Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Το πιο πολύτιμο μάθημα...


Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του "αδύναμο" σημείο, την αχίλλειο πτέρνα του, εκείνη που αρκεί για να διαλύσει το οικοδόμημα της γαλήνης του. Ο μεγαλύτερος φόβος, ήταν πάντα η απώλεια ενός δικού μου ανθρώπου από τη ζωή μου. Ο Θεός όμως, με όλη Του την αγάπη, με έβαλε στον στίβο αυτού του αγωνίσματος, για να μου δώσει το πολύτιμο μάθημά Του. Όπως ακριβώς ένας τεχνίτης ρίχνει το υλικό του στη φωτιά, το λειώνει, το χτυπά, σμιλεύει τις άκρες του, τη τραχιά του επιφάνεια, μέχρι να πάρει τη μορφή που του πρέπει. 

Και με δίδαξε το πιο πολύτιμο μάθημα: ότι ο μόνος που πραγματικά βρίσκεται αέναα, ακατάληπτα, ολοκληρωτικά κοντά μας στο πέρασμα της ζωής είναι Εκείνος. Ότι κάθε άνθρωπος, κάθε άλλη αγάπη, κάθε αγαπημένο πρόσωπο, μπορεί να έρθει και να φύγει, μπορεί να μας πληγώσει, μπορεί να χαθεί στην πορεία της ζωής, μπορεί το καλό του να υπαγορεύει μία πορεία μακρινή από τη δική μας πορεία. 

Έμαθα πως ο σκοπός της αγάπης μας για τους άλλους δεν είναι να τους έχουμε κοντά μας, αλλά να τους βοηθάμε να ανοίξουν τα φτερά της ψυχής τους και να πετάξουν ψηλά. Έμαθα πως δεν μπορούμε να προστατέψουμε αυτούς που αγαπάμε από όλη την κακία του κόσμου και από όλες τις θλίψεις της ζωής, και πως η πιο αγνή, ανόθευτη, ανιδιοτελής αγάπη, που μπορούμε να τους προσφέρουμε, είναι η προσευχή μας. Έμαθα ακόμη, πως κάποιες φορές, χρειάζεται να αφήνουμε απαλά να κυλήσει κάποιος μακριά από τη ζωή μας. Πως, όταν κάποιος συνεχίζει διαρκώς να μας πληγώνει, καλό είναι να τον αποδεσμεύουμε και να μάθουμε να τον αγαπούμε με αγάπη μακρινή και διακριτική. Κι ότι το πιο εύκολο είναι να ντύσουμε αυτόν που μας πληγώνει με κακία, αλλά το πιο μεγαλειώδες είναι να συνεχίσουμε να τον αγαπάμε, πιο ελεύθερα και ανεπιτήδευτα, κοιτώντας με τα μάτια της Αγάπης την ομορφιά που έχει μέσα του. 

Και έρχεται η μέρα, που το πολύτιμο αυτό μάθημα του Θεού, έρχεται και κατασταλάζει μέσα σου, και γίνεται βίωμα, γίνεται ποτάμι καθαρό, που τρέχει αδιάλειπτα και δροσίζει την ψυχή σου, και ο Θεός σου χαμογελά και σου ψιθυρίζει, ότι μάταια απελπίζεσαι, γιατί, κι όταν πονούσες, ήταν μαζί σου, κι όταν ένιωθες μοναξιά, Εκείνος σου κρατούσε το χέρι σφικτά, κι όταν ριχνόσουν στο καμίνι του πόνου, Εκείνος μάζευε με φροντίδα τα κομμάτια σου. Ό,τι χρειάζεσαι, μπορείς να το αποκτήσεις. Ό,τι πραγματικά χρειάζεσαι, πέρα από επίπλαστες ανάγκες και εγωιστικές επιθυμίες, ΜΠΟΡΕΙΣ να το έχεις στη ζωή σου και ΑΡΚΕΙ για να σε κάνει ευτυχισμένο. Η Αγάπη, άλλωστε, είναι πάντα κοντά σου. Το μόνο που σε εμποδίζει να τη ζήσεις, είναι τα μάτια, που κρατάς πεισματικά κλειστά. Μην το ξεχνάς καλέ μου φίλε... Να το θυμάσαι...
                                                                           
Σ.

Υ/γ. Πόσα κείμενά σου, αγαπητό voulaki, άγγιξαν την καρδιά μου! Ένα απ' αυτά και το σημερινό... Όταν αγαπάς πρέπει να αφήνεις τον άλλο ελεύθερο να επιλέξει τον δρόμο του, που μπορεί τελικά να μην ταυτίζεται με τον δικό σου... Τώρα το βλέπω πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος ν' αγαπάς! Κι ας πρέπει πρώτα να διαλυθείς για να συνεχίσεις. Και πόσο όμορφα το έγραψες! Δεν προσπαθούμε να αδικήσουμε και να σπιλώσουμε το πρόσωπο που τόσο αγαπήσαμε για να δικαιολογήσουμε την αποτυχία μας. Συνεχίζουμε ν' αγαπάμε «κοιτώντας την ομορφιά που έχει μέσα του»!

Ευτυχώς ένας τέτοιος χωρισμός σου δίνει τη μοναδική δυνατότητα να συνειδητοποιήσεις το ανθρώπινο της αγάπης που έζησες και ν' ανακαλύψεις το τέλειο της αμετάπτωτης δικής Του Αγάπης. Σου δίνει τη δυνατότητα ν' ανοίξεις τα μάτια να δεις την αλήθεια και να Τον αγαπήσεις όπως πραγματικά Του αξίζει...

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Υπάρχει μετάνοια και για μένα;



Η ΘΕΡΜΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Μιας κόρης, που λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οι γονείς της κι απόμεινε ορφανή. Μετά απ’ αυτό έκανε το σπίτι της ξενώνα για χάρη των πατέρων της Σκήτης, και γι’ αρκετό καιρό τους δεχόταν εκεί και τους περιποιόταν. Έπειτα όμως, αφού ξόδεψε όσα είχε, έπεσε σε στέρηση. Την πλησίασαν τότε κάποιοι άνθρωποι διεστραμμένοι και κατόρθωσαν να τη βγάλουν από τον ίσιο δρόμο. Έτσι άρχισε να ζει αμαρτωλά, ώσπου κατάντησε και σε πορνείο.

Όταν το άκουσαν οι πατέρες, λυπήθηκαν υπερβολικά. Κάλεσαν τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό και του είπαν:
- Μάθαμε για την τάδε αδελφή ότι ζει μέσα στην αμαρτία. Επειδή όμως αυτή, όταν μπορούσε, μάς έδειξε την αγάπη της, κι εμείς τώρα ας τη βοηθήσουμε όπως μπορούμε. Κάνε λοιπόν τον κόπο να πας κοντά της και, μ’ όση σοφία σού έδωσε ο Θεός, να οικονομήσεις την κατάστασή της.

Πήγε πράγματι ο γέροντας στο σπίτι της και λέει στη γριά πορτάρισσα:
-Πες στην κυρά σου πως τη θέλω!

Εκείνη τον αποπήρε:
-Εσείς οι καλόγεροι καταφάγατε το βιος της! Και να που τώρα βρίσκεται μέσα στη φτώχεια!

-Πες το της! επέμενε ο γέροντας. Γιατί έχω να την ωφελήσω πολύ.

Τότε η γριά ανέβηκε πάνω και είπε στην κόρη για το γέροντα. Σαν τ’ άκουσε εκείνη, μονολόγησε:
-Αυτοί οι μοναχοί τριγυρνάνε πάντοτε στα μέρη της Ερυθράς θάλασσας και βρίσκουνε μαργαριτάρια.

Στολίστηκε, κάθισε στο κρεβάτι και είπε στην πορτάρισσα:
-Ανέβασέ τον επάνω!

Μόλις μπήκε ο αββάς Ιωάννης, πήγε και κάθησε κοντά της. Την κοίταξε επίμονα στο πρόσωπο και της λέει:
-Γιατί τα έβαλες με τον Ιησού και κατάντησες έτσι;
Πάγωσε σύγκορμη η κόρη μ’ αυτά τα λόγια.
Ο γέροντας έσκυψε το κεφάλι του και άρχισε να κλαίει γοερά.
-Αββά, γιατί κλαις; τον ρωτάει εκείνη.
Σήκωσε το κεφάλι του, το ξανακατέβασε και είπε:
-Βλέπω το σατανά να παίζει στο πρόσωπό σου, και να μην κλάψω;

Η κόρη τότε τον ρώτησε:
-Υπάρχει μετάνοια, αββά;
-Υπάρχει.
-Πάρε με, λοιπόν, όπου θέλεις!
-Πάμε!

Στη στιγμή η κόρη σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Και ο γέροντας θαύμασε, βλέποντας πως δεν έδωσε καμιά παραγγελία για το σπίτι της.

Είχε πια νυχτώσει, όταν έφτασαν στην έρημο. Ο γέροντας της έφτιαξε ένα μικρό προσκεφάλι, το σταύρωσε και της είπε:
-Κοιμήσου εδώ.

Αφού ετοίμασε και για τον εαυτό του λίγο πιο πέρα, έκανε την προσευχή του και ξάπλωσε κι εκείνος.
Ξύπνησε γύρω στα μεσάνυχτα. Και βλέπει ένα φωτεινό δρόμο, από τον ουρανό μέχρι την Ταϊσία, και τους αγγέλους του Θεού ν’ ανεβάζουν την ψυχή της!

Σηκώθηκε, πήγε κοντά της και τη σκούντηξε με το πόδι του. Ήταν νεκρή! Μόλις βεβαιώθηκε γι’ αυτό, έπεσε με το πρόσωπο καταγής και προσευχήθηκε στο Θεό. Άκουσε τότε φωνή να του λέει, πως η μία ώρα της μετάνοιας της έγινε ευπρόσδεκτη περισσότερο από τη μετάνοια πολλών άλλων, που χρόνια ολόκληρα μετανοούν, δεν δείχνουν όμως της δικής της μετάνοιας τη θέρμη.

Πηγή: Γεροντικό

Σημ.: Η μνήμη της Αγίας Ταϊσίας εορτάζεται στις 8 Οκτωβρίου και του Αγίου Ιωάννη του κολοβού στις 9 Νοεμβρίου. 

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Η υπακοή γίνεται η πύλη προς την ελευθερία!


ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Τι γίνεται με το πνευματικό τέκνο; Πως συνεισφέρει σ' αυτή την αμοιβαία σχέση πνευματικού οδηγού και μαθητή;

Εν ολίγοις, ο μαθητής προσφέρει ειλικρινή και πρόθυμη υ­πακοή. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία από τα Απο­φθέγματα των Πατέρων της Ερήμου, για τον μοναχό που έλα­βε την εντολή να φυτέψει ένα ξερό ραβδί στην άμμο και να το ποτίζει κάθε μέρα. Η πηγή ήταν τόσο μακριά από το κελί του, που έπρεπε να φεύγει το βράδυ για να γυρίζει το πρωί. Για τρία χρόνια εκτελούσε υπομονετικά την εντολή του αββά του. Στο τέλος αυτής της περιόδου, το ραβδί ξαφνικά έβγαλε φύλλα και έκανε καρπούς. Ο αββάς έκοψε τον καρπό, τον πήγε στην εκ­κλησία, και κάλεσε τους μοναχούς να φάνε λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε καρπόν υπακοής».  

Ένα άλλο παράδειγμα υπακοής είναι ο μοναχός Μάρκος, ο οποίος, ενώ αντέγραφε ένα χειρόγραφο, άκουσε ξαφνικά να τον φωνάζει ο αββάς του˙ τόσο άμεση ήταν η ανταπόκρισή του, ώστε να μην ολοκληρώσει καν τον κύκλο του γράμματος Ο, που έγραφε εκείνη τη στιγμή. Σε άλλη περίσταση, καθώς περπατού­σαν μαζί, ο αββάς του είδε ένα μικρό γουρουνάκι· θέλοντας να δοκιμάσει τον Μάρκο, του είπε: «βλέπεις αυτόν τον βούβαλο, παιδί μου;» «Ναι, πάτερ», απάντησε ο Μάρκος. «Και βλέπεις πόσο δυνατά είναι τα κέρατά του;» «Ναι, πάτερ μου», του α­πάντησε πάλι χωρίς δισταγμό. Ο αββάς Ιωσήφ της Πανεφώ, ακολουθώντας παρόμοια τακτική, δοκίμαζε την υπακοή των μα­θητών του αναθέτοντάς τους παράδοξα, ακόμη και σκανδαλώ­δη καθήκοντα, και μόνον όταν συμμορφώνονταν, τους έδινε λο­γικές εντολές. Ένας άλλος γέρων έδινε εντολές στους μαθη­τές του να κλέβουν πράγματα από τα κελιά των αδελφών* κι ένας άλλος είπε στον μαθητή του (που δεν ήταν εντελώς ειλι­κρινής μαζί του) να ρίξει τον γυιο του στον φούρνο.

Εδώ ασφαλώς χρειάζεται να αναφέρουμε ορισμένες σοβα­ρές αντιρρήσεις. Οι ιστορίες του είδους που αναφέραμε είναι πιθανό να δημιουργήσουν κάποια αμφιλεγόμενη εντύπωση στον σύγχρονο αναγνώστη. Δεν περιγράφουν το είδος εκείνο συμπε­ριφοράς που ίσως απρόθυμα θαυμάζουμε, αλλά σπάνια θα θέ­λαμε να μιμηθούμε; «Που πήγε», μπορεί να ρωτήσουμε με αγα­νάκτηση, εκείνη «η ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. η' 21);

Λίγοι από μας θα αμφισβητούσαν τη σημασία του να ανα­ζητήσουμε την καθοδήγηση κάποιου άλλου, άνδρα ή γυναίκας, που έχει μεγαλύτερη πείρα του πνευματικού δρόμου απ’ ό,τι εμείς. Πρέπει όμως ένα τέτοιο πρόσωπο να εκλαμβάνεται σαν αλάθητο μαντείο, που πρέπει σε κάθε λόγο του να υπακούμε χωρίς άλλη συζήτηση; Το να ερμηνεύουμε την αμοιβαία σχέση ανάμεσα στον μαθητή και στον πνευματικό πατέρα ή μητέρα με τρόπο σαν κι αυτόν, φαίνεται επικίνδυνη και για τους δύο. Μειώνει τον μαθητή σ' ένα παιδαριώδες ακόμη και απάνθρω­πο επίπεδο, που του στερεί όλη τη δύναμη της κρίσης και της η­θικής επιλογής˙ και ενθαρρύνει τον δάσκαλο να απαιτεί μια αυ­θεντία που ανήκει μόνο στον Θεό. Προηγουμένως παραθέσα­με από τα Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου τη φράση, ότι κάποιος που κάνει υπακοή σ' ένα γέροντα, «δεν χρειάζεται να προσέχει στις εντολές του Θεού». Είναι όμως επιθυμητή μια τέτοια παραίτηση από την υπευθυνότητα; Πρέπει να επι­τρέπεται στον γέροντα να σφετερίζεται τη θέση του Χριστού;

Ως απάντηση, πρέπει να ειπωθεί κατ' αρχήν ότι «χαρισμα­τικοί» γέροντες, όπως ο Μέγας Αντώνιος ή ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, είναι εξαιρετικά σπάνιοι. Το είδος της σχέσης που εί­χαν με τους μαθητές τους, μοναχούς ή λαϊκούς, δεν υπήρξε πο­τέ το κοινώς αποδεκτό υπόδειγμα στην ορθόδοξη Παράδοση. Οι μεγάλοι γέροντες του παρελθόντος ή τού παρόντος αποτε­λούν πράγματι ένα οδηγητικό φως, ένα ανώτατο σημείο αναφο­ράς· αλλά είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. 

Δεύτερον, υπάρχει σαφώς μια διαφορά ανάμεσα στους μο­ναχούς, που έχουν δώσει μια ειδική υπόσχεση υπακοής, και τους λαϊκούς, που ζουν στον «κόσμο» (Ακόμη και στην περίπτωση των μοναχών, υπάρχουν εξαιρετικά λίγες κοινότητες όπου μπο­ρεί να βρεθεί η διακονία τού γέροντα στην πλήρη της μορφή, όπως αναφέρεται στα Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου, ή όπως ασκήθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα στη Μονή της Όπτινα. Ένας σύγχρονος Ρώσος Ιερέας, ο πατήρ Αλέξανδρος Μεν -πολύ σεβαστός ως πνευματικός πατέρας μέχρι τον τραγικό και πρόωρο θάνατό του από άγνωστα χέρια το 1990 - σοφά επέμενε πως οι μοναχικοί κανόνες δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιοι στη ζωή της ενορίας.

Συχνά νομίζουμε ότι η σχέση τού πνευματικού παι­διού με τον πνευματικό πατέρα απαιτεί το πρώτο να υπακούει πάντοτε στον δεύτερο. Στην πραγματικό­τητα, η αρχή αυτή αποτελεί ουσιώδες μέρος της μονα­χικής ζωής. Ο μοναχός υπόσχεται να κάνει υπακοή, να κάνει οτιδήποτε απαιτεί ο πνευματικός πατέρας του. Ένας ενοριακός ιερέας δεν μπορεί να επιβάλει ένα τέτοιο πρότυπο στους λαϊκούς και δεν μπορεί να δι­εκδικήσει για τον εαυτό του το δικαίωμα να δίνει αυ­θαίρετες εντολές. Θα πρέπει να αισθάνεται ευτυχής αν μπορεί να εφαρμόζει τους εκκλησιαστικούς κανό­νες, προσανατολίζοντας τη ζωή των ενοριτών του, και βοηθώντας τους στους εσωτερικούς αγώνες τους.

Ακόμη κι αν δεχθούμε πλήρως αυτά τα δυο σημεία, υπάρ­χουν τρία επί πλέον πράγματα που πρέπει να ειπωθούν, προ­κειμένου να ερμηνευθεί σωστά ένα κείμενο όπως τα Αποφθέγ­ματα των Πατέρων της Έρημου, ή μια μορφή όπως ο στάρετς Ζωσιμάς, στους Αδελφούς Καραμαζώφ. Κατ' αρχάς, η υπακοή που προσφέρεται από το πνευματικό τέκνο στον αββά δεν εί­ναι αναγκαστική, αλλά πρόθυμη και εθελούσια. Είναι έργο του γέροντα να αναλάβει το θέλημά μας στο δικό του, όμως μπορεί να το κάνει μόνο αν εμείς, με τη δική μας ελεύθερη επιλογή το τοποθετήσουμε στα χέρια του. Δεν συντρίβει τη θέλησή μας, αλλά τη δέχεται από μας ως δώρο. Μια υποταγή αναγκαστι­κή και ακούσια στερείται προφανώς ηθικής άξιας· ο γέροντας ζητά από τον καθένα μας να προσφέρει στον Θεό την καρδιά του, όχι τις εξωτερικές ενέργειές του. Ακόμη και σ' ένα μοναστικό πλαίσιο η υπακοή είναι εθελούσια, όπως τονίζεται έντο­να στο τυπικό της κουράς, μόνο αφού ο υποψήφιος τοποθετή­σει τρεις φορές το ψαλίδι στα χέρια του ηγουμένου, προχωρεί εκείνος στην κουρά του.

Ωστόσο, η εθελούσια προσφορά της ελευθερίας μας, ακόμη και στο μοναστήρι, είναι προφανώς κάτι που δεν μπορεί να συμ­βεί μια για πάντα, με μια μοναδική χειρονομία. Καλούμαστε να αναλάβουμε τον σταυρό μας καθ' ημέραν (Λουκ. θ' 23). Πρέπει να υπάρχει μια συνεχής προσφορά, που να εκτείνεται σε ολό­κληρη τη ζωή μας˙ η αύξησή μας εν Χριστώ μετριέται ακριβώς από τον αυξανόμενο βαθμό αυτοπροσφοράς μας. Η ελευθε­ρία μας πρέπει να προσφέρεται εκ νέου κάθε μέρα και κάθε ώ­ρα, με συνεχώς διαφοροποιούμενους τρόπους. Και τούτο ση­μαίνει πως η σχέση ανάμεσα στον γέροντα και στον μαθητή δεν είναι στατική αλλά δυναμική, δεν είναι αμετάβλητη αλλά απεί­ρως ποικίλη. Κάθε μέρα και κάθε ώρα, κάτω από την καθο­δήγηση του γέροντά του, ο μαθητής θα αντιμετωπίσει νέες κα­ταστάσεις, που απαιτούν μια διαφορετική απάντηση, ένα νέο είδος αυτοπροσφοράς. 

Δεύτερον, η σχέση ανάμεσα στον γέροντα και στο πνευμα­τικό τέκνο. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, δεν είναι μονόπλευ­ρη, αλλά αμοιβαία. Όπως ο γέροντας δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να δουν τον εαυτό τους όπως πραγματικά είναι, έτσι και οι μαθητές αποκαλύπτουν στον γέροντα τον εαυτό του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, εκείνος που καλείται να γίνει γέ­ροντας δεν το αντιλαμβάνεται, μέχρις ότου οι άλλοι τον πλη­σιάσουν και επιμείνουν να μπουν υπό την καθοδήγηση του. Η αμοιβαιότητα αυτή συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέ­σης ανάμεσα στους δύο. Ο πνευματικός πατέρας δεν διαθέτει κάποιο εξαντλητικό πρόγραμμα, που έχει υποστεί επεξεργα­σία εκ των προτέρων και επιβάλλεται στον καθένα με τον ίδιο τρόπο. Αντιθέτως, αν είναι αληθινός γέροντας, διαθέτει για τον καθένα διαφορετικό λόγο· δεν προχωρεί επί τη βάσει αφηρημένων κανόνων, αλλά συγκεκριμένων ανθρώπινων καταστά­σεων. Εισέρχεται μαζί με τον μαθητή του στη συγκεκριμένη κα­τάσταση, χωρίς να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια θα είναι ακριβώς η έκβαση, αλλά περιμένοντας ο καθένας τον φωτισμό του Πνεύματος. Και οι δύο, πνευματικός πατέρας και μαθη­τής, μαθαίνουν κατά την πορεία.

Η αμοιβαιότητα στη σχέση τους φαίνεται σε αρκετές ιστο­ρίες στα Αποφθέγματα των Πατέρων της Έρημου. Όπου ένας ανάξιος αββάς σώζεται από την υπομονή και την ταπεινοφρο­σύνη του υποτακτικού του. Ένας αδελφός, επί παραδείγματι, έχοντας ένα γέροντα δοσμένο στο πάθος της μέθης, πειράζεται έντονα για να τον εγκαταλείψει· αλλά αντί να φύγει, παραμέ­νει πιστός στον γέροντά του. μέχρι που ο τελευταίος οδηγεί­ται τελικά στη μετάνοια. [...]

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η σχέση δεν είναι αμφί­πλευρη αλλά τριγωνική, επειδή μαζί με τον γέροντα και τον μαθητή του υπάρχει κι ένα τρίτο μέλος, ο Θεός. Ο Κύριος μας είπε πως δεν πρέπει να καλούμε κανέναν «πατέρα», γιατί έ­χουμε μόνο έναν Πατέρα τον εν Ουρανοίς (Ματθ. ιγ' 8-10). Ο γέροντας δεν είναι κάποιος αλάθητος κριτής σ’ ένα εφετείο, αλλά συνυπηρέτης του ζώντος Θεού· δεν είναι τύραννος, αλλά ο­δηγός και σύντροφος στο ταξίδι. Ο μόνος αληθινός «πνευματι­κός οδηγός», με όλη τη σημασία της λέξης, είναι το Άγιο Πνεύμα. 

Έτσι ερχόμαστε στο τρίτο σημείο. Στην ορθόδοξη Παράδο­ση, οι πνευματικοί οδηγοί επιζητούσαν πάντοτε να αποφύγουν κάθε είδος καταναγκασμού και πνευματικής βίας στις σχέσεις τους με τους μαθητές τους. Αν, υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, ομιλούν και ενεργούν με κύρος, το κύρος προ­έρχεται από την ταπεινή αγάπη. Θέλοντας να αποφύγουν κά­θε μηχανικό εξαναγκασμό, αρνούνται μερικές φορές να δώσουν στους μαθητές τους κάποιο κανόνα ζωής, κάποιο σύνολο εξω­τερικών εντολών που να εφαρμόζονται αυτόματα. Κατά ένα σύγχρονο Ρουμάνο μοναχό, ο γέροντας δεν είναι «νομοθέτης αλλά μυσταγωγός». Δεν καθοδηγεί τους άλλους επιβάλλοντας κανόνες, αλλά συμμεριζόμενος τη ζωή τους. Κάποιος μοναχός είπε στον αββά Ποιμένα: «αδελφοί οικούσι μετ' εμού˙ θέλεις κελεύσω αυτοίς; Λέγει αυτώ ο γέρων. Ουχί... θέλουσι και αυ­τοί, πάτερ, ίνα κελεύσω αυτοίς. Λέγει αυτώ ο γέρων. Μη· αλλά γενού αυτοίς τύπος, και μη νομοθέτης» (κάποιοι αδελφοί ήλ­θαν να ζήσουν μαζί μου· θέλεις να τους δώσω εντολές; Όχι, εί­πε ο γέροντας. Όμως, πάτερ, επέμεινε ο μοναχός, οι ίδιοι μου ζητούν να τους δώσω εντολές. Όχι, επανέλαβε ο ποιμήν, γίνε πα­ράδειγμα σ' αυτούς κι όχι νομοθέτης).

Το ίδιο δίδαγμα βγαί­νει και από μια ιστορία που είπε ο Ισαάκ, Πρεσβύτερος των Κελίων. Ως νέος, έμεινε στην αρχή με τον αββά Κρόνο και μετά με τον αββά Θεόδωρο της Φέρμης κανείς τους όμως δεν του έλεγε τι να κάνει. Ο Ισαάκ παραπονέθηκε στους άλλους μο­ναχούς, που πήγαν και διαμαρτυρήθηκαν στον Θεόδωρο. «Αλλ' εάν θέλη», απάντησε στο τέλος ο Θεόδωρος, «ο βλέπει με ποιούντα, ποιήσει και αυτός» (αν θέλει, ας κάνει ό,τι βλέπει να κά­νω εγώ). Όταν ζήτησαν από τον Βαρσανούφιο να δώσει ένα λεπτομερή κανόνα ζωής, αρνήθηκε, λέγοντας: «δεν θέλω να εί­σαστε κάτω από τον νόμο, αλλά μέσα στη Χάρη». Και σε άλ­λες επιστολές του έγραψε: «Γνωρίζετε πως ποτέ δεν επιβάλα­με αλυσίδες σε κανένα... Μη βιάζετε την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων, αλλά σπείρετε εν ελπίδι· διότι ο Κύριος μας κανέ­ναν δεν εξανάγκασε, αλλά δίδαξε το Ευαγγέλιο και όποιος ή­θελε Τον άκουσε». 

Μη βιάζετε την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. Το έργο του πνευματικού πατέρα δεν είναι να καταστρέψει την ελευθε­ρία μας, αλλά να μας βοηθήσει να δούμε την αλήθεια για τον εαυτό μας· δεν είναι να καταπιέσει την προσωπικότητά μας, αλλά να μας καταστήσει ικανούς να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας εαυτό, να ωριμάσουμε και να γίνουμε αυτό που πραγματι­κά είμαστε. Αν περιστασιακά ο πνευματικός πατέρας απαιτεί απόλυτη και φαινομενικά «πικρή» υπακοή από τον μαθητή του, τούτο ποτέ δεν γίνεται ως αυτοσκοπός, ούτε με την προοπτι­κή της υποδούλωσής του. Σκοπός αυτού του είδους «θεραπείας-σοκ» είναι απλά να απελευθερώσει τον μαθητή από τον ψεύ­τικο και απατηλό «εαυτό», για να μπορέσει να εισέλθει στην αληθινή ελευθερία˙ η υπακοή γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο η πύ­λη προς την ελευθερία.

* Σημ.: Ο γέροντας κατόπιν επέστρεφε τα πράγματα στους κατόχους τους.

Πηγή: Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware, Η εντός ημών βασιλεία, μετάφρ. Ιωσήφ Ροηλίδη, σειρά: «Ορθόδοξη μαρτυρία»: αρ. 89, εκδ. Ακρίτα, Νέα Σμύρνη: 2006, σ. 224-233. 

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Πώς δεν λησμόνησες τον αμαρτωλό;


Φιλάνθρωπε Κύριε, 

πώς δεν λησμόνησες τον αμαρτωλό δούλο σου, αλλά γεμάτος έλεος με είδες από τη δόξα σου και μου εμφανίστηκες με ακατάληπτο τρόπο! Εγώ πάντοτε σε προσέβαλλα και σε λυπούσα. Συ όμως, Κύριε, για τη μικρή μου μετάνοια μου έδωσες να γνωρίσω τη μεγάλη σου αγάπη και την άμετρη αγαθότητά σου. Το ιλαρό και πράο βλέμμα σου έθελξε την ψυχή μου. Τι να σου ανταποδώσω, Κύριε, ή ποιον αίνο να Σου προσφέρω; Συ δίνεις τη χάρη σου, για να καίγεται αδιάλειπτα η καρδιά μου από αγάπη, και δεν βρίσκει πια ανάπαυση ούτε νύχτα ούτε μέρα από τη θεϊκή αγάπη.

Η θύμησή σου θερμαίνει την ψυχή μου, που τίποτε στη γη δεν την αναπαύει εκτός από Σένα. Γι' αυτό με δάκρυα Σε ζητώ, και πάλι ποθεί ο νους μου τη γλυκύτητά σου... Κύριε, δώσε μου να αγαπώ μόνον Εσένα. Συ με έπλασες, Συ με φώτισες με το άγιο Βάπτισμα, Συ συγχωρείς τα αμαρτήματά μου και μου δίνεις τη χάρη να κοινωνώ το τίμιο Σώμα και Αίμα σου. Δώσε μου τη δύναμη να μένω πάντα κοντά σου. Κύριε, δώσε μου τη μετάνοια του Αδάμ και την άγια ταπείνωσή σου. Αμήν...

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου

Υ/γ. Όταν οι άγιοι συντρίβονται από τη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς τους και της άμετρης αγάπης του Κυρίου μας, τι έχουμε εμείς άραγε για να δικαιολογήσουμε τον εαυτούλη μας;

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Εκείνη που ποτέ δεν ξεχνάει είναι η καρδιά



Πριν από μερικά χρόνια, πριν η τηλεόραση μπει καθοριστικά στη ζωή μας, στο Παρίσι χάθηκε ένα μικρό κοριτσάκι. Η αστυνομία το βρήκε, όμως το παιδί είχε υποστεί τόσο ισχυρό σοκ, ώστε ήταν αδύνατο να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία.Ούτε ονόματα, ούτε διεύθυνση, ούτε τηλέφωνο, ούτε το όνομα του δε θυμόταν. Από το σοκ είχε απενεργοποιηθεί τελείως η μνήμη.

Γιατροί και αστυνόμοι βρέθηκαν προς στιγμή σε αδιέξοδο.

Τότε ο εισαγγελέας πήρε το παιδί και του ζήτησε να του τραγουδήσει ένα τραγούδι. Το παιδί του τραγούδησε το τραγούδι που του 'λεγε η μητέρα του, όταν το 'βαζε για ύπνο. Οι αρχές το μαγνητοφώνησαν και το έδωσαν στο ραδιόφωνο.
 
Μέσα σε λίγες ώρες βρέθηκαν οι γονείς.

Αυτό το αληθινό γεγονός επιβεβαιώνει ότι το μυαλό του ανθρώπου, όσο δυνατό κι αν είναι, όσες γνώσεις κι αν του αποθηκεύσουμε, έρχεται ώρα που δε μπορεί να βοηθήσει. Απενεργοποιείται. Εκείνη που ποτέ δεν ξεχνάει και τα πάντα σώζει είναι η καρδιά. Σ' αυτήν απευθυνόμαστε. Γιατί οι γνώσεις μπορούν να ξεχαστούν, οι εμπειρίες όμως ποτέ.

Ποτέ δεν πάει χαμένο εκείνο που εμπιστευόμαστε στα παιδιά και εκείνο που τους δίνουμε απ' την καρδιά μας. Όσο πολύτιμο και αν είναι, τα παιδιά δεν θα το χάσουν. Μπορεί να χάσουν τα βιβλία τους, τη ζωγραφιά τους, τη μπάλα τους, μπορεί και τα ίδια να χαθούν σε ολοσκότεινες νύχτες, όμως εκείνο που θα τους δώσουμε από τη ψυχή μας δε θα το χάσουν ποτέ.. Κάποια μέρα θα γυρίσουν στη φωλιά που τα ζέστανε.
 

Όμως, αφού δίνουμε αγάπη, γιατί λίγα χρόνια μετά εισπράττουμε τόσο θυμό, τόση αντίδραση, τόσα ξενύχτια, τόση παραίτηση... Γιατί τις νύχτες τόσα παιδιά έξω από τα σπίτια τους; Ενώ στα χέρια μας κρατούσαμε ένα παιδικό πρόσωπο όμορφο και καθαρό σαν το χιόνι, ύστερα από λίγα χρόνια, γιατί έχουμε απέναντι μας έναν έφηβο σαν άγρια θάλασσα και ανίκανο να χαρεί, να αγαπήσει, να ελπίσει...;

Ρωτάς: γιατί παιδί μου πίνεις, γιατί καπνίζεις, γιατί παίρνεις ναρκωτικά και απαντούν γιατί να μην καπνίσω, γιατί να μην παίρνω ναρκωτικά...; Γιατί να ζήσω;

Ρωτάς: τα έχεις όλα. Σπίτι, φαγητό, γλώσσες, σχολείο, εκδρομές, διασκέδαση, χρήματα... Τι σου λείπει;... και παίρνεις την απάντηση: Δε μου φτάνουν... έχω ψυχή και η ψυχή μου πεινάει, διψάει, κλαίει....

Πού κάναμε λάθος; Τι δεν κάναμε καλά;

Τα παιδιά, ακόμα κι όταν είναι αγριεμένα, ακόμα και όταν είναι άρρωστα, βλέπουν και πίσω από τον τοίχο, γιατί βλέπουν με την καρδιά. Ξέρουν πότε νοιαζόμαστε γι' αυτά και πότε για τον εαυτό μας και ανάλογα μ' αυτό που τους δίνουμε ή αγιάζουν ή ξεπαγιάζουν.

Ο γέροντας Πορφύριος απαντούσε σε γονείς, που τον ρωτούσαν τι να κάνουν για τα παιδιά τους, που ήταν ανυπάκουα ή ξενυχτούσαν: Σιωπώσα παραίνεση... Μην τα παρακαλείτε με λόγια. Αντί να μιλάτε σ' αυτά, πέστε τα στην Παναγία... Κάποια μέρα η προσευχή αυτή θα καρπίσει...

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Ρόδο μου Αμάραντο!



Το Άξιον Εστί.  ι’

Της αγάπης αίματα
με πορφύρωσαν
και χαρές ανίδωτες
με σκιάσανε
οξειδώθηκα μες στη νοτιά
των ανθρώπων
μακρινή Μητέρα
ρόδο μου αμάραντο
Στ' ανοιχτά του πέλαγου
με καρτέρεσαν
με μπομπάρδες τρικάταρτες
και μου ρίξανε
αμαρτία μου να 'χα
κι εγώ
μιαν αγάπη
μακρινή Μητέρα
ρόδο μου αμάραντο.
Τον Ιούλιο κάποτε
μισανοίξανε
τα μεγάλα μάτια της
μες στα σπλάχνα μου
την παρθένα ζωή μια
στιγμή
να φωτίσουν
μακρινή Μητέρα
ρόδο μου αμάραντο.  
Κι από τότε γύρισαν
καταπάνω μου
των αιώνων όργητες
ξεφωνίζοντας
«Ο που σ' είδε, στο αίμα
να ζει
και στην πέτρα»
μακρινή Μητέρα
ρόδο μου αμάραντο.
Της πατρίδας μου πάλι
ομοιώθηκα
μες στις πέτρες άνθισα
και μεγάλωσα
των φονιάδων το αίμα
με φως
ξεπληρώνω
μακρινή Μητέρα
ρόδο μου αμάραντο.


Οδυσσέας Ελύτης, «Το Αξιον Εστί», Ι’

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Συναναστροφές


Το Πνεύμα δεν αγαπά ούτε πολλές συναναστροφές, ούτε φιλίες! Όλα αυτά να τα αποφεύγεις. 

Θέλεις να αγαπάς πολύ τους ανθρώπους; Αγάπησε πολύ τον Χριστό μας και θα δεις πόσο θα αγαπάς και τους ανθρώπους και ας μη τους βλέπεις.

Πάντοτε και τον κάθε άνθρωπον, ολίγον σε απόστασιν να κρατάς. Ήλθε; Καλώς ήλθε! Δεν ήλθε; Καλώς δεν ήλθε. Δηλαδή να είσαι απαθής.

Σε κανέναν μη λες το μυστικό σου ή τι κάνεις. Με δύο τρία λόγια, όταν σε ρωτούν, να κόβεις, να τελειώνεις.

Μη δένεις τον νου σου με άνθρωπο. Μη λέγεις τους λογισμούς σου και το μυστικό σου εις κανένα! Οι άνθρωποι μεταβολή παίρνουν. Το μυστικό σου σε κανέναν! Διότι οι άνθρωποι μεταβάλλονται.

Μη θυμώνετε, θα σας ειρωνευτούν, θα υποφέρετε. Εσείς μη φοβάσθε. Σας προσφέρουν δηλαδή πιπέρι, να δίδετε ζάχαρη. Εγώ πιπέρι δεν έχω να σκέπτεστε, ζάχαρη έχω, ζάχαρη δίδω.

Αυτό που λείπει σήμερα γενικά, είναι η γνώσις, η λογική, η ευσέβεια. Ο κόσμος σήμερα είναι ξετρελαμένος. Δεν γνωρίζει τι κάνει, δεν γνωρίζει τι θέλει! Σήμερα ένας φαίνεται καλός, αύριο πίπτει, χαλάει, δεν αναγνωρίζει και ο ίδιος τον εαυτό του. Δύσκολα να βρεις άνθρωπο αμετάβλητον. Άλλοι πάλι, παντού, αλλού τρέχουν για να βρουν χαρά και ηρεμία, μόνον στον Χριστόν μας δεν τρέχουν. Πάντως βέβαια, λέγουν οι Πατέρες, μηδένα προ του τέλους μακάριζε άλλα και μηδένα προ του τέλους απέλπιζε! Να παρακαλέσομεν τον Θεόν να μας λυπηθεί και να μας ελεήσει.

Επικοινωνίες κόψε! Σε φθάνουν τα δικά σου!

Οι άλλοι, ότι γράμματα ξέρουν, αυτά και σου λένε. Τα δικά τους ζουν, τα δικά τους ξέρουν, αυτά σου λένε. Τα δικά σου δεν τα ζουν, δεν τα ξέρουν, δεν τα αγαπούν! Πώς λοιπόν αφού δεν γνωρίζουν τη γλώσσα σου, θέλεις να σου μιλήσουν!

Μη υποδεικνύεις, διότι, διδασκαλία δίχως θέλησιν του άλλου, έχθρα είναι και γίνεται αμαρτία και σε κείνον που ακούει και δεν κάνει και εσύ στεναχωρείσαι και ταράζεσαι.

Στον άλλο να λέγεις τόσα, όσα νομίζεις ότι θα σηκώσει, όχι περισσότερα.

Να μη θυμώνετε. Να γλυκαίνετε με την ζάχαρη σας, δηλ. με τον καλόν σας λόγο τον άλλο. Κάθε άνθρωπος έχει κάποιο χάρισμα. Βρες το χάρισμά του και επαίνεσέ τον. Χρειάζεται και ο έπαινος (προς τόνωσιν) και η καλοσύνη και η αγάπη. Τότε ο άλλος και πολύ καλός να μη είναι, διά την τιμήν, τον έπαινο, την αγάπη που του εκδηλώνουν ελέγχεται και γίνεται καλύτερος.

Αγάπησε την ησυχία και τη σιωπή. Ν' αποφεύγεις κατά το δυνατόν τους ανθρώπους.

Όλους ν' αγαπάς, άλλα και κανένα μη αγαπάς, δηλαδή με κανένα μη δένεται ο νους σου εκτός του Χριστού μας.

Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης
Πηγή: Σύγχρονοι Γέροντες, 13/11/2009

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Πώς επικοινωνούν πνευματικά από μακριά οι άνθρωποι;



- Γέροντα, πώς επικοινωνούν πνευματικά από μακριά οι άνθρωποι; 

- Γράφουν κανένα γράμμα ή με ασύρματο ή με σήματα μορς!...  

- Δηλαδή, Γέροντα; 

- Για να υπάρξει πνευματική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, πρέπει να εργάζονται στην ίδια συχνότητα. Αυτό δεν μπορούν να το πιάσουν οι επιστήμονες.

Θυμάσαι εκείνο το περιστατικό που αναφέρω στους «Αγιορείτες Πατέρες»; Μια μέρα ένας μοναχός θα πήγαινε να επισκεφθεί έναν Πατέρα στην Καψάλα και σκεφτόταν: «Τι να του πάω για ευλογία;». Οικονόμησε λοιπόν δύο ψάρια και τα καθάριζε, για να του τα πάει. Εν τω μεταξύ, ο άλλος είχε λάβει την πληροφορία από τον Θεό για την επίσκεψη του αδελφού και σκεφτόταν: «Τώρα που θα 'ρθει, τι να τον φιλέψω;». Την ώρα λοιπόν που ο αδελφός καθάριζε ψάρια, ένας κόρακας ήρθε ξαφνικά, του πήρε το ένα ψάρι και το πήγε στον άλλον στην Καψάλα -απόσταση πεντέμισι ώρες. Το καταλαβαίνετε; Ο ένας σκεφτόταν πώς να αναπαύσει τον άλλον και ο κόρακας μετά έκανε τον ενδιάμεσο!

Όταν ο άνθρωπος έχει την Αγάπη, τον Χριστό, και βουβός να είναι, μπορεί να συνεννοηθεί με όλα τα δισεκατομμύρια των λαών και με την κάθε ηλικία των ανθρώπων, που έχει και αυτή την δική της γλώσσα.

Βάλε δυο ανθρώπους που δεν έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν. Βαλε και δύο άλλους που έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν και αυτοί. Πώς θα νιώθουν οι μεν και πώς θα νιώθουν οι δε; Και οι πρώτοι δεν θα μιλούν και οι δεύτεροι δεν θα μιλούν. Όμως οι δεύτεροι και με την σιωπή θα «μιλούν», γιατί θα υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους. Αντίθετα οι πρώτοι δεν θα μπορούν να επικοινωνήσουν, γιατί ανάμεσά τους θα υπάρχει μόνωση. Όταν δεν υπάρχει αγάπη, μπορεί δυο άνθρωποι να βρίσκονται κοντά, αλλά να είναι μακριά ο ένας από τον άλλον.

- Γέροντα, στενοχωριέμαι που ήρθε η ημέρα να φύγετε πάλι από κοντά μας.

- Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει «κοντά» και «μακριά». Την αγάπη του Χριστού δεν τη χωρίζουν αποστάσεις, γιατί ο Χριστός με την αγάπη Του καταργεί τις αποστάσεις.

Επομένως, είτε κοντά είτε μακριά βρίσκεται κανείς, νιώθει πάντα κοντά, όταν είναι κοντά στον Χριστό και συνδέεται με τον άλλον αδελφικά με αγάπη Χριστού.

Δοξολογώ τον Θεό που η αγάπη μου είναι τέτοιου είδους, πνευματική, αγγελική, οπότε οι αποστάσεις καταργούνται και η επαφή θα υπάρχει μαζί σας και σ' αυτήν την ζωή από μακριά και στην άλλη που είναι ακόμη πιο μακριά, γιατί και εκείνη η απόσταση θα είναι πολύ κοντινή, αφού μας ενώνει η Αγάπη, ο Χριστός.

γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...