Τρίτη 17 Απριλίου 2012

«Στ' ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο»

Ας μας επιτρέψουν σήμερα οι αναγνώστες μας μια μικρή «παρέκβαση»... Ένα αφιέρωμα στον Δημήτρη Μητροπάνο που ιδιαίτερα αγαπάμε. Κι ό,τι αγαπάμε θα ζει πάντοτε μες στην καρδιά μας. Θα μας λείψει η σεμνή, απλή και ατόφυια μορφή του που διέφερε τόσο από τα φανταχτερά «είδωλα» που ξεφτίζουν στις κίτρινες γωνίες των περιοδικών. Θα μας λείψει η λεβέντικη, λαϊκή του φωνή, η δροσιά του ηχοχρώματός του που δεν φοβήθηκε να αγγίξει και μοντέρνες νότες...  

Ας ευχηθούμε να αναπαύσει ο Θεός την ψυχή του.


Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;

 
Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; [1]

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πιό μεγάλη γιορτή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς ζωῆς, τῆς χαρᾶς, τῆς πίστης, τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀγάπης τῶν μελῶν της. Δέν εἶναι τυχαῖο πού στήν παράδοση τοῦ λαοῦ μας τόσα πολλά ἤθη καί ἔθιμα ἔχουν συνδεθεῖ μέ τή γιορτή αὐτή. Αὐτό ἀκριβῶς δηλώνει ὅτι τήν ἡμέρα αὐτή ὅλοι μας γιορτάζουμε καί πανηγυρίζουμε. Γιά ποιό λόγο ὅμως πανηγυρίζουμε; Τί σημασία ἔχει γιά τή ζωή μας ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα; Εἶναι τό Πάσχα μία συνηθισμένη γιορτή, μία εὐκαιρία ἁπλῶς γιά νά βρεθῶ μέ τούς συγγενεῖς, νά φάω καί νά πιῶ, ἤ μήπως σημαίνει κάτι παραπάνω γιά τόν τρόπο πού ζῶ, πού βλέπω τούς ἀνθρώπους γύρω μου καί ἀντιμετωπίζω γενικά τή ζωή καί τόν θάνατο; Ὅλοι γνωρίζουν ὅτι τό Πάσχα εἶναι ἡ γιορτή τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, τό ζητούμενο εἶναι ὅμως πόσοι ἀπό ἐμᾶς αὐτή τήν Ἀνάσταση τή γιορτάζουμε, τή ζοῦμε δηλαδή ὡς γιορτή, ὡς χαρά, πού ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τή ζωή μας.

Καταρχάς, εἶναι σημαντικό νά γνωρίζουμε τή σημασία τῆς λέξης Πάσχα. Τό Πάσχα εἶναι ἑβραϊκή λέξη καί σημαίνει διάβαση. Ἡ ἑβραϊκή γιορτή τοῦ Πάσχα ἦταν ἀνάμνηση τῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας ἀπό τόν ἑβραϊκό λαό καί τῆς μετάβασης ἀπό τή δουλεία τῶν Αἰγυπτίων στήν ἐλευθερία τῆς Γῆς τῆς Ἐπαγγελίας. Μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τό Πάσχα ἔφθασε στό τέλος του, πῆρε δηλαδή τό πραγματικό του νόημα. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἔγινε τό Πάσχα μας [2], ἡ διάβασή μας ἀπό τή δουλεία τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας στήν ἐλευθερία καί στήν ἀληθινή ζωή. Τό καινούργιο νόημα πού πῆρε ἡ λέξη Πάσχα τό ἐκφράζει πολύ ὡραῖα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στήν Καταβασία τῆς Α΄ Ὠδῆς, πού ψάλλεται στόν Ὄρθρο τῆς Ἀνάστασης: «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν Λαοί. Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν, Χριστός ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ἄδοντας» [3].

Τό Πάσχα τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς ζωῆς καί τῆς χαρᾶς τῆς Ἐκκλησίας. Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀλήθεια αὐτή, ὥστε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά διακηρύττει ὅτι χωρίς τήν Ἀνάσταση θά ἦταν μάταιη καί χωρίς νόημα ἡ πίστη στόν Χριστό [4]. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος, τοῦ θαύματος τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο συνεχίζεται διαρκῶς σέ ὅλες τίς καρδιές τῶν Χριστιανῶν ἀπό μέρα σέ μέρα, ἀπό χρόνο σέ χρόνο, ἀπό αἰώνα σέ αἰώνα μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία [5].

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ταυτόχρονα καί ἡ συνανάσταση ὅλης τῆς οἰκουμένης μέ Αὐτόν, ἀφοῦ μέ τήν Ἀνάστασή Του διέλυσε τά δεσμά τοῦ θανάτου [6] . Ὁ διάβολος καί ἡ ἁμαρτία νικήθηκαν μία γιά πάντα καί ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι μέτοχος σ’ αὐτή τή νίκη. Ὅπως τονίζει ἐμφατικά ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς: «Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον· ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του "καταδικάζει" τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς· διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας· διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μίσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν τόν ἐσταύρωσαν· καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ’ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του» [7].

Δικαιολογημένα θά διερωτηθεῖ κάποιος: Καλά, πῶς νικήθηκε ὁ θάνατος, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι ἀκόμη ὑποφέρουν καί πεθαίνουν ἀκατάπαυστα; Ὁ θάνατος δέν ἔχει μόνο τή στενή σημασία τῆς βιολογικῆς νέκρωσης τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅπως τόν ἀντιλαμβάνεται ἡ σύγχρονη κοινωνία. Θάνατος στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ὁ χωρισμός ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωής [8]· ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ χωρισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό προῆλθε καί ὁ βιoλογικός θάνατος. Μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός ἀποκατέστησε τήν ἑνότητα μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, διαλύοντας τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί ἀνοίγοντας ἔτσι τόν δρόμο καί γιά τή δική μας ἀνασταση [9]. Μέσα στήν Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος κοινωνεῖ τή ζωή Του καί γεύεται τούς καρπούς τῆς νίκης Του κατά τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου. Παρά ταῦτα, ὁ βιολογικός θάνατος συνεχίζει νά ὑφίσταται πρόσκαιρα καί θά καταργηθεῖ ἐντελῶς κατά τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, διότι «ἡ ἀνακαίνιση καί ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου δέν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ καί θά πραγματοποιηθεῖ ὁριστικά καί τελειωτικά μέ τήν ἀνάστασή μας. Τότε, κατά τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση τῶν σωμάτων, θά κορυφωθεῖ τό θαῦμα τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας τῶν ἀνθρώπων καί τῆς καινότητας τοῦ κόσμου» [10]. Ἐπιπρόσθετα, ὁ βιολογικός θάνατος παραμένει καί γιά παιδαγωγικούς λόγους· ὁ ἄνθρωπος, βλέποντας καί ἐνθυμούμενος τόν θάνατο, ὁδηγεῖται στή μετάνοια καί στήν ἀναζήτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ [11].

Ἡ ἔνταξη στήν ἐκκλησιαστική ζωή, στήν θεανθρώπινη ζωή τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ ἀναδεικνύει τόν ἄνθρωπο σέ πρόσωπο, σέ ὕπαρξη πού δέν ζεῖ ἀτομικά, ἀλλά σέ κοινωνία καί ἑνότητα μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Αὐτή ἡ ἑνότητα ἀποκαταστάθηκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί πλέον μπορεῖ νά τήν βιώσει ὁ καθένας μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ, καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά βγεῖ ἀπό τό ἐγώ του, νά ἀπορρίψει τήν ἀτομικότητά του καί νά γίνει πρόσωπο. Νά ζεῖ μέσα του τόν Χριστό [12] καί ἔτσι νά ζεῖ τήν ἑνότητα μέ ὅλους. Αὐτή τήν ἑνότητα ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀγκάλιαζαν μέ τήν ἀγάπη τους ὅλα τά κτίσματα καί προσεύχονταν καρδιακά ὄχι μόνο γιά τίς δικές τους ἁμαρτίες, ἀλλά καί γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη καί τῶν ἐχθρῶν τους.

Ἡ βίωση τῆς καθολικῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου προϋποθέτει τόν ἀγώνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας. Ἐπειδή μέ τήν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος κατακερματίζει τόν ἑαυτό του, τή ζωή του, τίς σχέσεις του σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά εἶναι πολύ δύσκολο νά βιώσει ἐμπειρικά τήν ἑνότητα τῶν πάντων στόν Θεό, ὅπως ἔχουν δημιουργηθεῖ, γι’ αὐτό ὁ πνευματικός ἀγώνας ξεκινᾶ ἀρχικά ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας. Γράφει σχετικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὅτι, ἐπειδή ἡ ἀρχή τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε μέ τήν ἁμαρτία, κατά ἀντίστοιχο τρόπο, ἡ ἀρχή τῆς ἀνάστασής του γίνεται μέ τήν ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἁμαρτία. Τονίζει μάλιστα ὅτι εἶναι πολύ μεγαλύτερο γεγονός γιά τόν ἄνθρωπο νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀπό τό νά δεῖ μέ τά ἴδια του τά μάτια τήν ἀνάσταση ἑνός νεκροῦ [13]. Ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἁμαρτία σημαίνει τήν κάθαρση τῶν αἰσθήσεων [14], τή συσταύρωση μέ τόν Χριστό, ὥστε νά ἀκολουθήσει ἡ συνανάσταση μαζί Του.

Γιορτάζει λοιπόν ὁ ἄνθρωπος τό Πάσχα, ἀκολουθώντας τόν Χριστό, ζώντας τόν Χριστό, ἀφοῦ αὐτός εἶναι «τό Πάσχα ἡμῶν». Μόνο ἔτσι ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα θά φωτίσει τή ζωή μας, τήν καρδιά μας, ὅλη μας τήν ὕπαρξη. Εἶναι ἀδύνατον κάποιος νά ὀνομάζεται Χριστιανός, ἄν δέν ζεῖ τή χαρά αὐτή. Ἡ χαρά τῆς Ἀνάστασης εἶναι ὑπόθεση ὅλης της ἀνθρωπότητας. Ὅπως λέγει καί τό χρυσό στόμα τῆς Ἐκκλησίας στόν Κατηχητικό του Λόγο, πού διαβάζεται στήν ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα: «Εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ἡμῶν· καί πρῶτοι καί δεύτεροι, τόν μισθόν ἀπολαύετε. Πλούσιοι καί πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε. Ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι, τήν ἡμέραν τιμήσατε. Νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθῃ πεινῶν. Πάντες ἀπολαύετε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν· ἐφάνη γάρ ἡ κοινή βασιλεία. Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς τοῦ Σωτῆρος ὁ θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ᾅδην ὁ κατελθών εἰς τόν ᾅδην. Ἐπίκρανεν αὐτόν γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ· καί τοῦτο προλαβών Ἠσαΐας, ἐβόησεν· ὁ ᾅδης, φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω. Ἐπικράνθη· καί γάρ κατηργήθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ ἐνεπαίχθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ ἐνεκρώθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ καθ ῃρέθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ ἐδεσμεύθη. Ἔλαβε σῶμα καί Θεῷ περιέτυχεν· ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῷ. Ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε καί πέπτωκεν, ὅθεν οὐκ ἔβλεπε. Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός, καί σύ καταβέβλησαι. Ἀνέστη Χριστός, καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός, καί χαίρουσιν Ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι. Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» [15].

Υποσημειώσεις:
1. Α΄ Κορ. ιε΄, 55.
2. Βλ. π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἑορτολόγιο, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα ² 2005, σ. 25.
3. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Καταβασίες Πάσχα, Α΄ Ὠδή, Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1990, σ. 2.
4. Βλ. Α΄ Κορ. ιε΄, 17: «Εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν· ἔτι ἐστέ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν».
5. Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος. Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, μετάφρ. Ἱερομ. Ἀθανασίου Γιέβτιτς, Ἀθῆναι 1993, σ. 41.
6. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατά μεθυόντων καί εἰς τήν Ἀνάστασιν. Λόγος λεχθείς τῇ ἁγίᾳ καί μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, PG 50, 438.
7. Ἀρχιμ. Ἰ. Πόποβιτς, ὅ.π., σ. 40.
8. Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου, Πεντηκοντακέφαλον, Συγγράμματα, τόμος Α΄, ἔκδ. Ἱερᾶς Βασιλικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγίου Νεοφύτου,
Πάφος 1996, σ. 343 - 344: «Ἔστι γάρ θάνατος ἀθάνατος, ὥσπερ καί ζωή ἀθάνατος· ἀλλ’ ὁ μέν, ὄλεθρος αἰώνιος, ἡ δέ ζωή αἰώνιος. Θάνατος γάρ ἀθάνατος ὁ ἀπό Θεοῦ χωρισμός ἐστι καί λέγεται· ζωή γάρ ὁ Θεός, καί ὁ τοῦτον εὑρών εὗρε τήν ζωήν τήν ὄντως ἀθάνατον· ὁ δέ τούτου ἀποτυχών εὗρε τόν θάνατον τόν ὄντως ἀθάνατον. Θάνατος γάρ ἡ ἁμαρτία, δι’ ἧς τῆς ζωῆς, ἤτοι τοῦ Θεοῦ, ἐκπίπτουσιν ἄνθρωποι· καί θάνατος πάλιν ἄλλος ὁ διάβολος καί ἡ ἀθάνατος κόλασις, καί διά τοῦτο ἀθάνατος, ἤτοι ἀδιάβατος λέγεται».
9. Βλ. π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Πιστεύω. Ἡ βίωση τῆς πίστης Α΄, Ἀθήνα 2003, σ. 155.
10. Νίκου Νικολαΐδη, Θέματα Πατερικῆς Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 278.
11. Ὅ.π., σ. 281. Βλ. καί Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 39, Διά τήν ἀήθη καί ἀθρόαν τοῦ θανάτου τηνικαῦτα πληγήν, PG 151, 492 CD.
12. Βλ. Γαλ. β΄, 20: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».
13. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατά μεθυόντων καί εἰς τήν Ἀνάστασιν…, ὅ.π., PG 50, 439: «Πολύ γάρ μεῖζον ἁμαρτιῶν ἁπαλλαγῆναι, ἤ σῶμα ἰδεῖν ἀνιστάμενον».
14. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κανόνας Ὄρθρου τοῦ Πάσχα, Γ΄ Ὠδή, Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον, ὅ.π., σ. 2: «Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις, καί ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς ἀναστάσεως, Χριστόν ἑξαστράπτοντα, καί Χαίρετε φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες».
15. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατηχητικός Λόγος εἰς τήν ἁγίαν καί λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς ἐνδόξου καί σωτηριώδους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἀναστάσεως, Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον, ὅ.π., σ. 6. Mετάφραση τοῦ Κατηχητικοῦ Λόγου στήν ἰστοσελίδα http://egolpion.com/katihitikos_xrusostomou.el.aspx [...]


Αντώνη Χαραλάμπους, θεολόγου

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ὑμῶν



Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως. 
Εἴ τις εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. 
Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον.

Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα.
Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω.
Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω˙ καί γάρ οὐδέν ζημειοῦται.
Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω, μηδέν ἐνδοιάζων. 

Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῆ τήν βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον˙ ἀναπαύει τόν τῆς ἐνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης˙ καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται˙ καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται˙ καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ. 

Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ὑμῶν˙ καί πρῶτοι καί δεύτεροι τόν μισθόν ἀπολαύετε. Πλούσιοι καί πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατ˙ ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι τήν ἡμέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθη πεινῶν. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως˙ πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος.

Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ ἐφάνη γάρ ἡ κοινή Βασιλεία. Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν ἅδην. Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ. Καί τοῦτο προλαβών Ἠσαϊας ἐβόησεν˙ ὁ ἅδης φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω. 

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ κατηργήθη. 
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεπαίχθη. 
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεκρώθη. 
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ καθηρέθη. 
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐδεσμεύθη. 

Ἔλαβε σῶμα καί Θεῶ περιέτυχεν.
Ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῶ.
Ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε καί πέπτωκεν ὅθεν οὐκ ἔβλεπε.

Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; 
Ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος; 

Ἀνέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι. 
Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες. 
Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι. 
Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται. 
Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος. 
Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.

Αὐτῶ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Πηγή: Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Κατηχητικός Λόγος εἰς τήν ἁγίαν καί λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς ἐνδόξου καί σωτηριώδους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἀναστάσεως

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Έσχατος εχθρός του ανθρώπου



«Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος», διακηρύττει ο απόστολος Παύλος. «Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος», μας υπενθυμίζει με τρομερή ενάργεια και ψυχική ένταση ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν. Κι ίσως εδώ έγκειται η μεγάλη αξία του έργου του: στο ότι έφερε στο παρόν τη χαρά, την ελπίδα, το φως και την καθαρότητα της πλέριας αγάπης του Ευαγγελίου. Μπροστά σ' αυτήν τη χαρά και την ελπίδα του Χριστού, που τόσο ουσιαστικά ο π. Σμέμαν παροντοποίησε με το δικό του τρόπο και κήρυξε με τα βιβλία του «έως εσχάτου της γης», ο θάνατος είναι ο έσχατος εχθρός που καταργείται, που νικιέται κατά κράτος, που καταπίεται «εις νίκος» και καταπνίγεται από το ξεχείλισμα της ανόθευτης χαράς.

Με λόγο απλό, άμεσο και ζωντανό, ο μεγάλος αυτός θεολόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιχειρεί να αφυπνίσει αλλοτριωμένες «θρησκευτικές» συνειδήσεις, τονίζοντας με έμφαση πως ο θάνατος δεν είναι ο «φίλος» που μας εισάγει στον χώρο της ψυχικής αθανασίας, αλλά ο εχθρός που κατανικήθηκε με την Ανάσταση του Χριστού και θα καταργηθεί ολοκληρωτικά με τη μέλλουσα ανάσταση των σωμάτων. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου στιγματίζεται μια αντίληψη που ανεπίγνωστα κυριαρχεί στις συνειδήσεις πολλών χριστιανών. Η αντίληψη πως ο θάνατος είναι η απελευθέρωση της ψυχής από τον κόσμο της οδύνης και η έξοδός της προς τον κόσμο της αθανασίας. Όμως μια τέτοια αντίληψη παραθεωρεί το γεγονός της ενσάρκωσης και στην ουσία υποτιμά τον ίδιο τον Σωτήρα Χριστό, ο οποίος σαρκώθηκε για να μας προετοιμάσει όχι για έναν «άλλο» μεταθανάτιο κόσμο, αλλά για να εξαγιάσει αυτόν ακριβώς εδώ τον κόσμο, εγκαινιάζοντας τη Βασιλεία του Θεού.

Ο Χριστιανισμός υπερβαίνει την εξάρτηση του ανθρώπου από τον κόσμο με τη μετατροπή του ίδιου του κόσμου σε ζωή. Και ζωή σημαίνει μετοχή Θεού. Αν ο κόσμος παύει να μεταστοιχειώνεται σε κάτι, αν η ζωή παύει να μεταμορφώνεται σε κοινωνία με το Απόλυτο Νόημα, την Απόλυτη Ομορφιά, την Απόλυτη Καλοσύνη, τότε αυτός ο κόσμος δεν χάνει μόνο το νόημά του, αλλά μετατρέπεται σε θάνατο.

Θέλοντας ο άνθρωπος να παρηγορηθεί, έπλασε το όνειρο ενός «άλλου» κόσμου, απαλλαγμένου από τον θάνατο. Και στον βωμό αυτού του ονείρου θυσίασε αυτόν εδώ τον κόσμο παραδίδοντάς τον αμαχητί στον θάνατο. Μόνο με την ολοκληρωτική μας επιστροφή στη χριστιανική κατανόηση του θανάτου, θα κατορθώσουμε ν' ακούσουμε και πάλι τη χριστιανική διακήρυξη του θανάτου εν τη Αναστάσει.

Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται το τέλος, ο Χριστός παραμένει μόνος επάνω στον Σταυρό. Κι ακόμα, προβλέποντας όσα πρόκειται να ακολουθήσουν, λέει: «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ιωάν. ιε' 20), «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε» (Ιωάν. ιστ' 33). Η αποστολή με την οποία μας επιφορτίζει, η αξίωση που έχει από μας είναι μόνο μια. Να σηκώσουμε και να κουβαλήσουμε τον Σταυρό μας καθώς γνωρίζουμε τι συνεπάγεται αυτός ο Σταυρός. 

Η Εκκλησία μάς καλεί να ακολουθήσουμε σιωπηλά και επίμονα κάθε βήμα του Χριστού προς το πάθος, τη σταύρωση και τον θάνατο. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν τα βήματα του Χριστού, καθώς σηκώνει τον Σταυρό του στον δρόμο προς τον Γολγοθά. Κι ίσως έτσι μας αποκαλυφθεί για μια ακόμα φορά κάτι αιώνιο και σημαντικό για τις ψυχές μας.


Φ. + Γ. Σ.
Πηγή: περιοδικό Καθ' οδόν, τεύχ. 36, 2012, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, σ. 18.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Ο Χριστός, ο Θεός μας είναι νεκρός



Εσπερινός της Μ. Παρασκευής
I.
Ο Χριστός, ο Θεός μας είναι νεκρός. Δεν πέθανε επειδή το ήθελε – έστω κι αν το έκανε ελεύθερα και οικειοθελώς. Πέθανε για να κομίσει σωτήρια και αιώνια ζωή σε όλους τους ανθρώπους. Και λίγο πριν τον θάνατό Του προσευχήθηκε ζητώντας να ενωθεί μαζί μας, όπως ενωμένος είναι με τον Πατέρα.
Πόσο συχνά άραγε συλλογιζόμαστε πως αν θέλουμε να είμαστε ενωμένοι με το Χριστό, πρέπει να είμαστε ενωμένοι μαζί Του και στο θάνατο; Πόσο συχνά συνειδητοποιούμε πως πρέπει να πεθάνουμε μαζί Του;
Όσοι έχουν ήδη πάρει στη ζωή τους μια γεύση της αναστάσιμης δόξας του Χριστού και έχουν ανοίξει τα μάτια – έστω φευγαλέα – στη λάμψη και την ομορφιά της, επιδιώκουν να αντικρίζουν μόνο αυτή τη δόξα και αναμετράνε το βίο τους μονάχα με το μέτρο της βίωσής της.
Κι ωστόσο, αν λαχταρούμε ειλικρινά να ενωθούμε με το Χριστό, πρέπει να αποδεχόμαστε την ένωση Του και στο θάνατο. Πρέπει να γιορτάζουμε το θάνατό Του! Πρέπει να ευχαριστούμε τον Θεό που αξιωθήκαμε να μοιραζόμαστε μαζί Του τον σταυρό Του, την κάθοδό Του στον Άδη. Κι αυτό, διότι μέσα από θάνατο είναι που ο Χριστός κατήγαγε τη νίκη Του, μέσα από τον θάνατό κέρδισε για χάρη μας την αιώνια ζωή.
Ας μοιραστούμε τον θάνατό Του, ας μοιραστούμε τη φαινομενική Του ήττα από τις δυνάμεις του κόσμου τούτου, ώστε μέσα από τον θάνατο να φτάσουμε να ενωθούμε μαζί Του στη χαρά της ανάστασής Του.
Ο Χριστός ο Θεός μας, είναι νεκρός!
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!
II.
Οδεύσαμε κατά τη διάρκεια της Μ. Εβδομάδας στον δρόμο του Χριστού: σταθήκαμε μάρτυρες της εισόδου του στα Ιεροσόλυμα, της προδοσίας, της σταύρωσης και του θανάτου Του. Τώρα στεκόμαστε ενώπιον του μνήματός Του. Τι μπορούμε να πούμε; Ποιες λέξεις μπορούν να εκφράσουν τη θλίψη μας; Ζυγώσαμε το κέντρο του κόσμου, προσεγγίσαμε τον Δημιουργό μας και Τον συναντήσαμε τελικά νεκρό. Ο Θεός μας είναι νεκρός. Κι ωστόσο, ο θάνατός Του είναι το κατώφλι – η μόνη θύρα της αιώνιας ζωής. Πεθαίνοντας γεννιόμαστε, μέσα από τον θάνατο ανακαινιζόμαστε. Κοινωνώντας το μαρτύριο του Χριστού, προετοιμαζόμαστε να κοινωνήσουμε την ανάστασή Του. Ας έρθουμε κοντά να προσκυνήσουμε τα «οθόνια» του Χριστού. Ας έρθουμε να δοξάσουμε τον Θεό μας. Ποτέ δεν ζύγωσε ο Θεός τόσο κοντά μας όσο τώρα, ποτέ δεν μας προσέγγισε τόσο πολύ, όσο με τον θάνατό Του.
III.
Στεκόμαστε εδώ τούτο το απόγευμα, ενώπιον του σιωπηλού σκηνώματος του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού, του σαρκωμένου Υιού και Λόγου του Θεού. Στεκόμαστε ενώπιον Εκείνου που εξήλθε από τη σιωπή του Πατέρα για να μιλήσει σε μας για την αγάπη, και που κείτεται τώρα μπροστά μας μέσα στη σιωπή του θανάτου.
Πόσο βαθιά είναι η σιωπή του Θεού! Και πόσο μας μιλά! Εντός της περιέχεται κάθε νόημα: το πλήρωμα της δικαιοσύνης, της διάκρισης, του ελέους, της πίστης και της αγάπης. Δεν υπάρχουν λόγια που να μπορούν να μας πουν για τον Θεό περισσότερα απ’ όσα φανερώνει η σιωπή του θανάτου του Χριστού.
Καθώς ζυγώνουμε για να προσκυνήσουμε τον Κύριό μας, ας εισέλθουμε στον τόπο της σιωπής Του, στον τόπο που χωρά στην αγάπη Του· και μέσα σε τούτη τη σιωπή ας ανοίξουμε τα μάτια στην τέλεια αποκάλυψη της αγάπης του Θεού.

Πηγή: Βασίλειος Όσμπορν, Φως Χριστού, Στο μονοπάτι της Μ. Σαρακοστής, εκδ. Εν πλω, 2006, σ.165-169

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Τα δεσμά Του δεσμοί αγάπης



Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ προχωρεῖ πρὸς τὸ τέλος της. Καὶ πλέον ἀρχίζουμε νὰ βλέπουμε καθαρότερα αὐτὸ ποὺ ἀποτελεῖ τὸν κύριο σκοπό της: τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ νὰ Τὸν βλέπουμε τώρα μὲ δεμένα τὰ χέρια νὰ βαδίζει πρὸς τοὺς ἄνομους κριτές του καὶ πρὸς τὸν Γολγοθᾶ.

Εἶναι τὰ χέρια αὐτὰ ποὺ ἐπὶ τρία χρόνια τώρα κινοῦνταν σὲ εὐεργεσία τῶν ἀνθρώπων. Τὰ χέρια ποὺ ἁπλώθηκαν πάνω σὲ μάτια τυφλὰ καὶ τοὺς ἔδωσαν τὸ φῶς τους, σὲ αὐτιὰ καὶ χείλη κλειστὰ καὶ τοὺς χάρισαν τὴν ἀκοὴ καὶ τὴ λαλιά, σὲ μέλη ἄρρωστα καὶ τοὺς δώρισαν τὴ θεραπεία. Τὰ χέρια Ἐκείνου ποὺ καθ’ ὅλη τὴν ἐπὶ γῆς πορεία του «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας» (Πράξ. ι΄ 38). Τὰ χέρια Ἐκείνου ποὺ τότε, στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας, πῆρε χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο...

Αὐτὰ τὰ χέρια τὴ στιγμὴ αὐτὴ πάλι ἁπλώνονται· ὄχι τώρα γιὰ νὰ ἐπιτελέσουν πάλι εὐεργεσία (μόλις λίγο πρὶν εἶχαν κινηθεῖ μὲ λεπτότητα καὶ ἐπιμέλεια γιὰ νὰ θεραπεύσουν τὸ κομμένο αὐτὶ τοῦ δούλου τοῦ ἀρχιερέως), ἀλλά –φοβερό!– γιὰ νὰ ὑποστοῦν δεσμά...

«Ἡ οὖν σπεῖρα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν Ἰουδαίων συνέλαβον τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔδησαν αὐτόν» (Ἰω. ιη΄ 12). Τὸν ἔδεσαν σφιχτά, γιὰ νὰ μὴν μπορέσει νὰ τοὺς φύγει· ἔτσι τοὺς εἶχε συμβουλεύσει ὁ προδότης μαθητής. Κι ἔτσι δεμένο, Τὸν ὁδήγησαν στὸν Ἄννα τὸν ἀρχιερέα καὶ ἔπειτα στὸν Καϊάφα καὶ στὸν Πιλάτο (βλ. Ἰω. ιη΄ 13, 24· Ματθ. κζ΄ 2).

Ὁ ἄνθρωπος δένει τὸν Θεό του καὶ Τὸν ὁδηγεῖ ὑπόδικο, ἐξευτελισμένο, σὲ δίκη, σὲ τιμωρία! Τί φρικτὸ ἐγχείρημα!

Ὁ Θεὸς δέχεται νὰ δεθεῖ ἀπὸ τὸ πλάσμα του καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ ἀπὸ αὐτὸ στὸ θάνατο! Τί μέγεθος συγκαταβάσεως!

Καὶ γιατί δέθηκε; Δέθηκε, διότι, ὅπως μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτου Ὡσηὲ εἶχε ὁ Ἴδιος διαβεβαιώσει, ἀπὸ πολὺ παλαιά, ἦταν δεμένος μαζί του «ἐν δεσμοῖς ἀγαπήσεως». Δέθηκα ἐγώ, λέει ὁ Θεός, μὲ τὰ δεσμὰ τῆς ἀγάπης μου, κι αὐτὰ τὰ δεσμὰ τά ’ριξα σὰν σκοινιὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τοὺς βγάλω μέσα ἀπὸ τὸ φθοροποιὸ λάκκο τῆς δουλείας καὶ τοῦ θανάτου. «Ἐν διαφθορᾷ ἀνθρώπων ἐξέτεινα αὐτοὺς ἐν δεσμοῖς ἀγαπήσεώς μου» (Ὡσ. ια΄ 4).

Δέθηκε ὁ Θεός, γιὰ νὰ λύσει τὸν ἄνθρωπο!...

Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ δεμένος. Δεμένος φρικτὰ ἀπὸ τὸ διάβολο μὲ διπλές, πολλαπλὲς ἁλυσίδες· τὶς ἁλυσίδες τῶν παθῶν. Ὑποδουλωμένος, φυλακισμένος, ἐγκλεισμένος στὸ τυραννικὸ καθεστὼς τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου, τοῦ πλήρους χωρισμοῦ του ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, ἦταν ἀδύνατον ὁ ἴδιος νὰ μπορέσει νὰ ἀποσείσει τὰ δεσμά του. Ἡ σκλαβιά του ἦταν φοβερή, κι οὔτε ὑπῆρχε διέξοδος διαφυγῆς καὶ ἐλπίδα σωτηρίας.

Καὶ τότε ἦλθε Ἐκεῖνος! Ὁ Μεσσίας, ὁ Σωτήρ, ὁ Λυτρωτής. Καὶ δέχθηκε ὁ Ἴδιος νὰ δεθεῖ, γιὰ νὰ λύσει ἐμᾶς ἀπὸ τὸν «χρόνιον δεσμὸν τῆς καταδίκης τοῦ Ἀδάμ». Καὶ μὲ τὰ δικά του δεσμὰ «ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ σκότους καὶ σκιᾶς θανάτου, καὶ τοὺς δεσμοὺς ἡμῶν διέρρηξεν» (Ἀπὸ τὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας). Ὅπως μὲ τὸ τραῦμα του θεραπευθήκαμε ἐμεῖς οἱ τραυματισμένοι («τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» Ἡσ. νγ΄ [53] 5), ἔτσι καὶ μὲ τὰ δεσμά του ἀποσείσαμε τὶς δικές μας ἁλυσίδες.

Δέθηκε Ἐκεῖνος καὶ ἔδωσε τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ὑποδουλώνεται στὴν ἁμαρτία. Τοῦ τὴν χάρισε δυνάμει τῶν Μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος καὶ μὲ τὴ χάρη ποὺ τοῦ χορηγεῖ διαρκῶς διαμέσου τῆς θείας Κοινωνίας, καθιστώντας τον ἔτσι ἀήττητο, ἐλεύθερο, ἀνυπότακτο στὸ κράτος τοῦ διαβόλου. Ἀρκεῖ βέβαια καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος νὰ θέλει νὰ χρησιμοποιεῖ τὴ δύναμη αὐτὴ ποὺ κατέχει καὶ νὰ ἐνεργοποιεῖ τὴν ἀήττητη ἰσχύ της. Ἐὰν δὲν παραδίδεται ἐθελουσίως στὸ διάβολο μὲ τὴν ἀμέλεια στὴ ζωή του, τὴν ἀδιαφορία, τὴ ραθυμία καὶ ἀκόμη τὸν συμβιβασμὸ καὶ τὴν ὑποχώρηση, κανενὸς εἴδους δεσμὰ ἁμαρτίας δὲν μποροῦν νὰ τὸν αἰχμαλωτίσουν.

Τὰ δεσμὰ τοῦ Κυρίου μου ἐλευθερία δική μου! Τί λοιπὸν μένει νὰ Τοῦ ἀνταποδώσω ὡς εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτὰ τὰ σωτήρια δεσμά;

Οἱ φιλόθεες ψυχές, οἱ εὐγνώμονες ὑπάρξεις γνωρίζουν τί. Μὲ μιὰ κίνηση ἐλευθερίας θέτουν τοὺς ἑαυτούς τους αἰώνια ὑποταγμένους στὴν ἀγάπη του. Τὰ δεσμὰ τοῦ Κυρίου τους τὰ μετατρέπουν σὲ δεσμοὺς μόνιμης ὑποταγῆς καὶ ἀφοσιώσεως στὸ τίμιο πρόσωπό του, στὸ ἅγιο θέλημά του.

Καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν στρέφουν τὸ βλέμμα τους παρὰ μόνο σ’ Ἐκεῖνον. Καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιθυμοῦν στὴ ζωή τους παρὰ μόνο τὸ νὰ ἐκτελοῦν τὸν ἅγιο νόμο του. Βαδίζουν καὶ οἱ ἴδιοι στὰ ἴχνη τοῦ Κυρίου τους, Τὸν ἀκολουθοῦν κατὰ πόδας ὡς αἰχμάλωτοι, αἰχμάλωτοι τῆς ἀγάπης του, «δέσμιοι Χριστοῦ Ἰησοῦ» (Φιλήμ. 1).

Ἀληθινά, τί ἀνώτερο, εὐγενέστερο, μακαριότερο μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σ’ ἐμᾶς ἀπὸ τὸ νὰ γίνουν τὰ δεσμά του δεσμοί μας μαζί του;...


Πηγή: Ο Σωτήρ, τεύχ. 2020, 1/4/2011, εκδ. Αδελφότητος Θεολόγων «Ο Σωτήρ», σ. 25-26.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Οίστρος με σέρνει ακολασίας...


Η ΚΑΣΣΙΑΝΗ

Κύριε, γυναίκα ἁμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριὰ τὰ κρίματά μου.
Μά, ὦ Κύριε, πῶς ἡ θεότης Σου μιλᾶ
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου!

Κύριε, προτοῦ Σὲ κρύψ᾿ ἡ ἐντάφια γῆ
ἀπὸ τὴ δροσαυγὴ λουλούδια πῆρα
κι ἀπ᾿ τῆς λατρείας τὴν τρίσβαθη πηγὴ
Σοῦ φέρνω μύρα.

Οἶστρος μὲ σέρνει ἀκολασίας... Νυχτιά,
σκοτάδι ἀφέγγαρο, ἄναστρο μὲ ζώνει,
τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας φωτιὰ
μὲ καίει, μὲ λιώνει.

Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ τὰ πέλαα τὰ νερὰ
τὰ ὑψώνεις νέφη, πάρε τα, Ἔρωτά μου,
κυλᾶνε, εἶναι ποτάμια φλογερὰ
τὰ δάκρυά μου.

Γερε σ᾿ ἐμέ. Ἡ ψυχὴ πῶς πονεῖ!
Δέξου με Ἐσὺ ποὺ δέχτηκες καὶ γείραν
ἄφραστα ὡς ἐδῶ κάτου οἱ οὐρανοί.
καὶ σάρκα ἐπῆραν.

Στ᾿ ἄχραντά Σου τὰ πόδια, βασιλιᾶ
μου Ἐσὺ θὰ πέσω καὶ θὰ σ' τὰ φιλήσω,
καὶ μὲ τῆς κεφαλῆς μου τὰ μαλλιὰ
θὰ στὰ σφουγγίσω.

Τ᾿ ἄκουσεν ἡ Εὔα μέσ᾿ στὸ ἀποσπερνὸ
τῆς παράδεισος φῶς ν᾿ ἀντιχτυπᾶνε,
κι ἀλαφιασμένη κρύφτηκε... Πονῶ,
σῶσε, ἔλεος κάνε.

Ψυχοσῶστ᾿, οἱ ἁμαρτίες μου λαός,
Τὰ ἀξεδιάλυτα ποιὸς θὰ ξεδιαλύσῃ;
Ἀμέτρητό Σου τὸ ἔλεος, ὁ Θεός!
Ἄβυσσο ἡ κρίση.


Κωστής Παλαμάς
Αποδελτίωση: nektarios.gr

Η ομορφιά της σιωπής


Η σιωπή συντροφεύει τις μεγάλες ώρες των αγίων, τις ιερές ώρες της περισυλλογής, της αυτοσυγκέντρωσης, της αυτομεμψίας, της μελέτης, της προσευχής. Η σιωπή καλύπτει την έρευνα, την αγρυπνία, την ανακάλυψη του σοφού επιστήμονα. Η σιωπή σκεπάζει το μαρτύριο του πονεμένου, του αναγκεμένου, του δυστυχισμένου. Τις ώρες της σιωπής τελεσιουργούνται τα μεγάλα θαύματα, οι αδιαφήμιστες ηρωικές πράξεις, οι μυστικές προσωπικές επαναστάσεις, η γνωριμία με τον άγνωστο εαυτό μας. Έτσι έχουμε τη σημαντική σιωπή του αγίου, την κορυφαία σιωπή του σοφού, την υπομονετική σιωπή του ήρωα, την ακριβή σιωπή του υπομονετικού κι επίμονου, την ευαγγελική σιωπή του αυτοθυσιαζόμενου.

Κουραστήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία. Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά. Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων. Χρειάζεται μία αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους. Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν' ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλία φωνή του Θεού, την εναγώνια φωνή της συνειδήσεώς μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά. 

μοναχός Μωυσής Αγιορείτης
Πηγή: περιοδικό Έκφραση, τεύχ. 133, Μάρτιος 2012, έκδ. Ορθόδοξου Πνευματικού Κέντρου Αγίου Γεωργίου Μακρή, σ. 2.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...