Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλάμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλάμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Πώς με τύλιξε το τσουνάμι της αγάπης


O συγγραφέας του best-seller “Χιλιάδες μίλια προς τον τόπο της καρδιάς”, Κλάους Κένεθ, σε μια εξομολόγηση ζωής στον “Φ”. Βρέθηκε πρόσφατα στην Κύπρο και περιγράφει πώς βίωσε τον εφιάλτη της κόλασης μέσα από τις πιο οδυνηρές εμπειρίες για να τον σηκώσει τελικά ένα τσουνάμι αγάπης και να τον απογειώσει σ’ έναν αλλιώτικο παράδεισο.

Ερ: Στη ζωής σας αποστραφήκατε τον Χριστιανισμό και ασπασθήκατε ανατολικές θρησκείες και τον αποκρυφισμό. Όμως εγκαταλείψατε τελικά και αυτούς τους χώρους. Πού βρίσκεται τελικά η αλήθεια;

Κλάους: Θα μιλούσα στους ανθρώπους για την αλήθεια. Την αλήθεια για τον Ινδουισμό, την αλήθεια για τον Ζωροαστρισμό. Θα τους έλεγα πιθανόν ότι δεν γνωρίζετε πραγματικά τι είναι η Ορθοδοξία. Γιατί αν τη γνωρίζατε δεν θα την αφήνατε. Γιατί αν κανείς έχει ένα θησαυρό, τότε για ποιο λόγο να ψάξει για ένα φθηνό μέταλλο. Αν κανείς ψάχνει για ευτυχία και η Ορθοδοξία έρχεται και σου δίνει την τέλεια ευτυχία, τότε δεν θα υπάρχει λόγος να πας κάπου αλλού για να ψάξεις για πιο φθηνή ευτυχία. Αυτό σημαίνει ότι θα προσπαθούσα να τους αποκαλύψω την αλήθεια, όχι όμως όπως αυτή εκφράζεται με ένα θεωρητικό τρόπο, αλλά μέσα από τις εμπειρίες της ζωής που είχα και στις δύο φάσεις της ζωής μου. Στον Αποκρυφισμό δηλαδή με όλους τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη η ψυχή σου, εκτεθειμένη στα πνεύματα που σου δίνουν ψεύτικη ζωή, ένα είδος υποκατάστατου δηλαδή. Προφανώς επειδή κάποιους ανθρώπους δεν τους ικανοποιεί η Ορθοδοξία, γι’ αυτό και ψάχνονται αλλού. Γιατί όμως είναι απογοητευμένοι με την Ορθοδοξία; Πιθανόν, επειδή έχουν απογοητευτεί από κάποιους ορθόδοξους ανθρώπους, είτε από κάποιο σύστημα και δεν προσπάθησαν να ανακαλύψουν τι κρύβεται πίσω από τις κουρτίνες. Το πνευματικό βάθος δηλαδή των πατέρων μας και της σοφίας που κρύβει αυτή η αγάπη που βίωσαν.

Ερ: Τι ήταν εκείνο που ψάχνατε στο πέρασμα σας αυτό;

Κλάους: Αυτό που έψαχνα ήταν η αγάπη. Στις άλλες θρησκείες δεν βρήκα αγάπη. Στο Ισλάμ συνάντησα τον νομικισμό, δηλαδή την επιβολή του νόμου. Στον Ινδουισμό συνάντησα ένα είδος σοφίας, αλλά που στο τέλος όμως με 33.000 θεούς που πρέπει να πιστεύω, μπερδεύτηκα. Οι θρησκείες αυτές είναι ανθρώπινα επινοήματα, δεν μπορούν να σου δώσουν αγάπη. Σου προσφέρουν απλά ωραίες φιλοσοφίες, κάτι που ίσως μοιάζει με τον Χριστιανισμό, όμως ο βασικός θεός του Ινδουισμού ο Κρίσνα, αναφέρει πως “εγώ ήλθα για να καταστρέψω τους αμαρτωλούς”. Και επειδή ένιωθα και αμαρτωλός και κατεστραμμένος από την παιδική μου ηλικία, θα έλεγα πως ο Ινδουισμός δεν μου προσέφερε την αγάπη που έψαχνα. Γι’ αυτό το λόγο και εισήχθην σε ένα βουδιστικό μοναστήρι. Πρέπει να αναφέρω εδώ πως συνάντησα ένα είδος ανώτερης φιλοσοφίας. Και ξέρετε, δεν είναι μία ανοησία ο βουδισμός, είναι κάτι που προσφέρεται περισσότερο για τους διανοούμενους, δεν είναι για απλούς ανθρώπους. Αλλά και πάλι στο μοναστήρι έπρεπε να υποταχθούμε σε 2.200 νόμους, χωρίς αγάπη. Κυριαρχούσε ένα είδος εγωκεντρισμού. Νομίζω όμως πως η αγάπη έχει να κάνει με το “εσύ”, ενώ στο Βουδισμό όλα έχουν να κάνουν με το εγώ, εγώ, εγώ! Είναι κάτι που περιστρέφεται μόνο γύρω από τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με τον άλλο χωρίς αγάπη. Έχουμε τον Τριαδικό Θεό και η αγάπη ρέει από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Ο Αλλάχ από την άλλη είναι μόνος του. Στον Βουδισμό επίσης, η αγάπη απουσιάζει παντελώς. Αποσύρεσαι από τον κόσμο για να συγκεντρωθείς στον εαυτό σου και να αφεθείς στο Νιρβάνα σου, δηλαδή στον μηδενισμό. Έτσι ούτε αυτό μπορούσε να με ικανοποιήσει. Ο Θεός λοιπόν που γνώριζα πως ψάχνω για την πραγματική αγάπη και την αλήθεια, οδήγησε τα βήματά μου στην αληθινή πίστη. Ο ρωμαιοκαθολικισμός και ο προτεσταντισμός κινούνται πολύ επιφανειακά. Έχουν και οι δύο ασφαλώς την ίδια Αγία Γραφή, τους λείπει όμως η εμπειρία. Όταν γνώρισα τον γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, σύντομα αντιλήφθηκα πως ο ίδιος ήταν μία “ζωντανή Βίβλος”. Κοντά του ταυτόχρονα είχα την εμπειρία της ζωής και αυτό με άγγιξε τόσο βαθιά.

Ερ: Βασική αιτία για τη μεταστροφή σας λοιπόν στην Ορθοδοξία ήταν ο γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ. Τι είδους άνθρωπος ήταν;

Κλάους: Ήταν η ενσάρκωση της αγάπης. Κάτι απίθανο. Ακτινοβολούσε την αγάπη γύρω του. Εσύ αμέσως ένιωθες αυτή τη ζέση της. Όταν με είδε για πρώτη φορά και άνοιξε τα χέρια του, ήταν σαν να με τύλιγε ένα τσουνάμι αγάπης. Αυτή τη αγάπη την νιώθω σήμερα ακόμα μέσα μου. Γιατί επρόκειτο για μία αυθεντική αγάπη. Βλέπετε, είναι αυτό που ψάχνουν οι νέοι σήμερα, και σε κάθε ερωτικό τραγούδι που ακούνε, τις περισσότερες φορές μιλά για την αιώνια αγάπη. Η αγάπη αυτή όμως, σύντομα καταρρέει επειδή είναι ανθρώπινη. Η αγάπη του Θεού όμως παραμένει γιατί έχει αιώνια προοπτική. Το ίδιο ήταν και η αγάπη του γέροντος Σωφρονίου. Όταν ακόμα πηγαίνω σήμερα και τον συναντώ κάτω στην κρύπτη του τάφου του, νιώθω την αγκαλιά του να με τυλίγει μ’ αυτή την αγάπη. Όταν βρίσκομαι σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη και μιλάω γι’ αυτόν, νιώθω ότι πάντοτε είναι μαζί μου. Το ένα σημείο ήταν αυτό. Το δεύτερο είναι ότι είχε χιούμορ. Ήταν διασκεδαστικός. Και αυτό μου άρεσε πολύ. Ξέρετε, υπάρχουν πολλοί θρήσκοι άνθρωποι όχι μόνο ορθόδοξοι αλλά και από άλλες θρησκείες, ο οποίοι είναι πολύ αυστηροί που τρέμει κανείς όταν τους αντικρίζει. Ο γέροντας Σωφρόνιος όμως ήταν πολύ ταπεινός, κατέβηκε στο δικό μου επίπεδο. Χαμήλωσε, όπως χαμήλωσε και ο Χριστός στο δικό μας γήινο επίπεδο. Βλέπετε, αυτό είναι το μυστήριο της αγάπης, που δυστυχώς λείπει σε αρκετούς χριστιανούς, ακόμα και κληρικούς.

Ερ: Κάποιοι ίσως θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι και η Ορθοδοξία ίδια είναι με τις άλλες θρησκείες.

Κλάους: Ο Χριστός είπε στους μαθητές του “ελάτε να δείτε”, δεν τους δίδαξε μόνο. Έτσι λοιπόν θα έλεγα κι εγώ σ’ αυτούς τους ανθρώπους “πηγαίνετε να δείτε από μόνοι σας”. Αλλά θα τους έλεγα επίσης: “βάλτε τον Χριστό στην καρδιά σας, αλλά σας παρακαλώ, μην κρίνετε τους ανθρώπους”, γιατί και εγώ ο ίδιος, αυτός που δίνει τώρα αυτή τη συνέντευξη, είναι ένας κακός χριστιανός, γι’ αυτό και μην με εκλαμβάνετε ως ένα καλό παράδειγμα προς μίμηση. Καλύτερα να πάρετε τους πατέρες, τον Χριστό σαν υπόδειγμα. Πάρτε ως παράδειγμα τους αγίους. Υπάρχουν και σήμερα άγιοι.

Ερ: Γνωρίζουμε ότι η Ορθοδοξία στηρίζεται στην Ανάσταση. Τι σημαίνει για σας;

Κλάους: Η Ανάσταση είναι ασφαλώς το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή μου. Κάποτε φώναζα στον Βούδα και δεν αποκρινόταν, φώναζα στους Ινδουιστές Θεούς, στον Κομφούκιο, στον Αλλάχ, κανείς όμως δεν μου απαντούσε. Ο Χριστός όμως, ήταν αυτός μου μπορούσε να νικήσει το θάνατο. Όταν λέω “Χριστός Ανέστη”, για μένα αυτό έχει τόσο βαθύ νόημα. Δεν είναι δηλαδή μία φράση που πρέπει απλά να προφέρω επειδή είναι Πάσχα. Είναι πολύ σημαντικό να εννοούμε πραγματικά αυτό που λέμε επειδή είμαστε ενωμένοι μαζί Του. Με τον αναστημένο Χριστό ο άνθρωπος γεμίζει από αγάπη, γεμίζει από ζωή, σε αντίθεση με άλλες καταστάσεις, όπου ο άνθρωπος διαλύεται και καταλήγει στο μηδενισμό.

---
Ποιος είναι ο Κλάους Κένεθ;
Ο ΚΛΑΟΥΣ Κένεθ γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία το 1945. Την παιδική του ηλικία σημάδεψαν οι κακουχίες και η γονεϊκή εγκατάλειψη. Κακοποιήθηκε σεξουαλικά από ένα ρωμαιοκαθολικό ιερέα, πράγμα που τον κάνει να αποστραφεί βαθιά τον Χριστιανισμό. Έφηβος, εξωθείται σε αντικοινωνικές συμπεριφορές. Τριγυρνά με συμμορίες σε όλη τη Γερμανία. Βυθίζεται στον κόσμο των ναρκωτικών. Γνωρίζει τον Ισλαμισμό, τον Ινδουισμό και τον Βουδισμό και θητεύει για χρόνια στις τάξεις τους. Καταφεύγει στον λατινοαμερικάνικο αποκρυφισμό και τη μαγεία. Μεταστρέφεται στον Χριστιανισμό και το 1983 γνωρίζει τον γέροντα Σωφρόνιο. Το 1986 βαπτίζεται Ορθόδοξος στη Γενεύη. Μεταφράζει στα γερμανικά πληθώρα πατερικών έργων. Το 2000 ιδρύει την Ακαδημία του Βασιλέως Σολομώντα στην Κένυα, καθώς και το Ίδρυμα του Αγίου Σάββα στη Σερβία. Μέσα από το πρώτο ιδρύει σχολεία και ορφανοτροφεία στην Αφρική, ενώ μέσα από το δεύτερο προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές ορφανών πολέμου.


Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Το Πάσχα του Μεχμέτ


ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΜΕΧΜΕΤ: ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ!

Μία συγκλονιστική ιστορία από το Αναγνωστικό της Στ΄ Δημοτικού του 1947

Είναι τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και σπάνιοι οι διαβάτες στο δρόμο. Είναι οι τελευταίοι που γυρίζουν από την πρώτη Ανάσταση και πηγαίνουν βιαστικοί στα σπίτια τους. Σε λίγο τίποτε πια δεν ακούγεται και νεκρική σιγή βασιλεύει σ’ όλη την τούρκικη συνοικία του Ηρακλείου. Ξαφνικά, ανοίγει αθόρυβα η αυλόπορτα ενός μεγάλου σπιτιού και προβάλλει ανθρώπινο κεφάλι. Γυρίζει δεξιά και αριστερά και παρατηρεί με προσοχή μέσα στα σκοτάδι. Τραβιέται μέσα και πάλι ξαναφαίνεται και κοιτάζει με προσοχή.

-Ελάτε, δεν είναι κανένας, ακούγεται χαμηλή φωνή.

Τρεις σκιές, η μια μεγάλη και οι δύο μικρότερες, βγήκανε στο δρόμο.

-Πάμε γρήγορα, ψιθύρισε ο ψηλός άντρας πάμε γρήγορα, γιατί αργήσαμε και θα μας περιμένει. Σκέπασε το πρόσωπο με το μαντήλι σου, Εσμέ! Ρεσίτ, δος μου το χέρι σου!

Περπατούσανε κι οι τρεις σιωπηλοί στο σκοτάδι. Μόλις όμως έστριψαν το στενό σοκάκι, βρήκανε μια γριά, που κρατούσε στο χέρι της αναμμένη λαμπάδα. Περπατούσε με κόπο, γιατί ήταν πολύ γριά. Και φρόντιζε με το αδειανό χέρι να προφυλάξει τη λαμπάδα της από τον αέρα, για να φέρει στο σπίτι το φως της Αναστάσεως, που πήρε από την εκκλησιά.

Όταν είδαν το φως της λαμπάδας οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες, γύρισαν αλλού το κεφάλι τους, για να μην γνωριστούν. Του κάκου όμως. Η γριά σήκωσε τη λαμπάδα της και τους φώτισε.

-Πολλά τα έτη σας, Μεχμέτ Μπέη! είπε η γριά.
-Καλημέρα, κυρά, αποκρίθηκε εκείνος, και του χρόνου! Και τράβηξε το δρόμο του.

Η γριά τους κοίταξε από κοντά, ώσπου τους έχασε από τα μάτια της.
«Περίεργο πράγμα!» είπε με το νου της. «Που να πάνε τέτοια ώρα ο Μεχμέτ μπέης με τη χανούμισα και το γιο του; Χριστέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου να γλιτώσουν οι Χριστιανοί από έναν Τούρκο;»

Βυθισμένη στο σκοτάδι ήταν και η εκκλησία του Αγίου Μηνά. Εδώ και λίγη ώρα, χιλιάδες κεριών τη φώτιζαν χιλιάδες Χριστιανών στην αυλή της έψαλλαν χαρμόσυνα το «Χριστός Ανέστη». Τώρα έμεινε μόνο το άρωμα του λιβανιού και των κεριών. Και μόνο το καντήλι, που έκαιε μπροστά στην ασημένια εικόνα της Παναγίας, θαμπόφεγγε. Παντού βασίλευε απόλυτη σιγή.

Δύο χτύποι ακούστηκαν στην εξώθυρα. Από ένα στασίδι σηκώνεται κάποιος και τρέχει ν’ ανοίξει ήταν ο παπάς του Αγίου Μηνά.

Οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες μπαίνουν αθόρυβα στην εκκλησία και φιλούν το χέρι του παπά. Σφαλίζουν καλά την πόρτα, προχωρούν ευλαβικά στο εικονοστάσι, γονατίζουν και κάνουν το σταυρό τους. Ο παπα-Γρηγόρης μπαίνει από τη δεξιά πόρτα στο ιερό, ανοίγει την Ωραία Πύλη και λέει στο μικρότερο από τους τρεις:

-Έλα, παιδί μου, να με βοηθήσεις! Και του δίνει μια μικρή λαμπάδα, που την άναψε από το ακοίμητο φως, που είναι πάνω στην Άγια Τράπεζα.

Ο παπα-Γρηγόρης φόρεσε το χρυσοκέντητο πετραχήλι του, πήρε με βαθύ σεβασμό το Δισκοπότηρο και πλησίασε στην Ωραία Πύλη. Μπροστά του στέκεται το συμπαθητικό τουρκόπαιδο, ωχρό, συγκινημένο, με τη λαμπάδα στο χέρι.

-Πλησιάστε, είπε ο παπάς στους άλλους δύο.

Πρώτα πλησίασε η γυναίκα, τριάντα έως τριανταπέντε χρονών. Ήταν ωχρή και βαθιά συγκινημένη. Τη στιγμή που ανέβαινε τα σκαλοπάτια του ιερού, χρειάστηκε να την υποστηρίξει ο Μεχμέτ μπέης, για να μην πέσει. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν δακρυσμένα.

-«Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Μαρία, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», είπε ο παπάς μ’ επισημότητα και της έδωσε την Άγια Μετάληψη.

Δύο μεγάλα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο της σεμνής εκείνης γυναίκας κι ακούστηκε να ψιθυρίζει: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου».

Πήρε έπειτα η γυναίκα τη λαμπάδα στο χέρι της και πλησίασε το παιδί.
-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Νικόλαος». επανάλαβε ο παπάς, κοιτάζοντας στοργικά το συμπαθητικό παιδί.

Τώρα ήρθε η σειρά του Μεχμέτ. Ανεβαίνει με θάρρος και πλησιάζει τον παπά. Το φως της λαμπάδας τρέμει, γιατί τρέμουνε και τα χέρια της Μαρίας.
-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Εμμανουήλ, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», λέει για τρίτη φορά ο παπάς, δακρύζοντας τώρα κι αυτός.
-Αμήν. Είπε με βαθιά φωνή ο μυστικός Χριστιανός.

Σε λίγα λεπτά οι τρεις σκιές χάνονται και πάλι στους σκοτεινούς δρόμους του Ηρακλείου και βιαστικά γυρίζουν στο σπίτι τους. Αυτή τη φορά δε βρέθηκε καμιά γριά στο δρόμο να τους γνωρίσει με το φως της λαμπάδας και να ξαναπεί:

-Θεέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου, για να σωθούν από έναν κακό Τούρκο οι Χριστιανοί;

Μόνο ο παπα-Γρηγόρης ήξερε, ότι ο Μεχμέτ μπέης ήτανε Χριστιανός, πιο πολύ πιστός από πολλούς, που λέγονται μονάχα Χριστιανοί.


Αναδημοσίευση: Το δελφινάκι (23/3/2012)

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Μάρτυρας για τον σταυρό και την πίστη!


Ο Νεομάρτυρας Ευγένιος Ροντιόνωφ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 κοντά στη Μόσχα και συγκεκριμένα στο χωριό Κουρίλοβο, στην περιοχή της πόλεως Παντόλσκ. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του ονομάζεται Λιουμπόβ (=Αγάπη) Βασίλιεβνα.

Το 1989 η γιαγιά του πήρε τον μικρό Ευγένιο και τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δεν φορούσε Σταυρό και κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης του φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο μικρός Ευγένιος δεν τον έβγαλε ποτέ από πάνω του· μάλιστα, έφτειαξε ένα χονδρό κορδόνι και τον πέρασε εκεί. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον περιγελάσουν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε, αλλά και δεν την υπάκουσε.

Όταν τελείωσε τις σπουδές του το 1994, εργάστηκε ως επιπλοποιός, επάγγελμα που του απέφερε πολλά έσοδα.

Στις 25 Ιουνίου του 1995 παρουσιάστηκε στον Στρατό και μετά τη βασική του εκπαίδευση, στις 13 Ιανουαρίου του 1996, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ιγκουερίνας. Ακριβώς ένα μήνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1996, αιχμαλωτίστηκε. Η αιχμαλωσία έγινε ως εξής: η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες -μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο- να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από ένα συγκεκριμένο δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει καμιά προηγούμενη οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και καμιά ασφάλεια. Από αυτόν το δρόμο περνούσαν πολύ συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο ένα ασθενοφόρο. Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν πάνω από δέκα Τσετσένοι, πολύ καλά οπλισμένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Αυτό έγινε στις 3 τη νύχτα. Στις 4 η ώρα ήρθαν άλλοι στρατιώτες για αλλαγή φρουράς· φυσικά δεν τους βρήκαν και κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί.

Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για εξαφάνιση, αλλά για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην Τσετσενία, για να βρει το παιδί της. Έφτασε στην πόλη Χαγκαλά και μετά από πολλές προσπάθειες ήρθε σε επαφή με τους αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας προσπαθώντας να μάθει για την τύχη του Ευγένιου, διότι γνώριζε ότι οι Τσετσένοι δεν σκοτώνουν αμέσως τους αιχμαλώτους, αλλά περιμένουν μήπως πάρουν λύτρα και τους ελευθερώσουν. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της είπαν ότι ο γυιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού για να τον ψάξει, πέρασε από χωριά, από δρόμους με νάρκες, από μέτωπα συγκρούσεων, γνώρισε πολλούς αξιωματικούς Τσετσένους και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη».

Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν ψυχικά, ώστε να καταφέρουν -αν ήταν δυνατό- να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του, να βγάλει το Σταυρό, να γίνει μουσουλμάνος και να τον κάνουν δήμιο και φονιά των άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα πάμπολλα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει το σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν.

Αργότερα, οι ίδιοι οι αρχηγοί των ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γυιος σου γινόταν σαν ένας από εμάς, δεν θα τον αδικούσαμε».

Στις 23 Μαΐου του 1996, δηλαδή την ημέρα των γενεθλίων του, πήραν τους τέσσερεις αιχμαλώτους στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του. Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον Αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από τον λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με τον σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι.

Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Και πάλι ζήτησαν οι Τσετσένοι 4.000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα με το μαρτύριο του γυιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια.

Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε -μέχρι και ρούχα- για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λύτρα, αφετέρου δε να αντεπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κ.λπ., τα οποία δεν ήταν και λίγα.

Τελικά στις 20 Νοεμβρίου του 1996 μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα από τη λύπη του.

Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο άγιος μάρτυρας Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις:

Ένα κοριτσάκι που έμενε σε Ορθόδοξο ορφανοτροφείο διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε κάποτε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι είναι ο Ευγένιος, την έπιασε από το χέρι και τη οδήγησε στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «παραξενεύθηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δεν φορούν σήμερα τέτοιο μανδύα, και σκέφτηκα ότι αυτός πρέπει να είναι ο μανδύας του μάρτυρα».

Σε πολλές Εκκλησίες έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα, ο οποίος βοηθάει τους αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες κ.λπ.

Σε ένα νοσοκομείο τραυματιών πολέμου οι τραυματισμένοι στρατιώτες πιστοποιούν ότι ένας άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στον Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα και αναγνώρισαν αυτόν που τους βοήθησε.

Τον στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και οι φυλακισμένοι. Κυρίως βοηθάει τους πολύ καταβεβλημένους και συντετριμμένους ψυχικά λόγω της φυλακίσεως τους.

Το 1997 με ευλογία του Πατριάρχη Αλεξίου εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Νέος μάρτυς του Χριστού στρατιώτης Ευγένιος». Ένας ιερέας ονόματι Βαντίμ Σκλιαρένσκο από το Ντνεποπετρόφκ έστειλε στο Πατριαρχείο μία αναφορά όπου έγραφε ότι το εξώφυλλο του βιβλίου με τη φωτογραφία του αγίου μυροβλύζει.

Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο αρχηγός και όλη η ομάδα του, οι σφαγείς του Ευγένιου, σκοτώθηκαν από τους ίδιους τους Τσετσένους μετά από εμφύλιες αντιπαραθέσεις.

Καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...