Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γ. Ιωσήφ ο Ησυχαστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γ. Ιωσήφ ο Ησυχαστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Με την ευχή θα γίνει Παράδεισος μέσα σου!



ΕΠΙΣΤΟΛΗ 28: ΠΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΟΝΑΧΗ

[...]
Εύχομαι να είσθε λίαν καλά.

Έλαβον, τέκνον μου, την επιστολή σου και λίαν εχάρη όπου ζητείς λόγον Θεού διά την ωφέλειαν της ψυχής σου.

Λοιπόν, άνοιξόν σου τα ώτα και πληρώσω αυτά αγαθών. Το στόμα σου αδιαλείπτως να μελετά την ευχήν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Κολληθείτω η πνοή σου εις το όνομα του γλυκυτάτου Χριστού, και αυτό αφού θα πολυκαιρίσει, θα το συνηθίσει ο νους να το λέγει παντοτινά με τον ενδιάθετον λόγον. Μόνον πρόσεχε μην δέχεσαι φαντασίες. Εις τα λόγια μόνον της ευχής να προσέχεις και πολύ θα ωφεληθείς.

Διότι με την ευχήν, θα καθαρίσει ο νους σου και θα την κατεβάσει εις την καρδίαν, και θα γίνει διαδρομή, ένωσις νοός, λόγου και καρδίας, και θα γίνει Παράδεισος μέσα σου.

Ο Θεός, αγαπητό μου παιδί, χώμα λαβών και πλάσας πηλόν εδημιούργησεν έναν πήλινον σκεύος, τον άνθρωπον, ως ο κεραμεύς πλάθει ένα σταμνάκι. Το ενεφύσησεν και εδημιουργήθη ψυχή ζώσα.

Βλέπεις, παιδί μου, πόσην αξίαν μάς έδωσεν ο Θεός; Ο πηλός γίνεται συγγενής του Θεού. Βλέπεις το μέγα αξίωμα όπου σου εχάρισεν ο Θεός; Είσαι η πνοή του Θεού. Και θεωρών το αξίωμά σου και την τόσην αγάπην του Θεού προς ημάς φυλάγου μη τον λυπήσεις τον τόσον καλόν μας Θεόν, όπου εκ του μη όντος σε έφερεν και τέκνον του αγαπητόν διά της πνοής Του σε κατέστησεν, διά μόνης της πολλής του αγάπης.

Έχε υπομονήν εις τας θλίψεις, εις τας ασθενείας σου και φώναζε τον Χριστόν. Και η γλυκιά Του και γλυκιά μας Μανούλα να σε σκεπάζει από κάθε κακόν και να οδηγεί να ποιείς πάντοτε το θέλημα του Υιού της.

Βιάζου να λες διαρκώς την ευχήν, να ελευθερωθείς από όλα τα πάθη. Βιάζου λοιπόν εσύ και οι λοιπές αδελφές να κάνετε υπομονή, να είσαστε ταπεινές, υπήκουες εις την ηγουμένην. Ο άγιος Κλίμακος λέγει ότι καλύτερα είναι τον Θεόν να λυπήσεις παρά τον Ηγούμενον (Κλίμαξ, Λόγος Δ’ 126). Διότι αν λυπήσεις τον Θεόν έχεις τον Ηγούμενον να δεηθεί διά να σε συγχωρήσει. Αλλά αν τον Ηγούμενον θα λυπήσεις, τις θα προσευχηθεί διά εσένα;

Να έχετε μεταξύ σας αγάπην, ομόνοιαν και αδιάλειπτον την ευχήν. Εάν την ευχήν κατορθώσετε, όλα αυτά τα αγαθά είναι μέσα.

Βιασθείτε, και όταν κάμετε την αρχήν, ο γλυκύς Ιησούς θα σας βοηθήσει. [...] Μοναχός όπου δεν έμαθεν την ευχήν, δεν γνωρίζει διατί έγινε μοναχός.

Θέλω να σας γράψω πολλά, αλλά δεν γνωρίζω το έδαφος όπου ρίχνω τον λόγον. Εάν όμως δείξετε προθυμίαν, θα σας γράψω και άλλην φοράν.

Λοιπόν, βιασθείτε, παιδάκια μου, διότι είμεθα προς το τέλος και πρέπει να είμεθα έτοιμοι πάντοτε σε κάθε στιγμή. Μιμήσθε τας φρονίμους παρθένους και φροντίζετε την ψυχήν σας, διά να απολαύσετε τον γλυκύτατον Ιησούν.

Φθάνουν αυτά διά πρώτην φοράν.

Σας εύχομαι ολοψύχως.
Γεροντάκος Ιωσήφ

Πηγή: γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Θείας χάριτος εμπειρίες: Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής – Επιστολιμαία βιογραφία – Ανέκδοτες επιστολές και ποιήματα, σειρά «Ψυχωφελή Βατοπαιδινά», έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος: 2006, σ. 216-219.

Υ/γ. Τη σημερινή ανάρτηση την αφιερώνω σε μια ξεχωριστή φίλη που με συγκίνησε. Ξέρει εκείνη γιατί! ;)

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Ο πόλεμος της πορνείας και το χάρισμα της αγνότητος



Εις όλην αυτήν την περίοδον, που ήσαν χωρίς συνοδίαν, είχαν αυστηράν νηστείαν, και ιδίως ο Γέροντας [Ιωσήφ ο Ησυχαστής]. Λάδι μόνον το Σαββατοκύριακον έτρωγαν και όχι πάντοτε, αλλά όταν έβρισκαν. Κατά την περίοδον των πρώτων χρόνων μετά τον θάνατον του Γέροντός τους και εις συνέχειαν οκτώ ολοκλήρων ετών, ο Γέροντας είχεν σαρκικόν πόλεμον και αυτό συνέτεινε εις το να έχουν τόσον αυστηράν νηστείαν. Ο Γέροντας έτρωγε κάθε ημέραν μετά την ενάτην ώραν εικοσιπέντε δράμια παξιμάδι, και αν καμμιά φορά είχαν χόρτα ή όσπρια βραστά και πάλιν πολύ ολίγα. Μας έλεγεν ότι συνέχειαν, επί οκτώ χρόνια, όσον ήτο ο πόλεμος, αυτός δεν εκοιμήθη εις το πλευρόν, ούτε πλάγιασε παντελώς, αλλά καθήμενος εις το σκαμνί κοιμόταν τας ώρας που είχε διορισμένας.

Μας έλεγε: «Πάντοτε εις την περίοδον αυτήν ήτο ο σαρκικός πόλεμος σφοδρός, ιδίως όμως εις το τέλος κατά το έβδομον και όγδοον έτος, τόσον είχε επιδεινωθεί, που κόντεψε να απελπισθώ. Όλα τα μέσα που γράφουν οι άγιοι Πατέρες από αγωνιστικής απόψεως τα είχα εξαντλήσει, μα ο πόλεμος δεν υποχωρούσε. Από την πολλήν νηστείαν και την αγρυπνίαν το σώμα μου έπεσε τελείως και το πάθος δεν ελαττώθηκε. Κατά καιρούς ταπεινωνόταν ολίγον αλλ’ ύστερα άρχιζε σφοδρότερον.»

Είχε συνήθειαν, όταν τον ενοχλούσε κανένα πάθος να παραμερίζει μόνος του και να κτυπά τον εαυτόν του με ένα ξύλον, μέχρις ότου η οδύνη των πληγών τον απαλλάξει από τον πόλεμον. Τόσον δε πολύ είχε κτυπήσει κάποτε τον εαυτόν του, που όπως μας έλεγεν, επέρασαν εβδομάδες και ήτο πιασμένος από την μέσην και κάτω, από τον πολύν δαρμόν. «Έκλαιγα, μας έλεγε, με πόνον πολύν και παρακαλούσα την Κυρίαν μας Θεοτόκον, επέμενα όσο ημπορούσα, αλλά τίποτε. Υποχωρούσε το πάθος ολίγον και πάλιν άρχιζε. Η θέσις μου πλέον ήτο δύσκολη, γιατί άρχισε να κλονίζεται η πίστις μου και νόμιζα ότι με εγκατέλειψε ο Θεός. Όπως ήμουν έτσι καταβεβλημένος και απελπισμένος, κάθισα πάλιν εις το σκαμνί μου και έλεγα την ευχήν, γιατί αυτή ήτο η μόνη μου παρηγοριά και είχα τα μάτια μου κλειστά. Νύκτα ήτο και βρισκόμενος εις το δωμάτιόν μου –αν πρέπει να λεχθεί δωμάτιον αυτό, γιατί ήτο πολύ στενό– αισθάνθηκα ότι κάποιος με ψηλαφά εις τα κάτω μέρη του σώματος και άνοιξα τα μάτια μου. Βλέπω τότε το πνεύμα της πορνείας να κάθεται μπροστά μου οφθαλμοφανώς, όπως ακριβώς το περιγράφουν οι Πατέρες, το κεφάλι του γυμνόν με μικρά όρθια κέρατα, το πρόσωπόν του πελιδνόν[1] και αρρωστημένον και τα μάτια του μικρά και στρογγυλά και το σώμα του με τρίχες και ανέδιδε τρομεράν δυσωδίαν. Από την οργήν μου που κατάλαβα τις ήτο, όρμησα επάνω του με όσην ταχύτητα ημπορούσα, και να τον κρατήσω φυσικά δεν ήτο δυνατόν, τον ψηλάφησα όμως με τα χέρια μου καθώς έφυγε από την πόρτα και μέχρι σήμερον είναι εις την μνήμην μου ακόμη η αίσθησις εκείνη της τραχύτητος, όπως που να κρατήσει κανείς αγριόχοιρον, και η δυσωδία του επί οκτώ ημέρες δεν έφευγε. Από τότε, Χάριτι Θεού, έπαυσε τελείως ο πόλεμος της σαρκός και ξανά δεν με ενόχλησε παντελώς, ούτε τέτοιος λογισμός με ενόχλησε.

Πάντοτε μας τόνιζε τούτο: «Αν θέλετε να αισθανθείτε ευκρινώς βοήθειαν από την θείαν Χάριν, να έχετε υπ’ όψιν σας ότι θα κάμετε πολλήν υπομονήν. Εάν ο άνθρωπος δεν καταβάλει όσην έχει δύναμιν και δεν δείξει με την πράξιν ότι αγαπά τον Θεόν περισσότερον της ιδικής του υπολήψεως και της ζωής, φανερά την Χάριν του Θεού δεν βλέπει. Όταν ο άνθρωπος αξιωθεί να φθάσει εις το σημείον αυτό και να λάβει βοήθεια φανερά από την Χάριν του Θεού μέσω της υπομονής του από μεγάλους πειρασμούς, τότε αισθάνεται προκοπήν εις το πνευματικόν του στάδιον και γίνεται, τρόπον τινά, ανδρειότερος εις τον εαυτόν του και αισθάνεται ότι απέκτησε περισσοτέραν δύναμιν. Τότε γίνεται τολμηρότερος εις τους κινδύνους και από τα σκώμματα των ανθρώπων μένει ανεπηρέαστος. Το μεγαλύτερον δε, δυναμώνει εις την πίστιν, γιατί έχει ως ενέχυρον την προλαβούσα πείραν της θείας αντιλήψεως

Άλλοτε πάλιν μας έλεγεν: «Επήγαμεν με τον πατέρα Αρσένιον να αγοράσομεν ολίγον σιτάρι από το λιμάνι της Κερασιάς[2] για πρώτην μας φοράν. Εύκολα δεν εχαλούσαμεν το "τυπικό" μας εις το να φάγομεν κάτι πριν της ενάτης ώρας, έτσι και τότε επήγαμεν νηστικοί. Επήραμεν από είκοσι πέντε οκάδες και κινήσαμεν προς επιστροφήν· δεν προλάβαμεν όμως να φθάσομεν ούτε εις την μέσην της αποστάσεως και δεν ημπορούσα πια. Ένα σώμα αδύνατον και καταβεβλημένον από τόσες κακουχίες, δεν ήτο εύκολον να αχθοφορεί και σε τόσον ανηφορικόν δρόμον όπως είναι αυτός. Όσον προέβαινε η ώρα, άρχιζε και η ζέστη και μετά η δίψα που ενίσχυσαν την εξάντλησίν μου περισσότερον. Η εξάντλησίς μου ήτο τόση, που ούτε ξεφόρτωτος δεν ημπορούσα να περπατήσω πια. Επιχείρησα κατ’ επανάληψιν, αλλά ματαίως. Βλέποντας ότι αφ’ εαυτού μου δεν ήτο δυνατόν να συνεχίσω και ότι για τον Θεόν το κάμνω αυτό, έστρεψα όλον μου τον λογισμόν μέσα μου και έκλαψα λέγοντας «τι αδυνατεί εις τον Θεόν;». Στις δύσκολες στιγμές φαίνεται η θεία βοήθεια και έτσι λέγοντας και πιστεύοντας αισθάνθηκα μέσα μου κάτι που ανεκαίνισε τας δυνάμεις μου και όλη εκείνη η προτέρα αθυμία και εξάντλησις έφυγεν. "Πάμε Αρσένιε", λέγω και εκινήσαμεν. Από τότε μέχρι να ανεβόμεν επάνω, αισθανόμουν ότι κάποιος με σπρώχνει από πίσω και ανέβηκα έτσι φορτωμένος που δεν ημπορούσα να ανέβω αδειανός. Γι’ αυτό σας λέω να έχετε πίστιν και υπομονήν

Κατά την περίοδον αυτήν έκαμε πολλούς κόπους και υπέφερε πολλούς πειρασμούς, εξ όσων μας έλεγε κατά καιρούς. Όταν μας πολεμούσε η μικροψυχία και η αμέλεια μας παρακινούσε και μας έλεγε κάτι που ο ίδιος έπαθε.

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Θείας χάριτος εμπειρίες: Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής – Επιστολιμαία βιογραφία – Ανέκδοτες επιστολές και ποιήματα, σειρά «Ψυχωφελή Βατοπαιδινά», έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος: 2006, σ.46-50

Σημειώσεις:
[1] πελιδνός = ωχρός και μελανός
[2] Κερασιά = περιοχή με κελιά στο νότιο άκρο του Αγίου Όρους, η οποία υπάγεται στην Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας.

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Μόνο ο ερωτευμένος!



Στις κοσμικές συζητήσεις περί Χριστιανικής ζωής, ασκητισμού, μοναχισμού, ιεροσύνης ακόμη και εγκόσμιας εγκράτειας συχνά αναδύεται η εύλογη απορία «γιατί;». Γιατί αυτές οι θυσίες; Γιατί νηστεία; Γιατί προσευχή; Γιατί αγρυπνίες και απομάκρυνση από τα εγκόσμια; Γιατί υπακοή και ταπείνωση; Γιατί το άβατο στο Όρος; Γιατί όχι προγαμιαίες σχέσεις μεταξύ των νέων στον κόσμο; Όλα αυτά τα γιατί είναι απολύτως ΛΟΓΙΚΑ και ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΑ. Διότι ο κόσμος τούτος θεωρεί «φυσιολογικά» όλα τα αντίθετα: να ζήσεις τη ζωή σου, να γλεντάς, να μη στερείσαι τίποτα, να επαναστατείς ενάντια σε κάθε περιορισμό, να διεκδικείς και να μη σωπαίνεις, να προσπαθείς να ζήσεις όσον το δυνατόν πιο άνετα και εύκολα, να χαίρεσαι τη στιγμή, να γεμίζεις «εμπειρίες» τη ζωή σου, να «ολοκληρώνεις» τις σχέσεις σου προτού τις ξεκινήσεις(!), να γεύεσαι κάθε εφήμερη ηδονή ως το μεδούλι της, να ζεις τελικά και σ' όλα γενικά σάμπως και δεν υπάρχει Θεός! Ένας τέτοιος ά-θεος κόσμος πώς να κατανοήσει τους θεολογικούς λόγους, και περισσότερο τις θεολογικές πράξεις; Πώς τους ασκητές και τους αγίους;

Κάποτε ακούμε εξηγήσεις περί ασκητισμού και θυσίας, οι οποίες όμως στερούνται ουσίας. Κι εμείς εκπίπτουμε συχνά στο σφάλμα: Μιλούμε για τις θυσίες σάμπως κι η μόνη τους ουσία είναι η επίτευξη της αυτοκυριαρχίας μας. Αλλά την αυτοκυριαρχία μπορεί να την εξασκήσουν κι οι βουδιστές μοναχοί ή οι αυστηροί φιλόσοφοι. Πού έγκειται η διαφορά με τον Χριστιανό; Γιατί δεν είναι το ίδιο, διερωτάται ο κόσμος;

Ακόμη χειρότερα, κάποτε αυτές οι ερμηνείες των θυσιών (νηστεία, προσευχή, αγρυπνία, απομόνωση κ.λπ.) παρουσιάζουν τον Θεό σαν τιμωρό ή ένα χαιρέκακο Ον που αφ' υψυλού αρέσκεται να μας εκφοβίζει από τον θρόνο Του διά της υπόμνησης της Κρίσεως, με σκοπό να στερηθούμε τις χαρές της εγκόσμιας ζωής μας και να δυσκολεύσουμε το πέρασμά μας από τη γη! Εν τέλει, λησμονούμε ή δειλιάζουμε να μιλήσουμε για την ουσία της θυσίας: ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ και ΤΟΝ ΘΕΙΟ ΕΡΩΤΑ!

Σ' ένα κείμενο για τον μακαριστό γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή διαβάσαμε τα εξής:
Όπως και όλοι οι σύγχρονοι άγιοι πατέρες, γνωστοί και άγνωστοι, επώνυμοι και μη, μέσα από την Παναγία περνούν και διατυπώνουν τον καλύτερο κόσμο τους και τις ποιοτικότερες εκφράσεις της πίστης τους, έτσι και για τον γέροντα Ιωσήφ αναφέρονται τα εξής:
«Η αγάπη του προς την Παναγίαν μας είναι ανωτέρα πάσης περιγραφής. Μόνον που ανέφερε το όνομά της τα μάτια του έτρεχαν. Την παρακαλούσε από καιρό να τον πάρει να ξεκουρασθεί. Και τον εισήκουσεν η Παντάνασσα. Τον επληροφόρησεν ένα μήνα πριν διά την αναχώρησίν του», η οποία συνέβη τη 15η Αυγούστου του 1959, ημέρα της Κοιμήσεώς της.

Ο ίδιος σε μια πολύ προσωπική του επιστολή γράφει:
«Εγώ δεν ημπορώ να ασπασθώ μίαν φοράν την εικόνα της Παναγίας και να χωρίσω. Αλλ' όταν πλησιάσω κοντά της ωσάν μαγνήτης με τραβάει επάνω της. Και πρέπει να είμαι μόνος. Διότι θέλω ώρες να την ασπάζομαι. Και κάτι ζώσαν πνοήν με γεμίζει μέσα η ψυχή μου και γεμίζω χάριν και δεν με αφήνει να φύγω. Αγάπη, Έρως Θεού, πυρ φλέγον· όπου μόλις εισέλθεις στην εκκλησίαν προλαμβάνει –όταν είναι θαυματουργός η εικών– και αποδίδει τόσον ευώδη πνοήν, όπου μένεις ώρες εκστατικός χωρίς να είσαι στον εαυτόν σου, αλλά εις ευώδη Παράδεισον.»

(πηγή: Μητρ. Μεσαγαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος, Φωνή αύρας λεπτής...
εκδ. Εν πλω, σ. 178)
Τελικά στον σύγχρονο ορθολογιστικό κόσμο αυτά τα βιώματα της εν Χριστώ ζωής μοιάζουν ακατάληπτα και «παράλογα». Μόνο ένας ερωτευμένος, με την «τρέλα» του ενθουσιασμού και της πέραν από τον εαυτόν του αντι-ορθολογιστικής αγάπης, κατανοεί τη δύναμη του Θείου Έρωτα! Μόνο αυτός δύναται να κατανοήσει τι κάνει ένας ασκητής σαν αγρίμι σε απόκρημνα -λεπίδες θανατηφόρες!- βράχια ή σε πνιγηρά κι ερεβώδη σπήλαια. Μόνο αυτός που φλέγεται από έρωτα και βαθιά αγάπη μπορεί να καταλάβει πώς ένας άνθρωπος μπορεί να προσεύχεται αδιάλειπτα ή να κοιτάζει επί ώρες την εικόνα της Παναγίας και να τη φιλάει αχόρταγα! Μόνο ο ερωτευμένος μπορεί να πει απευθυνόμενος στον άγιο που στερείται τα πάντα για τον Χριστό από θείο μανικό έρωτα: «σε καταλαβαίνω»!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...