγαλε περισσότερη πνοή και λιγότερα λόγια. Δεν είπε τίποτε για ζωή και θάνατο –μόνο προφήτευσε το μαρτύριο του Πέτρου. Ο πόνος δεν απαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική. Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή που μόνο ο μόνον ο Θεός δίνει. Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος του Θεού που είναι τόσο αληθινό αλλά συνήθως και τόσο ακατανόητο.

Στο διάβα της η δοκιμασία συνοδεύεται από το σφυροκόπημα των αναπάντητων ερωτημάτων. Κι εμείς, γαντζωμένοι στα «μήπως», στα «γιατί», στα «αν» συντηρούμε τις ελπίδες και αντέχουμε σε αυτόν τον κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ή σταθερό. Αυτό όμως δεν εντοπίζεται στην προτεινόμενη από μας λύση, αλλά επικεντρώνεται στην απροσδόκητη υπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. Κάθε προσπάθεια αντικατάστασής της με ανθρώπινα υποκατάστατα αδικεί εμάς τους ίδιους. Κάθε περιορισμός στην ασφυκτική θηλειά των ορθολογιστικών απαντήσεων μας παγιδεύει βαθύτερα στο δράμα μας. Στον διάλογο με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε από τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτή είναι όχι μόνον η έξοδος από τη δοκιμασία αλλά και η ευεργεσία της.

Η μοναδική ευκαιρία
Τελικά το μεν ερώτημα μπορούμε να το υποβάλλουμε, τη δε απάντηση πρέπει να την περιμένουμε. Ή ο Θεός δεν υπάρχει ή παραχωρεί μια δοκιμασία για να μας δώσει μια μοναδική ευκαιρία. Αν δεν γινόταν η Σταύρωση, δεν θα υπήρχε η Ανάσταση. Ο Χριστός θα ήταν ένας καλός δάσκαλος· όχι ο Θεός. Ο Θεός δίνει την ευκαιρία. Σε μας μένει να τη δούμε και να την αξιοποιήσουμε. Η δε χαρά και το περιεχόμενο αυτής της ευκαιρίας είναι πολύ μεγαλύτερα από την ένταση και τον πόνο της δοκιμασίας.

Ο θάνατος, ο πόνος η αδικία αποτελούν μυστήριο που η όποια απάντηση το διασαλεύει. Στις περιπτώσεις αυτές, η αλήθεια δεν εκφράζεται ως άποψη ή επιχείρημα, αλλά προσφέρεται ως ταπείνωση και κοινός πόνος. Η πορεία στο μεθόριο της ζωής και του θανάτου, του σκανδαλισμού και της δοξολογίας, του θαύματος και της αδικίας παρουσιάζει στροφές και κρυμμένες γωνιές, όπου διασφαλίζεται η αλήθεια της ζωής. Αν ξεφύγει κανείς τον πειρασμό να λυγίσει, τότε αντικρίζει την αλήθεια με τέτοια όψη, που ποτέ του δεν είχε καν φανταστεί. Ο πόνος, αν κάποιος καταφέρει να τον αγκαλιάσει, γεννά πρωτόγνωρες ευαισθησίες και ξεδιπλώνει πραγματικότητες που κανείς αλλιώς δεν τις βλέπει. Η πρόκληση δεν είναι να συμβούν γεγονότα και αποκαλύψεις· αυτά υπάρχουν. Η πρόκληση είναι να ανοίξει κανείς τα μάτια του για να μπορεί να τα αντικρύσει.

Είναι αναντίλεκτη αλήθεια δυστυχώς, συνήθως μόνο χάνοντας τα πολύ επιθυμητά, γνωρίζουμε και κερδίζουμε τα πολύ μεγάλα.

Σίγουρα ο πόνος και η αδικία δεν μπορούν να καταργήσουν την αγάπη του Θεού. Ο Θεός υπάρχει. Και είναι αγάπη και ζωή. Η τέλεια αγάπη και το πλήρωμα της ζωής. Και το μεγαλύτερο θαύμα της ύπαρξής Του με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο.
Ίσως και η μεγαλύτερη πρόκληση για τον καθένα μας να είναι η συνύπαρξη με τον δικό του προσωπικό πόνο, το ελπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα με τα βαθύτερα αυτά «γιατί», η ταπεινή εσωτερική περιχώρηση στην προσδοκία του Θεού μέσα από τις «αδικίες» που νομίζουμε πως Αυτός μας κάνει.

Προ καιρού με πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα που το καντηλάκι της ζωής της φαίνεται να τρεμοσβήνει. Μέσα στον αβάσταχτο πόνο της διέκρινα την ελπίδα. Μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της αντίκρισα τη χαρά, τη δύναμη και τη σοφία.
- Θέλω να ζήσω, μου είπε. Αλλά δεν ήλθα για να μου το επιβεβαιώσετε. Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη από αυτόν τον κόσμο.
- Εγώ είμαι παπάς της ζωής και όχι του θανάτου,
της απαντώ. Γι’ αυτό και θέλω να ζήσεις. Επίτρεψέ μου, όμως, να σε ρωτήσω κάτι: μέσα στη δοκιμασία σου, ρωτάς ποτέ «γιατί σε μένα, Θεέ μου;»
- Δεν σας καταλαβαίνω πάτερ μου λέει. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι σε μένα, Θεέ μου; Και περιμένω όχι τον θάνατό μου, προσδοκώ τον φωτισμό μου!»

Νικολάου, Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός, εκδ. Σταμούλη Α.Ε., σ.112-131
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...