Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Τῇ κραταιᾷ Σου χειρί



Τη ζωή μας ας αποθέσουμε
τῇ κραταιᾷ Σου χειρί, Κύριε
και τα πιο αγαπημένα μας πρόσωπα
ὑπὸ τὴν σκέπην σου, Θεοτόκε.

Συγχώρα μας τους ανάξιους, Κύριε,
πλήρως ας Σου αφεθούμε·
προστάτευέ τα, Μητέρα
με την αγάπη και την παραμυθία σου χάιδευέ τα!

Με τέτοια ελπίδα και σιγουριά
τι έχουμε ακόμη
ν' αγωνιούμε, ν' ανησυχούμε και να φοβόμαστε;

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Εκείνος που αγαπάει τον Χριστό...


Εκείνος που αγαπάει τον Χριστό, Τον μιμείται όσο μπορεί. 

Ο Χριστός, για παράδειγμα,
  • δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους 
  • έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν 
  • υπέμεινε, όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε. 

Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον. Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει τον Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μάς βεβαιώνει: «Δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει "Κύριε, Κύριε", αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ. ζ' 21). Και πάλι: «Όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. ιδ' 15).

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής 
Αποδελτίωση: Αναστάσιος (1/3/2012)

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Το Πάσχα του Μεχμέτ


ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΜΕΧΜΕΤ: ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ!

Μία συγκλονιστική ιστορία από το Αναγνωστικό της Στ΄ Δημοτικού του 1947

Είναι τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και σπάνιοι οι διαβάτες στο δρόμο. Είναι οι τελευταίοι που γυρίζουν από την πρώτη Ανάσταση και πηγαίνουν βιαστικοί στα σπίτια τους. Σε λίγο τίποτε πια δεν ακούγεται και νεκρική σιγή βασιλεύει σ’ όλη την τούρκικη συνοικία του Ηρακλείου. Ξαφνικά, ανοίγει αθόρυβα η αυλόπορτα ενός μεγάλου σπιτιού και προβάλλει ανθρώπινο κεφάλι. Γυρίζει δεξιά και αριστερά και παρατηρεί με προσοχή μέσα στα σκοτάδι. Τραβιέται μέσα και πάλι ξαναφαίνεται και κοιτάζει με προσοχή.

-Ελάτε, δεν είναι κανένας, ακούγεται χαμηλή φωνή.

Τρεις σκιές, η μια μεγάλη και οι δύο μικρότερες, βγήκανε στο δρόμο.

-Πάμε γρήγορα, ψιθύρισε ο ψηλός άντρας πάμε γρήγορα, γιατί αργήσαμε και θα μας περιμένει. Σκέπασε το πρόσωπο με το μαντήλι σου, Εσμέ! Ρεσίτ, δος μου το χέρι σου!

Περπατούσανε κι οι τρεις σιωπηλοί στο σκοτάδι. Μόλις όμως έστριψαν το στενό σοκάκι, βρήκανε μια γριά, που κρατούσε στο χέρι της αναμμένη λαμπάδα. Περπατούσε με κόπο, γιατί ήταν πολύ γριά. Και φρόντιζε με το αδειανό χέρι να προφυλάξει τη λαμπάδα της από τον αέρα, για να φέρει στο σπίτι το φως της Αναστάσεως, που πήρε από την εκκλησιά.

Όταν είδαν το φως της λαμπάδας οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες, γύρισαν αλλού το κεφάλι τους, για να μην γνωριστούν. Του κάκου όμως. Η γριά σήκωσε τη λαμπάδα της και τους φώτισε.

-Πολλά τα έτη σας, Μεχμέτ Μπέη! είπε η γριά.
-Καλημέρα, κυρά, αποκρίθηκε εκείνος, και του χρόνου! Και τράβηξε το δρόμο του.

Η γριά τους κοίταξε από κοντά, ώσπου τους έχασε από τα μάτια της.
«Περίεργο πράγμα!» είπε με το νου της. «Που να πάνε τέτοια ώρα ο Μεχμέτ μπέης με τη χανούμισα και το γιο του; Χριστέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου να γλιτώσουν οι Χριστιανοί από έναν Τούρκο;»

Βυθισμένη στο σκοτάδι ήταν και η εκκλησία του Αγίου Μηνά. Εδώ και λίγη ώρα, χιλιάδες κεριών τη φώτιζαν χιλιάδες Χριστιανών στην αυλή της έψαλλαν χαρμόσυνα το «Χριστός Ανέστη». Τώρα έμεινε μόνο το άρωμα του λιβανιού και των κεριών. Και μόνο το καντήλι, που έκαιε μπροστά στην ασημένια εικόνα της Παναγίας, θαμπόφεγγε. Παντού βασίλευε απόλυτη σιγή.

Δύο χτύποι ακούστηκαν στην εξώθυρα. Από ένα στασίδι σηκώνεται κάποιος και τρέχει ν’ ανοίξει ήταν ο παπάς του Αγίου Μηνά.

Οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες μπαίνουν αθόρυβα στην εκκλησία και φιλούν το χέρι του παπά. Σφαλίζουν καλά την πόρτα, προχωρούν ευλαβικά στο εικονοστάσι, γονατίζουν και κάνουν το σταυρό τους. Ο παπα-Γρηγόρης μπαίνει από τη δεξιά πόρτα στο ιερό, ανοίγει την Ωραία Πύλη και λέει στο μικρότερο από τους τρεις:

-Έλα, παιδί μου, να με βοηθήσεις! Και του δίνει μια μικρή λαμπάδα, που την άναψε από το ακοίμητο φως, που είναι πάνω στην Άγια Τράπεζα.

Ο παπα-Γρηγόρης φόρεσε το χρυσοκέντητο πετραχήλι του, πήρε με βαθύ σεβασμό το Δισκοπότηρο και πλησίασε στην Ωραία Πύλη. Μπροστά του στέκεται το συμπαθητικό τουρκόπαιδο, ωχρό, συγκινημένο, με τη λαμπάδα στο χέρι.

-Πλησιάστε, είπε ο παπάς στους άλλους δύο.

Πρώτα πλησίασε η γυναίκα, τριάντα έως τριανταπέντε χρονών. Ήταν ωχρή και βαθιά συγκινημένη. Τη στιγμή που ανέβαινε τα σκαλοπάτια του ιερού, χρειάστηκε να την υποστηρίξει ο Μεχμέτ μπέης, για να μην πέσει. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν δακρυσμένα.

-«Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Μαρία, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», είπε ο παπάς μ’ επισημότητα και της έδωσε την Άγια Μετάληψη.

Δύο μεγάλα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο της σεμνής εκείνης γυναίκας κι ακούστηκε να ψιθυρίζει: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου».

Πήρε έπειτα η γυναίκα τη λαμπάδα στο χέρι της και πλησίασε το παιδί.
-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Νικόλαος». επανάλαβε ο παπάς, κοιτάζοντας στοργικά το συμπαθητικό παιδί.

Τώρα ήρθε η σειρά του Μεχμέτ. Ανεβαίνει με θάρρος και πλησιάζει τον παπά. Το φως της λαμπάδας τρέμει, γιατί τρέμουνε και τα χέρια της Μαρίας.
-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Εμμανουήλ, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», λέει για τρίτη φορά ο παπάς, δακρύζοντας τώρα κι αυτός.
-Αμήν. Είπε με βαθιά φωνή ο μυστικός Χριστιανός.

Σε λίγα λεπτά οι τρεις σκιές χάνονται και πάλι στους σκοτεινούς δρόμους του Ηρακλείου και βιαστικά γυρίζουν στο σπίτι τους. Αυτή τη φορά δε βρέθηκε καμιά γριά στο δρόμο να τους γνωρίσει με το φως της λαμπάδας και να ξαναπεί:

-Θεέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου, για να σωθούν από έναν κακό Τούρκο οι Χριστιανοί;

Μόνο ο παπα-Γρηγόρης ήξερε, ότι ο Μεχμέτ μπέης ήτανε Χριστιανός, πιο πολύ πιστός από πολλούς, που λέγονται μονάχα Χριστιανοί.


Αναδημοσίευση: Το δελφινάκι (23/3/2012)

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

«Στ' ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο»

Ας μας επιτρέψουν σήμερα οι αναγνώστες μας μια μικρή «παρέκβαση»... Ένα αφιέρωμα στον Δημήτρη Μητροπάνο που ιδιαίτερα αγαπάμε. Κι ό,τι αγαπάμε θα ζει πάντοτε μες στην καρδιά μας. Θα μας λείψει η σεμνή, απλή και ατόφυια μορφή του που διέφερε τόσο από τα φανταχτερά «είδωλα» που ξεφτίζουν στις κίτρινες γωνίες των περιοδικών. Θα μας λείψει η λεβέντικη, λαϊκή του φωνή, η δροσιά του ηχοχρώματός του που δεν φοβήθηκε να αγγίξει και μοντέρνες νότες...  

Ας ευχηθούμε να αναπαύσει ο Θεός την ψυχή του.


Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;

 
Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; [1]

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πιό μεγάλη γιορτή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς ζωῆς, τῆς χαρᾶς, τῆς πίστης, τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀγάπης τῶν μελῶν της. Δέν εἶναι τυχαῖο πού στήν παράδοση τοῦ λαοῦ μας τόσα πολλά ἤθη καί ἔθιμα ἔχουν συνδεθεῖ μέ τή γιορτή αὐτή. Αὐτό ἀκριβῶς δηλώνει ὅτι τήν ἡμέρα αὐτή ὅλοι μας γιορτάζουμε καί πανηγυρίζουμε. Γιά ποιό λόγο ὅμως πανηγυρίζουμε; Τί σημασία ἔχει γιά τή ζωή μας ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα; Εἶναι τό Πάσχα μία συνηθισμένη γιορτή, μία εὐκαιρία ἁπλῶς γιά νά βρεθῶ μέ τούς συγγενεῖς, νά φάω καί νά πιῶ, ἤ μήπως σημαίνει κάτι παραπάνω γιά τόν τρόπο πού ζῶ, πού βλέπω τούς ἀνθρώπους γύρω μου καί ἀντιμετωπίζω γενικά τή ζωή καί τόν θάνατο; Ὅλοι γνωρίζουν ὅτι τό Πάσχα εἶναι ἡ γιορτή τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, τό ζητούμενο εἶναι ὅμως πόσοι ἀπό ἐμᾶς αὐτή τήν Ἀνάσταση τή γιορτάζουμε, τή ζοῦμε δηλαδή ὡς γιορτή, ὡς χαρά, πού ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τή ζωή μας.

Καταρχάς, εἶναι σημαντικό νά γνωρίζουμε τή σημασία τῆς λέξης Πάσχα. Τό Πάσχα εἶναι ἑβραϊκή λέξη καί σημαίνει διάβαση. Ἡ ἑβραϊκή γιορτή τοῦ Πάσχα ἦταν ἀνάμνηση τῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας ἀπό τόν ἑβραϊκό λαό καί τῆς μετάβασης ἀπό τή δουλεία τῶν Αἰγυπτίων στήν ἐλευθερία τῆς Γῆς τῆς Ἐπαγγελίας. Μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τό Πάσχα ἔφθασε στό τέλος του, πῆρε δηλαδή τό πραγματικό του νόημα. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἔγινε τό Πάσχα μας [2], ἡ διάβασή μας ἀπό τή δουλεία τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας στήν ἐλευθερία καί στήν ἀληθινή ζωή. Τό καινούργιο νόημα πού πῆρε ἡ λέξη Πάσχα τό ἐκφράζει πολύ ὡραῖα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στήν Καταβασία τῆς Α΄ Ὠδῆς, πού ψάλλεται στόν Ὄρθρο τῆς Ἀνάστασης: «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν Λαοί. Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν, Χριστός ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ἄδοντας» [3].

Τό Πάσχα τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς ζωῆς καί τῆς χαρᾶς τῆς Ἐκκλησίας. Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀλήθεια αὐτή, ὥστε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά διακηρύττει ὅτι χωρίς τήν Ἀνάσταση θά ἦταν μάταιη καί χωρίς νόημα ἡ πίστη στόν Χριστό [4]. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος, τοῦ θαύματος τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο συνεχίζεται διαρκῶς σέ ὅλες τίς καρδιές τῶν Χριστιανῶν ἀπό μέρα σέ μέρα, ἀπό χρόνο σέ χρόνο, ἀπό αἰώνα σέ αἰώνα μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία [5].

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ταυτόχρονα καί ἡ συνανάσταση ὅλης τῆς οἰκουμένης μέ Αὐτόν, ἀφοῦ μέ τήν Ἀνάστασή Του διέλυσε τά δεσμά τοῦ θανάτου [6] . Ὁ διάβολος καί ἡ ἁμαρτία νικήθηκαν μία γιά πάντα καί ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι μέτοχος σ’ αὐτή τή νίκη. Ὅπως τονίζει ἐμφατικά ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς: «Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον· ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του "καταδικάζει" τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς· διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας· διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μίσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν τόν ἐσταύρωσαν· καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ’ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του» [7].

Δικαιολογημένα θά διερωτηθεῖ κάποιος: Καλά, πῶς νικήθηκε ὁ θάνατος, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι ἀκόμη ὑποφέρουν καί πεθαίνουν ἀκατάπαυστα; Ὁ θάνατος δέν ἔχει μόνο τή στενή σημασία τῆς βιολογικῆς νέκρωσης τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅπως τόν ἀντιλαμβάνεται ἡ σύγχρονη κοινωνία. Θάνατος στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ὁ χωρισμός ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωής [8]· ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ χωρισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό προῆλθε καί ὁ βιoλογικός θάνατος. Μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός ἀποκατέστησε τήν ἑνότητα μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, διαλύοντας τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί ἀνοίγοντας ἔτσι τόν δρόμο καί γιά τή δική μας ἀνασταση [9]. Μέσα στήν Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος κοινωνεῖ τή ζωή Του καί γεύεται τούς καρπούς τῆς νίκης Του κατά τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου. Παρά ταῦτα, ὁ βιολογικός θάνατος συνεχίζει νά ὑφίσταται πρόσκαιρα καί θά καταργηθεῖ ἐντελῶς κατά τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, διότι «ἡ ἀνακαίνιση καί ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου δέν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ καί θά πραγματοποιηθεῖ ὁριστικά καί τελειωτικά μέ τήν ἀνάστασή μας. Τότε, κατά τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση τῶν σωμάτων, θά κορυφωθεῖ τό θαῦμα τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας τῶν ἀνθρώπων καί τῆς καινότητας τοῦ κόσμου» [10]. Ἐπιπρόσθετα, ὁ βιολογικός θάνατος παραμένει καί γιά παιδαγωγικούς λόγους· ὁ ἄνθρωπος, βλέποντας καί ἐνθυμούμενος τόν θάνατο, ὁδηγεῖται στή μετάνοια καί στήν ἀναζήτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ [11].

Ἡ ἔνταξη στήν ἐκκλησιαστική ζωή, στήν θεανθρώπινη ζωή τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ ἀναδεικνύει τόν ἄνθρωπο σέ πρόσωπο, σέ ὕπαρξη πού δέν ζεῖ ἀτομικά, ἀλλά σέ κοινωνία καί ἑνότητα μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Αὐτή ἡ ἑνότητα ἀποκαταστάθηκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί πλέον μπορεῖ νά τήν βιώσει ὁ καθένας μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ, καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά βγεῖ ἀπό τό ἐγώ του, νά ἀπορρίψει τήν ἀτομικότητά του καί νά γίνει πρόσωπο. Νά ζεῖ μέσα του τόν Χριστό [12] καί ἔτσι νά ζεῖ τήν ἑνότητα μέ ὅλους. Αὐτή τήν ἑνότητα ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀγκάλιαζαν μέ τήν ἀγάπη τους ὅλα τά κτίσματα καί προσεύχονταν καρδιακά ὄχι μόνο γιά τίς δικές τους ἁμαρτίες, ἀλλά καί γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη καί τῶν ἐχθρῶν τους.

Ἡ βίωση τῆς καθολικῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου προϋποθέτει τόν ἀγώνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας. Ἐπειδή μέ τήν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος κατακερματίζει τόν ἑαυτό του, τή ζωή του, τίς σχέσεις του σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά εἶναι πολύ δύσκολο νά βιώσει ἐμπειρικά τήν ἑνότητα τῶν πάντων στόν Θεό, ὅπως ἔχουν δημιουργηθεῖ, γι’ αὐτό ὁ πνευματικός ἀγώνας ξεκινᾶ ἀρχικά ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας. Γράφει σχετικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὅτι, ἐπειδή ἡ ἀρχή τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε μέ τήν ἁμαρτία, κατά ἀντίστοιχο τρόπο, ἡ ἀρχή τῆς ἀνάστασής του γίνεται μέ τήν ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἁμαρτία. Τονίζει μάλιστα ὅτι εἶναι πολύ μεγαλύτερο γεγονός γιά τόν ἄνθρωπο νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀπό τό νά δεῖ μέ τά ἴδια του τά μάτια τήν ἀνάσταση ἑνός νεκροῦ [13]. Ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἁμαρτία σημαίνει τήν κάθαρση τῶν αἰσθήσεων [14], τή συσταύρωση μέ τόν Χριστό, ὥστε νά ἀκολουθήσει ἡ συνανάσταση μαζί Του.

Γιορτάζει λοιπόν ὁ ἄνθρωπος τό Πάσχα, ἀκολουθώντας τόν Χριστό, ζώντας τόν Χριστό, ἀφοῦ αὐτός εἶναι «τό Πάσχα ἡμῶν». Μόνο ἔτσι ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα θά φωτίσει τή ζωή μας, τήν καρδιά μας, ὅλη μας τήν ὕπαρξη. Εἶναι ἀδύνατον κάποιος νά ὀνομάζεται Χριστιανός, ἄν δέν ζεῖ τή χαρά αὐτή. Ἡ χαρά τῆς Ἀνάστασης εἶναι ὑπόθεση ὅλης της ἀνθρωπότητας. Ὅπως λέγει καί τό χρυσό στόμα τῆς Ἐκκλησίας στόν Κατηχητικό του Λόγο, πού διαβάζεται στήν ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα: «Εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ἡμῶν· καί πρῶτοι καί δεύτεροι, τόν μισθόν ἀπολαύετε. Πλούσιοι καί πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε. Ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι, τήν ἡμέραν τιμήσατε. Νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθῃ πεινῶν. Πάντες ἀπολαύετε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν· ἐφάνη γάρ ἡ κοινή βασιλεία. Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς τοῦ Σωτῆρος ὁ θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ᾅδην ὁ κατελθών εἰς τόν ᾅδην. Ἐπίκρανεν αὐτόν γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ· καί τοῦτο προλαβών Ἠσαΐας, ἐβόησεν· ὁ ᾅδης, φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω. Ἐπικράνθη· καί γάρ κατηργήθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ ἐνεπαίχθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ ἐνεκρώθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ καθ ῃρέθη. Ἐπικράνθη· καί γάρ ἐδεσμεύθη. Ἔλαβε σῶμα καί Θεῷ περιέτυχεν· ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῷ. Ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε καί πέπτωκεν, ὅθεν οὐκ ἔβλεπε. Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός, καί σύ καταβέβλησαι. Ἀνέστη Χριστός, καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός, καί χαίρουσιν Ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι. Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» [15].

Υποσημειώσεις:
1. Α΄ Κορ. ιε΄, 55.
2. Βλ. π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἑορτολόγιο, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα ² 2005, σ. 25.
3. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Καταβασίες Πάσχα, Α΄ Ὠδή, Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1990, σ. 2.
4. Βλ. Α΄ Κορ. ιε΄, 17: «Εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν· ἔτι ἐστέ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν».
5. Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος. Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, μετάφρ. Ἱερομ. Ἀθανασίου Γιέβτιτς, Ἀθῆναι 1993, σ. 41.
6. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατά μεθυόντων καί εἰς τήν Ἀνάστασιν. Λόγος λεχθείς τῇ ἁγίᾳ καί μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, PG 50, 438.
7. Ἀρχιμ. Ἰ. Πόποβιτς, ὅ.π., σ. 40.
8. Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου, Πεντηκοντακέφαλον, Συγγράμματα, τόμος Α΄, ἔκδ. Ἱερᾶς Βασιλικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγίου Νεοφύτου,
Πάφος 1996, σ. 343 - 344: «Ἔστι γάρ θάνατος ἀθάνατος, ὥσπερ καί ζωή ἀθάνατος· ἀλλ’ ὁ μέν, ὄλεθρος αἰώνιος, ἡ δέ ζωή αἰώνιος. Θάνατος γάρ ἀθάνατος ὁ ἀπό Θεοῦ χωρισμός ἐστι καί λέγεται· ζωή γάρ ὁ Θεός, καί ὁ τοῦτον εὑρών εὗρε τήν ζωήν τήν ὄντως ἀθάνατον· ὁ δέ τούτου ἀποτυχών εὗρε τόν θάνατον τόν ὄντως ἀθάνατον. Θάνατος γάρ ἡ ἁμαρτία, δι’ ἧς τῆς ζωῆς, ἤτοι τοῦ Θεοῦ, ἐκπίπτουσιν ἄνθρωποι· καί θάνατος πάλιν ἄλλος ὁ διάβολος καί ἡ ἀθάνατος κόλασις, καί διά τοῦτο ἀθάνατος, ἤτοι ἀδιάβατος λέγεται».
9. Βλ. π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Πιστεύω. Ἡ βίωση τῆς πίστης Α΄, Ἀθήνα 2003, σ. 155.
10. Νίκου Νικολαΐδη, Θέματα Πατερικῆς Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 278.
11. Ὅ.π., σ. 281. Βλ. καί Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 39, Διά τήν ἀήθη καί ἀθρόαν τοῦ θανάτου τηνικαῦτα πληγήν, PG 151, 492 CD.
12. Βλ. Γαλ. β΄, 20: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».
13. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατά μεθυόντων καί εἰς τήν Ἀνάστασιν…, ὅ.π., PG 50, 439: «Πολύ γάρ μεῖζον ἁμαρτιῶν ἁπαλλαγῆναι, ἤ σῶμα ἰδεῖν ἀνιστάμενον».
14. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κανόνας Ὄρθρου τοῦ Πάσχα, Γ΄ Ὠδή, Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον, ὅ.π., σ. 2: «Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις, καί ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς ἀναστάσεως, Χριστόν ἑξαστράπτοντα, καί Χαίρετε φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες».
15. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατηχητικός Λόγος εἰς τήν ἁγίαν καί λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς ἐνδόξου καί σωτηριώδους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἀναστάσεως, Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον, ὅ.π., σ. 6. Mετάφραση τοῦ Κατηχητικοῦ Λόγου στήν ἰστοσελίδα http://egolpion.com/katihitikos_xrusostomou.el.aspx [...]


Αντώνη Χαραλάμπους, θεολόγου

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ὑμῶν



Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως. 
Εἴ τις εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. 
Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον.

Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα.
Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω.
Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω˙ καί γάρ οὐδέν ζημειοῦται.
Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω, μηδέν ἐνδοιάζων. 

Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῆ τήν βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον˙ ἀναπαύει τόν τῆς ἐνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης˙ καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται˙ καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται˙ καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ. 

Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ὑμῶν˙ καί πρῶτοι καί δεύτεροι τόν μισθόν ἀπολαύετε. Πλούσιοι καί πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατ˙ ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι τήν ἡμέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθη πεινῶν. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως˙ πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος.

Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ ἐφάνη γάρ ἡ κοινή Βασιλεία. Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν ἅδην. Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ. Καί τοῦτο προλαβών Ἠσαϊας ἐβόησεν˙ ὁ ἅδης φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω. 

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ κατηργήθη. 
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεπαίχθη. 
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεκρώθη. 
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ καθηρέθη. 
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐδεσμεύθη. 

Ἔλαβε σῶμα καί Θεῶ περιέτυχεν.
Ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῶ.
Ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε καί πέπτωκεν ὅθεν οὐκ ἔβλεπε.

Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; 
Ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος; 

Ἀνέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι. 
Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες. 
Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι. 
Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται. 
Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος. 
Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.

Αὐτῶ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Πηγή: Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Κατηχητικός Λόγος εἰς τήν ἁγίαν καί λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς ἐνδόξου καί σωτηριώδους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἀναστάσεως

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Έσχατος εχθρός του ανθρώπου



«Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος», διακηρύττει ο απόστολος Παύλος. «Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος», μας υπενθυμίζει με τρομερή ενάργεια και ψυχική ένταση ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν. Κι ίσως εδώ έγκειται η μεγάλη αξία του έργου του: στο ότι έφερε στο παρόν τη χαρά, την ελπίδα, το φως και την καθαρότητα της πλέριας αγάπης του Ευαγγελίου. Μπροστά σ' αυτήν τη χαρά και την ελπίδα του Χριστού, που τόσο ουσιαστικά ο π. Σμέμαν παροντοποίησε με το δικό του τρόπο και κήρυξε με τα βιβλία του «έως εσχάτου της γης», ο θάνατος είναι ο έσχατος εχθρός που καταργείται, που νικιέται κατά κράτος, που καταπίεται «εις νίκος» και καταπνίγεται από το ξεχείλισμα της ανόθευτης χαράς.

Με λόγο απλό, άμεσο και ζωντανό, ο μεγάλος αυτός θεολόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιχειρεί να αφυπνίσει αλλοτριωμένες «θρησκευτικές» συνειδήσεις, τονίζοντας με έμφαση πως ο θάνατος δεν είναι ο «φίλος» που μας εισάγει στον χώρο της ψυχικής αθανασίας, αλλά ο εχθρός που κατανικήθηκε με την Ανάσταση του Χριστού και θα καταργηθεί ολοκληρωτικά με τη μέλλουσα ανάσταση των σωμάτων. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου στιγματίζεται μια αντίληψη που ανεπίγνωστα κυριαρχεί στις συνειδήσεις πολλών χριστιανών. Η αντίληψη πως ο θάνατος είναι η απελευθέρωση της ψυχής από τον κόσμο της οδύνης και η έξοδός της προς τον κόσμο της αθανασίας. Όμως μια τέτοια αντίληψη παραθεωρεί το γεγονός της ενσάρκωσης και στην ουσία υποτιμά τον ίδιο τον Σωτήρα Χριστό, ο οποίος σαρκώθηκε για να μας προετοιμάσει όχι για έναν «άλλο» μεταθανάτιο κόσμο, αλλά για να εξαγιάσει αυτόν ακριβώς εδώ τον κόσμο, εγκαινιάζοντας τη Βασιλεία του Θεού.

Ο Χριστιανισμός υπερβαίνει την εξάρτηση του ανθρώπου από τον κόσμο με τη μετατροπή του ίδιου του κόσμου σε ζωή. Και ζωή σημαίνει μετοχή Θεού. Αν ο κόσμος παύει να μεταστοιχειώνεται σε κάτι, αν η ζωή παύει να μεταμορφώνεται σε κοινωνία με το Απόλυτο Νόημα, την Απόλυτη Ομορφιά, την Απόλυτη Καλοσύνη, τότε αυτός ο κόσμος δεν χάνει μόνο το νόημά του, αλλά μετατρέπεται σε θάνατο.

Θέλοντας ο άνθρωπος να παρηγορηθεί, έπλασε το όνειρο ενός «άλλου» κόσμου, απαλλαγμένου από τον θάνατο. Και στον βωμό αυτού του ονείρου θυσίασε αυτόν εδώ τον κόσμο παραδίδοντάς τον αμαχητί στον θάνατο. Μόνο με την ολοκληρωτική μας επιστροφή στη χριστιανική κατανόηση του θανάτου, θα κατορθώσουμε ν' ακούσουμε και πάλι τη χριστιανική διακήρυξη του θανάτου εν τη Αναστάσει.

Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται το τέλος, ο Χριστός παραμένει μόνος επάνω στον Σταυρό. Κι ακόμα, προβλέποντας όσα πρόκειται να ακολουθήσουν, λέει: «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ιωάν. ιε' 20), «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε» (Ιωάν. ιστ' 33). Η αποστολή με την οποία μας επιφορτίζει, η αξίωση που έχει από μας είναι μόνο μια. Να σηκώσουμε και να κουβαλήσουμε τον Σταυρό μας καθώς γνωρίζουμε τι συνεπάγεται αυτός ο Σταυρός. 

Η Εκκλησία μάς καλεί να ακολουθήσουμε σιωπηλά και επίμονα κάθε βήμα του Χριστού προς το πάθος, τη σταύρωση και τον θάνατο. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν τα βήματα του Χριστού, καθώς σηκώνει τον Σταυρό του στον δρόμο προς τον Γολγοθά. Κι ίσως έτσι μας αποκαλυφθεί για μια ακόμα φορά κάτι αιώνιο και σημαντικό για τις ψυχές μας.


Φ. + Γ. Σ.
Πηγή: περιοδικό Καθ' οδόν, τεύχ. 36, 2012, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, σ. 18.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Ο Χριστός, ο Θεός μας είναι νεκρός



Εσπερινός της Μ. Παρασκευής
I.
Ο Χριστός, ο Θεός μας είναι νεκρός. Δεν πέθανε επειδή το ήθελε – έστω κι αν το έκανε ελεύθερα και οικειοθελώς. Πέθανε για να κομίσει σωτήρια και αιώνια ζωή σε όλους τους ανθρώπους. Και λίγο πριν τον θάνατό Του προσευχήθηκε ζητώντας να ενωθεί μαζί μας, όπως ενωμένος είναι με τον Πατέρα.
Πόσο συχνά άραγε συλλογιζόμαστε πως αν θέλουμε να είμαστε ενωμένοι με το Χριστό, πρέπει να είμαστε ενωμένοι μαζί Του και στο θάνατο; Πόσο συχνά συνειδητοποιούμε πως πρέπει να πεθάνουμε μαζί Του;
Όσοι έχουν ήδη πάρει στη ζωή τους μια γεύση της αναστάσιμης δόξας του Χριστού και έχουν ανοίξει τα μάτια – έστω φευγαλέα – στη λάμψη και την ομορφιά της, επιδιώκουν να αντικρίζουν μόνο αυτή τη δόξα και αναμετράνε το βίο τους μονάχα με το μέτρο της βίωσής της.
Κι ωστόσο, αν λαχταρούμε ειλικρινά να ενωθούμε με το Χριστό, πρέπει να αποδεχόμαστε την ένωση Του και στο θάνατο. Πρέπει να γιορτάζουμε το θάνατό Του! Πρέπει να ευχαριστούμε τον Θεό που αξιωθήκαμε να μοιραζόμαστε μαζί Του τον σταυρό Του, την κάθοδό Του στον Άδη. Κι αυτό, διότι μέσα από θάνατο είναι που ο Χριστός κατήγαγε τη νίκη Του, μέσα από τον θάνατό κέρδισε για χάρη μας την αιώνια ζωή.
Ας μοιραστούμε τον θάνατό Του, ας μοιραστούμε τη φαινομενική Του ήττα από τις δυνάμεις του κόσμου τούτου, ώστε μέσα από τον θάνατο να φτάσουμε να ενωθούμε μαζί Του στη χαρά της ανάστασής Του.
Ο Χριστός ο Θεός μας, είναι νεκρός!
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!
II.
Οδεύσαμε κατά τη διάρκεια της Μ. Εβδομάδας στον δρόμο του Χριστού: σταθήκαμε μάρτυρες της εισόδου του στα Ιεροσόλυμα, της προδοσίας, της σταύρωσης και του θανάτου Του. Τώρα στεκόμαστε ενώπιον του μνήματός Του. Τι μπορούμε να πούμε; Ποιες λέξεις μπορούν να εκφράσουν τη θλίψη μας; Ζυγώσαμε το κέντρο του κόσμου, προσεγγίσαμε τον Δημιουργό μας και Τον συναντήσαμε τελικά νεκρό. Ο Θεός μας είναι νεκρός. Κι ωστόσο, ο θάνατός Του είναι το κατώφλι – η μόνη θύρα της αιώνιας ζωής. Πεθαίνοντας γεννιόμαστε, μέσα από τον θάνατο ανακαινιζόμαστε. Κοινωνώντας το μαρτύριο του Χριστού, προετοιμαζόμαστε να κοινωνήσουμε την ανάστασή Του. Ας έρθουμε κοντά να προσκυνήσουμε τα «οθόνια» του Χριστού. Ας έρθουμε να δοξάσουμε τον Θεό μας. Ποτέ δεν ζύγωσε ο Θεός τόσο κοντά μας όσο τώρα, ποτέ δεν μας προσέγγισε τόσο πολύ, όσο με τον θάνατό Του.
III.
Στεκόμαστε εδώ τούτο το απόγευμα, ενώπιον του σιωπηλού σκηνώματος του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού, του σαρκωμένου Υιού και Λόγου του Θεού. Στεκόμαστε ενώπιον Εκείνου που εξήλθε από τη σιωπή του Πατέρα για να μιλήσει σε μας για την αγάπη, και που κείτεται τώρα μπροστά μας μέσα στη σιωπή του θανάτου.
Πόσο βαθιά είναι η σιωπή του Θεού! Και πόσο μας μιλά! Εντός της περιέχεται κάθε νόημα: το πλήρωμα της δικαιοσύνης, της διάκρισης, του ελέους, της πίστης και της αγάπης. Δεν υπάρχουν λόγια που να μπορούν να μας πουν για τον Θεό περισσότερα απ’ όσα φανερώνει η σιωπή του θανάτου του Χριστού.
Καθώς ζυγώνουμε για να προσκυνήσουμε τον Κύριό μας, ας εισέλθουμε στον τόπο της σιωπής Του, στον τόπο που χωρά στην αγάπη Του· και μέσα σε τούτη τη σιωπή ας ανοίξουμε τα μάτια στην τέλεια αποκάλυψη της αγάπης του Θεού.

Πηγή: Βασίλειος Όσμπορν, Φως Χριστού, Στο μονοπάτι της Μ. Σαρακοστής, εκδ. Εν πλω, 2006, σ.165-169
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...