Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόσμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόσμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Η υπακοή γίνεται η πύλη προς την ελευθερία!


ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Τι γίνεται με το πνευματικό τέκνο; Πως συνεισφέρει σ' αυτή την αμοιβαία σχέση πνευματικού οδηγού και μαθητή;

Εν ολίγοις, ο μαθητής προσφέρει ειλικρινή και πρόθυμη υ­πακοή. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία από τα Απο­φθέγματα των Πατέρων της Ερήμου, για τον μοναχό που έλα­βε την εντολή να φυτέψει ένα ξερό ραβδί στην άμμο και να το ποτίζει κάθε μέρα. Η πηγή ήταν τόσο μακριά από το κελί του, που έπρεπε να φεύγει το βράδυ για να γυρίζει το πρωί. Για τρία χρόνια εκτελούσε υπομονετικά την εντολή του αββά του. Στο τέλος αυτής της περιόδου, το ραβδί ξαφνικά έβγαλε φύλλα και έκανε καρπούς. Ο αββάς έκοψε τον καρπό, τον πήγε στην εκ­κλησία, και κάλεσε τους μοναχούς να φάνε λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε καρπόν υπακοής».  

Ένα άλλο παράδειγμα υπακοής είναι ο μοναχός Μάρκος, ο οποίος, ενώ αντέγραφε ένα χειρόγραφο, άκουσε ξαφνικά να τον φωνάζει ο αββάς του˙ τόσο άμεση ήταν η ανταπόκρισή του, ώστε να μην ολοκληρώσει καν τον κύκλο του γράμματος Ο, που έγραφε εκείνη τη στιγμή. Σε άλλη περίσταση, καθώς περπατού­σαν μαζί, ο αββάς του είδε ένα μικρό γουρουνάκι· θέλοντας να δοκιμάσει τον Μάρκο, του είπε: «βλέπεις αυτόν τον βούβαλο, παιδί μου;» «Ναι, πάτερ», απάντησε ο Μάρκος. «Και βλέπεις πόσο δυνατά είναι τα κέρατά του;» «Ναι, πάτερ μου», του α­πάντησε πάλι χωρίς δισταγμό. Ο αββάς Ιωσήφ της Πανεφώ, ακολουθώντας παρόμοια τακτική, δοκίμαζε την υπακοή των μα­θητών του αναθέτοντάς τους παράδοξα, ακόμη και σκανδαλώ­δη καθήκοντα, και μόνον όταν συμμορφώνονταν, τους έδινε λο­γικές εντολές. Ένας άλλος γέρων έδινε εντολές στους μαθη­τές του να κλέβουν πράγματα από τα κελιά των αδελφών* κι ένας άλλος είπε στον μαθητή του (που δεν ήταν εντελώς ειλι­κρινής μαζί του) να ρίξει τον γυιο του στον φούρνο.

Εδώ ασφαλώς χρειάζεται να αναφέρουμε ορισμένες σοβα­ρές αντιρρήσεις. Οι ιστορίες του είδους που αναφέραμε είναι πιθανό να δημιουργήσουν κάποια αμφιλεγόμενη εντύπωση στον σύγχρονο αναγνώστη. Δεν περιγράφουν το είδος εκείνο συμπε­ριφοράς που ίσως απρόθυμα θαυμάζουμε, αλλά σπάνια θα θέ­λαμε να μιμηθούμε; «Που πήγε», μπορεί να ρωτήσουμε με αγα­νάκτηση, εκείνη «η ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. η' 21);

Λίγοι από μας θα αμφισβητούσαν τη σημασία του να ανα­ζητήσουμε την καθοδήγηση κάποιου άλλου, άνδρα ή γυναίκας, που έχει μεγαλύτερη πείρα του πνευματικού δρόμου απ’ ό,τι εμείς. Πρέπει όμως ένα τέτοιο πρόσωπο να εκλαμβάνεται σαν αλάθητο μαντείο, που πρέπει σε κάθε λόγο του να υπακούμε χωρίς άλλη συζήτηση; Το να ερμηνεύουμε την αμοιβαία σχέση ανάμεσα στον μαθητή και στον πνευματικό πατέρα ή μητέρα με τρόπο σαν κι αυτόν, φαίνεται επικίνδυνη και για τους δύο. Μειώνει τον μαθητή σ' ένα παιδαριώδες ακόμη και απάνθρω­πο επίπεδο, που του στερεί όλη τη δύναμη της κρίσης και της η­θικής επιλογής˙ και ενθαρρύνει τον δάσκαλο να απαιτεί μια αυ­θεντία που ανήκει μόνο στον Θεό. Προηγουμένως παραθέσα­με από τα Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου τη φράση, ότι κάποιος που κάνει υπακοή σ' ένα γέροντα, «δεν χρειάζεται να προσέχει στις εντολές του Θεού». Είναι όμως επιθυμητή μια τέτοια παραίτηση από την υπευθυνότητα; Πρέπει να επι­τρέπεται στον γέροντα να σφετερίζεται τη θέση του Χριστού;

Ως απάντηση, πρέπει να ειπωθεί κατ' αρχήν ότι «χαρισμα­τικοί» γέροντες, όπως ο Μέγας Αντώνιος ή ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, είναι εξαιρετικά σπάνιοι. Το είδος της σχέσης που εί­χαν με τους μαθητές τους, μοναχούς ή λαϊκούς, δεν υπήρξε πο­τέ το κοινώς αποδεκτό υπόδειγμα στην ορθόδοξη Παράδοση. Οι μεγάλοι γέροντες του παρελθόντος ή τού παρόντος αποτε­λούν πράγματι ένα οδηγητικό φως, ένα ανώτατο σημείο αναφο­ράς· αλλά είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. 

Δεύτερον, υπάρχει σαφώς μια διαφορά ανάμεσα στους μο­ναχούς, που έχουν δώσει μια ειδική υπόσχεση υπακοής, και τους λαϊκούς, που ζουν στον «κόσμο» (Ακόμη και στην περίπτωση των μοναχών, υπάρχουν εξαιρετικά λίγες κοινότητες όπου μπο­ρεί να βρεθεί η διακονία τού γέροντα στην πλήρη της μορφή, όπως αναφέρεται στα Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου, ή όπως ασκήθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα στη Μονή της Όπτινα. Ένας σύγχρονος Ρώσος Ιερέας, ο πατήρ Αλέξανδρος Μεν -πολύ σεβαστός ως πνευματικός πατέρας μέχρι τον τραγικό και πρόωρο θάνατό του από άγνωστα χέρια το 1990 - σοφά επέμενε πως οι μοναχικοί κανόνες δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιοι στη ζωή της ενορίας.

Συχνά νομίζουμε ότι η σχέση τού πνευματικού παι­διού με τον πνευματικό πατέρα απαιτεί το πρώτο να υπακούει πάντοτε στον δεύτερο. Στην πραγματικό­τητα, η αρχή αυτή αποτελεί ουσιώδες μέρος της μονα­χικής ζωής. Ο μοναχός υπόσχεται να κάνει υπακοή, να κάνει οτιδήποτε απαιτεί ο πνευματικός πατέρας του. Ένας ενοριακός ιερέας δεν μπορεί να επιβάλει ένα τέτοιο πρότυπο στους λαϊκούς και δεν μπορεί να δι­εκδικήσει για τον εαυτό του το δικαίωμα να δίνει αυ­θαίρετες εντολές. Θα πρέπει να αισθάνεται ευτυχής αν μπορεί να εφαρμόζει τους εκκλησιαστικούς κανό­νες, προσανατολίζοντας τη ζωή των ενοριτών του, και βοηθώντας τους στους εσωτερικούς αγώνες τους.

Ακόμη κι αν δεχθούμε πλήρως αυτά τα δυο σημεία, υπάρ­χουν τρία επί πλέον πράγματα που πρέπει να ειπωθούν, προ­κειμένου να ερμηνευθεί σωστά ένα κείμενο όπως τα Αποφθέγ­ματα των Πατέρων της Έρημου, ή μια μορφή όπως ο στάρετς Ζωσιμάς, στους Αδελφούς Καραμαζώφ. Κατ' αρχάς, η υπακοή που προσφέρεται από το πνευματικό τέκνο στον αββά δεν εί­ναι αναγκαστική, αλλά πρόθυμη και εθελούσια. Είναι έργο του γέροντα να αναλάβει το θέλημά μας στο δικό του, όμως μπορεί να το κάνει μόνο αν εμείς, με τη δική μας ελεύθερη επιλογή το τοποθετήσουμε στα χέρια του. Δεν συντρίβει τη θέλησή μας, αλλά τη δέχεται από μας ως δώρο. Μια υποταγή αναγκαστι­κή και ακούσια στερείται προφανώς ηθικής άξιας· ο γέροντας ζητά από τον καθένα μας να προσφέρει στον Θεό την καρδιά του, όχι τις εξωτερικές ενέργειές του. Ακόμη και σ' ένα μοναστικό πλαίσιο η υπακοή είναι εθελούσια, όπως τονίζεται έντο­να στο τυπικό της κουράς, μόνο αφού ο υποψήφιος τοποθετή­σει τρεις φορές το ψαλίδι στα χέρια του ηγουμένου, προχωρεί εκείνος στην κουρά του.

Ωστόσο, η εθελούσια προσφορά της ελευθερίας μας, ακόμη και στο μοναστήρι, είναι προφανώς κάτι που δεν μπορεί να συμ­βεί μια για πάντα, με μια μοναδική χειρονομία. Καλούμαστε να αναλάβουμε τον σταυρό μας καθ' ημέραν (Λουκ. θ' 23). Πρέπει να υπάρχει μια συνεχής προσφορά, που να εκτείνεται σε ολό­κληρη τη ζωή μας˙ η αύξησή μας εν Χριστώ μετριέται ακριβώς από τον αυξανόμενο βαθμό αυτοπροσφοράς μας. Η ελευθε­ρία μας πρέπει να προσφέρεται εκ νέου κάθε μέρα και κάθε ώ­ρα, με συνεχώς διαφοροποιούμενους τρόπους. Και τούτο ση­μαίνει πως η σχέση ανάμεσα στον γέροντα και στον μαθητή δεν είναι στατική αλλά δυναμική, δεν είναι αμετάβλητη αλλά απεί­ρως ποικίλη. Κάθε μέρα και κάθε ώρα, κάτω από την καθο­δήγηση του γέροντά του, ο μαθητής θα αντιμετωπίσει νέες κα­ταστάσεις, που απαιτούν μια διαφορετική απάντηση, ένα νέο είδος αυτοπροσφοράς. 

Δεύτερον, η σχέση ανάμεσα στον γέροντα και στο πνευμα­τικό τέκνο. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, δεν είναι μονόπλευ­ρη, αλλά αμοιβαία. Όπως ο γέροντας δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να δουν τον εαυτό τους όπως πραγματικά είναι, έτσι και οι μαθητές αποκαλύπτουν στον γέροντα τον εαυτό του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, εκείνος που καλείται να γίνει γέ­ροντας δεν το αντιλαμβάνεται, μέχρις ότου οι άλλοι τον πλη­σιάσουν και επιμείνουν να μπουν υπό την καθοδήγηση του. Η αμοιβαιότητα αυτή συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέ­σης ανάμεσα στους δύο. Ο πνευματικός πατέρας δεν διαθέτει κάποιο εξαντλητικό πρόγραμμα, που έχει υποστεί επεξεργα­σία εκ των προτέρων και επιβάλλεται στον καθένα με τον ίδιο τρόπο. Αντιθέτως, αν είναι αληθινός γέροντας, διαθέτει για τον καθένα διαφορετικό λόγο· δεν προχωρεί επί τη βάσει αφηρημένων κανόνων, αλλά συγκεκριμένων ανθρώπινων καταστά­σεων. Εισέρχεται μαζί με τον μαθητή του στη συγκεκριμένη κα­τάσταση, χωρίς να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια θα είναι ακριβώς η έκβαση, αλλά περιμένοντας ο καθένας τον φωτισμό του Πνεύματος. Και οι δύο, πνευματικός πατέρας και μαθη­τής, μαθαίνουν κατά την πορεία.

Η αμοιβαιότητα στη σχέση τους φαίνεται σε αρκετές ιστο­ρίες στα Αποφθέγματα των Πατέρων της Έρημου. Όπου ένας ανάξιος αββάς σώζεται από την υπομονή και την ταπεινοφρο­σύνη του υποτακτικού του. Ένας αδελφός, επί παραδείγματι, έχοντας ένα γέροντα δοσμένο στο πάθος της μέθης, πειράζεται έντονα για να τον εγκαταλείψει· αλλά αντί να φύγει, παραμέ­νει πιστός στον γέροντά του. μέχρι που ο τελευταίος οδηγεί­ται τελικά στη μετάνοια. [...]

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η σχέση δεν είναι αμφί­πλευρη αλλά τριγωνική, επειδή μαζί με τον γέροντα και τον μαθητή του υπάρχει κι ένα τρίτο μέλος, ο Θεός. Ο Κύριος μας είπε πως δεν πρέπει να καλούμε κανέναν «πατέρα», γιατί έ­χουμε μόνο έναν Πατέρα τον εν Ουρανοίς (Ματθ. ιγ' 8-10). Ο γέροντας δεν είναι κάποιος αλάθητος κριτής σ’ ένα εφετείο, αλλά συνυπηρέτης του ζώντος Θεού· δεν είναι τύραννος, αλλά ο­δηγός και σύντροφος στο ταξίδι. Ο μόνος αληθινός «πνευματι­κός οδηγός», με όλη τη σημασία της λέξης, είναι το Άγιο Πνεύμα. 

Έτσι ερχόμαστε στο τρίτο σημείο. Στην ορθόδοξη Παράδο­ση, οι πνευματικοί οδηγοί επιζητούσαν πάντοτε να αποφύγουν κάθε είδος καταναγκασμού και πνευματικής βίας στις σχέσεις τους με τους μαθητές τους. Αν, υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, ομιλούν και ενεργούν με κύρος, το κύρος προ­έρχεται από την ταπεινή αγάπη. Θέλοντας να αποφύγουν κά­θε μηχανικό εξαναγκασμό, αρνούνται μερικές φορές να δώσουν στους μαθητές τους κάποιο κανόνα ζωής, κάποιο σύνολο εξω­τερικών εντολών που να εφαρμόζονται αυτόματα. Κατά ένα σύγχρονο Ρουμάνο μοναχό, ο γέροντας δεν είναι «νομοθέτης αλλά μυσταγωγός». Δεν καθοδηγεί τους άλλους επιβάλλοντας κανόνες, αλλά συμμεριζόμενος τη ζωή τους. Κάποιος μοναχός είπε στον αββά Ποιμένα: «αδελφοί οικούσι μετ' εμού˙ θέλεις κελεύσω αυτοίς; Λέγει αυτώ ο γέρων. Ουχί... θέλουσι και αυ­τοί, πάτερ, ίνα κελεύσω αυτοίς. Λέγει αυτώ ο γέρων. Μη· αλλά γενού αυτοίς τύπος, και μη νομοθέτης» (κάποιοι αδελφοί ήλ­θαν να ζήσουν μαζί μου· θέλεις να τους δώσω εντολές; Όχι, εί­πε ο γέροντας. Όμως, πάτερ, επέμεινε ο μοναχός, οι ίδιοι μου ζητούν να τους δώσω εντολές. Όχι, επανέλαβε ο ποιμήν, γίνε πα­ράδειγμα σ' αυτούς κι όχι νομοθέτης).

Το ίδιο δίδαγμα βγαί­νει και από μια ιστορία που είπε ο Ισαάκ, Πρεσβύτερος των Κελίων. Ως νέος, έμεινε στην αρχή με τον αββά Κρόνο και μετά με τον αββά Θεόδωρο της Φέρμης κανείς τους όμως δεν του έλεγε τι να κάνει. Ο Ισαάκ παραπονέθηκε στους άλλους μο­ναχούς, που πήγαν και διαμαρτυρήθηκαν στον Θεόδωρο. «Αλλ' εάν θέλη», απάντησε στο τέλος ο Θεόδωρος, «ο βλέπει με ποιούντα, ποιήσει και αυτός» (αν θέλει, ας κάνει ό,τι βλέπει να κά­νω εγώ). Όταν ζήτησαν από τον Βαρσανούφιο να δώσει ένα λεπτομερή κανόνα ζωής, αρνήθηκε, λέγοντας: «δεν θέλω να εί­σαστε κάτω από τον νόμο, αλλά μέσα στη Χάρη». Και σε άλ­λες επιστολές του έγραψε: «Γνωρίζετε πως ποτέ δεν επιβάλα­με αλυσίδες σε κανένα... Μη βιάζετε την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων, αλλά σπείρετε εν ελπίδι· διότι ο Κύριος μας κανέ­ναν δεν εξανάγκασε, αλλά δίδαξε το Ευαγγέλιο και όποιος ή­θελε Τον άκουσε». 

Μη βιάζετε την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. Το έργο του πνευματικού πατέρα δεν είναι να καταστρέψει την ελευθε­ρία μας, αλλά να μας βοηθήσει να δούμε την αλήθεια για τον εαυτό μας· δεν είναι να καταπιέσει την προσωπικότητά μας, αλλά να μας καταστήσει ικανούς να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας εαυτό, να ωριμάσουμε και να γίνουμε αυτό που πραγματι­κά είμαστε. Αν περιστασιακά ο πνευματικός πατέρας απαιτεί απόλυτη και φαινομενικά «πικρή» υπακοή από τον μαθητή του, τούτο ποτέ δεν γίνεται ως αυτοσκοπός, ούτε με την προοπτι­κή της υποδούλωσής του. Σκοπός αυτού του είδους «θεραπείας-σοκ» είναι απλά να απελευθερώσει τον μαθητή από τον ψεύ­τικο και απατηλό «εαυτό», για να μπορέσει να εισέλθει στην αληθινή ελευθερία˙ η υπακοή γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο η πύ­λη προς την ελευθερία.

* Σημ.: Ο γέροντας κατόπιν επέστρεφε τα πράγματα στους κατόχους τους.

Πηγή: Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware, Η εντός ημών βασιλεία, μετάφρ. Ιωσήφ Ροηλίδη, σειρά: «Ορθόδοξη μαρτυρία»: αρ. 89, εκδ. Ακρίτα, Νέα Σμύρνη: 2006, σ. 224-233. 

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Το άβατον του Αγίου Όρους



Το άβατον του Αγίου Όρους για το οποίο τόσος λόγος και θόρυβος γίνεται τελευταία, αντιμετωπίζεται από όλες τις πλευρές ως θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή ως ιστορικό και πολιτιστικό κειμήλιο («τζοβαΐρι») κ.λπ. Το άβατον όμως, θεωρούμενο μέσα σε πλαίσιο ενδοκοσμικό, δηλαδή ανθρώπινο, είναι ακατανόητο, ακόμη δε και αδιανόητο. Πολύ περισσότερο θεωρούμενο μέσα στο πλαίσιο της εκκοσμίκευσης (θρησκευτικού αποχρωματισμού) της σύγχρονης εποχής, έξω δηλαδή από τις προϋποθέσει της ευαγγελικής Θείας αποκάλυψης, της χριστιανικής πίστης και της ορθόδοξης θεολογίας, το άβατον είναι «σκάνδαλον και μωρία» (Α' Κορ. α' 23). Το Άγιον Όρος επίσης, δεν ξεφύτρωσε έτσι αυθαίρετα ως αποτέλεσμα της αποκοτιάς κάποιων φανατικών «καλογήρων» του... «σκοτεινού Μεσαίωνα»! Το Άγιον Όρος, το άβατον, η γεωγραφική δηλαδή αποκλειστικότητα του, ο κανονισμος της λειτουργίας του, ο τρόπος ζωής και πολιτείας των μοναχών κατοίκων του έχουν ρίζες καθαρά θεολογικές και, ειδικότερα, εσχατολογικές.

Το αγιογραφικό «άβατον»
Όταν ο Μωυσής πλησίασε το παράδοξο φαινόμενο της φλεγόμενης και μη καιομένης βάτου, άκουσε τη φωνή του Θεού που του είπε: «μη εγγίσης ώδε. Λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου, ο γαρ τόπος εν ω συ έστηκας, γη αγία εστί» (Έξοδ. γ' 5) και τούτο, λόγω της παρουσίας του Θεού, της απόλυτα τέλειας και θείας ύπαρξης και φύσης. Η παρουσία Θεού δημιουργεί ένα άβατον ανάμεσα στην απόλυτα τέλεια θεϊκή Ύπαρξη και τη σχετική και ατελή ανθρώπινη ύπαρξη: «Ου μη ίδη (ο μεταπτωτικός) άνθρωπος το πρόσωπον μου και ζήσεται» (Έξοδ. λγ'[33] 20). Όταν ο Μωυσής κατέβηκε από το όρος Σινά, όπου είχε παραλάβει από το Θεό τις Πλάκες του Δεκαλόγου, η όψη του προσώπου του ακτινοβολούσε σαν τον ήλιο (Έξοδ. λδ'[34] 29) και οι Ισραηλίτες «εφοβήθησαν εγγίσαι αυτού» (στίχ. 30). Γι' αυτό και ο Μωυσής «επέθηκε επί το πρόσωπον αυτού κάλυμμα» (στίχ. 33). Ο Χριστός μετά την Ανάσταση του, έχοντας τελειοποιήσει και θεώσει την ανθρώπινη φύση του, αποθάρρυνε τη Μαγδαληνή Μαρία να τον εγγίσει: «Μη μου άπτου», της είπε (Ιωάν. κ' 17).

Το «άβατον» του μοναχού
Ο ορθόδοξος μοναχός ή μοναχή, ως χαρισματικές υπάρξεις, υπερβαίνουν, εδώ και τώρα, τη βιολογική διάκριση της ανθρώπινης φύσης. Αυτή καθεαυτή η υπαρξιακή κατάσταση του ορθόδοξου μοναχού εγκαθιστά αυτόματα ένα άβατον, για το βιολογικό άνθρωπο. Ο χώρος διαμονής του ορθόδοξου μοναχού (το κελί του), η προσωπική του ζωή είναι ένα άβατο, για το διαφυλικό βιολογικό άνθρωπο. Κανένα ανθρώπινο μάτι δεν είδε ποτέ τις προσωπικές στιγμές του Μ. Αντωνίου και των άλλων αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Το «άβατον» των ορθόδοξων μοναστηριών
Το άβατον των μοναστηριών λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο αυτής της χαρισματικής υπαρξικής κατάστασης των μοναχών. Το άβατον των ορθόδοξων μοναστηριών και όταν αποκλείει την επίσκεψη ετερόφυλων προσώπων και όταν επιτρέπει την επίσκεψη ομόφυλων προσώπων, δίνει ένα θετικό μήνυμα και μια σημαντική μαρτυρία: τη μαρτυρία της χαρισματικής υπέρβασης της διαφυλικής διάκρισης της ανθρώπινης φύσης και της εσχατολογικής και οριστικής κατάργησής της. Το άβατον του ορθόδοξου ανδρικού μοναστηρίου δίνει τη μαρτυρία της υπέρβασης της διαφυλικής φύσης τόσο στους άνδρες που δέχεται όσο και στις γυναίκες που αποκλείει. Την ίδια μαρτυρία δίνει και το ορθόδοξο γυναικείο μοναστήρι τόσο στις γυναίκες που δέχεται όσο και στους άνδρες που αποκλείει. Με τον τρόπο αυτό, τόσο οι άνδρες επισκέπτες μοναστηριών, όπου μονάζουν άνδρες, όσο και οι γυναίκες επισκέπτριες, όπου μονάζουν γυναίκες, στα πρόσωπα των μοναχών, που βιώνουν χαρισματικά την υπέρβαση της βιολογικής φύσης τους, παίρνουν το μήνυμα της εσχατολογικής κατάργησης της βιολογικής διάκρισης της ανθρώπινης φύσης.

Από το άλλο μέρος, το άβατον δίνει την ευκαιρία στο σύγχρονο εκκοσμικευμένο άνθρωπο, που έχει απολυτοποιήσει και θεοποιήσει τη διαφυλική διάκριση και ειδικότερα τη σεξουαλικότητα, να συνειδητοποιήσει τη σχετικότητα και προσωρινότητα της βιολογικής κατάστασης της φύσης του. Το σεξ δεν είναι το παν και το μήνυμα αυτό αν δεν το δώσουν τα ορθόδοξα μοναστήρια, τότε ποιος θα το δώσει, όταν μάλιστα στην εποχή μας βιώνουμε μια παγκόσμια πανσεξουαλική τυραννία;

Πρέπει επίσης να τονισθεί η μεγάλη σημασία που έχει και η απαγορευτική λειτουργία του άβατου, πάντοτε, ιδιαίτερα δε στη σύγχρονη εποχή, κατά την οποία ο άνθρωπος κάνει ό,τι θέλει και ό,τι του αρέσει και κανένας και τίποτε δεν τον σταματά. Το άβατον είναι ένα ισχυρό φρενάρισμα που ταπεινώνει το σύγχρονο άνθρωπο, άνδρα και γυναίκα, που εν ονόματι των «δικαιωμάτων» θεωρούν ότι τα πάντα, ακόμη και τα «δικαιώματα» του Θεού, είναι στο χέρι τους. Ας θυμηθούμε τη Μαρία, την Αιγύπτια εκείνη πόρνη του 6ου μ.Χ. που θέλησε να μπει στον Πανάγιο Τάφο και εμποδίστηκε (απωθήθηκε) από τη θεία Χάρη. Αυτή και μόνη η συγκλονιστική εμπειρία του άβατου ήταν αρκετή για να αλλάξει το βίο και την πολιτεία της, να υπερβεί αγωνιστικά και χαρισματικά τη βιολογική κατάσταση της φύσης της, ζώντας 40 χρόνια στην έρημο...

Ως συμπέρασμα της θεολογικής αυτής θεώρησης, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το άβατον αποτελεί ουσιώδες στοιχείο των ορθόδοξων ασκητικών μονών και ως εκ τούτου θα έπρεπε να ισχύει σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια, ανδρικά και γυναικεία. Διότι όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια θα έπρεπε να δίνουν τη συγκλονιστική αυτή εμπειρία του άβατου. Αυτό βέβαια δεν επικράτησε στα περισσότερα μοναστήρια τόσο της Ελλάδας όσο και άλλων ορθόδοξων χωρών, προφανώς για λόγους ανθρώπινης αδυναμίας και εκκλησιαστικής συγκατάβασης. Στο Άγιον Όρος όμως, το οποίο αποτελεί το υπόδειγμα του ορθόδοξου ασκητικού μοναχισμού, το άβατον πρέπει οπωσδήποτε να διατηρηθεί.

Το άβατον του Αγίου Όρους δεν προσβάλλει κανένα ανθρώπινο δικαίωμα. Αντίθετα με το πλούσιο ανθρωπολογικό και εσχατολογικό περιεχόμενο του, καταθέτει διαμέσου των αιώνων σε ολόκληρη την ανθρωπότητα το μήνυμα του εσχατολογικού προορισμού της ανθρώπινης φύσης, καθώς και του μεγάλου εγχειρήματος που κάθε άνθρωπος καλείται να κάνει στην πορεία του προς τη χαρισματική τελείωση και ολοκλήρωση της προσωπικής ύπαρξής του.


Πηγή: Τύπος της Κυριακής
Αναδημοσίευση: Ορθόδοξος Χριστιανική Γωνιά (7/11/2005)


Υ/γ. Συγχωρήστε την πολυλογία των προηγούμενων ημερών... Κάποιες φορές ο καθένας μας έχει την ανάγκη να μιλήσει. Έστω και σ' ένα ανώνυμο κι άγνωστο κοινό. Να εύχεστε και για μένα τον ανάξιο. Ο Θεός να σας ευλογεί!

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Ουσιαστικό θεμέλιο του γάμου η αγνότητα των συζύγων


Η εγκράτεια από τα σαρκικά πάθη είναι η φυσική κατάσταση, ενώ αντίθετα η πτώση στις σαρκικές αμαρτίες είναι στην πραγματικότητα κάτι το αφύσικο. Σήμερα όμως έχει τόσο πολύ παραπλανηθεί ο κόσμος ώστε θεωρεί το φως σαν σκότος και το σκότος σαν φως. Χαρακτηρίζει τους εγκρατείς και σώφρονες «καθυστερημένους» και «οπισθοδρομικούς», ενώ αυτούς που κυλίονται στο βούρκο των σαρκικών ηδονών, τους θεωρεί... προοδευτικούς! Τους θαυμάζει και τους εκθειάζει! Ήλθε η εποχή, που αναφέρει ο Μέγας Αντώνιος, ότι θα βλέπουν αυτοί που είναι άφρονες εκείνους που σωφρονούν και θα τους θεωρούν σαν παράφρονες, μη μπορώντας να διακρίνουν ότι στην πραγματικότητα παράφρονες είναι οι ίδιοι!

---+---

Κανένας άνθρωπος, είτε άνδρας, είτε γυναίκα, ποτέ του δεν μετάνιωσε που, τηρώντας την εντολή του Χριστού, διατήρησε τον εαυτό του σε σωφροσύνη και παρθενία μέχρι την ημέρα του γάμου του, και στη συνέχεια, σε σωφροσύνη και πιστότητα στον (ή στη) νόμιμο σύζυγό του μέσα στον γάμο του. Έχουν οπωσδήποτε πλούσια την ευλογία του Θεού όσοι τηρούν αυτά! Αντίθετα, εκείνοι, που δεν τα τηρούν αυτά, πολύ ζημιώνονται.

---+---

Αυτό, που λέγεται «γενετήσιο ένστικτο», δόθηκε από τον Θεό για ένα σπουδαίο σκοπό, και είναι συνδεδεμένο με ένα «δόλωμα». Ο σπουδαίος αυτός σκοπός είναι η διαιώνιση του ανθρωπίνου γένους, πράγμα που κάνει τον άνθρωπο συνδημιουργό του Θεού, και το «δόλωμα» είναι η ηδονή. Όταν αυτά βαδίζουν μαζί μέσα στον ευλογημένο από την Εκκλησία Γάμο, τότε ο Γάμος προχωρεί μέσα στο θέλημα του Θεού. Αντίθετα, όταν σκόπιμα και εγωιστικά αυτά διαχωρίζονται, τότε η ηδονή καταντά αυτοσκοπός, κι ο αληθινός σκοπός ακυρώνεται. Αυτό αποτελεί μία αφύσικη κατάσταση! Είναι ανατροπή της ζωής, που ο Θεός έθεσε, και συνιστά θανάσιμο αμάρτημα. Για ένα τέτοιο αμάρτημα τιμώρησε ο Θεός παραδειγματικά και τον Αυνάν (βλ. Γέν. λη'[38] 1-10).

---+---

Το σώμα μας είναι «ναός του Θεού» (πβ. Α' Κορ. στ' 19). Γι' αυτό, όταν το παραδίδουμε στις σαρκικές αμαρτίες, βεβηλώνουμε αυτό τον ζωντανό ναό. Και είναι γραμμένο ότι «εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς» (Α' Κορ. γ' 17).

---+---

Αυτός που αγωνίζεται να είναι αγνός, αποφεύγοντας κάθε είδους πορνεία και ασέλγεια, προγεύεται ήδη από τώρα την αφθαρσία της μέλλουσας Ανάστασης! Γι' αυτό τον λόγο και τα λείψανα των οσίων ευωδιάζουν!

---+---

Παλαιότερα οι άνθρωποι αισθάνονταν ντροπή, όταν έπεφταν σε σαρκικά αμαρτήματα. Σήμερα δυστυχώς τα αμαρτήματα αυτά διαπράττονται αδιάντροπα. Και, με τον κατήφορο που πήραμε, θα έλθει καιρός, που όχι μόνο δεν θα θεωρούνται πια αμαρτήματα, αλλά και θα... επαινούνται! Ουαί και αλίμονον, όταν θα φθάσει η κοινωνία μας σ' εκείνο το σημείο!

---+--- 

Ουσιαστικό θεμέλιο για τον κατά Χριστόν Γάμο αποτελεί η παρθενία και των δύο συζύγων μέχρι και την ημέρα του Γάμου τους. Κατά το Μυστήριο του Γάμου η Εκκλησία στεφανώνει τους νυμφευομένους, για να επιβραβεύσει την αγνότητα και παρθενία, που προϋποτίθεται ότι διαφύλαξαν και οι δύο μέχρι εκείνη την ιερή στιγμή, που τελείται το Μυστήριο. Η συνήθεια, που δυσχερέστερα επικρατεί στις μέρες μας, να συζούν δηλαδή οι αρραβωνιασμένοι, σαν να 'ναι παντρεμένοι, είναι χριστιανικώς τελείως απαράδεκτη. Τεράστια ευθύνη φέρουν γι' αυτό το αμάρτημα και οι γονείς όταν, όχι δεν διαπαιδαγώγησαν, καθώς θα έπρεπε, τα παιδιά τους από νωρίς, αλλά και δυστυχώς ανέχονται, ή και προτρέπουν σ' αυτή την ανίερη συμβίωση κάτω από τη στέγη του δικού τους σπιτιού. Έτσι όμως γίνονται και αυτοί συνυπεύθυνοι και συμμέτοχοι στο αμάρτημα της πορνείας.

γέροντας Γερμανός Σταυροβουνιώτης
Πηγή: Απάνθισμα πατρικών παραινέσεων, εκδ. «Ορθόδοξος κυψέλη», Θεσσαλονίκη: 2009, σ. 32-37.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Εσύ θα ήθελες, να κάνεις οικογένεια σαν κι αυτή που ζεις;




ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΑΧΗ ΠΟΡΦΥΡΙΑ, ΤΗΝ ΠΡΩΗΝ TAXI– DRIVER!

Εννέα η ώρα το βράδυ, βρίσκομαι στην πλατεία Παγκρατίου. Ένα παιδί γύρω στα 17 με σταματάει.
– Καλησπέρα, στα VILLAGE.
Από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου έχει αρχίσει το απόδειπνο. Το παιδί, που κάθισε δίπλα μου, μου λέει:
– Δεν βγάζεις τον παπά, να βάλεις τραγούδια;
– Γιατί, αγόρι μου, δεν σου αρέσει η ακολουθία;
– Η ακολουθία δεν με νοιάζει… Τους παπάδες δεν θέλω να ακούω.
– Γιατί, τι σου έκαναν οι παπάδες;
– Εμένα τίποτε… Ο πατέρας μου τους βρίζει, γι’ αυτό δεν τους θέλω.
– Ο πατέρας σου γιατί τους βρίζει;
– Δεν ξέρω.
– Έχεις πάει ποτέ σου στην Εκκλησία;
– Όχι! Ποτέ!
– Καλά, στην Ανάσταση δεν πάτε; Τα Χριστούγεννα δεν πάτε;
– Όχι!
– Σε γάμους, σε βαφτίσια, πάτε;
– Ναι, πάμε.
– Η μανούλα σου δεν σου έχει μιλήσει για τον Θεό;
– Όχι!
– Ούτε το σταυρό σου κάνεις;
– Όχι!
Χριστέ μου, δεν είναι δυνατόν!
– Αγόρι μου γλυκό, στο σχολείο θρησκευτικά δεν κάνετε;
– Ε, κάνουμε κάτι λίγο.
– Άκουσε να σου πω, αγόρι μου, ο Θεός είναι η ζωή, η Εκκλησία είναι το σπίτι του Θεού και ο παπάς είναι για να μας μεταφέρει τα λόγια του Θεού. Χωρίς τον Θεό είμαστε νεκροί!
– Νεκροί;
– Ναι! Χωρίς Θεό είμαστε πνευματικά νεκροί. Στο σπίτι σας είστε ευτυχισμένοι, οι γονείς σου είναι αγαπημένοι;
– Μμ!! όχι.
– Γιατί; Τι συμβαίνει;
– Ο πατέρας μου είναι νευρικός, όλο μαλώνει με την μάννα μου και με μας. Όλα του φταίνε.
Βλέπεις πως μακριά από τον Θεό είμαστε δυστυχισμένοι; Ενώ, όταν είμαστε κοντά Του, είμαστε χαρούμενοι και ήρεμοι, δεν νευριάζουμε, ξέρουμε να συγχωρούμε, είμαστε γεμάτοι από αγάπη. Εσύ θα ήθελες, όταν θα μεγαλώσεις και παντρευτείς, να κάνεις οικογένεια σαν και αυτή που ζεις;
– Όχι, γιατί δεν μ’ αρέσει.
– Για να κάνεις καλύτερη οικογένεια, πρέπει να πλησιάσεις τον Θεό.
– Πώς θα τον πλησιάσω;
– Να, θα σε πάω τώρα να μιλήσεις με έναν παπά, όπως τους λες εσύ. Πάμε;
– Όχι, όχι, δεν θέλω!
– Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, του είπα πολύ γλυκά, πολύ τρυφερά. Πήγαινε μόνο μια φορά και μην ξαναπάς ποτέ σου, σε παρακαλώ. Και εγώ θα έρθω μαζί σου και ύστερα θα σε πάω στα, VILLAGE, χωρίς χρήματα.
Αυτό του άρεσε και μου λέει:
– Το λόγο σου;
– Το λόγο μου!

Βιαζόμουν να προλάβω, πριν φύγει ο ιερέας από την Εκκλησία. Ευτυχώς πρόλαβα. Το παλληκάρι μπήκε για εξομολόγηση. Όταν μετά από μισή ώρα βγήκε, ήταν τόσο αλλαγμένος, που με ευχαρίστησε και μου είπε: «Ωραίος αυτός ο παπάς, θα ξανάρθω!»

Μετά τον πήγα στα VILLAGE. όπως του είχα υποσχεθεί. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη· το παιδί ξεκινούσε μία νέα σωτήρια πορεία.  


Πηγή: μοναχή Πορφυρία, Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης.
Αποδελτίωση: περιοδικό Ο Τήρων, τεύχ. 5ο, Ιανουάριος 2012, εκδ. Ι.Ν. Αγ. Θεοδώρου του Τήρωνος Μοναγρουλίου, σ. 5-6.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Η απόκτηση της εσωτερικής ειρήνης


Απόκτησε την εσωτερική ειρήνη και χιλιάδες ψυχές θα βρουν γύρω σου τη σωτηρία.

Η εσωτερική ειρήνη στην οποία αναφέρεται ο Σεραφείμ είναι η κατάσταση κατά την οποία το πνεύμα είναι γαλήνιο, δεν κλονίζεται από τους πειρασμούς, τη βιαιότητα, τις ταπεινώσεις και τις πληγές της ψυχής που είναι κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων.

Όσο για την εξωτερική ειρήνη, η οποία σχετίζεται με τα κοινωνικά προβλήματα της Ρωσίας την εποχή του Σεραφείμ, αυτή βρίσκεται μακριά από τη σκέψη του μοναχού. Ωστόσο ο ίδιος θα διαισθανθεί προφητικά τα τραγικά γεγονότα της επανάστασης του 1917. Το πρόσωπό του θα σκοτεινιάσει και τα δάκρυα θα τρέξουν στα μάγουλά του: Η ζωή θα είναι σύντομη, είπε με αναστεναγμό. Οι άγγελοι δεν θα προλαβαίνουν να μαζέψουν τις ψυχές. (Ειρήνα Γκοραϊνόφ, Ο Σεραφείμ του Σαρώφ)

Υπάρχει, λοιπόν, από τη μια πλευρά η εσωτερική ειρήνη, την οποία καλείται να κατακτήσει κάθε άνθρωπος καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια και από την άλλη πλευρά η εξωτερική ειρήνη -όπως η ειρήνη στην κοινωνία- για την οποία αρκεί να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν μόνα τους; Ασχαλώς όχι. Σύμφωνα με το πνεύμα του Ευαγγελίου η εσωτερική και η εξωτερική ειρήνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους.

Ο στάρετς στέκεται στην εσωτερική ειρήνη ακριβώς επειδή καθοδηγείται από το φως του Ευαγγελίου. Διότι κάθε κακό που προξενεί ταραχή στον άνθρωπο πηγάζει από τα βάθη της ύπαρξής του: «γιατί από την καρδιά βγαίνουν πονηρές σκέψεις, φόνοι, μοιχείες, πορνείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλασφημίες» (Ματθ. ιε' 19). Η καρδιά του ανθρώπου είναι συνεπώς η εσωτερική πηγή από όπου πηγάζει το ποτάμι του κακού για να εξαπλωθεί στη συνέχεια στον εξωτερικό κόσμο.

Με τη διδασκαλία του ο γέροντας έδινε σε όσους τον επισκέπτονταν συγκεκριμένα όπλα για να πολεμήσουν κάθε είδους θλίψη και απογοήτευση:

Η ψυχή που έχει κυριευτεί από θλίψη χάνει κάθε καλή διάθεση, εξασθενεί και δεν μπορεί ούτε να δεχτεί μια συμβουλή από κάποιο φωτισμένο άνθρωπο ούτε και να αποκριθεί με ηρεμία. Η θλίψη είναι ένα σκουλήκι που σιγοτρώει την καρδιά. Αυτός που έχει πολεμήσει τα πάθη του βγαίνει νικητής από τη θλίψη. Όμως εκείνος που παραμένει υποταγμένος σε αυτά δεν θα αποφύγει τον εναγκαλισμό με τη θλίψη... Όπως η φωτιά καθαρίζει τον χρυσό έτσι και το κατά Θεόν πένθος καθαρίζει την καρδιά του αμαρτωλού.

Για τις παθολογικές καταστάσεις όπως η στεναχώρια και η απογοήτευση υπάρχει θεραπεία και είναι η προσευχή, η αποχή από τις ανούσιες κουβέντες, η χειρονακτική εργασία στο μέτρο των δυνατοτήτων καθενός, η ανάγνωση του λόγου του Θεού και η υπομονή. Η αρρώστια αυτή γεννιέται από τη μικροψυχία, την οκνηρία και από τις ανώφελες συζητήσεις. (Βλαντιμήρ Ίλιν, Ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Στο εξής: Β.Ι.)

Σύμφωνα με τα λόγια του μοναχού τα πάθη φιλοξενούν τη ρίζα των ασθενειών της ψυχής, καταστρέφουν τον άνθρωπο και αποσχηματίζουν μέσα του την εικόνα και την ομοίωσή του με τον Θεό. Από τη στιγμή που θα υποταχθεί στα πάθη ο άνθρωπος χάνει στην ουσία την ελευθερία του. Άλλωστε η λέξη πάθος έλκει τη ρίζα της από το «πάσχω» που σημαίνει υποφέρω.

Σήμερα αυτές οι παρεκκλίσεις προς τη θλίψη αντιμετωπίζονται ως ψυχικά νοσήματα ή εξετάζονται από ηθική άποψη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αναγκαιότητα μιας ιατρικής θεραπείας, που θα τα αντιμετωπίζει ως σύνθετες ψυχικές και πνευματικές ασθένειες των οποίων οι βλαβερές συνέπειες στερούν τον άνθρωπο από την εσωτερική του ελευθερία και τον κάνουν να ξεχνά ότι είναι άξιος να ακολουθήσει τη θέωση.

Επιμένοντας στη σημασία της εσωτερικής ειρήνης ο στάρετς δεν επιδιώκει να κλείσει τον άνθρωπο σε ένα χρυσό παλάτι από όπου θα μάχεται μόνος και απομακρυσμένος από τον κόσμο αλλά θέλει να βάλει τον άνθρωπο σε μια μάχη για την ειρήνη μέσα στον κόσμο και ακόμα περισσότερο μια μάχη για τη σωτηρία του κόσμου. 

Τα πάντα εναπόκεινται στην απόκτηση της σωτήριας ειρήνης τόσο μέσα στην Εκκλησία, όσο και στην κοινωνία μέσω της συγχώρεσης των αμαρτημάτων, της αποχής από την κατάκριση και της εσωτερικής γαλήνης που περικλείει όλα αυτά. Και ο ίδιος ο Σεραφείμ αφού κατάφερε να απαλλαχθεί από κάθε ίχνος βίας θέτει στην υπηρεσία των ανθρώπων την εσωτερική του ειρήνη ακόμα και μέσα από τον τάφο: «Όταν θα έχω πεθάνει, έλεγε, ελάτε στον τάφο μου και θα σας ανακουφίσω, η καρδιά σας θα βρει την ειρήνη.» (Β.Ι.)

Δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από την εν Χριστώ ειρήνη μέσω της οποίας αποκρούονται οι επιθέσεις των πνευμάτων από γη και αέρα. «Γιατί δεν έχουμε να παλέψουμε με ανθρώπους αλλά με αρχές, με εξουσίες, με τους κοσμοκράτορες του σκοτεινού αυτού κόσμου, με τα πονηρά πνεύματα στους ουρανούς.» (Εφεσ. στ' 12).

Ο απόστολος Παύλος, τον οποίο επικαλείται εδώ ο Σεραφείμ, έζησε την τρομακτική εμπειρία να αντιμετωπίσει τα πνεύματα του κακού που εγκλωβίζουν στα δίχτυα τους τον κόσμο. Το να αρνούμαστε την ύπαρξη αυτών των υπερφυσικών πνευμάτων είναι σαν να κλείνουμε τα μάτια σε μια από τις βασικές αιτίες του κακού που πλήττει την ανθρωπότητα μέσα σε αυτό τον απαράμιλλο αγώνα του αντιπάλου του Θεού, του Σατανά, με τον βασιλέα του κόσμου, τον Δημιουργό και το ίδιο το δημιούργημά του. Άλλωστε ο Μπωντλαίρ δεν έλεγε ότι η μεγαλύτερη δολιότητα του διαβόλου είναι να μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει;

Πώς, όμως, θα αποκτήσουμε την εσωτερική ειρήνη;

Ένας νουνεχής άνθρωπος κατευθύνει το πνεύμα στα εσωτερικά της ύπαρξής του και ψάχνει βαθιά μέσα στην καρδιά του. Έτσι φωτίζεται από τη χάρη του Θεού και περιέρχεται σε μια κατάσταση γαλήνης και κάτι ακόμα περισσότερο: έχει γαλήνη επειδή υπάρχει μέσα του ειρήνη αλλά είναι περισσότερο από γαλήνιος, διότι τον επισκιάζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. (Β.Ι.)

Ο μοναχός Σεραφείμ δεν σταματά να επαναλαμβάνει και να τονίζει ότι η απόκτηση των δωρεών του Αγίου Πνεύματος είναι ο δρόμος για να κατοικήσει μέσα μας η ειρήνη. Όσοι ακολούθησαν το κίνημα του ησυχασμού δίδασκαν ότι μπορούμε μέσω της προσευχής να κάνουμε το πνεύμα να κυριαρχήσει στην καρδιά. Από τους πρώτους αιώνες οι ησυχαστές μοναχοί μέχρι και σήμερα πλήθος μοναχών και λαϊκών αφοσιώνονται σε αυτή την προσευχή στο όνομα του Ιησού που βρίσκει μέσα στην καρδιά τους πρόσφορο έδαφος.

Πρόκειται για την προσευχή που κάνει το όνομα του Ιησού -μια λέξη που φέρει την ιερή του παρουσία- να κατεβαίνει στα βάθη της καρδιάς, στον πυθμένα της ανθρώπινης ύπαρξης και να εκτοπίζει τα ακάθαρτα παράσιτα που φωλιάζουν εκεί και προξενούν ταραχή στη συνείδηση.

Η καρδιά δεν είναι στη σκέψη του Σεραφείμ απλώς ένα σαρκικό όργανο αλλά ένας μεταφυσικός τόπος, εκεί όπου παίρνουμε τις μεγάλες αποφάσεις της ζωής, εκεί όπου ο χριστιανός διεξάγει τον αγώνα της πίστης.

Και ασφαλώς η απόκτηση της ειρήνης κάθε άλλο παρά άκοπη είναι καθώς αποτελεί κατάληξη εξαντλητικής μάχης: 

Πρέπει να δεινοπαθήσεις για να αποκτήσεις την ειρήνη. Αυτός που θέλει να είναι αρεστός στον Θεό οφείλει να περάσει από δοκιμασίες. 

Το κακό μεταδίδεται πολύ εύκολα. Και ο άνθρωπος τείνει «ευήκοον ους» στους πειρασμούς ή στις σειρήνες της ηδονής. Όμως εξίσου μεταδοτικό μπορεί να είναι και το καλό. 

Όταν ένας άνθρωπος αποκτά την ειρήνη, μπορεί να διαχύσει στους γύρω του το φως που καταυγάζει το πνεύμα του.


Πηγή: π. Μιχαήλ Ευδοκίμωφ, «Είδα τις ακτίνες του φωτός...»: Ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ και ο έσω άνθρωπος, εκδ. «Εν πλω», Αθήνα: 2010, σ. 105-112.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Αρχιερατική προσευχή: ἵνα ὦσιν ἓν


Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε·
Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς. ἐγὼ δέδωκα αὐτοῖς τὸν λόγον σου, καὶ ὁ κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς, ὅτι οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου, καθὼς ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου. οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ' ἵνα τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ. ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσὶν καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμὶ. ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι. καθὼς ἐμὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον, κἀγὼ ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον· καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ. Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. κἀγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμὲν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας. Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσιν τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας, καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ κἀγὼ ἐν αὐτοῖς.


Πηγή: Κατά Ιωάννην ιζ' 1-26

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Πού βρίσκεται η αληθινή ζωή;


Πού βρίσκεται η αληθινή ζωή; Πουθενά αλλού παρά στον Θεό. Γι’ αυτό η τελευταία όψη της ενότητας είναι η μεταξύ ανθρώπου και Θεού, η οποία γίνεται όταν ο άνθρωπος κατορθώσει «Θεού επιτυχείν». Αυτή είναι μία έκφραση-σύνθημα στις επιστολές του Αγίου Ιγνατίου: «Θεού επιτύχειν», «να συναντήσω τον Θεό». Η πολύμορφη στον κόσμο ενέργεια του Θεού αποτελεί τον ένα μόνο παράγοντα της σωτηρίας και ζωοποιήσεως του ανθρωπίνου γένους· ο άλλος παράγοντας είναι η προσπάθεια του ιδίου του ανθρώπου. Η άποψη αυτή είναι η μόνη που μπορεί να συμβιβασθεί με την παρουσία ελεύθερης βούλησης στον άνθρωπο. Η βασιλεία του Θεού βιάζεται, αλλά δεν εκβιάζει αυτή τους ανθρώπους. Ο Θεός προτείνει το δώρο του, αλλ’ οφείλει και ο άνθρωπος να απλώσει το χέρι του για να το πάρει. Εάν ούτε αυτό κάνει, τότε δεν υπάρχει αποτέλεσμα. Χέρι είναι η πρόθυμη ανταπόκριση στο θείο θέλημα. «Όταν θέλετε να αποκτήσετε ευτυχία, ο Θεός είναι έτοιμος να σας τη δώσει».

Αυτό είναι και εύκολο και δύσκολο. Και ο ίδιος ο Άγιος Ιγνάτιος αντιλαμβανόταν ότι δυσκολευόταν· εύρισκε δύσκολο το να συναντήσει το Θεό «εμοί δε δύσκολον Θεού επιτυχείν», έλεγε. Αλλά εάν κανείς αγωνισθεί με ζήλο, γίνεται εύκολο. Ο αγώνας έγκειται κυρίως στη μεταστροφή της ανθρώπινης βούλησης από την προσήλωση στο εγώ και τα περί το εγώ προς τη θεία πραγματικότητα· σε αυτή δε την προσπάθεια εμφανίζονται πολλά εμπόδια που σκιάζουν αυτή την πραγματικότητα. Ο Χριστιανός είναι αθλητής στο στάδιο του παρόντος βίου και στο τέρμα του δρόμου υπάρχει έπαθλο η αιώνια ζωή.

Αρχικό βήμα στην προσπάθεια αυτή είναι η πίστη στον Θεό και τον Ιησού Χριστό και στην αξία των αποτελεσμάτων της θείας οικονομίας. Αλλ’ αυτή αποτελεί μόνον την αρχή· «αρχή μεν πίστις, τέλος δε αγάπη».

Έπειτα ανοίγεται το πραγματικό στάδιο της χριστιανικής ζωής που χαρακτηρίζεται από τον αγώνα για ηθική συμμόρφωση προς τον Θεό, την οποία ο Άγιος Ιγνάτιος ονομάζει «ομοήθεια Θεού», δηλαδή μίμηση του χαρακτήρα του Χριστού. Ο πιστός πρέπει να μαθητεύσει, να γίνει μαθητής του Χριστού και να λάβει τον χαρακτήρα του. Το δε βασικό στοιχείο της μαθητεύσεως είναι η μίμηση του πάθους του Χριστού, η οποία είναι η τελική φάση της απαρνήσεως του κόσμου. Και απάρνηση του κόσμου δεν είναι τίποτε άλλο από την αγάπη. Γιατί αυτά που ονομάζει ο Άγιος Ιγνάτιος -και ο Χριστιανισμός- αγάπη είναι κάτι ξένο προς εκείνο που εννοούμε σήμερα με την κοινή σημασία της λέξεως. Η πραγματική αγάπη σημαίνει απάρνηση του εαυτού μας και προσήλωση σε κάτι άλλο· και αυτό το άλλο δεν μπορεί παρά να είναι ευγενές και αγνό, εφ’ όσον η επιδίωξή του συνδυάζεται με απόρριψη της φιλαυτίας και του εγωισμού. Αυτό έκανε και ο Θεός, αλλ’ από εντελώς διαφορετική σκοπιά· δεν απαρνήθηκε τον εαυτόν του, αλλ’ «εκένωσεν εαυ­τόν», άδειασε τον εαυτόν του από το θείο μεγαλείο, όπως θα έλεγε ο Παύλος, για να επιδοθεί στη σωτηρία του ανθρώπινου γένους που είναι έργο θείας αγάπης. Έφθασε όμως και στην απάρνηση ο Θεός. Γενόμενος άνθρωπος, αρνήθηκε και κατανίκησε τον κόσμο. Πρέπει λοιπόν και κάθε μαθητής του να κάνει το ίδιο. 

Μερική απάρνηση είναι η απόρριψη του κοσμικού φρονήματος· πλήρης απάρνηση είναι ο πόθος του μαρτυρίου. Ο πόθος αυτός, που συνείχε τον Άγιο Ιγνάτιο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του προς τη Ρώμη, εκφράζεται κατά τρόπο μεγαλειώδη στις σελίδες της Προς Ρωμαίους επιστολής. Αναζητεί το μαρτύριο με ακατανίκητη ορμή και περιγράφει τις λεπτομέρειες των παθημάτων που πρόκειται να υποστεί με απερίγραπτη αγαλλίαση. Ούτε φωτιά ούτε σταυρός ούτε λιανισμοί ολοκλήρου του σώματος τον τρόμαζαν. Ο «έρως του» έλεγε, δηλαδή ο Χριστός, έχει σταυρωθεί· μέσα του λοιπόν δεν υπάρχει πόθος για τα υλικά πράγματα, αλλά μόνο για τον Χριστό. Ο πόθος του μαρτυρίου συνδέεται με τον πόθο της ενώσεως με το Χριστό. Το πάθος ενώνει τον πιστό με το σταυρό και τον αποθανόντα πάνω στο σταυρό.

Όταν κανείς κατέχεται από τον πόθον αυτό, ζει έντονα την παρουσία του Θεού, γίνεται χριστοφόρος και θεοφόρος, έστω και αν δεν υποστεί το μαρτύριο. Η ένωση εκφράζεται πολύ συχνά με τους όρους της κοινωνίας στη θεία ευχαριστία.
«Άρτον Θεού θέλω, ο έστι σαρξ Ιησού Χριστού… 
και πόμα Θεού θέλω, το αίμα αυτού, ο έστιν αγάπη άφθαρτος».

Εκφράζεται δε επίσης και με την εντολή για ολοκληρωτική προσήλωση της σκέψεως στον Θεό.
«Μία προσευχή, μία δέησις, εις νους, μία ελπίς, εν τη αγάπη, εν τη χαρά τη αμώμω».

Παρατηρείται κάποια απελευθέρωση με τον θάνατο, αλλά αυτή δεν συνίσταται στην απαλλαγή του πνεύματος από το σώμα· η σάρκα διαποτίζεται από το πνεύμα και είναι ιερή. Η απελευθέρωση συνίσταται στην πλήρη και οριστική διακοπή του δεσμού με τον κόσμο της φθοράς· κάθε τι από τον κόσμο αυτό που ξεφεύγει από την επιρροή της φθοράς μπορεί να ενταχθεί στα πλαίσια του κόσμου του πνεύματος και να μετάσχει στην αληθινή ζωή. Η αληθινή ζωή είναι μία εμπειρία και μία πραγματικότητα που ανήκουν και στο παρόν και στο επέκτεινα. Το κύριο δε στοιχείο της είναι η απόλαυση της θείας παρουσίας. Γέφυρα μεταξύ της εδώ και της μελλούσης απολαύσεως της θείας παρουσίας αποτελεί η ελπίδα, με την οποία φωτίζουν από τώρα τη ψυχή οι ανταύγειες της μέλλουσας δόξας, στην αθανασία και την αφθαρσία. Ο Άγιος Ιγνάτιος, λό­γω των ειδικών συνθηκών που βρισκόταν τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, είχε φτάσει σε τέτοια τελειότητα, ώστε μπορούσε να σκέφτεται τα επουράνια. Πίστευε όμως ότι μόνο στο «επέκεινα» βιώνεται κατά τέλειο τρόπο η πραγματική ζωή, εκεί όπου ο πιστός γίνεται πραγματικός άνθρωπος· «εκεί παραγενόμενος, άνθρωπος έσομαι». Κατά τον μέλλοντα χρόνο η ελπίδα θα μεταβληθεί σε ένδοξη πραγματικότητα, τότε όταν ο πιστός συναντήσει τον Θεό «πρόσωπον προς πρόσωπον», ή κατά την προσφιλή φράση του Αγίου Ιγνατίου, «όταν Θεού επι­τύχη». Τότε πλέον θα αποδοθεί πλήρως στο Θεό, θα γίνει άνθρωπος του Θεού και θ’ αποκτήσει σε πληρότητα τη δόξα, για την οποία έχει προορισθεί.

Η συνάντηση του θείου και του ανθρώπινου παράγοντα αναδεικνύει τον πιστό σε νέα προσωπικότητα με νέες σκέψεις, νέα θέληση, νέα αισθήματα και νέα θρησκευτική εμπειρία. Αυτή δε η προσωπικότητα θα ολοκληρωθεί και τελειωθεί στο μέλλοντα χρόνο με την ένωση με το Θεό.


Πηγή: Π. Κ. Χρήστου, Ιγνάτιος Αντιοχείας, εκδ. Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Η κατάκτηση του κόσμου


Ο Μέγας Βασίλειος λέει: με ταραγμένη την καρδιά δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει και να γνωρίσει την αλήθεια. Γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγουμε καθετί που αναστατώνει την καρδιά μας, καθετί που της προκαλεί ένταση ή της δημιουργεί πάθη ή ξυπνά την ανησυχία. Πρέπει να κρατιόμαστε όσο μπορούμε πιο μακριά από κάθε βιασύνη και να μην τριγυρνάμε μέσα στους θορύβους και τα μάταια πράγματα αυτού του κόσμου. Εφόσον υπηρετούμε τον Κύριο πρέπει να «μη μεριμνώμεν και τυρβάζωμεν περί πολλά», αλλά να έχουμε στο νου μας ότι «ενός έστι χρεία». (Λουκ. ι’ 41)

Όταν θέλει κανείς να λουστεί, πρέπει πρώτα να ξεντυθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με την καρδιά. Πρέπει να ελευθερωθεί από το εξωτερικό ρούχο του κόσμου, που την τυλίγει ολόκληρη, για να μπορεί να την πλύνει ο Καθαίρων τις καρδιές. Οι τόσο ωφέλιμες για την υγεία του ανθρώπου ακτίνες του ήλιου δεν μπορούν να ωφελήσουν το δέρμα, αν δεν το ξεσκεπάσουμε και δεν σταθούμε γυμνοί, εκτεθειμένοι στην επίδρασή τους. Το ίδιο γίνεται με τη θεραπευτική και ζωοποιό δύναμη του Πνεύματος. […]

Τι είναι όμως ο κόσμος ; Δεν πρέπει να τον φανταστείς σαν κάτι το ορατό και απτό. Ο κόσμος, λέει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, είναι ένα πύρινο περιτύλιγμα που φυλακίζει την καρδιά και την αποχωρίζει από το δέντρο της ζωής. Κόσμος είναι καθετί που ευχαριστεί και ικανοποιεί τις αισθήσεις μας. Είναι αυτό μέσα μας που «ουκ έγνω τον Θεόν». (Ιωάν. ιζ΄ 25)
[…]

Θέλεις να απελευθερωθείς; Εξέτασε τον εαυτό σου λεπτομερώς και διευκρίνισε μέσα σου τι πρέπει να κατανικήσεις για αν πλησιάσεις τον Θεό. Γιατί «η φιλία του κόσμου έχθρα του Θεού εστίν· ος δ’ αν βουληθή φίλος είναι του κόσμου, εχθρός του Θεού καθίσταται» (Ιακ. δ’ 4). Τις απλωμένες εκτάσεις τις χαίρονται μόνον εκείνοι που αφήνουν τα στενά λαγκάδια και τις κλειστές κοιλάδες. «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. στ’ 24). Δεν μπορεί κανείς να βρίσκεται συγχρόνως στα βάθη της κοιλάδας και στη βουνοκορφή που υψώνεται στα γαλάζια πλάτη του ουρανού.
Για να γίνει εύκολη η πορεία σου προς τα άνω και για να πετάξεις πιο εύκολα από πάνω σου τα πάθη σου που σε βαραίνουν, μπορείς να ρωτάς συχνά τον εαυτό σου: «εγώ είμαι εκείνος που πηγαίνει σε ένα θέαμα ή κάποιος άλλος που με κυβερνάει και με διευθύνει όπως θέλει; Ποιες συνήθειες με κρατούν αιχμάλωτό τους και δεν μπορώ να τις υπερνικήσω; «Υποπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ» κάθε στιγμή που περνάει; Τέτοιες ερωτήσεις μπορεί κανείς να κάνει πάρα πολλές γύρω από τις συνήθειες της καθημερινής του ζωής και τη συμπεριφορά του με βάση τον τύπο και τον κανόνα ζωής που μας δίνει το Ιερό Ευαγγέλιο. Πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα πρέπει να θυμάσαι ότι «ο πιστός εν ελαχίστω και εν πολλώ πιστός έστι» (Λουκ. ιστ’ 10) και μη σκέφτεσαι τον πόνο που τυχόν μπορεί ένας αγώνας να σου προκαλέσει. Σε βοηθάει να βγεις από τα στενά λαγκάδια της αμαρτίας στα οποία ζούσες, «εν ταις επιθυμίαις της σαρκός και της διανοίας σου» της γήινης και αντίθετης με το θέλημα του Θεού.

Έχεις χρέος να θέτεις στον εαυτό σου παρόμοια ερωτήματα «ευκαίρως – ακαίρως». Μόνο στον εαυτό σου όμως. Ποτέ και σε καμιά περίπτωση, ούτε σα σκέψη για έναν άλλο. Κρίνοντας και καταδικάζοντας τον άλλον χωρίς να ‘σαι γι’ αυτό αρμόδιος ούτε εντεταλμένος, απομακρύνεις από τον εαυτό σου ότι κέρδισες με τον αγώνα σου. Νομίζεις πως έκανες ένα βήμα προς τα εμπρός, αλλά στην πραγματικότητα υποχώρησες δέκα βήματα πίσω. Κλάψε λοιπόν και μετανόησε για τη σκληρότητα, για την υπερηφάνεια σου και για το ότι παραμένεις τόσο πολύ αδιόρθωτος.

Τίτο Κολλιάντερ, Ο δρόμος των ασκητών, εκδ. Ακρίτας, σ. 55-58
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...