Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Η Ελευθερία ως ζητούμενο, προϋπόθεση και θείο δώρο


Η ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ἡ ἐλευθερία ἀποτελεῖ ζητούμενο γιά ὅλους τους ἀνθρώπους. Πάρα πολλοί ἀγῶνες, μάχες καί θυσίες γίνονται συνεχῶς γιά τήν ἀπόκτησή της. Ἡ ἀπαίτηση αὐτή γιά ἐλευθερία εἶναι τελείως φυσιολογική, ἀφοῦ ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο γιά νά ζεῖ ἐλεύθερα. Ἡ καθημερινή πραγματικότητα, ὅμως, διαψεύδει διαρκῶς αὐτή τήν ἀπαίτηση τοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι μόνο ἀποτυγχάνουμε ἐμεῖς προσωπικά νά ζοῦμε ἀληθινά ἐλεύθερα, ἀλλά ἀκόμη χειρότερα, περιορίζουμε καί καταπιέζουμε συνεχῶς τούς γύρω μας, καί μάλιστα τούς ἀνθρώπους πού ἀγαπᾶμε, μέ τήν ἐγωιστική μας συμπεριφορά. Πῶς μπορεῖ, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος νά βιώσει τήν ἐλευθερία πού τοῦ χάρισε ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί ποιό νόημα ἔχει ἡ ἀληθινή ἐλευθερία;

Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἕνα χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ Θεοῦ. Τριαδικός Θεός εἶναι ἀπόλυτα ἐλεύθερος· ἡ ὕπαρξή του βρίσκεται ἔξω ἀπό κάθε ἐξάρτηση, ἀναγκαιότητα καί περιορισμό [1]. Τά τρία πρόσωπα –ὁ Πατέρας, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα– βρίσκονται σέ μία τέλεια σχέση καί κοινωνία μεταξύ τους, ἔχουν μία θέληση, μία ἐνέργεια καί συνυπάρχουν, χωρίς ὁποιαδήποτε διαφωνία καί χωρίς νά παραβιάζεται ἡ ἐλευθερία κανενός. Αὐτή ἡ τέλεια κοινωνία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὀνομάζεται Ἐκκλησία, στήν ὁποία εἶναι προσκεκλημένος νά συμμετέχει ὁ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασμένος ἄνθρωπος. Ὁ Θεός δέν εἶχε καμιά ἀνάγκη, ὅταν δημιουργοῦσε τόν ἄνθρωπο· τόν ἔπλασε ἐντελῶς ἐλεύθερα, ἀπό τήν ὑπερβολική του ἀγάπη, καί μάλιστα τοῦ δώρισε κατά χάριν ὅ,τι εἶχε Αὐτός κατά φύσιν: τό ἀΐδιον φῶς, τήν αἰώνια βασιλεία, δόξα καί ζωή, ἔτσι ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά γίνει κοινωνός τῆς θείας ζωῆς καί νά ζεῖ πραγματικά ἐλεύθερα.

Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἕνα ἀπό τά χαρίσματα μέ τά ὁποῖα προίκισε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζουν τήν ἐλευθερία καί αὐτεξούσιο, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει τό προνόμιο νά ἐξουσιάζει ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του καί νά ἐπιλέγει, ἄν θά ζεῖ μέ τόν Θεό ἤ μακριά ἀπ’ Αὐτόν. Ἡ ἐπιλογή αὐτή τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ἀπόλυτα σεβαστή ἀπό τόν Θεό· σέ καμιά περίπτωση ὁ Θεός δέν παραβιάζει τήν ἐλευθερία κανενός ἀνθρώπου. Ἐνῶ ἔδωσε σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τή δυνατότητα νά μετέχουν τῆς δικῆς του ζωῆς, ἐντούτοις δέν τήν ἐπιβάλλει σέ κανένα, ἀλλά τούς ἀφήνει ἐλεύθερα νά ἐπιλέξουν ἄν τήν θέλουν.

Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ὁλοκληρώνεται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιτύχει τή σωτηρία. Αὐτό, ἄλλωστε, σημαίνει ἡ λέξη σωτηρία, νά εἶσαι σῶος, ἀκέραιος, ὁλοκληρωμένος. Σ’ αὐτή τήν προοπτική γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» [2]. Ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερώνεται πραγματικά, ὅταν γνωρίσει τήν Ἀλήθεια, τόν Χριστό. Ἡ ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο τόν ὁλοκληρώνει καί τοῦ χαρίζει τήν πραγματική ἐλευθερία· αὐτή εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί μόνο στόν Θεό ὁ ἄνθρωπος τήν βιώνει ἀληθινά. «Ἡ ἀληθινή ἐλευθερία εἶναι ἡ διαρκής διαμονή ἐν τῷ Θεῷ» [3].

Ἡ ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης πραγματικότητας βεβαιώνει ὅτι συνεχῶς ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά βρεῖ τήν ἐλευθερία μακριά ἀπό τόν Θεό, αὐτόνομα, βασισμένος μονάχα στίς δικές του δυνάμεις. Αὐτό δείχνει τό παράδειγμα τοῦ Ἀδάμ, πού ἀψήφησε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί γεύτηκε ἀπό τόν καρπό τοῦ δέντρου τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Ἡ παρακοή αὐτή εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τόν χωρισμό του ἀπό τόν Θεό τῆς ἀγάπης καί τήν εἴσοδο τοῦ θανάτου στή ζωή του. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μαρτυρεῖ ὅτι ἡ ἁμαρτία -χωρισμός τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό- ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τόν θάνατο.

Μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ, ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἐγκλωβίστηκε, μέ τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου, στήν κατάσταση τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου καί ἔτσι, ἦταν ἀδύνατο ὁ ἄνθρωπος νά πραγματοποιήσει τόν σκοπό του, τήν κοινωνία καί ἕνωσή του μέ τόν Θεό, στόν ὁποῖο βρίσκεται ἡ ἀληθινή ἐλευθερία. Ἡ ἐμμονή στήν ἁμαρτία ἀποδιοργάνωσε ὁλόκληρη τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ καρδία του πωρώθηκε, ἡ ἑνότητα τῶν ψυχοσωματικῶν του λειτουργιῶν διασπάστηκε καί ὁ ὅλος προσανατολισμός του ἄλλαξε κατεύθυνση, ἀπό τήν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ στήν ὁμοίωση τῶν ἀλόγων ζώων καί τοῦ διαβόλου [4]. Πολύ εὔστοχα ἡ Πατερική Παράδοση ὀνομάζει τήν ἁμαρτία ἀρρώστια, τραῦμα θανάσιμο, πού κληρονομεῖται σέ ὅλους τους ἀνθρώπους λόγῳ τῆς κοινῆς τους φύσης.

Ὁ ἅγιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος περιγράφει τήν κατάσταση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου μ’ ἕνα ὡραῖο παράδειγμα: θεωρεῖ τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο ὡς κάποιον πού ἔπεσε σ’ ἕνα λάκκο πολύ βαθύ καί λασπώδη καί ἀπό τόν ὁποῖο ἦταν ἀδύνατο νά ξεφύγει ἀπό μόνος του ἤ ἀκόμη καί μέ τή βοήθεια κάποιου συνδούλου του. Ὅλοι ὅσοι βρίσκονταν στόν λάκκο, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα χρειαζόταν τήν ἄνωθεν βοήθεια, κάποιο χέρι ἀπό ψηλά γιά νά τήν τραβήξει ἔξω ἀπό τόν λάκκο καί νά τήν λυτρώσει ἀπό τό πτῶμα τῆς ἁμαρτίας [5]. Ὁ φιλεύσπλαγχνος Θεός δέν ἀρνήθηκε νά ἁπλώσει χεῖρα βοηθείας πρός τόν ἄνθρωπο, δέν ἀπαρνήθηκε τό πλάσμα του, παρ’ ὅτι αὐτό μέ τήν ἁμαρτία ἐπέλεξε νά φύγει ἀπό κοντά του. Ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ βρῆκε τρόπο νά τόν ἀνασύρει ἀπό τόν λάκκο τῆς ἁμαρτίας καί νά τόν σώσει [...]. Ἔτσι, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πῆρε σάρκα καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. [...] Ὅλη ἡ ζωή καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἦταν διακονία, μέ σκοπό τή σωτηρία-ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Μέ τόν σταυρικό του θάνατο ὁ Χριστός κατέλυσε τήν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου καί μέ τήν Ἀνάστασή του συνέτριψε τή δύναμη τοῦ θανάτου. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν συνανάσταση καί ὁλόκληρης τῆς ἀνθρώπινης φύσης. [...]

Μετά τήν Ἀνάληψή του, ὁ Χριστός δέν ἐγκατέλειψε τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ἔστειλε τό Πανάγιό του Πνεῦμα, τό ὁποῖο ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐπιφοίτησε στόν κόσμο. [...] Ὅ,τι ἔκανε ὁ Χριστός κατά τήν παρουσία του στή γῆ γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο, γίνεται ξανά μέσα στήν Ἐκκλησία μέ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀνάμεσα στά ἔργα πού πραγματοποίησε ὁ Χριστός καί στά Μυστήρια ὑπάρχει μία πραγματική ταυτότητα. Τά Μυστήρια προεκτείνουν πραγματικά τίς πράξεις τοῦ Χριστοῦ καί μᾶς μεταδίδουν ἀληθινά τή ζωή του [6]. Μέσα στά Μυστήρια καί ἰδίως στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὁ ἄνθρωπος βιώνει ὁλόκληρο τό μυστήριο τῆς σωτηρίας καί γίνεται ὁ ἴδιος μέτοχος τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἐλευθερώνεται ἀληθινά ἀπό τήν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου.

Ἡ συμμετοχή στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας δέν σώζει μαγικά τόν ἄνθρωπο. Χρειάζεται ὁπωσδήποτε ἡ δική του αὐτοπροαίρετη συγκατάθεση καί συμμετοχή. Ἡ Θεία Χάρη προσφέρεται πάντοτε σέ ἑκούσιους καί ὄχι σέ ἀκούσιους δέκτες· ποτέ δέν παραβιάζει τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγάλα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας: τό ἔργο τῆς σωτηρίας ἐπιτελεῖται μέ τή συνεργία, τή συνεργασία, τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου. Μόνος του ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά φτάσει στήν ἐλευθερία, γιατί εἶναι θεῖο δῶρο· καί πάλι ἀντίστροφα, ὁ Θεός δέν ἐνεργεῖ μόνος του καί δέν παραβιάζει τή θέληση κανενός ἀνθρώπου. [...]

Εἶναι πολύ σημαντικό γιά τόν ἄνθρωπο νά αἰσθανθεῖ πόσο μεγάλη σημασία ἔχει ἡ ἐλευθερία στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Χωρίς τήν ἐνεργοποίηση τῆς ἐλευθερίας πού μᾶς χάρισε ὁ Θεός, χωρίς νά τόν θέλουμε καί νά τόν ἀγαπᾶμε ἀληθινά, δέν μποροῦμε νά ζήσουμε τήν πληρότητα τῆς σωτηρίας. Ἡ συμφωνία αὐτή τοῦ ἀνθρώπινου θελήματος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ δέν γίνεται αὐτόματα καί μαγικά, ἀλλά χρειάζεται τήν εἰλικρινῆ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτό ἀποσκοπεῖ ἡ ὅλη ἀσκητική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἀγώνας γιά τήν κάθαρση τῶν παθῶν καί τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, μέ τήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, ἀποτελεῖ προϋπόθεση, ὥστε ὁ Θεός νά ἔρθει νά κατοικήσει μέσα στόν ἄνθρωπο.

Χωρίς τήν προσπάθεια καί τόν ἀγώνα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά τοῦ δωρίσει τήν ἐλευθερία. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό αὐτό πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Πάντα μοί ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοί ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐγώ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινός» [7], πού σημαίνει ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, δέν εἶναι ὅμως ὅλα πρός τό συμφέρον μου· ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, δέν θά ἀφήσω, ὅμως, τίποτα νά μέ κυριέψει.

Ὁ Θεός θέλει τή σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, χωρίς νά περιορίζει τήν ἐλευθερία κανενός. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνει ὅ,τι θέλει, χωρίς νά ὑπολογίζει οὔτε τόν Θεό, οὔτε τόν συνάνθρωπό του, τότε γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, δοῦλος τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῶν παθῶν του. Ἀληθινά ἐλεύθερος εἶναι αὐτός πού ἀγαπᾶ ἀληθινά, θυσιάζοντας τόν ἑαυτό του. Ἡ ἀληθινή ἐλευθερία συναντᾶται στήν ἀγάπη, στό νά μή λογαριάζω τόν ἑαυτό μου, ἀλλά νά τόν θυσιάζω γιά τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Ὅπως γράφει καί ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης:
«Ἡ ἀληθινή ἐλευθερία ἔγκειται εἰς τό νά μήν ἁμαρτάνης, εἰς τό νά ἀγαπᾶς τόν Κύριον καί τόν πλησίον μεθ’ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ὅλης τῆς ἰσχύος σου» [8].

Ἑπομένως, τό δῶρο τῆς ἐλευθερίας ἀποτελεῖ πρώτιστα ἐσωτερική καρδιακή κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Μόνος του ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά φθάσει σ’ αὐτήν, ἀλλά τή βιώνει, ὅταν γνωρίσει τόν Θεό. Ἡ κοινωνία καί ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό γίνεται ἐλεύθερα, μέ τή βούληση τοῦ ἀνθρώπου, πού ἐκφράζεται μέσα ἀπό τήν προσπάθεια καί τόν ἀγώνα του. Τό δῶρο τῆς ἐλευθερίας ἔχει ἤδη χαριστεῖ στόν ἄνθρωπο καί εἶναι δεδομένο στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ταυτόχρονα ὅμως παραμένει καί ζητούμενο γιά τόν καθένα προσωπικά, πού χρειάζεται νά τό ψάξει καί νά τό ἀναζητήσει. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βάλει τόν Θεό μέσα του, τότε ἔχει ἀγάπη πρός ὅλους καί τότε βιώνει τήν πραγματική ἐλευθερία.

Παραπομπές
1. Βλ. Γεωργίου Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ἠθική ΙΙ, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη: 2003, σ. 258.
2. Ἰωάν. η', 32.
3. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας: 2003, σ. 79.
4. Βλ. Π. Νέλλα, Ζῶον θεούμενον: Προοπτικές γιά μιά ὀρθόδοξη κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκδ. «Ἀρμός», Ἀθήνα: 1995, σ. 49-57 καί 198-210.
5. Βλ. Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου, Πανηγυρική Α΄, Συγγράμματα, τ. Γ΄, ἔκδ. Ἱερᾶς Βασιλικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγίου Νεοφύτου, Πάφος: 1999, σ. 508-509.
6. Βλ. Π. Νέλλα, ὅ.π., σ. 160.
7. Α΄ Κορ. στ΄, 12.
8. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, ὅ.π., σ. 79.


Αντώνης Χαραλάμπους
Πηγή: περιοδικό Παρέμβαση Εκκλησιαστική, τεύχ. 17ο, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2011, έκδ. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, σ. 224-229. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...